Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

Συνέντευξη του Λουκά Αξελού στο στίγμαΛόγου

Είχα ακούσει για τον Λουκά Αξελό από τον αείμνηστο Μάκη Αποστολάτο που μιλούσε πάντα για κείνον με σεβασμό. Τον συνάντησα όμως πρώτη φορά πρόσφατα μόνο, για δουλειά ενός φίλου. Έμεινα εντυπωσιασμένη από τη σοβαρότητα, τον επαγγελματισμό και το ήθος αυτού του ανθρώπου, ποιητή και του ίδιου, που δραστηριοποιείται πολλά χρόνια στον χώρο των εκδόσεων. Ήταν μάλλον αναπόφευκτο ότι θα του ζητούσα συνέντευξη.          
                                            
Χριστίνα Λιναρδάκη: Πρώτα απ' όλα, σας ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξη. Θα ήθελα να μου πείτε τι σημαίνει σήμερα για σας «ριζοσπαστική ελληνική σκέψη»;

Λουκάς Αξελός: Λογικά θα πρέπει να νοηθεί η κριτική-ανατρεπτική των κυρίαρχων-κατεστημένων λογικών σκέψη. Το ερώτημα όμως που τίθεται στο ερώτημά σας, είναι αν υπάρχει σύγχρονη ελληνική σκέψη που να θραύει τις ρίζες της κυρίαρχης ιδεολογίας και πρακτικής. Δύσκολη η απάντηση σχετικά με το όλον αφού κυρίαρχη στον τόπο μας μεταπολιτευτικά είναι η μεταμοντέρνα λογική και ο ιστορικός αναθεωρητισμός που υπό το πρόσχημα του σύγχρονου, του διεθνούς, του παγκοσμιοποιημένου, αποτελούν εργαλεία απαξίωσης των ταυτοτικών στοιχείων της όποιας σύγχρονης ελληνικής σκέψης ως και αυτοτελούς συνιστώσας στο παγκόσμιο πνευματικό γίγνεσθαι.

Η γενική αυτή κατάσταση έχει φέρει, δεδομένης της υστέρησής μας σε πολλούς πνευματικούς τομείς, σε αμυντική θέση ακόμα και τους πυρήνες εκείνους που προσεγγίζουν την πραγματικότητα με ριζοσπαστικούς-ανατρεπτικούς όρους, αλλά είναι αναγκασμένοι να λειτουργούν στα πλαίσια της σχεδόν καθολικής διανοητικής μιζέριας, γεγονός που αποκαλύπτει την αδυναμία των λίγων εν εγρηγόρσει ευρισκόμενων Ελλήνων διανοουμένων να συγκροτήσουν ένα αντίρροπον δέος κουλτούρας.

Χ.Λ.: Σε παλιότερη συνέντευξή σας σχετικά με το έργο του Γκράμσι είχατε πει «σημασία δεν έχει τι απλώς πουλιέται και τι αποτυπώνεται στους δείκτες των εφημερίδων και των περιοδικών σαν μπεστ σέλερ. Σημασία έχει τι λειτουργεί, τι επιδρά και τι διαμορφώνει τις σκέψεις και τις συνειδήσεις των ανθρώπων». Πιστεύετε ότι στις μέρες μας γράφονται και εκδίδονται έργα που διαμορφώνουν συνειδήσεις;

Λ.Α.: Μ΄όλο που πέρασαν τα έτη δεν έχω αποστεί από την άποψη ότι μέχρι να επέλθει η συντέλεια του Κόσμου, εμείς ας ασχοληθούμε με τον κόσμο συγκεκριμένα.

Αν, λοιπόν, αποδεχόμαστε ότι τα βιβλία, οι ιδέες υπό την ευρύτερη έννοια, επιδρούν στις σκέψεις και τις συμπεριφορές των ανθρώπων, τότε θα πω ότι παρ’ όλο ότι αποδέχομαι ότι κυρίαρχη κατάσταση είναι η κουλτούρα που επεξεργάζεται για τις υποτελείς τάξεις η αριστοκρατία του χρήματος, η θεωρία της σπίθας που μπορεί να βάλει φωτιά στην συνείδηση καθενός ένα καλό βιβλίο, δεν μπορεί να υποτιμηθεί.

Όσον αφορά το ερώτημά σας αν στις μέρες μας γράφονται έργα που διαμορφώνουν συνειδήσεις θα σας απαντούσα ανεπιφύλακτα ναι, τονίζοντας όμως ότι είναι τόσα λίγα, όσες λίγες είναι και οι καθαρές συνειδήσεις.

Χ.Λ.: Διευθύνετε τις εκδόσεις Στοχαστής από το 1969. Τι έχει αλλάξει από τότε μέχρι σήμερα στο εκδοτικό τοπίο;

Λ.Α.: Δημιουργήσαμε τον Στοχαστή στα έτη 1968-69 ως μια συνειδητή παρέμβαση στην σφαίρα των ιδεών που κύριο μέλημά της ήταν η επιβοήθηση του αντιδικτατορικού αγώνα και η προσπάθεια ξεπεράσματος της δομικής, για εμάς, κρίσης της καθόλου Αριστεράς.

Ως αντιλαμβάνεστε ανεξαρτήτως της όποιας αξίας, εμβέλειας κ.λπ. του εγχειρήματος, επρόκειτο για μια καθαρή παρέμβαση στην καθόλου πολιτισμική σφαίρα, όπου ο λόγιος Ερμής είχε καθολική υπεροχή επί του κερδώου. Αυτό που συνέβαινε τότε δεν ήταν όμως αποκλειστικά δική μας υπόθεση, αλλά μιας πλειάδας αντίστοιχης φιλοσοφίας και νοοτροπίας εκδοτών. Δυστυχώς/ευτυχώς από πλευράς μας έγκαιρα συνειδητοποιήσαμε, ότι το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας κάποτε θα τελειώσει. Όπερ και εγένετο.

Το σημερινό τοπίο είναι διαφορετικό. Περισσότεροι οι εκδοτικοί οίκοι, ασφυκτικό και ανελέητο το ολιγοπώλιο. Χιλιάδες βιβλία κυκλοφορούν, πολλαπλασιάστηκαν οι συγγραφείς, μεταφραστές, επιμελητές, γεγονός που αποτυπώνεται στον δεκαπλασιασμό των ετήσια εκδιδόμενων τίτλων και στα εντυπωσιακά σε σχέση με το παρελθόν τιράζ. Όμως εγώ έχω την αίσθηση ότι ο ποσοτικός αυτός πληθωρισμός δεν συμβαδίζει με τα ποιοτικά προαπαιτούμενα μιας τόσο κρίσιμης για το μέλλον των ανθρώπων εποχής και το πιο βασικό, όσο και αν αυτό ξαφνιάσει, η φραγή στην κυκλοφορία των ιδεών είναι υπό μίαν ορισμένη έννοια ισχυρότερη από αυτή που υπήρχε επί χούντας.

Χ.Λ.: Γιατί εκδίδονται έργα που δεν αξίζουν;

Λ.Α.: Γιατί σχεδόν όλοι/ες που με κάποιον τρόπο ασχολούνται με τα γράμματα θέλουν οπωσδήποτε να εκφραστούν.

Γιατί σχεδόν όλοι/ες θέλουν να αφήσουν το σημάδι τους πάνω στην γη και προκειμένου να το πραγματοποιήσουν είναι διατεθειμένοι/ες να το πληρώσουν μετρητοίς με ό,τι αυτό συνεπάγεται, δηλαδή είτε με μια ρεαλιστική και με σαφείς τους όρους της οικονομική συμφωνία που αποτυπώνει την τρέχουσα πραγματικότητα, είτε με ένα αλισβερίσι-ανατολίτικο παζάρι όπου και οι δύο πλευρές αλληλοϋποβλεπόμενες προχωρούν σε μία συμφωνία που δεν εκφράζει κανένα και τινάζεται στον αέρα με την πρώτη αφορμή. Εν κατακλείδι ζούμε σε μία περίοδο μ.Χ. . Ο όφις, η Εύα και ο Αδάμ είναι έξοχες ιστορίες για μικρά παιδιά και όσους τις πιστεύουν. Προσωπικά, δεν θεωρώ καμία πλευρά απατημένη.

Σχολιάζοντας αντίστοιχες καταστάσεις ο Αντόνιο Γκράμσι επισημαίνει: «Το ζήτημα θα μπορούσε να μπει έτσι: κάθε «βελανίδι» μπορεί να σκέφτεται ότι θα γίνει βελανιδιά. Εάν τα βελανίδια είχαν ιδεολογία, αυτή θα ήταν ακριβώς να αισθάνονται ότι «εγκυμονούν» βελανιδιές. Αλλά στην πραγματικότητα, τα 999 ‰ των βελανιδιών χρησιμεύουν για το φαγητό των χοίρων, και το πολύ, συμβάλλουν στην παρασκευή λουκάνικων ή μορταδέλλας».

Χ.Λ.: Τι γνώμη έχετε για την πληθώρα των «ποιητών» της εποχής μας;

Λ.Α.: Δεν νομίζω ότι αποτελεί πρωτοτυπία της εποχής μας. Από την αρχαιότητα το δράμα της ποίησης και των αυθεντικών ποιητών, ήταν η αναγκαστική συμβίωση με τους απρόσκλητους επισκέπτες.

Η αναγκαστική συμβίωση αποτελεί, φυσικά, ένα πρόβλημα, αλλά ουδέποτε νομιμοποιεί τον καταληψία. Ο Αριστοτέλης ξεκαθάρισε ότι «κιθαρωδού γάρ τό κιθαρίζειν σπουδαίου δέ τό ευ».

Μου αρκεί, λοιπόν, η συναίσθηση του γεγονότος ότι παρά το πλήθος των κιθαρωδών, ευτυχώς για την ποίηση, «Δεν τεντώνει στον καθένα την χορδή του ο Απόλλωνας».

Χ.Λ.: Πέρα από πολλές μελέτες, έχετε εκδώσει και τρεις ποιητικές συλλογές. Τι αίσθηση σας έχει αφήσει η ενασχόλησή σας με την ποίηση; Μετανιώνετε που δεν γράψατε περισσότερη;

Λ.Α.: Είναι μια πραγματικά δύσκολη για εμένα ερώτηση στον βαθμό που θεωρώ την ποίηση κορυφαία έκφραση νοήσεως, συναισθημάτων και γραπτού λόγου.

Οι όροι της ζωής μου, οι επιλογές μου δεν μου παρείχαν την πολυτέλεια του νεφοπρίγκιπα - του Άλμπατρος που περιγράφει ο Μπωντλαίρ. Η όποια δουλειά μου ήταν πάντα στοιχημένη με την κοινωνία των αναγκών.

Από την άλλη, αφετηριακά, η βαθύτατη πεποίθησή μου ήταν και είναι ότι γράφουμε όταν κάτι έχουμε να πούμε ειδ’ αλλιώς σωπαίνουμε.

Αυτό για εμένα αποτελεί έναν διαρκή αυτοπεριορισμό, ένα διαρκές φρένο. Το ότι λοιπόν για μισόν περίπου αιώνα έχω δημοσιεύσει τρεις μόνο ποιητικές συλλογές και τώρα πρόκειται να κυκλοφορήσω την τέταρτη, την Τελευταία Πατρίδα , αποτελεί μια πραγματικότητα που ξεπερνά την πολιτική του Αν ή και τις τύψεις μου, αν θέλετε, γιατί δεν ελλιμενίστικα σταθερά και απόλυτα, αλλά κατέφευγα στην ποίηση σε ξεχωριστές μόνο στιγμές ή περιπτώσεις.

Χ.Λ.: Το «Σκοτεινό πέρασμα» είναι ουσιαστικά μια ερωτική συλλογή που δεν ξεπερνά τα όρια του θεμιτού και έχει αισθητικό βάθος. Στις μέρες μας, η ποιητική αναφορά στο σεξ δεν γίνεται πάντα με τέτοια διακριτικότητα και μερικές φορές αγγίζει τα όρια της πορνογραφίας. Τι γνώμη έχετε; Χρειάζεται ο σημερινός ποιητής να μετέρχεται τέτοιων μέσων για να πει αυτό που θέλει να πει;

Λ.Α.: Στο Σκοτεινό Πέρασμα ξεκινάω με μια διαπίστωση ότι
«Οι μεγάλες αλήθειες παραμένουν
μέσα μας εντοιχισμένες.
Ασάλευτες σαν επιγραφές».
Στην Σκοτεινή Αγάπη, αναγκάζομαι όμως να προχωρήσω ένα βήμα παρακάτω, αποκαλύπτοντας μιάν επιμέρους πτυχή του Σκοτεινού.
«Το μείζον πρόβλημα στον έρωτα,
είναι -θα’ λεγα- η αθέατη πλευρά του.
Αυτή, η γκρίζα, καστανόχρωμη πλαγιά
που κανείς ποτέ δεν διάβηκε
χωρίς να χάσει το παρελθόν
ή κάποιο μέρος του σώματός του».
Αν δεχθούμε την αθέατη πλευρά και αν αποδεχθούμε την αναγκαία προϋπόθεση του Ian Curtis ότι «Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια», τότε η απάντηση βρίσκεται στο ότι η περισσή φλυαρία, ο βερμπαλισμός και η μέσω ποιητικού λόγου ποικίλη επιδειξιομανία, υπονομεύουν την αξιοπιστία της παραδοχής.

Προσωπικά, δεν θα μπορούσα ούτε να στοιχιθώ με την λογική του γραπτού «πορνό» (προφανώς όχι από αποστροφή προς τις λέξεις, αλλά από την θλίψη για την ευτελή διαπόμπευσή τους), ούτε όμως να καλυφθώ από καλούς, ενδεχόμενα κατά τ’ άλλα στίχους του τύπου: «Σ’ αγαπώ, δε μπορώ τίποτ’ άλλο να πω πιο απλό, πιο βαθύ, πιο μεγάλο». Τα νερά, δυστυχώς, είναι πιο βαθιά.

Χ.Λ.: Ο ποιητικός και ο πολιτικός λόγος (πρέπει να) συναντούνται;

Λ.Α.: Προφανώς, αν και όχι αναγκαστικά, ούτε -φυσικά- υποχρεωτικά. Ο Αισχύλος δεν προτάσσει τις τραγωδίες του ως μέγιστο τίτλο τιμής, αλλά το ότι πολέμησε τους Πέρσες στον Μαραθώνα. Ο Καβάφης θα τον σχολιάσει αρνητικά, όντας όμως και ο ίδιος βαθύτατα ιστορικοπολιτικός.

Για τον Σολωμό, τον Κάλβο, τον Βαλαωρίτη, τον Παλαμά, τον Σικελιανό, τον Βάρναλη, τον Ρίτσο, τον Σεφέρη, τον Εγγονόπουλο και τον Ελύτη το ερώτημά σας θα φάνταζε περίεργο. Ιδίως στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα «Η τέχνη δεν έχει καμία υποχρέωση να είναι η πολυτέλεια των ακαμάτηδων. Κάθε τέχνη οφείλει να έχει κοινωνική αποστολή και χρησιμότητα», λέει πολύ ορθά ο Ντενί Ντιντερό και προσυπογράφω χωρίς επιφυλάξεις.

Χ.Λ.: Η κριτική διαμορφώνει τον αναγνώστη και βοηθάει τον ποιητή να βελτιώνεται. Γιατί απουσιάζει τόσο εκκωφαντικά στις μέρες μας;

Λ.Α.: Ζούμε την τραγωδία της επικράτησης του «τριτογενούς τομέα» και στο πεδίο του γραπτού λόγου. Οι υπηρεσίες αντικατέστησαν τον «πρωτογενή» και «δευτερογενή τομέα». Τα προϊόντα λογοτεχνικών απομιμήσεων, φαστ φουντ ιδεών και βιομηχανίας παραγωγής γραψίματος είναι ο κυρίαρχος τρόπος.

Γιατί, λοιπόν, η αριστοκρατία του χρήματος, κυρίαρχη του Τύπου και των ΜΜΕ να κάνει το θανάσιμο λάθος να επιστρέψει τον άλλο λόγο, την άλλη ματιά, την άλλη γραφή. Το σύστημα «δεν μασάει». Δεν πρέπει να υπάρχει αυθεντική κριτική πουθενά. ΓΙ’ αυτό και όλα, σχεδόν, τα κείμενα κριτικής στις μέρες μας είναι βιβλιοπαρουσιάσεις δημοσίων σχέσεων, γραμμένες από μαθητές των επιγραφοποιών της ναυμαχίας του Ακτίου, που έξοχα περιγράφει ο Καβάφης στο «Εν δήμω της Μικράς Ασίας».

Χ.Λ.: Υπάρχουν κλίκες στον ποιητικό χώρο; Επηρεάζουν τις απονομές βραβείων ή γενικότερα την προώθηση της δουλειάς ενός ποιητή;

Λ.Α.: Δεν υπάρχουν κλίκες στον ποιητικό χώρο. Υπάρχουν μόνο κλίκες στον ποιητικό χώρο. Ευτυχώς που δεν επικρατούν καθολικά. Διασκορπισμένοι στα υπόγεια, τις σπηλιές και τα δάση της μεσαιωνικής Ελλάδας, οι άτακτοι κλέφτες διεξάγουν το δικό τους αντάρτικο, τον δικό τους αγώνα της προσωπικής αξιοπρέπειας.

Σε σχέση με το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας που αφορά την επιρροή τους σε σχέση με τα βραβεία, υποθέτω ότι στα πλαίσια του υπάρχοντος ευνοιοκρατικού καθεστώτος ασφαλώς και παίζουν κάποιο ρόλο. Προσωπικά δεν ασχολήθηκα ποτέ με τέτοιας τάξης ζητήματα, με ό,τι φυσικά αυτό συνεπάγεται, αλλά ως αντιλαμβάνεστε και από τα όσα μέχρι τώρα σας είπα δεν μετανιώνω καθόλου, είναι σαν να μην με αφορά.

Ιούλιος 2013


Ακολουθεί μικρή ανθολόγηση:



Από τη συλλογή ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ:

Σκοτεινή αγάπη

ΤΟ ΜΕΙΖΟΝ πρόβλημα στον έρωτα,
είναι - θάλεγα - η αθέατη πλευρά του.
Αυτή, η γκρίζα, καστανόχρωμη πλαγιά
που κανείς ποτέ δεν διάβηκε
χωρίς να χάσει το παρελθόν
ή κάποιο μέλος του σώματός του.
Ποιο άγριο θηρίο κατοικεί εκεί;
Είναι φορές που μες τη νύχτα
κραυγή βαθειά ορθώνεται σαν οιμωγή
και μια λάμψη ξαφνική
φωτίζει στα ριζά του όρους
κομμάτια από σάρκες νεανικές
παραδομένες στη λύσσα των τετελεσμένων.

Έτσι, αμετάκλητα
σαν σμέρνες που στριφογυρνούν
αναζητώντας το κομμένο τους κεφάλι.

(Αθήνα, Φλεβάρης ΄84)


Φορώντας μαύρα γυαλιά

Θάναι νύχτα πάλι
όταν επιστρέψουμε στην ίδια παραλία.
Όχι κυνηγημένοι.
Απλά, κουρασμένοι, αδιάφοροι και - ίσως -
σκεφτικοί.
Το ίδιο πλήθος θα περνά
και - φυσικά - τα ίδια, πάντα ελληνικά,
αλλά υπό ξένην σημαία, καράβια,
θα δένουν στο λιμάνι.
Θάναι, πάντα, η ώρα εννιά
που οι ευγενικοί τουρίστες
κατεβαίνουν ομαδικά
στον Λευκό Πύργο.
...............................................
........and now Ladies and Gentlemen
the statue of Alexander the Great.
Buchepalus........

Όμως, όλο και κάτι θάχει προστεθεί σ' αυτή την πόλη.
Πολυκατοικίες, βιοτεχνίες, το κατά κεφαλήν εισόδημα.
Μόνο τα ψάρια και τ' άλογα
δεν θάναι εκεί.
Φορώντας μαύρα γυαλιά
θάχουν διαφύγει σιωπηλά,
κατ' άτομο ή ζεύγος,
παίρνοντας μαζί τους
σε σιδερένια μπαούλα και κλουβιά
νεοκλασικά κτίσματα, παραδείσια πτηνά,
σαντούρια και αγάλματα.

(Θεσ/νίκη, Ιούνιος '82)


Από τη συλλογή ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΠΕΡΑΣΜΑ

Κρυστάλλινη γεύση

Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια
Ίαν Κέρτις

ΑΛΛΑΞΕ μόνον ο χώρος της μοναξιάς
που μας είχε κυριεύσει.
Η νύχτα παραδόθηκε χωρίς αντίσταση.
Θρύψαλα σιωπής με την κρυστάλλινη γεύση
από ένα τάσι πνιγμένο στις στάχτες.
Ακαθόριστες φιγούρες καπνού,
αναχώματα από σεντόνια
και δεκάδες λέξεις, ακαταμάχητα σύνεργα πόθου
βαριά τραυματισμένα
να τι έμεινε σ' αυτό το δωμάτιο να θνήσκει
μαζί με το απερχόμενο Σαββατόβραδο.

(Αθήνα, Μάρτιος 1995)

Ανάμεσα σε μας

ΤΟ ΚΥΜΑ που αγγίζει τα βράχια
είναι ένα χέρι
που κρατάει βελόνα για κέντημα.
Το κύμα που ξεσπάει στα βράχια
είναι μαχαίρι
που κατακρεουργεί.
Το φως είναι πουλί
που σκίζει τον ουρανό.
Το φως είναι ένα πουλί
που μεσολαβεί ανάμεσα σε μας και τον θάνατο.

(Αθήνα, Σεπτέμβριος 1991)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου