Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013

Το blog πάει διακοπές!

Οι συντάκτες, συνεργάτες και αρθρογράφοι στο blog
ευχόμαστε στους φίλους και αναγνώστες μας καλό υπόλοιπο καλοκαιριού!

Σας ευχαριστούμε θερμά που σε λιγότερους από 7 μήνες μας τιμήσατε με περισσότερες από 12.500 επισκέψεις και δίνουμε ξανά ραντεβού στις 2 Σεπτεμβρίου με νέες παρουσιάσεις ποιητικών συλλογών, νέες συνεντεύξεις, αλλά και πολλά άλλα ενδιαφέροντα θέματα γύρω από την ποίηση.

Ευχαριστούμε, τέλος, την ίδια την ποίηση για το "ειδικό θάρρος" που μας δίνει:

"να γίνομαι άνεμος για τον χαρταετό και χαρταετός για τον άνεμο,ακόμα κι όταν ουρανός δεν υπάρχει. Δεν παίζω με τα λόγια. Μιλώ για την κίνηση που ανακαλύπτει κανείς να σημειώνεται μέσα στη "στιγμή" όταν καταφέρνει να την ανοίξει και να της δώσει διάρκεια".*

Στο άνοιγμα της ποιητικής στιγμής προσβλέπουμε κι εμείς...

Καλό καλοκαίρι!


* Απόσπασμα από το "Μυρίσαι το άριστον - Χ" του Οδ. Ελύτη, "Ο μικρός ναυτίλος", εκδ. Ίκαρος, 1985.



Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

Ποίηση και πρόζα: Charles Baudelaire όσο και Θωμάς Τσαλαπάτης

Για να διαχωρίσει κανείς την ποίηση και την πρόζα αλλά και να τις φέρει κοντά ώστε να δει πόσο μοιάζουν και πού διαφέρουν, χρειάζεται να είναι σίγουρος για τα όριά τους, εγχείρημα δύσκολο και λεπτό. Πώς να ιχνηλατήσει κανείς τις λεπτές διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα σε λογοτεχνικά είδη, ιδιαίτερα όταν οι ίδιοι οι δημιουργοί ελάχιστα ενδιαφέρονται για την κατάταξη του έργου τους...;

Ο ρυθμός τόσο ως έννοια όσο και ως αποτέλεσμα μιας άρτιας γραφής θα μπορούσε να είναι ένας κοινός άξονας προσέγγισης ανάμεσα στην ποιήση και την πρόζα. Όταν ο Charles Baudelaire έγραφε τα Μικρά ποιήματα σε πρόζα (Le Spleen de Paris ou Petits Poèmes en prose) στην πραγματικότητα έθετε τις βάσεις για ένα νέο καθεστώς γραφής απαλλαγμένο από τις μέχρι τότε κλασσικές δομές της ποίησης. Για τον Baudelaire έχουν γραφτεί πολλά, ίσως μάλιστα και να έχουν γραφτεί όλα, το να επαναληφθούν έδω θα ήταν στην καλύτερη περίπτωση ανιαρό, σίγουρα ελάχιστα χρήσιμο. Αυτό όμως που έκανε το συγκεκριμένο έργο τόσο ενδιαφέρον και εν τέλει ριζοσπαστικό, ήταν το ότι σε ένα κείμενο που διεκδικεί μια θέση στην ζώνη «μετά τα όρια της ποίησης και πριν τα όρια της πρόζας» υπάρχει ο χώρος για να ξετυλιχθούν τα αντίθετα και τελικά να συνυπάρξουν. Ξεφεύγοντας από τα στενά όρια του παραδοσιακού στίχου και παρόλο που τον χειριζόταν με την ικανότητα και το ταλέντο που του αναγνωρίζουμε όλοι, ο Baudelaire δημιούργησε ένα λογοτεχνικό χώρο αρκετά ευρύ ώστε να χωρέσει τις έννοιες χωρίς να τις περιορίζει: το αποτέλεσμα είναι ένα έργο που κινείται σε μια ενδιάμεση ζώνη και τελικά ισορροπεί σε μια κατ’εξοχήν δυναμική κατάσταση.

Ο ρυθμός είναι το στοιχείο που εξασφαλίζει την συνοχή τόσο στην ποίηση όσο και στην πρόζα, βρίσκεται πέρα από τις έννοιες και τις εικόνες, έμμετρες ή μη, προέρχεται και ισχυροποιείται στις λέξεις και στους δεσμούς τους, δίνει στο κείμενο τα στεγανά που χρειάζεται για να σταθεροποιηθεί και τελικά να διαγράψει την δική του αυτόνομη πορεία. Όσο λοιπόν ο ρυθμός είναι ακριβής και οι ισορροπίες εδραιωμένες, ο ποιητής μπορεί να δημιουργεί ένα έργο που από τεχνικής άποψης κινείται στα όρια, και αυτό με επιτυχία.

Η μουσικότητα που στην ποίηση εξασφαλίζεται κατά κύριο λόγο από την ομοιοκαταληξία και την ορισμένη φόρμα, στο πεζό ποίημα γεννιέται μέσω πιο ελαστικών διαδρομών. Στο ξημέρωμα είναι σφαγή κ. Κρακ, ο Θωμάς Τσαλαπάτης δημιουργεί ένα καθόλα ποιητικό σύμπαν με κύριο εργαλείο την πρόζα. Χρησιμοποιεί την πρόζα σαν καμβά για μια υπερρεαλιστική πραγματικότητα αποτελούμενη από θαρραλέους ήρωες που κινούνται στα όρια μιας ποίησης αναμενόμενης και ενός καθόλα απρόβλεπτου λογοτεχνικού αποτελέσματος. Ο λυρισμός είναι μάλλον απών, όπως συχνά συμβαίνει στην σύγχρονη πρόζα, όμως ο αναγνώστης ακούει ξεκάθαρα τον στίχο που κρύβεται ανάμεσα στις λέξεις και πίσω από τις γραμμές. Καθημερινές σκηνές φιλτράρονται μέσα από το καλειδοσκόπιο της ποιητικής προσέγγισης και οι ήρωες παρόλο που έχουν οστά και σάρκα χάρη στην πρόζα, κινούνται στο άυλο και το απροσμέτρητο της ποίησης.

Μια ονειρική καθημερινότητα, όσο οξύμωρο και αν φαίνεται αυτό, που μπορεί να συστεγάσει το προβλέψιμο και το αναμενόμενο με το απροσδόκητο και το ανείδωτο, χωρίς αυτή η συνύπαρξη να υποβαθμίζει τις λογοτεχνικές σταθερές του είδους. Στο έργο του Τσαλαπάτη δεν υπάρχει αντιπαράθεση μεταξύ πρόζας και ποίησης αλλά συχρονισμός δυνατοτήτων γραφής, με αποτέλεσμα κείμενα φωτισμένα από διαφορετικές γωνίες, ειδωμένα σε όλες τους τις διαστάσεις: αυτές του δημιουργού αλλά και αυτές του αναγνώστη.

Κρις Λιβανίου

Νίκος Πεντζίκης - Μια φωνή για το Θείο και τον άνθρωπο


O Νίκος Πεντζίκης γεννήθηκε το 1909 και έζησε στη Θεσσαλονίκη, εργαζόμενος ως φαρμακοποιός μέχρι το τέλος της ζωής του, το 1993. Ένας από τους πιο "δύσκολους" λογοτέχνες μας, ο Πεντζίκης ασχολήθηκε περισσότερο με την πεζογραφία και τη ζωγραφική (αυτοδίδακτος), παρά με την ποίηση.

Παρόλα αυτά, ο τρόπος ζωής του και η προσέγγισή του στην καθημερινότητα δείχνουν μια ποιητική φυσιογνωμία που, ακόμα και δίχως την παρουσία ενός στίχου, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί καθαρόαιμη, σχεδόν ευαγής.

Η μυστικιστική του προσέγγιση στην καθημερινότητα έχει τη βάση της στον Χριστιανισμό, κάτι που ο Πεντζίκης δεν κρύβει, ακόμα και στις συνεντεύξεις του.

Εντούτοις, η χριστιανική του πίστη δεν βασίζεται στην εκκλησιαστική ταυτότητα της πίστης (σε ομιλία του είχε δηλώσει ότι η εκκλησία δεν είναι παρά ένα οίκημα με τέσσερα ντουβάρια) αλλά στην υπερβατικότητα που προσδίδει το Θείο στην αλήθεια των πραγμάτων, όπως του άρεσε να λέει, καθώς και στη σύνδεση με τα ταπεινά, καθημερινά γεγονότα.

Η ποίησή του χαρακτηρίστηκε υπερρεαλιστική, αλλά όχι με την έννοια των πρώιμων υπερρεαλιστών του αυτοματισμού.

Η γραφή του Πεντζίκη έχει συγκεκριμένο στόχο και δεν πλανάται παράλογα σε εικόνες ή νοήματα. Οδηγείται από την ανθρωπιά, μια αγάπη για το ον αλλά και το πώς μπορεί επιτευχθεί η απόλυτη διαγραφή του “εγώ”, αγγίζοντας έτσι τα φιλοσοφικά μονοπάτια του πατροπαράδοτου Βουδισμού.

Ο Πεντζίκης μπορεί σήμερα να διαβάζεται ελάχιστα ή να έχει μικρή συμμετοχή στην ποιητική μας καθημερινότητα, αλλά παραμένει ένας στοχαστής που δεν πρόκειται να σβήσει, ακριβώς επειδή τα νοήματά του και το βλέμμα του είναι οικουμενικά και δεν εντάσσονται στον καθιερωμένο κύκλο του χρόνου.

Ακολουθεί ένα ελάχιστο δείγμα της ποίησής του. Σας προτρέπουμε να επισκεφείτε το επίσημο site και να ακολουθήσετε, αν δεν το έχετε κάνει, τη διαδρομή του.


Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

Συνέντευξη του Λουκά Αξελού στο στίγμαΛόγου

Είχα ακούσει για τον Λουκά Αξελό από τον αείμνηστο Μάκη Αποστολάτο που μιλούσε πάντα για κείνον με σεβασμό. Τον συνάντησα όμως πρώτη φορά πρόσφατα μόνο, για δουλειά ενός φίλου. Έμεινα εντυπωσιασμένη από τη σοβαρότητα, τον επαγγελματισμό και το ήθος αυτού του ανθρώπου, ποιητή και του ίδιου, που δραστηριοποιείται πολλά χρόνια στον χώρο των εκδόσεων. Ήταν μάλλον αναπόφευκτο ότι θα του ζητούσα συνέντευξη.          
                                            
Χριστίνα Λιναρδάκη: Πρώτα απ' όλα, σας ευχαριστώ πολύ για τη συνέντευξη. Θα ήθελα να μου πείτε τι σημαίνει σήμερα για σας «ριζοσπαστική ελληνική σκέψη»;

Λουκάς Αξελός: Λογικά θα πρέπει να νοηθεί η κριτική-ανατρεπτική των κυρίαρχων-κατεστημένων λογικών σκέψη. Το ερώτημα όμως που τίθεται στο ερώτημά σας, είναι αν υπάρχει σύγχρονη ελληνική σκέψη που να θραύει τις ρίζες της κυρίαρχης ιδεολογίας και πρακτικής. Δύσκολη η απάντηση σχετικά με το όλον αφού κυρίαρχη στον τόπο μας μεταπολιτευτικά είναι η μεταμοντέρνα λογική και ο ιστορικός αναθεωρητισμός που υπό το πρόσχημα του σύγχρονου, του διεθνούς, του παγκοσμιοποιημένου, αποτελούν εργαλεία απαξίωσης των ταυτοτικών στοιχείων της όποιας σύγχρονης ελληνικής σκέψης ως και αυτοτελούς συνιστώσας στο παγκόσμιο πνευματικό γίγνεσθαι.

Η γενική αυτή κατάσταση έχει φέρει, δεδομένης της υστέρησής μας σε πολλούς πνευματικούς τομείς, σε αμυντική θέση ακόμα και τους πυρήνες εκείνους που προσεγγίζουν την πραγματικότητα με ριζοσπαστικούς-ανατρεπτικούς όρους, αλλά είναι αναγκασμένοι να λειτουργούν στα πλαίσια της σχεδόν καθολικής διανοητικής μιζέριας, γεγονός που αποκαλύπτει την αδυναμία των λίγων εν εγρηγόρσει ευρισκόμενων Ελλήνων διανοουμένων να συγκροτήσουν ένα αντίρροπον δέος κουλτούρας.

Χ.Λ.: Σε παλιότερη συνέντευξή σας σχετικά με το έργο του Γκράμσι είχατε πει «σημασία δεν έχει τι απλώς πουλιέται και τι αποτυπώνεται στους δείκτες των εφημερίδων και των περιοδικών σαν μπεστ σέλερ. Σημασία έχει τι λειτουργεί, τι επιδρά και τι διαμορφώνει τις σκέψεις και τις συνειδήσεις των ανθρώπων». Πιστεύετε ότι στις μέρες μας γράφονται και εκδίδονται έργα που διαμορφώνουν συνειδήσεις;

Λ.Α.: Μ΄όλο που πέρασαν τα έτη δεν έχω αποστεί από την άποψη ότι μέχρι να επέλθει η συντέλεια του Κόσμου, εμείς ας ασχοληθούμε με τον κόσμο συγκεκριμένα.

Αν, λοιπόν, αποδεχόμαστε ότι τα βιβλία, οι ιδέες υπό την ευρύτερη έννοια, επιδρούν στις σκέψεις και τις συμπεριφορές των ανθρώπων, τότε θα πω ότι παρ’ όλο ότι αποδέχομαι ότι κυρίαρχη κατάσταση είναι η κουλτούρα που επεξεργάζεται για τις υποτελείς τάξεις η αριστοκρατία του χρήματος, η θεωρία της σπίθας που μπορεί να βάλει φωτιά στην συνείδηση καθενός ένα καλό βιβλίο, δεν μπορεί να υποτιμηθεί.

Όσον αφορά το ερώτημά σας αν στις μέρες μας γράφονται έργα που διαμορφώνουν συνειδήσεις θα σας απαντούσα ανεπιφύλακτα ναι, τονίζοντας όμως ότι είναι τόσα λίγα, όσες λίγες είναι και οι καθαρές συνειδήσεις.

Χ.Λ.: Διευθύνετε τις εκδόσεις Στοχαστής από το 1969. Τι έχει αλλάξει από τότε μέχρι σήμερα στο εκδοτικό τοπίο;

Λ.Α.: Δημιουργήσαμε τον Στοχαστή στα έτη 1968-69 ως μια συνειδητή παρέμβαση στην σφαίρα των ιδεών που κύριο μέλημά της ήταν η επιβοήθηση του αντιδικτατορικού αγώνα και η προσπάθεια ξεπεράσματος της δομικής, για εμάς, κρίσης της καθόλου Αριστεράς.

Ως αντιλαμβάνεστε ανεξαρτήτως της όποιας αξίας, εμβέλειας κ.λπ. του εγχειρήματος, επρόκειτο για μια καθαρή παρέμβαση στην καθόλου πολιτισμική σφαίρα, όπου ο λόγιος Ερμής είχε καθολική υπεροχή επί του κερδώου. Αυτό που συνέβαινε τότε δεν ήταν όμως αποκλειστικά δική μας υπόθεση, αλλά μιας πλειάδας αντίστοιχης φιλοσοφίας και νοοτροπίας εκδοτών. Δυστυχώς/ευτυχώς από πλευράς μας έγκαιρα συνειδητοποιήσαμε, ότι το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας κάποτε θα τελειώσει. Όπερ και εγένετο.

Το σημερινό τοπίο είναι διαφορετικό. Περισσότεροι οι εκδοτικοί οίκοι, ασφυκτικό και ανελέητο το ολιγοπώλιο. Χιλιάδες βιβλία κυκλοφορούν, πολλαπλασιάστηκαν οι συγγραφείς, μεταφραστές, επιμελητές, γεγονός που αποτυπώνεται στον δεκαπλασιασμό των ετήσια εκδιδόμενων τίτλων και στα εντυπωσιακά σε σχέση με το παρελθόν τιράζ. Όμως εγώ έχω την αίσθηση ότι ο ποσοτικός αυτός πληθωρισμός δεν συμβαδίζει με τα ποιοτικά προαπαιτούμενα μιας τόσο κρίσιμης για το μέλλον των ανθρώπων εποχής και το πιο βασικό, όσο και αν αυτό ξαφνιάσει, η φραγή στην κυκλοφορία των ιδεών είναι υπό μίαν ορισμένη έννοια ισχυρότερη από αυτή που υπήρχε επί χούντας.

Χ.Λ.: Γιατί εκδίδονται έργα που δεν αξίζουν;

Λ.Α.: Γιατί σχεδόν όλοι/ες που με κάποιον τρόπο ασχολούνται με τα γράμματα θέλουν οπωσδήποτε να εκφραστούν.

Γιατί σχεδόν όλοι/ες θέλουν να αφήσουν το σημάδι τους πάνω στην γη και προκειμένου να το πραγματοποιήσουν είναι διατεθειμένοι/ες να το πληρώσουν μετρητοίς με ό,τι αυτό συνεπάγεται, δηλαδή είτε με μια ρεαλιστική και με σαφείς τους όρους της οικονομική συμφωνία που αποτυπώνει την τρέχουσα πραγματικότητα, είτε με ένα αλισβερίσι-ανατολίτικο παζάρι όπου και οι δύο πλευρές αλληλοϋποβλεπόμενες προχωρούν σε μία συμφωνία που δεν εκφράζει κανένα και τινάζεται στον αέρα με την πρώτη αφορμή. Εν κατακλείδι ζούμε σε μία περίοδο μ.Χ. . Ο όφις, η Εύα και ο Αδάμ είναι έξοχες ιστορίες για μικρά παιδιά και όσους τις πιστεύουν. Προσωπικά, δεν θεωρώ καμία πλευρά απατημένη.

Σχολιάζοντας αντίστοιχες καταστάσεις ο Αντόνιο Γκράμσι επισημαίνει: «Το ζήτημα θα μπορούσε να μπει έτσι: κάθε «βελανίδι» μπορεί να σκέφτεται ότι θα γίνει βελανιδιά. Εάν τα βελανίδια είχαν ιδεολογία, αυτή θα ήταν ακριβώς να αισθάνονται ότι «εγκυμονούν» βελανιδιές. Αλλά στην πραγματικότητα, τα 999 ‰ των βελανιδιών χρησιμεύουν για το φαγητό των χοίρων, και το πολύ, συμβάλλουν στην παρασκευή λουκάνικων ή μορταδέλλας».

Χ.Λ.: Τι γνώμη έχετε για την πληθώρα των «ποιητών» της εποχής μας;

Λ.Α.: Δεν νομίζω ότι αποτελεί πρωτοτυπία της εποχής μας. Από την αρχαιότητα το δράμα της ποίησης και των αυθεντικών ποιητών, ήταν η αναγκαστική συμβίωση με τους απρόσκλητους επισκέπτες.

Η αναγκαστική συμβίωση αποτελεί, φυσικά, ένα πρόβλημα, αλλά ουδέποτε νομιμοποιεί τον καταληψία. Ο Αριστοτέλης ξεκαθάρισε ότι «κιθαρωδού γάρ τό κιθαρίζειν σπουδαίου δέ τό ευ».

Μου αρκεί, λοιπόν, η συναίσθηση του γεγονότος ότι παρά το πλήθος των κιθαρωδών, ευτυχώς για την ποίηση, «Δεν τεντώνει στον καθένα την χορδή του ο Απόλλωνας».

Χ.Λ.: Πέρα από πολλές μελέτες, έχετε εκδώσει και τρεις ποιητικές συλλογές. Τι αίσθηση σας έχει αφήσει η ενασχόλησή σας με την ποίηση; Μετανιώνετε που δεν γράψατε περισσότερη;

Λ.Α.: Είναι μια πραγματικά δύσκολη για εμένα ερώτηση στον βαθμό που θεωρώ την ποίηση κορυφαία έκφραση νοήσεως, συναισθημάτων και γραπτού λόγου.

Οι όροι της ζωής μου, οι επιλογές μου δεν μου παρείχαν την πολυτέλεια του νεφοπρίγκιπα - του Άλμπατρος που περιγράφει ο Μπωντλαίρ. Η όποια δουλειά μου ήταν πάντα στοιχημένη με την κοινωνία των αναγκών.

Από την άλλη, αφετηριακά, η βαθύτατη πεποίθησή μου ήταν και είναι ότι γράφουμε όταν κάτι έχουμε να πούμε ειδ’ αλλιώς σωπαίνουμε.

Αυτό για εμένα αποτελεί έναν διαρκή αυτοπεριορισμό, ένα διαρκές φρένο. Το ότι λοιπόν για μισόν περίπου αιώνα έχω δημοσιεύσει τρεις μόνο ποιητικές συλλογές και τώρα πρόκειται να κυκλοφορήσω την τέταρτη, την Τελευταία Πατρίδα , αποτελεί μια πραγματικότητα που ξεπερνά την πολιτική του Αν ή και τις τύψεις μου, αν θέλετε, γιατί δεν ελλιμενίστικα σταθερά και απόλυτα, αλλά κατέφευγα στην ποίηση σε ξεχωριστές μόνο στιγμές ή περιπτώσεις.

Χ.Λ.: Το «Σκοτεινό πέρασμα» είναι ουσιαστικά μια ερωτική συλλογή που δεν ξεπερνά τα όρια του θεμιτού και έχει αισθητικό βάθος. Στις μέρες μας, η ποιητική αναφορά στο σεξ δεν γίνεται πάντα με τέτοια διακριτικότητα και μερικές φορές αγγίζει τα όρια της πορνογραφίας. Τι γνώμη έχετε; Χρειάζεται ο σημερινός ποιητής να μετέρχεται τέτοιων μέσων για να πει αυτό που θέλει να πει;

Λ.Α.: Στο Σκοτεινό Πέρασμα ξεκινάω με μια διαπίστωση ότι
«Οι μεγάλες αλήθειες παραμένουν
μέσα μας εντοιχισμένες.
Ασάλευτες σαν επιγραφές».
Στην Σκοτεινή Αγάπη, αναγκάζομαι όμως να προχωρήσω ένα βήμα παρακάτω, αποκαλύπτοντας μιάν επιμέρους πτυχή του Σκοτεινού.
«Το μείζον πρόβλημα στον έρωτα,
είναι -θα’ λεγα- η αθέατη πλευρά του.
Αυτή, η γκρίζα, καστανόχρωμη πλαγιά
που κανείς ποτέ δεν διάβηκε
χωρίς να χάσει το παρελθόν
ή κάποιο μέρος του σώματός του».
Αν δεχθούμε την αθέατη πλευρά και αν αποδεχθούμε την αναγκαία προϋπόθεση του Ian Curtis ότι «Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια», τότε η απάντηση βρίσκεται στο ότι η περισσή φλυαρία, ο βερμπαλισμός και η μέσω ποιητικού λόγου ποικίλη επιδειξιομανία, υπονομεύουν την αξιοπιστία της παραδοχής.

Προσωπικά, δεν θα μπορούσα ούτε να στοιχιθώ με την λογική του γραπτού «πορνό» (προφανώς όχι από αποστροφή προς τις λέξεις, αλλά από την θλίψη για την ευτελή διαπόμπευσή τους), ούτε όμως να καλυφθώ από καλούς, ενδεχόμενα κατά τ’ άλλα στίχους του τύπου: «Σ’ αγαπώ, δε μπορώ τίποτ’ άλλο να πω πιο απλό, πιο βαθύ, πιο μεγάλο». Τα νερά, δυστυχώς, είναι πιο βαθιά.

Χ.Λ.: Ο ποιητικός και ο πολιτικός λόγος (πρέπει να) συναντούνται;

Λ.Α.: Προφανώς, αν και όχι αναγκαστικά, ούτε -φυσικά- υποχρεωτικά. Ο Αισχύλος δεν προτάσσει τις τραγωδίες του ως μέγιστο τίτλο τιμής, αλλά το ότι πολέμησε τους Πέρσες στον Μαραθώνα. Ο Καβάφης θα τον σχολιάσει αρνητικά, όντας όμως και ο ίδιος βαθύτατα ιστορικοπολιτικός.

Για τον Σολωμό, τον Κάλβο, τον Βαλαωρίτη, τον Παλαμά, τον Σικελιανό, τον Βάρναλη, τον Ρίτσο, τον Σεφέρη, τον Εγγονόπουλο και τον Ελύτη το ερώτημά σας θα φάνταζε περίεργο. Ιδίως στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα «Η τέχνη δεν έχει καμία υποχρέωση να είναι η πολυτέλεια των ακαμάτηδων. Κάθε τέχνη οφείλει να έχει κοινωνική αποστολή και χρησιμότητα», λέει πολύ ορθά ο Ντενί Ντιντερό και προσυπογράφω χωρίς επιφυλάξεις.

Χ.Λ.: Η κριτική διαμορφώνει τον αναγνώστη και βοηθάει τον ποιητή να βελτιώνεται. Γιατί απουσιάζει τόσο εκκωφαντικά στις μέρες μας;

Λ.Α.: Ζούμε την τραγωδία της επικράτησης του «τριτογενούς τομέα» και στο πεδίο του γραπτού λόγου. Οι υπηρεσίες αντικατέστησαν τον «πρωτογενή» και «δευτερογενή τομέα». Τα προϊόντα λογοτεχνικών απομιμήσεων, φαστ φουντ ιδεών και βιομηχανίας παραγωγής γραψίματος είναι ο κυρίαρχος τρόπος.

Γιατί, λοιπόν, η αριστοκρατία του χρήματος, κυρίαρχη του Τύπου και των ΜΜΕ να κάνει το θανάσιμο λάθος να επιστρέψει τον άλλο λόγο, την άλλη ματιά, την άλλη γραφή. Το σύστημα «δεν μασάει». Δεν πρέπει να υπάρχει αυθεντική κριτική πουθενά. ΓΙ’ αυτό και όλα, σχεδόν, τα κείμενα κριτικής στις μέρες μας είναι βιβλιοπαρουσιάσεις δημοσίων σχέσεων, γραμμένες από μαθητές των επιγραφοποιών της ναυμαχίας του Ακτίου, που έξοχα περιγράφει ο Καβάφης στο «Εν δήμω της Μικράς Ασίας».

Χ.Λ.: Υπάρχουν κλίκες στον ποιητικό χώρο; Επηρεάζουν τις απονομές βραβείων ή γενικότερα την προώθηση της δουλειάς ενός ποιητή;

Λ.Α.: Δεν υπάρχουν κλίκες στον ποιητικό χώρο. Υπάρχουν μόνο κλίκες στον ποιητικό χώρο. Ευτυχώς που δεν επικρατούν καθολικά. Διασκορπισμένοι στα υπόγεια, τις σπηλιές και τα δάση της μεσαιωνικής Ελλάδας, οι άτακτοι κλέφτες διεξάγουν το δικό τους αντάρτικο, τον δικό τους αγώνα της προσωπικής αξιοπρέπειας.

Σε σχέση με το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας που αφορά την επιρροή τους σε σχέση με τα βραβεία, υποθέτω ότι στα πλαίσια του υπάρχοντος ευνοιοκρατικού καθεστώτος ασφαλώς και παίζουν κάποιο ρόλο. Προσωπικά δεν ασχολήθηκα ποτέ με τέτοιας τάξης ζητήματα, με ό,τι φυσικά αυτό συνεπάγεται, αλλά ως αντιλαμβάνεστε και από τα όσα μέχρι τώρα σας είπα δεν μετανιώνω καθόλου, είναι σαν να μην με αφορά.

Ιούλιος 2013


Ακολουθεί μικρή ανθολόγηση:

Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2013

Συν τω χρόνω - Ζωή Καρέλλη, "Η άνθρωπος"

"Την ελευθερία την βρήκα στην Ποίηση", (Ζ.Κ.)              
 
Ανεξάντλητη πνευματική δεξαμενή η Θεσσαλονίκη έχει τροφοδοτήσει την ίδια την πόλη αλλά και ευρύτερα την Ελλάδα με πολύ αξιόλογους και σημαντικούς ποιητές-λογοτέχνες οι οποίοι έχουν αφήσει έργο και το προσωπικό τους στίγμα στην ιστορία της λογοτεχνίας.

Ανάμεσα σε αυτόν τον ευρύ κύκλο των πνευματικών δημιουργών ξεχωρίζει η ποιήτρια Ζωή Καρέλλη (το αληθινό της όνομα ήταν Χρυσούλα Αργυριάδου), αδελφή του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, ενός άλλου σπουδαίου των γραμμάτων και της ζωγραφικής τέχνης. Η Ζωή Καρέλλη (1901-1998) ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά, είναι η μόνη γυναίκα ποιήτρια που περιλαμβάνεται σε αυτή την γενιά ποιητών και, μαζί με τον Γιώργο Βαφόπουλο και τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη, αποτελούν τους θεμελιωτές της νεωτερικής ποίησης στην Θεσσαλονίκη. Πρωτοεμφανίστηκε στον χώρο της λογοτεχνίας το 1935 όταν δημοσιεύτηκε το πεζογράφημά της «Διαθέσεις» στο περιοδικό «Το 3o μάτι», ενώ το 1937 πρωτοδημοσίευσε το ποίημα της «Φετεπουρσικρί» στο περιοδικό «Μακεδονικές ημέρες».

Εξέδωσε δώδεκα ποιητικές συλλογές, πέντε θεατρικά έργα, πολλά δοκίμια και κείμενά της δημοσιεύτηκαν σε έγκριτα λογοτεχνικά περιοδικά. Ποιήματά της μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες. Τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό βραβείο Ποίησης για την ποιητική της συλλογή «Κασσάνδρα και άλλα ποιήματα» και με το Α΄ Κρατικό βραβείο Ποίησης για τα ποιήματα 1940-1973. Υπήρξε η πρώτη γυναίκα που αναγορεύτηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών το 1982. Το 1985 ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της απένειμε το μετάλλιο του Ταξιάρχη του Φοίνικα της Ελληνικής Δημοκρατίας και το 1988 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ από την Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ.

Η ποίησή της διακατέχεται από βαθιά και έντονη υπαρξιακή αγωνία, ψηλαφεί και ανιχνεύει βήμα το βήμα σπιθαμή τη σπιθαμή προκειμένου να γνωρίσει, να αναγνωρίσει και να συναντήσει τον εσώτερο εαυτό της. Σε όλη τη διάρκεια της επίγειας πορείας γνωρίζει την κοινή μοίρα, την κατάληξη όλων των ανθρώπων, όμως εκείνη ζητά απαντήσεις στα αιώνια ερωτήματα που την ταλανίζουν, όπως και κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο. Στοχαστική με φιλοσοφικές εμβαθύνσεις και προεκτάσεις η ποίησή της δονεί και πάλλεται, υπό το πρίσμα της θρησκευτικότητας με βυζαντινές αναφορές και πρόσωπα που έρχονται από την ελληνική αρχαιότητα. Παρά τις θρησκευτικές ορθόδοξες καταβολές της που την συντροφεύουν στις ποιητικές της συνομιλίες, η αμφισβήτηση έρχεται να την συνοδέψει σε αυτές τις διαδρομές και είναι εμφανής ιδιαίτερα στις ποιητικές της συλλογές που εκδόθηκαν μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Πρωταγωνιστές-οχήματα στα ποιήματα της, το σώμα, ο έρωτας, η ζωή, η φθορά, ο χρόνος, ο θάνατος για να αναδείξει ακόμα πιο έντονα το πάθος της, την αγάπη της για τη ζωή και τη δημιουργία. Βυθίζεται στα έγκατα της γήινης ύπαρξης της για να αναδυθεί λυτρωμένη, αναγεννημένη μέσω των πνευματικών της διεργασιών και των ποιημάτων της.

To 1957 δημοσιεύει την ποιητική συλλογή «Αντιθέσεις», στην οποία περιλαμβάνεται το ποίημά της «Η Άνθρωπος». Πρόκειται για ένα εμβληματικό ποίημα το οποίο παραμένει διαχρονικά επίκαιρο, για έναν πνευματικό ποιητικό φάρο, θα ’λεγα, της γυναικείας διαδρομής προς την χειραφέτηση και την αυτονόμηση. Επέρχεται η ρήξη με την πατριαρχική δομή της κοινωνίας, των σχέσεων, της οικογένειας. Άλλωστε μην ξεχνάμε ότι η Ζωή Καρέλλη έζησε ένα μέρος της ζωής της όταν η θέση της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία ήταν υποδεέστερη από εκείνη του ανδρός. Η γυναίκα δεν είχε ατομικές ελευθερίες σε προσωπικό, εκπαιδευτικό, επαγγελματικό ή κοινωνικό πεδίο, ήταν εξαρτώμενη κοινωνικά και οικονομικά από τον άνδρα και ένα χρόνο πριν την έκδοση της ποιητικής της συλλογής που περιλάμβανε το ποίημα της «Η Άνθρωπος», δηλαδή το 1956, μόλις για πρώτη φορά οι γυναίκες άσκησαν το εκλογικό τους δικαίωμα και ψήφισαν στις βουλευτικές εκλογές.

Στο ποίημα καταδεικνύεται η προσωπική δύσκολη και οδυνηρή διαδρομή της ποιήτριας-γυναίκας να κατορθώσει να αυτονομηθεί, να αποκτήσει-να κατακτήσει και να αναγνωρίσει πρώτα στον εαυτό της και μετά στον άνδρα-Πατέρα την αυταξία της και να κόψει τον ομφάλιο λώρο της υποταγής. Να σταθεί στις δικές της δυνάμεις να τις αναγνωρίσει και να συνεχίσει την πορεία της. Ευφυής η επιλογή του τίτλου «Η Άνθρωπος» με διττή σημασία. Τοποθετεί το θηλυκό άρθρο σε βάση ισοτιμίας και αναδεικνύει τη θηλυκή πλευρά του αυτοπροσδιορισμού της ανθρώπινης οντότητας.

Πολλές συζητήσεις έχουν γίνει για τη λεγόμενη γυναικεία γραφή. Το ποίημα της Ζωής Καρέλλη «Η Άνθρωπος» είναι ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτού που θέλουμε να εννοήσουμε, να προσδιορίσουμε και να ονομάσουμε γυναικεία γραφή. Αν το «Δεύτερο Φύλο» της Σιμόν ντε Μποβουάρ θεωρείται η βίβλος του φεμινιστικού υπαρξισμού, «Η Άνθρωπος» της Καρέλλη θα μπορούσε να ‘ναι το σύμβολο του ποιητικού φεμινιστικού υπαρξισμού.

Φανή Αθανασιάδου


Η Άνθρωπος

Εγώ, γυναίκα, η άνθρωπος,
ζητούσα το πρόσωπό Σου πάντοτε,
ήταν ως τώρα του ανδρός
και δεν μπορώ αλλιώς να το γνωρίσω.

Ποιος είναι και πώς
πιο πολύ μονάχος,
παράφορα, απελπισμένα μονάχος,
τώρα, εγώ ή εκείνος;
Πίστεψα πως υπάρχω, θα υπάρχω,
όμως πότε υπήρχα δίχως του
και τώρα,
πώς στέκομαι, σε ποιο φως,
ποιος είναι ο δικός μου ακόμα καημός;
Ω, πόσο διπλά υποφέρω,
χάνομαι διαρκώς,
όταν Εσύ οδηγός μου δεν είσαι.

Πώς θα δω το πρόσωπό μου,
την ψυχή μου πώς θα παραδεχτώ,
όταν τόσο παλεύω
και δεν μπορώ ν' αρμοστώ.

"Ότι διά σου αρμόζεται
γυνή τω ανδρί."

Δεν φαίνεται ακόμα το τραγικό
του απρόσωπου, ούτε κι εγώ
δεν μπορώ να το φανταστώ ακόμα, ακόμα.
Τι θα γίνει που τόσο καλά,
τόσα πολλά ξέρω και γνωρίζω καλύτερα,
πως απ' το πλευρό του δεν μ' έβγαλες.

Και λέω πως είμαι ακέριος άνθρωπος
και μόνος. Δίχως του δεν εγινόμουν
και τώρα είμαι και μπορώ
κι είμαστε ζεύγος χωρισμένο, εκείνος
κι εγώ έχω το δικό μου φως,
εγώ ποτέ, σελήνη,
είπα πως δεν θα βαστώ απ' τον ήλιο
κι έχω τόσην υπερηφάνεια
που πάω τη δική του να φτάσω
και να ξεπεραστώ, εγώ,
που τώρα μαθαίνομαι και πλήρως
μαθαίνω πως θέλω σ' εκείνον ν' αντισταθώ
και δεν θέλω από κείνον τίποτα
να δεχτώ και δε θέλω να περιμένω.

Δεν κλαίω, ούτε τραγούδι ψάλλω.
Μα γίνεται πιο οδυνηρό το δικό μου
ξέσκισμα που τοιμάζω,
για να γνωρίσω τον κόσμο δι' εμού,
για να πω το λόγο δικό μου,
εγώ που ως τώρα υπήρξα
για να θαυμάζω, να σέβομαι και ν' αγαπώ,

εγώ πια δεν του ανήκω
και πρέπει μονάχη να είμαι,
εγώ, η άνθρωπος.

Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Συν τω χρόνω: Γιώργης Παυλόπουλος, "η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή"

Ο Γιώργης Παυλόπουλος, ένας από τους σημαντικούς εκπροσώπους της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, γεννήθηκε στον Πύργο Ηλείας το 1924. Στη διάρκεια της ποιητικής του διαδρομής (1971-2008), εξέδωσε έξι μόλις ποιητικές συλλογές*, στις οποίες αφηγείται παράξενες ιστορίες, γραμμένες σε λιτή αλλά πυκνή σε νοήματα γλώσσα που μερικές φορές θυμίζει δημοτικό τραγούδι. Ήπια δραματικός, διακριτικά αισθησιακός και διάχυτα μελαγχολικός, γράφει συνήθως για την απώλεια όχι μόνο ανθρώπων από δίπλα του αλλά και της ίδιας της ζωής, η οποία συντελείται σταδιακά κι επώδυνα. Θέματα που διαπερνούν τη γραφή του είναι ο φόβος, η απογοήτευση, ο θάνατος, η εναγώνια κι επίπονη προσπάθεια αυτοπροσδιορισμού, αλλά και ο έρωτας. Έντονα αυτοαναφορικός, αντλώντας δηλαδή από στοιχεία που μιλούν πρώτα και κύρια στον ίδιο, καταφέρνει να συνθέσει ένα ονειρικό αποτέλεσμα βασισμένο σε πραγματικά υλικά.

Ο ίδιος είπε για την ποίηση σε ομιλία του που εκφώνησε σε εκδήλωση που έγινε προς τιμήν του στο «Σπίτι της Κύπρου» στις 8-12-1997: «Κι εγώ τώρα δεν ξέρω να σας πω τι είναι Ποίηση και γιατί γράφω ποιήματα. Πολύ περισσότερο δεν ξέρω να σας πω σε τι μας βοηθάει η Ποίηση και ποιος είναι ο σκοπός της. Το μόνο που ξέρω είναι πως ο Ποιητής ήταν πάντα ένας αφοσιωμένος της Ζωής. Είτε τον γεμίζει χαρά, είτε τον θλίβει η ζωή, είτε τον πάει στον Ουρανό, είτε τον κατεβάζει στην Κόλαση, αυτός μένει πάντα ο αφοσιωμένος της. Τη μυστήρια αγάπη του για τη ζωή δεν έχει άλλο τρόπο να την εκφράσει: γράφει ποιήματα. Νομίζω ότι προσπαθεί να εκφράσει κυρίως αυτό που κρύβει η ζωή. Όπως ο έρωτας κρύβει αυτό που μας κάνει ερωτευμένους.»

* Το Κατώγι (Ερμής, 1971), Το Σακί (Κέδρος, 1980), Τα Αντικλείδια (Στιγμή, 1988), Τριαντατρία Χαϊκού (Στιγμή, 1990), Λίγος Άμμος (Νεφέλη, 1997), Πού είναι τα Πουλιά (Κέδρος, 2004). Το 2008 οι εκδ. Κέδρος εξέδωσαν μια συνολική έκδοση των ποιημάτων του με τίτλο Να μην τους ξεχάσω, η οποία κυκλοφόρησε λίγες ημέρες μετά τον θάνατο του ποιητή.



Τα Αντικλείδια

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιός το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. ∆εν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.
Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
(Τα Αντικλείδια)


Αποκαθήλωση

Κάπου ξεκαρφώνουν απ’ το πρωί.
Απ’ τ’ ανοιγμένα μνήματα βγαίνουνε κρίνα
κι ο ήλιος μεσ’ στη συννεφιά
σα Λάζαρος με σάβανο.
Έπειτα λάμπουν οι στολές των πεθαμένων
το μετάξι, τα χρυσαφικά, τα λεμονάνθια
όλα τ’ ανώφελα των ενταφιασμών
και τα μικρά σκεύη του κάτω κόσμου.
Τώρα τους βλέπω.
Πηγαίνουν σιγά, πλάι στα κυπαρίσσια
προσέχοντας μήπως δρασκελίσουν
το σχήμα που τους έδωσε ο θάνατος
απλώνοντας τ’ αδύναμα χέρια τους
ν’ αγγίξουν λίγο φως ή τον αγέρα
αυτόν που ανασαίνουμε.
Φτωχά σαγόνια, φαγωμένα χαμόγελα.
Δεν ξέρουνε πώς να φερθούν
γυρίζουν αφηρημένοι εκεί
κατά το μέρος που ολοένα ξεκαρφώνουν.
Θυμούνται.
(Το κατώγι)


Στης Κίρκης

Πλάγιαζα στο σκοτάδι και την περίμενα
ακούγοντας ν’ ανεβαίνει τη σκάλα
μέσ’ στη δροσιά του σπιτιού
σαν ψίθυρος από φιλιά κι ανάσες.
Γύρευα τότε να ξεφύγω
μα η ομορφιά της στάλαζε στα κόκαλά μου
νύχτες που μελετούσα το κενό
πηγαίνοντας από την ηδονή στον Άδη.
Και τα λαγόνια της να φέγγουνε στον ύπνο μου
ματόκλαδα και χείλια που τάσκιζε ο πόθος μου
κι ο γυρισμός στον ύπνο μου μονάχα
λίγος καπνός από μακριά
λουλούδια κι ένα δροσερό σταμνί.
Και το καράβι μου στον κήπο της
δεμένο κι άγρυπνο
σαν ένα μεγάλο μαύρο σκυλί
μου θύμιζε κάποτε τους σύντροφους που χάθηκαν
ή τις παράξενες αφορμές της αγάπης.
(Το κατώγι)


Το σακί

Ήμουν παιδί ακόμη δεν τους καλοθυμάμαι.
Μπήκανε στο χωριό μου ένα πρωί
μα δε σταθήκανε. Περάσανε
αργά πάνω στο χιόνι. Τα γένια τους
ανάμεσα στα σύννεφα και τις κοτρόνες
καθώς τους χώνευε το βουνό.
Μονάχα ο τελευταίος δε φεύγει απ’ το μυαλό μου.
Κράτα το άλογο, μου είπε
και βάζοντας το σκούφο του στην αμασχάλη
έσκυψε στο νερό να πιει
και τόνα μάτι του με κοίταζε απ’ το πλάι.
Κοίταζε τα κουρέλια μου
τα πόδια μου μες στις λινάτσες
τις ξόβεργες στα ξυλιασμένα χέρια μου
και πώς του χαμογέλαγα
κρατώντας τ’ άλογο με περηφάνια.
Το ίδιο εκείνο μάτι με κοίταζε τον άλλο χρόνο
αχνό βασιλεμένο
όταν αδειάσαν ματωμένο το σακί
και κύλησαν στη μέση της πλατείας
κομμένα τα κεφάλια τους.
Ήταν ο χρόνος που κατέβηκα στην πόλη
και πούλαγα τσιγάρα σε δρόμους και πλατείες.
(Το σακί)


Το ποίημα


Φεύγει νύχτα μ’ ένα παλιό αμάξι
γέρος πια φοράει μαύρα.
Ποιος είναι και πού πηγαίνει
κανείς δεν ξέρει.
Μέσα στη σκέψη του υπάρχει το ποίημα
που ποτέ δεν θα γράψει.
Τόσο αόριστο σαν τη ζωή του.
Μέσα στο κούφιο μπαστούνι του
υπάρχει ένα φίδι χρυσό.
Καθώς θα το τυλίγει απόψε στο λαιμό της
σε κάποιο ελεεινό ξενοδοχείο
θα τον κοιτάζει στον καθρέφτη
χλωμός ο άλλος εαυτός του.
Αυτός που χρόνια φτιάχνει το ποίημα
καλπάζοντας τώρα στο πλάι του
και ανάβοντας ολοένα τ’ άλογα που έχουν μεθύσει
απ’ το σκοτάδι και τη λάσπη.
(Τα αντικλείδια)


33

Όλοι χωράμε
οι ζωντανοί κι οι νεκροί
σ’ ένα ποίημα.
(Τριαντατρία Χαϊκού)