Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

Νίκος Πεντζίκης - Μια φωνή για το Θείο και τον άνθρωπο


O Νίκος Πεντζίκης γεννήθηκε το 1909 και έζησε στη Θεσσαλονίκη, εργαζόμενος ως φαρμακοποιός μέχρι το τέλος της ζωής του, το 1993. Ένας από τους πιο "δύσκολους" λογοτέχνες μας, ο Πεντζίκης ασχολήθηκε περισσότερο με την πεζογραφία και τη ζωγραφική (αυτοδίδακτος), παρά με την ποίηση.

Παρόλα αυτά, ο τρόπος ζωής του και η προσέγγισή του στην καθημερινότητα δείχνουν μια ποιητική φυσιογνωμία που, ακόμα και δίχως την παρουσία ενός στίχου, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί καθαρόαιμη, σχεδόν ευαγής.

Η μυστικιστική του προσέγγιση στην καθημερινότητα έχει τη βάση της στον Χριστιανισμό, κάτι που ο Πεντζίκης δεν κρύβει, ακόμα και στις συνεντεύξεις του.

Εντούτοις, η χριστιανική του πίστη δεν βασίζεται στην εκκλησιαστική ταυτότητα της πίστης (σε ομιλία του είχε δηλώσει ότι η εκκλησία δεν είναι παρά ένα οίκημα με τέσσερα ντουβάρια) αλλά στην υπερβατικότητα που προσδίδει το Θείο στην αλήθεια των πραγμάτων, όπως του άρεσε να λέει, καθώς και στη σύνδεση με τα ταπεινά, καθημερινά γεγονότα.

Η ποίησή του χαρακτηρίστηκε υπερρεαλιστική, αλλά όχι με την έννοια των πρώιμων υπερρεαλιστών του αυτοματισμού.

Η γραφή του Πεντζίκη έχει συγκεκριμένο στόχο και δεν πλανάται παράλογα σε εικόνες ή νοήματα. Οδηγείται από την ανθρωπιά, μια αγάπη για το ον αλλά και το πώς μπορεί επιτευχθεί η απόλυτη διαγραφή του “εγώ”, αγγίζοντας έτσι τα φιλοσοφικά μονοπάτια του πατροπαράδοτου Βουδισμού.

Ο Πεντζίκης μπορεί σήμερα να διαβάζεται ελάχιστα ή να έχει μικρή συμμετοχή στην ποιητική μας καθημερινότητα, αλλά παραμένει ένας στοχαστής που δεν πρόκειται να σβήσει, ακριβώς επειδή τα νοήματά του και το βλέμμα του είναι οικουμενικά και δεν εντάσσονται στον καθιερωμένο κύκλο του χρόνου.

Ακολουθεί ένα ελάχιστο δείγμα της ποίησής του. Σας προτρέπουμε να επισκεφείτε το επίσημο site και να ακολουθήσετε, αν δεν το έχετε κάνει, τη διαδρομή του.





Όραμα  
Ελληνικό μες στο γαλάζιο θεώρημα ο άσπρος φλόκος.
Πάνω στην πλώρη ο κασιδιάρης μούτσος συλλογιέται.
Μια όμορφη στη σκότα είναι του τριγκέτου ζωγραφισμένη,
δεν είν' αυτός που την αγαπά αλλ' ο Καπετάνιος.


«Μέσα στη λεβέντικη καρδιά του Καπετάνιου με τα μουστάκια,
όλες τις θάλασσες και τους γιαλούς του κόσμου που δεν ξέρω αρμένισα.
Εσύ Αδελφή του Μέγ' Αλέξανδρου που για τ' αθάνατο τριγυρίζεις
ακλούθα μας σαν δέλφινας, γιατί ζη και βασιλεύει μα την πίστη μου.


»Από τις Ίντιες εκεί που λεν ότι έφτασε ίσως να γυρνάμε τώρα.
Μπορεί από πλιο μακρύτερα. Ποιο λιμάνι να πρωτοσυλλογιστεί ο νους;
Λαός πολύς παντού μ' άλλες κουβέντες, που κι ο Καπετάνιος συνεννοόταν φαρσί.
Έχουμε τ' αμπάρι με πραμάτια κάργα και ρεγάλα για την όμορφη».


Συχαρίκια παίρνει ο Βίγλαρης και το μπάρκο άραξε.
Στα σοκάκια τον ανήφορο για τη σαστικιά του πάει ο Καπετάνιος.
Ανεβάζοντας από τη θάλασσα έναν κουβά, νίβεται ο Μούτσος.
Αγναντεύει τ' άσπρο σπίτι της με τις γάστρες στα παράθυρα.



Εις έν αγίασμα
Ο θάνατος δεν είναι το τέλος τής ύπαρξης
τέλος τής ύπαρξης βλέπει μόνο η εντροπή,
αυτή κρατά όλη την έννοια τής αμαρτίας τής αρχικής,
της αιτίας τής αποβολής μας από τον παράδεισο.


Δεν ήθελα να πιστέψω στον άλλο κόσμο, όπου αδώνια
ίαμα ρέει πρόσχαρο, καθάριο, πλούσιο το νερό.
Δεν ήθελα την οδό της συνάντησης, όπου το ένα
το χέρι τείνεται σε χειραψία και βρίσκει τ' άλλο.


Έτσι βλέποντας το τέλος των πάντων εγγύς
έλεγα ότι πεθαίνω, αλλά, μάλλον ντρεπόμουνα,
που ενώ έν' άξιο μάτι μ' έβλεπε, δεν άφηνα
με το νερό η βρύση να ποτίσει τη βλάστηση.


Έτσι, όσο κι' αν προσπαθούσα, παγώνοντας τα νερά,
τα φυσικά να μιμηθώ φύλλα, πάντα ήμουν βρώμικος,
ο χρόνος μέρα με τη μέρα μέσα μου, σώριαζε
πράγματα, που δεν ήξερα πώς να τ' αποβάλλω.


Αυτή 'ναι η ουσία της ακαθαρσίας που ντρεπόμαστε.
Ούτε τώρα μιλώ, αλλ' ακούω εύγλωττα τη σιωπή μου
με τη μετακίνηση τριγύρω από το σώμα μου,
των νερών της πηγής όπου βυθίζομαι.


Αγίασμα Χριστιανικό, αρχαίας Νύμφης επώνυμο,
στους δαιδαλώδεις δρόμους της χώρας καταμεσής,
χάρις σου ανακτώ την υγεία μου την ψυχική,
μ' έναν θάνατο εικονικό, διώχνοντας την ντροπή.


Σκόρπια Φύλλα
Σκόρπια φύλλα του φθινόπωρου
οι αγρότες για τη σπορά περιμέναν βροχή
ο άνεμος κλωθογύριζε ανοίγοντας τα επουράνια
«ποια οδό ακολουθούν τα κίτρινα φύλλα που πέφτουν;»
αντίθετο δρόμο παίρνοντας ο απόστολος των εθνών
από Νεαπόλεως της νυν Καβάλας
Προς Θεσσαλονικείς Α' Επιστολής το ανάγνωσμα
ου θέλω υμάς αγνοείν περί των κεκοιμημένων
ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί
ψηλό σαν τηλόπτης φάρος το καμπαναριό
καμπύλ' ανοίγματα προς όλα τα σημεία του ορίζοντα
ότι είναι και δεν είναι σειρά συμπτώσεων
στο περιβόλι τάφοι με σταυρούς
κατάντικρυ η φωτιά κατάτρωγε το καράβι
πέθανε η πολυαγαπημένη μάνα του
έξ' απ' την ξύλινη θύρα καθόταν και περίμενε το κορίτσι
όπως κάθονται απάνω στ' άνθη οι πεταλούδες
μια ωραία πεταλούδα κι' έν' άδειο γραμματοκιβώτιο
ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές
νύχτα ερχόταν και τον έβρισκε
στον μυχό του κόλπου όπου εκβάλλει η ενδοχώρα
στο αναπεπταμένο πέλαγος που κατάπιε τον πατέρα
όταν δε μπόρεσε να καταλάβει τις κινήσεις του γιου του
ότι το πένθος σημαίνει νίκη και τρανή χαρά
έρχεται να φορτώσει σιτάρι στην αποβάθρα
και σχολιάζουν το θέαμα οι γνωστικοί
ερμηνευτές του ζωντανού ονείρου δακτυλοδεικτούν
πίσω ταφόπετρες με μάτια το χωριό
με αναστήματα υψηλά πλούσια βλάστηση το σκιάζει
ανάμεσα στις υπερκείμενες στέγες των φυλλωμάτων
και στους υπόροφους θάμνους ανέρπει μνήμη
αφοσίωσις και πίστη θερμή ο κισσός
όπως ακριβώς ήσουν και ήταν
κάτω από την επιφάνεια κάνοντας βουτιά
όπου τα πλοία του Μαρδονίου εναυάγησαν
αλλά ξέρουμε ασφαλώς πως ο θησαυρός διεσώθη
στις θαλασσοσπηλιές όπου οι φώκιες μοιρολογούν
στου αγιώνυμου Όρους τους βράχους τους κρυσταλλώδεις
αρωγή σε όποιον τεκταίνεται μεγάλα και πολλά
τον ήλιο που βυθά στη λεκάνη της μάνας του
και θρηνούν όσοι τον πίστεψαν γιατί σβήνει
άλλη δυνατότητα προσφέροντας εκ των υγρών εγκάτων
      να μας πας στην ξενητειά
      να μας πας στα πέρα μέρη
      φύσα θάλασσα πλατειά
      φύσ' αγέρι, φύσ' αγέρι.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου