Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

"Στάζουν μεσάνυχτα" της Δήμητρας Αγγέλου

Με μεγάλη έκπληξη και χαρά διάβασα τη συλλογή «στάζουν μεσάνυχτα» της Δήμητρας Αγγέλου που μου πρότεινε μια πωλήτρια στον Ιανό, η Χρυσάνθη. Συγχωρήστε μου μια μικρή παρένθεση στην αρχή της ανάρτησης. Συζητάμε μερικές φορές με την πωλήτρια αυτή για τα ποιητικά πράγματα και δρώμενα, δεν συμπίπτουν πάντα οι απόψεις μας, όμως είναι ενημερωμένη και ενδιαφέρεται – το σπάνιο πλέον είδος των καλών βιβλιοπωλών που ξέρουν το αντικείμενό τους και καταλαβαίνουν τι ψάχνεις... Τέλος πάντων, κλείνει η παρένθεση.

Έλεγα λοιπόν ότι διάβασα το «στάζουν μεσάνυχτα» με έκπληξη και χαρά. Η συλλογή ξεχωρίζει: σε αυτή μιλά ένα ποιητικό υποκείμενο που νιώθει εκτός πραγματικότητας. Οι πόρτες κλείνουν κι εκείνη δεν ξέρει αν έχει μείνει μέσα ή έξω, αν βρίσκεται πάνω ή κάτω, οι χώροι της δεν έχουν παράθυρα, πόρτες, δεν υπάρχει χάρτης ή πυξίδα, το μόνο μέρος που δεν χάνεται «είναι το κορμί σου/Έχεις μια πυξίδα που δείχνει πάντα ουρανό».

Γι’ αυτό ίσως νιώθει πάντα μια τάση φυγής απ’ όπου κι αν βρίσκεται, θέλει να περπατάει, να τρέχει, να φεύγει μακριά, «δεν υπάρχουν κατευθύνσεις» άλλωστε, να περιπλανάται χωρίς να ψάχνει απολύτως τίποτα ή ίσως επειδή δεν ψάχνει απολύτως τίποτα. Σε μια άλλη κριτική, του Αντώνη Ψάλτη για τη συλλογή, είδα τη λέξη «αποξένωση». Η δική μου ανάγνωση της συλλογής δεν με παρέπεμψε καθόλου σ’ αυτή τη λέξη. Για να αποξενωθείς από κάτι σημαίνει ότι κάποτε το είχες δικό σου, από τη συλλογή όμως προκύπτει ότι το ποιητικό υποκείμενο δεν είχε δικό του αυτόν τον κόσμο ποτέ – και το αντίστροφο. Έτσι, σαν σώμα αποκομμένο και ξένο, «έξω από το γεγονός του εαυτού» της ακόμη, περιπλανάται στον κόσμο, διατηρώντας όμως τις καθημερινές, φυσιολογικές λειτουργίες της. Σαν κάποια που απλώς δεν ανήκει εκεί ή που δεν της ανήκει τίποτα, ούτε σχέσεις, ούτε καταστάσεις, ούτε καν μηχανισμοί αυτόματοι όπως αυτός της αναπνοής.

Το μόνο ίσως πραγματικά δικό της είναι τα δάκρυα, αυτά που στάζουν και ρέουν, την ίδια ώρα που στάζουν όνειρα, στάζουν μεσάνυχτα, «μια γλυκιά ησυχία άρχισε να ψιχαλίζει» και η ζωή ολόκληρη γίνεται σιγανή, βασανιστική βροχή. Η μεταφορά της βροχής διαπερνά ολόκληρη τη συλλογή, αγγίζει μέχρι και την αισθητική του εξωφύλλου που με το χρώμα του παραπέμπει στη μουντάδα του ουρανού μια βροχερή μέρα.

Αρκετά διαπεραστική είναι και η αίσθηση της τρέλας - της κυριολεκτικής, της κλινικής. Θα μπορούσαμε ασφαλώς να μιλήσουμε για έκδηλο, αυθεντικό υπερρεαλισμό, αν δεν ήταν κάποιοι μετασχηματισμοί που δημιουργούν αμηχανία, αλλά και η απροκάλυπτη ομολογία σε κάποιους στίχους: «…και ζουλάω κατά διαστήματα με το δάκτυλό μου/Κάποια προνύμφη τρέλας/Δεν πρέπει να τις αφήνεις να μεγαλώνουνε». Αν ο ποιητής είναι ένα σύνορο, ένα όριο ή η κόψη πάνω στην οποία γεννιέται η τέχνη, η Δήμητρα Αγγέλου είναι το σύνορο ανάμεσα στην τρέλα και την καλοβαλμένη, αστική λογική. Γιατί με αυτή τη λογική δεν τα πάει καθόλου καλά το ποιητικό της υποκείμενο. Πρέπει να αλλάζει διαρκώς το σχήμα της για να χωρέσει μέσα στα πολλά της κουτάκια και αυτό είναι κάτι που προσπαθεί με δυσκολία και πόνο, αλλά και με αμφίβολο αποτέλεσμα.

Ο στίχος της Αγγέλου είναι αυθόρμητος και φυσικός - το ίδιο αποτέλεσμα για κάποιον άλλον θα προέκυπτε μετά από πολλή δουλειά και παίδεμα, όμως εκείνη δίνει την αίσθηση ότι της προέκυψε αβίαστα. Σε κάθε περίπτωση, αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη με την αυθεντικότητα και την αφοπλιστική ειλικρίνειά της, τον απόλυτο τρόπο που διαχειρίζεται το αίσθημα του εγκλωβισμού και του μη ανήκειν που την καταδιώκει και την κατακλύζει, την τάση φυγής και την ανάγκη της για περιπλάνηση, αλλά και τις εκτεταμένες μεταφορές όπως εκείνη της βροχής.

Τα περίπου 90 (άτιτλα όλα) ποιήματα της συλλογής μπορεί να φαίνονται πολλά, εμένα όμως ο αριθμός τους δεν με ενόχλησε – τόση ήταν η περιέργεια, η έκπληξη και το ενδιαφέρον μου να φτάσω μέχρι την τελευταία σελίδα – κάποια ποιήματα, άλλωστε, περιλαμβάνουν έναν και μόνο στίχο. Καθώς όμως κάποια θα μπορούσαν να είναι πιο δουλεμένα γιατί μοιάζουν να στερούνται συνοχής, όπως αυτό της σελίδας 71, και κάποια άλλα είναι απλά αδιάφορα, θα μπορούσαν να μην έχουν συμπεριληφθεί στη συλλογή. Ακόμη και με αυτά μέσα, ωστόσο, η συλλογή δεν πλήττεται σημαντικά και αυτό που μένει στον αναγνώστη είναι ικανοποίηση.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Ακολουθούν μερικά ποιήματα από τη συλλογή:




Γραπώνεις το Σε αγαπώ με τα δόντια
Το σφίγγεις, το στύβεις
Αφαιρείς τα φωνήεντα
Δαγκώνεις το Σε
Ματώνει
Ο ουρανίσκος σου γεμίζει αστερίες

Έπειτα ξαπλώνεις
Πιπιλάς το δείκτη σου
Ο αντίχειρας διστάζει
Σκανδάλη
Μπλεγμένος σε ουράνια τόξα

Πάνω από το μαξιλάρι χαμογελάς
Από κάτω μπήγεις τα νύχια στο δέρμα σου

Και μια φορά κι έναν καιρό
Παιδική ηλικία έλεγαν τη χώρα
Έβρεχε αδιάκοπα
Μπας και φυτρώσεις

Ώσπου μια μέρα σου ανακοίνωσαν
Έτσι απλά
Πως έζησαν αυτοί καλά

Κι εσύ χειροκρότησες

***

Μόλις ξύπνησα
Καλή ώρα ν’ αρχίσει να πεθαίνει κανείς
Από τις μέρες που το δωμάτιο γεμίζει λάσπη
Κινούμενη λάσπη, ράθυμη
Ερπετό που θέλει να με καταπιεί
Αργά
Ολόκληρη
Σκέφτομαι πως θα μπορούσα να ξεφύγω
Στοιβάζω όλα μου τα έπιπλα
Και σκαρφαλώνω
Σκαρφαλώνει κι αυτή
Ο θώρακάς μου σφίγγεται
Τα ρουθούνια μου απειλούνται
Μυρίζει χώμα και βρεγμένος ουρανός
Τα χείλη μου αγγίζουν το ταβάνι
Η τελευταία επιφάνεια που τους δίνεται
Τραχιά
Σαν τις παλάμες του έρωτα

Πνίγομαι…

Ένα παράθυρο θα με είχε ίσως προλάβει
Πώς έχτισα έτσι αυτό το σπίτι;

***

Άνοιξαν οι ώρες
Πήραν το σχήμα της δύσης
Με περιμένουν
Τα μάτια τους τρυπούν το σώμα του έρωτα
Με κοιτούν μέσα από αυτό
Ο έρωτας έχει ξαπλώσει
Ξέγνοιαστος και βαρύς ανάμεσά μας
Άνοιξαν οι ώρες
Και είδα το χρόνο που κοιμάται μέσα τους
Στις ζεστές, γεμάτες όνειρα φωλιές τους
Κάτω από τα λουλουδάτα τους φορέματα
Τον μικρούλη αγέννητο χρόνο που κολυμπάει μέσα τους
Που κολυμπάει νεκρός
Κι αυτές ανυποψίαστες χαϊδεύουν τις κοιλιές τους
Εγώ ανατριχιάζω
Και σκέφτομαι να τις αφήσω
Να περιπλανηθούν λιγάκι έξω
Έξω από τις ώρες
Έξω από τα σπίτια
Να περιπλανηθώ έξω από το γεγονός του εαυτού μου
Θα ήθελα να περιπλανηθώ για πολύ
Ή και για πάντα
Αλλά θα πρέπει να υπάρξει μια φυγή
Ικανή και πρόθυμη
Να με φυγαδέψει εκεί έξω

Ή ένας έρωτας να μου κόψει τα γόνατα
Ώστε να μη μπορώ να γυρίσω

***

Κάθε νύχτα βλέπω το Θεό
Έρχεται σε μια γωνιά στο δωμάτιό μου και πεθαίνει
Και δεν προλαβαίνω ποτέ να τον ρωτήσω
Γιατί να έρχεται εδώ;
Τόσος δρόμος από τους ουρανούς…
Μόνο και μόνο για να τον δω εγώ να πεθαίνει;

***
Βλέπω τις σταγόνες της βροχής να πέφτουν
Σχηματίζοντας κρατήρες
Μικρά σιντριβάνια
Σε όλη την επιφάνεια που χωρά το μάτι
Θυμάμαι κάποτε έκλαψα έτσι

Έπειτα ο κόσμος στέγνωσε

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου