Τετάρτη, 26 Ιουνίου 2013

Η τεχνική του σοκ – ή, αν προτιμάτε, το σεξ – στην ποίηση

Χώνω στο χώμα τη χαρά
Να ζωντανέψουν οι καρποί
Να’ ρθεις με το κοφίνι
Να με γεμίσεις όστρακα
Φιλιά καυλιά και σάλια
Να γλείψουμε εσύ κι εγώ
Το λογισμό του κόσμου.


(από το ποίημα «Απογευματινό πότισμα», συλλογή «Ερώμαι» της Μαίρης Αλεξοπούλου).

Από παλιά η λογοτεχνία προσπάθησε, άλλοτε με μεγαλύτερη και άλλοτε με μικρότερη επιτυχία, να δώσει μια αισθητική διάσταση στο σεξ ή, αντίστροφα, μια σεξουαλική διάσταση στην αισθητική, με ερωτικά έργα που αρετές φορές κινήθηκαν στα όρια της πορνογραφίας. Κι ενώ σε εποχές που αυτά τα έργα συνόψιζαν την προσπάθεια των δημιουργών τους να αντισταθούν στους περιορισμούς που επέβαλε η καθεστηκυία τάξη και να φέρουν στο φως το απαγορευμένο ήταν θεμιτά ή ίσως κι επιβεβλημένα ακόμη, στην εποχή μας που τα περισσότερα ταμπού έχουν προ καιρού σπάσει, η προσφυγή του δημιουργού σε ανάλογες τεχνικές μοιάζει μάλλον περιττή.

Οπωσδήποτε, η συγκεκριμένη τεχνική έχει λίγα να προσθέσει σε ένα ποίημα και σίγουρα δεν το κάνει λογοτεχνικά αρτιότερο. Κι ενώ υπάρχουν ποιήματα με πλάγιες αναφορές που αναπτύσσονται ομαλά και δεν ξεφεύγουν από τα όρια του θεμιτού, όπως στην περυσινή υποψήφια για κρατικό βραβείο ποίησης «Κονσέρβα για μαργαριτάρια» της Έλσας Κορνέτη και συγκεκριμένα στο ποίημά της «Ο χορός της βίδας»:

...Δεν νιώθω Δεν πονάω Φημίζομαι
Για τον αυτοέλεγχο Τη γενναιότητα
Μ’ επιβραβεύει χύνοντας στο σώμα μου
Για δώρο γενεθλίων Δύο λίτρα φωτιά
Είσαι δυνατή(;) Οι άντρες σε λατρεύουν(;)
Όλα τα καυτά βλέμματα Αφήνουν στο σώμα σου
Τατουάζ Μαρκάρισμα από μασιά σε πισινό αγελάδας
Εγκαύματα θαυμαστικά...


υπάρχουν άλλα που ξεφεύγουν από τα όρια, δημιουργώντας ακόμη και αμηχανία στον αναγνώστη, όπως του βραβευθέντος πρόσφατα νέου ποιητή Θωμά Ιωάννου:

Εξασκείσαι σε νέες μεθόδους
Αντισύλληψης

Αρνείσαι να δεχθείς
Το σπέρμα της δημιουργίας μου
Μου λες να αυνανιστώ
Ή μου ζητάς έστω εγκαίρως
Να αποσυρθώ
Να συρθώ
Σε ένα τέλος ανέστιο


(από το ποίημά του «Υψηλού κινδύνου», συλλογή «Ιπποκράτους 15»)

και άλλα που καταπατούν τα όρια εντελώς:

Καύλα μου όμορφη
Μεταμφιεσμένη στο κορμί σου
Από τους αιώνες που πάνω σου βαραίνουν
(...)
Όχι αμοιβαία πράξη
Κι ούτε ενσυναίσθηση εφικτή, μα
Καύλα μου όμορφη, μονάχη ταριχεύεις τα έτη.


(ποίημα «Ευθεία γραμμή» - χμ! - από τη συλλογή «ΟΝ» του Κωνσταντίνου Μπογδάνου).

Τι αποκρύπτει όμως αυτή η τάση; Ειλικρινά πιστεύω αδυναμία του ποιητή να διαχειριστεί καλύτερα το θέμα του ερωτισμού που νιώθει να τον κατακλύζει και τελικά τον ξεπερνά, αδυναμία του να αναγάγει το βίωμα σε κάτι λιγότερο ευτελές.

Και δεν αναφέρομαι, φυσικά, σε περιπτώσεις παλαιότερων ποιητών (της γενιάς του ’70 ας πούμε) όπως του Γιάννη Πατίλη, ο οποίος χρησιμοποιεί το σεξ εντελώς κυνικά:

Εδώ μαίνεται ο πόλεμος των Οπαδών του Τώρα
Με ορθωμένους τους φαλλούς
μ’ ορθάνοιχτα τα σκέλη
από κρεββάτι σε κρεββάτι λυσσασμένα
υπερασπίζονται το Στάλινγκραντ της Ηδονής


(απόσπασμα του ποιήματος «Νοσοκομείον η Ελπίς ή Η δύσκολη επικράτησις του Τώρα» από τη συλλογή «Αποδρομή του αλκοόλ)

ή του Λουκά Αξελού που το περιενδύει με λυρικότητα:

Τα Πούλιθρα τη νύχτα
ομοιάζουν με γυναίκα.
Τις ώρες του καλέσματος
ο κόλπος τους είναι ανοιχτός.
Υγρή η άμμος
το κύμα προκαλεί
να πέσει πάνω της ορμητικά
πλημμυρίζοντας
το αχανές
του μαύρου της θόλου. 


(ποίημα «Ώρες καλέσματος» από τη συλλογή «Σκοτεινό Πέρασμα»)

ούτε βέβαια το τολμηρό ποίημα «Υγρασίες» του αείμνηστου Μίμη Σουλιώτη (από την τελευταία πριν τον θάνατό του συλλογή, υποψήφια για κρατικό βραβείο ποίησης «Κύπρον, ιν ντηντ») που περιγράφει μια ερωτική στιγμή χωρίς όμως αναφορά στην επίμαχη πράξη (μάλιστα στο πλαίσιο της συλλογής, το οποίο είναι κατά βάση περιπαικτικό, το ποίημα εντάσσεται ομαλά και πυροσβεστικά θα έλεγα, και δίνει μια εντελώς διαφορετική αίσθηση):

Κουβεντιάζαμε διάφορα και είχες σκαλώσει τα πόδια σου
στην τρίτη καρέκλα,
τα γόνατα και η ανεβασιά τους είχαν πάρει την κλίση
προς την θηλυκιά λεκάνη σου και τους μηρούς
και οι καμπύλες του μπλουτζίν μού φέρναν έξαψη.
Aποήπιαμε,
γύρισα στον ξενώνα και μπήκα στο μπάνιο
γιατί είχα μουσκευτεί καθισμένος αντίκρυ σου.
Τι είν' η ζωή, παρά μερικά ευτυχισμένα περιστατικά
αυτού του τύπου σε ποικίλες εκδοχές.
Είχε να μου συμβεί από τα μαθητικά πάρτι
τότε που ανοίγαμε "τρύπες στα μπούτια" με Ανταμό-
αλλά τη distance-ρεύση, χωρίς αγγίγματα-χουφτώματα,
την άναφη, είχα να την πάθω από το δημοτικό,
την φευγαλέα γλυκούτσικη γλύκα που τρεμίζει.
Θέκκιου, εκ των υστέρων,
για το άθελά σου σκόπιμο ποζάρισμα.


Όπως σε όλα τα πράγματα, υπάρχουν διαβαθμίσεις. Είναι πάντως να αναρωτιέται κανείς: όταν έγραφε ο Ελύτης για τον κήπο «που έμπαινε στη θάλασσα/βαθύ γαρούφαλο ακρωτήρι», πώς θα ήταν το ποίημα αν έβαζε μέσα κανά-δυο ανδρικά αναπαραγωγικά όργανα και κάμποσα γυναικεία να τα υποδέχονται, πόσο θα είχε ευτελιστεί και πόσο ανούσιο θα γινόταν.

Όπως και στον πόλεμο, η τεχνική του σοκ δεν σκοπεύει στον εξαγνισμό ή την απενοχοποίηση κάποιου πράγματος. Είναι απλά μια τεχνική «γρήγορης επικράτησης» που αφήνει ενεό τον αντίπαλο, εν προκειμένω τον αναγνώστη, χωρίς να του δίνει κάτι σε αντάλλαγμα, αντίθετα, επιτάσσοντας απλώς την προσοχή του. Δεν νομίζω να χρειαζόμαστε ή να αξίζουμε στ’ αλήθεια κάτι τέτοιο. Εξάλλου, το αν μπορούμε να μιλάμε για κάποια πράγματα είναι ένα θέμα, το αν χρειάζεται όμως να το κάνουμε εντελώς ένα άλλο.


Χριστίνα Λιναρδάκη

Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2013

"Στάζουν μεσάνυχτα" της Δήμητρας Αγγέλου

Με μεγάλη έκπληξη και χαρά διάβασα τη συλλογή «στάζουν μεσάνυχτα» της Δήμητρας Αγγέλου που μου πρότεινε μια πωλήτρια στον Ιανό, η Χρυσάνθη. Συγχωρήστε μου μια μικρή παρένθεση στην αρχή της ανάρτησης. Συζητάμε μερικές φορές με την πωλήτρια αυτή για τα ποιητικά πράγματα και δρώμενα, δεν συμπίπτουν πάντα οι απόψεις μας, όμως είναι ενημερωμένη και ενδιαφέρεται – το σπάνιο πλέον είδος των καλών βιβλιοπωλών που ξέρουν το αντικείμενό τους και καταλαβαίνουν τι ψάχνεις... Τέλος πάντων, κλείνει η παρένθεση.

Έλεγα λοιπόν ότι διάβασα το «στάζουν μεσάνυχτα» με έκπληξη και χαρά. Η συλλογή ξεχωρίζει: σε αυτή μιλά ένα ποιητικό υποκείμενο που νιώθει εκτός πραγματικότητας. Οι πόρτες κλείνουν κι εκείνη δεν ξέρει αν έχει μείνει μέσα ή έξω, αν βρίσκεται πάνω ή κάτω, οι χώροι της δεν έχουν παράθυρα, πόρτες, δεν υπάρχει χάρτης ή πυξίδα, το μόνο μέρος που δεν χάνεται «είναι το κορμί σου/Έχεις μια πυξίδα που δείχνει πάντα ουρανό».

Γι’ αυτό ίσως νιώθει πάντα μια τάση φυγής απ’ όπου κι αν βρίσκεται, θέλει να περπατάει, να τρέχει, να φεύγει μακριά, «δεν υπάρχουν κατευθύνσεις» άλλωστε, να περιπλανάται χωρίς να ψάχνει απολύτως τίποτα ή ίσως επειδή δεν ψάχνει απολύτως τίποτα. Σε μια άλλη κριτική, του Αντώνη Ψάλτη για τη συλλογή, είδα τη λέξη «αποξένωση». Η δική μου ανάγνωση της συλλογής δεν με παρέπεμψε καθόλου σ’ αυτή τη λέξη. Για να αποξενωθείς από κάτι σημαίνει ότι κάποτε το είχες δικό σου, από τη συλλογή όμως προκύπτει ότι το ποιητικό υποκείμενο δεν είχε δικό του αυτόν τον κόσμο ποτέ – και το αντίστροφο. Έτσι, σαν σώμα αποκομμένο και ξένο, «έξω από το γεγονός του εαυτού» της ακόμη, περιπλανάται στον κόσμο, διατηρώντας όμως τις καθημερινές, φυσιολογικές λειτουργίες της. Σαν κάποια που απλώς δεν ανήκει εκεί ή που δεν της ανήκει τίποτα, ούτε σχέσεις, ούτε καταστάσεις, ούτε καν μηχανισμοί αυτόματοι όπως αυτός της αναπνοής.

Το μόνο ίσως πραγματικά δικό της είναι τα δάκρυα, αυτά που στάζουν και ρέουν, την ίδια ώρα που στάζουν όνειρα, στάζουν μεσάνυχτα, «μια γλυκιά ησυχία άρχισε να ψιχαλίζει» και η ζωή ολόκληρη γίνεται σιγανή, βασανιστική βροχή. Η μεταφορά της βροχής διαπερνά ολόκληρη τη συλλογή, αγγίζει μέχρι και την αισθητική του εξωφύλλου που με το χρώμα του παραπέμπει στη μουντάδα του ουρανού μια βροχερή μέρα.

Αρκετά διαπεραστική είναι και η αίσθηση της τρέλας - της κυριολεκτικής, της κλινικής. Θα μπορούσαμε ασφαλώς να μιλήσουμε για έκδηλο, αυθεντικό υπερρεαλισμό, αν δεν ήταν κάποιοι μετασχηματισμοί που δημιουργούν αμηχανία, αλλά και η απροκάλυπτη ομολογία σε κάποιους στίχους: «…και ζουλάω κατά διαστήματα με το δάκτυλό μου/Κάποια προνύμφη τρέλας/Δεν πρέπει να τις αφήνεις να μεγαλώνουνε». Αν ο ποιητής είναι ένα σύνορο, ένα όριο ή η κόψη πάνω στην οποία γεννιέται η τέχνη, η Δήμητρα Αγγέλου είναι το σύνορο ανάμεσα στην τρέλα και την καλοβαλμένη, αστική λογική. Γιατί με αυτή τη λογική δεν τα πάει καθόλου καλά το ποιητικό της υποκείμενο. Πρέπει να αλλάζει διαρκώς το σχήμα της για να χωρέσει μέσα στα πολλά της κουτάκια και αυτό είναι κάτι που προσπαθεί με δυσκολία και πόνο, αλλά και με αμφίβολο αποτέλεσμα.

Ο στίχος της Αγγέλου είναι αυθόρμητος και φυσικός - το ίδιο αποτέλεσμα για κάποιον άλλον θα προέκυπτε μετά από πολλή δουλειά και παίδεμα, όμως εκείνη δίνει την αίσθηση ότι της προέκυψε αβίαστα. Σε κάθε περίπτωση, αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη με την αυθεντικότητα και την αφοπλιστική ειλικρίνειά της, τον απόλυτο τρόπο που διαχειρίζεται το αίσθημα του εγκλωβισμού και του μη ανήκειν που την καταδιώκει και την κατακλύζει, την τάση φυγής και την ανάγκη της για περιπλάνηση, αλλά και τις εκτεταμένες μεταφορές όπως εκείνη της βροχής.

Τα περίπου 90 (άτιτλα όλα) ποιήματα της συλλογής μπορεί να φαίνονται πολλά, εμένα όμως ο αριθμός τους δεν με ενόχλησε – τόση ήταν η περιέργεια, η έκπληξη και το ενδιαφέρον μου να φτάσω μέχρι την τελευταία σελίδα – κάποια ποιήματα, άλλωστε, περιλαμβάνουν έναν και μόνο στίχο. Καθώς όμως κάποια θα μπορούσαν να είναι πιο δουλεμένα γιατί μοιάζουν να στερούνται συνοχής, όπως αυτό της σελίδας 71, και κάποια άλλα είναι απλά αδιάφορα, θα μπορούσαν να μην έχουν συμπεριληφθεί στη συλλογή. Ακόμη και με αυτά μέσα, ωστόσο, η συλλογή δεν πλήττεται σημαντικά και αυτό που μένει στον αναγνώστη είναι ικανοποίηση.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Ακολουθούν μερικά ποιήματα από τη συλλογή:


Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

"Το Μονόγραμμα" του Οδ. Ελύτη - ένα σύμπαν που διαστέλλεται

Ακουμπώντας τον ένα στίχο δίπλα στον άλλο και δένοντάς τους μεταξύ τους, ο ποιητής δημιουργεί τον δικό του, απόλυτα προσωπικό χώρο στο σύμπαν των λέξεων και των ήχων. Όταν αυτό το σύμπαν ανασαίνει, ο αναγνώστης ψηλαφεί τις λέξεις και γίνεται μέρος του, κι έτσι επιτελείται αυτή η παράδοξη και συνάμα τόσο αναγνωρίσιμη συνάντηση μεταξύ εκείνου και του δημιουργού.


Το σύμπαν του Ελύτη, οικουμενικό και βαθιά προσωπικό ταυτόχρονα, παραμένει μια μοναδική περίπτωση στα ελληνικά γράμματα. Πώς όμως μετριέται ένα φαντασιακό σύμπαν; Πώς μπορεί κανείς να χαρτογραφήσει τις διαστάσεις του; Διαβάζοντας το Μονόγραμμα, η πρώτη απάντηση θα μπορούσε να είναι ότι «το μέτρο του σύμπαντος του Ελύτη είναι ο άνθρωπος». Σε μια ποίηση τόσο ξεκάθαρα ανθρωποκεντρική, ο κόσμος που μας περιβάλλει είναι απογυμνωμένος από υπαρξιακή αγωνία: ο άνθρωπος στην ποίηση του Ελύτη δεν φοβάται το μέλλον του, το έχει κατά κάποιο ανεπαίσθητο τρόπο εξημερώσει.


Η αρμονία ανάμεσα στην ανθρώπινη παρουσία και στη φύση επιτυγχάνεται σχεδόν αβίαστα, η σκιά του ανθρώπου βρίσκει την θέση της στα περιγράμματα των βράχων αλλά και στο περίγραμμα του άλλου, στα όρια του έρωτα και της επιθυμίας. Το σύμπαν του Ελύτη, όπως διαγράφεται στο Μονόγραμμα, κινείται στα άκρα: στα άκρα της αιωνιότητας και της στιγμής, του άπειρα μικρού και του απροσμέτρητα μεγάλου, του τώρα και του πάντα, της εφήμερης ζωής και της οριστικής απώλειας του θανάτου.

Τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο
Τόσο η στάλα στον αέρα, τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστή σου αναπνοή[1]

Οι ανάσες και οι ήχοι περιδιαβαίνουν τα έμψυχα και μη, ο άνθρωπος βρίσκεται σε έναν αέναο διάλογο με τον εαυτό του αλλά και με τον έρωτα, την έλξη και την ολοκλήρωση, τελικά με το άλλο του μισό, που διακρίνει χωρίς ίχνος αμφιβολίας στο πρόσωπο της γυναίκας δίπλα του: είναι μια στιχομυθία που δεν τελειώνει, και που γι αυτό βλέπει τον Θάνατο ανίσχυρο μπροστά της.


Ήδη από τις πρώτες λέξεις, ο χρόνος συμπορεύεται με τον άνθρωπο σε μια αβίαστη σχέση αλληλεξάρτησης, και γι αυτό η αρχή και το τέλος δεν τρομάζουν. ΄Η τουλάχιστον η απώλεια, ειδωμένη από το πρίσμα της αέναης εναλλαγής χάνει την χροιά του οριστικού και του αναπόφευκτου και δίνει την ευκαιρία στην ελπίδα, την όποια ελπίδα, να βρει την θέση που της αρμόζει σε μια ισορροπία δυνάμεων.


Πώς ισορροπούν τα αντίθετα; Πώς ο στίχος καθορίζει το μέτρο στον χώρο και τον χρόνο; Πώς μπορεί να ξορκιστεί το κενό από την διάσπαση δύο ανθρώπων; Στο Μονόγραμμα, η ανάμνηση είναι τελικά αυτή που στο τέλος διασφαλίζει το ίδιο μας το παρελθόν, το σημείο αναφοράς στο οποίο στρεφόμαστε όταν τα όρια χάνουν το ακριβές τους περίγραμμα και από καθησυχαστικά γίνονται αγωνιώδη, έστω και για λίγο. Στο Μονόγραμμα, αυτό που σκιαγραφεί τελικά ο Ελύτης είναι η υποψία μιας συνέχειας: το ανθρώπινο κουράγιο που δίνει στην αγάπη, την όποια αγάπη, την βεβαιότητα ότι θα αποδειχθεί τελικά ισχυρότερη του Χρόνου.

Κρις Λιβανίου


[1] Οδυσσέας Ελύτης, Το Μονόγραμμα, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1998, 9η έκδοση, σελ. 16.



Στο βίντεο, η Ιουλίτα Ηλιοπούλου και ο Μίκης Θεοδωράκης διαβάζουν Το Μονόγραμμα:


Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

Οι συλλογές που λαμβάνουμε υπόψη στο στίγμαΛόγου

Όσοι μας διαβάζουν ή/και όσοι αλληλογραφούν μαζί μας γνωρίζουν ότι ποτέ δεν καμωθήκαμε τους κριτικούς. Είμαστε άνθρωποι που αγαπάμε την ποίηση και γράφουμε τη γνώμη μας ως αναγνώστες, όσο πιο εμπεριστατωμένα μπορούμε, επί όσων συλλογών φτάνουν στα χέρια μας είτε επειδή κάποιοι οίκοι έχουν την καλοσύνη να μας τις δίνουν (Μανδραγόρας, Οι εκδόσεις των φίλων/κοράλι, Στοχαστής), είτε επειδή μας τις στέλνουν οι δημιουργοί τους, είτε επειδή τις «αλιεύουμε» ψάχνοντας στα βιβλιοπωλεία.

Προσπαθούμε δε να είμαστε επίκαιροι, ασχολούμαστε δηλ. κατά κύριο λόγο μόνο με συλλογές της τρέχουσας χρονιάς και της προηγούμενης. Δεδομένου ότι το blog ξεκίνησε το ταξίδι του από τα μέσα του περασμένου Δεκέμβρη περίπου, τεχνικά έχουμε λάβει υπόψη συλλογές που κυκλοφόρησαν το 2012 και που κυκλοφορούν εντός του 2013.

Προκειμένου να γνωρίζετε κι εσείς ποιες συλλογές έχουμε διαβάσει ή πρόκειται να διαβάσουμε, αποφασίσαμε να δημοσιεύσουμε μια λίστα με τις συλλογές του 2012 και μια άλλη με εκείνες του 2013, τις οποίες θα βρείτε στην αριστερή στήλη του blog. Οι λίστες μας εμπλουτίζονται και θα εμπλουτίζονται συνεχώς - παρ’ όλα αυτά, αν πιστεύετε ότι παρουσιάζουν ελλείψεις, παρακαλούμε να μας το πείτε. Επικοινωνήστε επίσης μαζί μας σε περίπτωση που θέλετε να μας στείλετε κάποια συλλογή.

Έχουμε αποφασίσει από την αρχή ότι δεν θα δημοσιεύουμε μεμονωμένα ποιήματα παρά μόνο συλλογές κι αυτό επειδή στην έκταση μιας συλλογής αναπτύσσεται μια δυναμική η οποία επιτρέπει να αναδειχθεί καλύτερα το ταλέντο του δημιουργού της – ή η ανυπαρξία του. Θα βρείτε λοιπόν εδώ μια ειλικρινή γνώμη (δυνατά σημεία και αδυναμίες) για όσες συλλογές αποφασίζουμε να παρουσιάσουμε , δίνοντας έτσι ένα στίγμα της καλής ποίησης μέσα από τη δική μας ματιά!

Χ.Λ.

Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013

Η συμπεριφορά των στίχων

Μου προκαλεί πάντα εντύπωση η συμπεριφορά των στίχων, με ότι επιφέρει το νόημά τους, η αποτυχημένη ή επιτυχημένη σύνθεση και τοποθέτησή τους μέσα στο ποίημα. 

Από τη στιγμή που αποτυπώνονται αποκτούν ανεξαρτησία και, μεμιάς, μεταμορφώνονται από πειθήνια εργαλεία σε ατίθασα όπλα, έτοιμα να καταρρίψουν ή να κρατήσουν στον αέρα το ποίημα. 

Ένα ποίημα που, στην ουσία, δίχως τη συνεργασία τους είναι αδύνατο να δημιουργηθεί.  

Είναι ειρωνικό, από τη μία, και από την άλλη μοιάζει τόσο δίκαιο που αγγίζει τα όρια μιας θείας ισορροπίας. Αυτός που προσπαθεί να γράψει ένα ποίημα είναι αναγκασμένος να θέσει υπό τον έλεγχό του στίχους που ανήκουν, δικαιωματικά μέσω της έμπνευσής του, στο ποίημα που έχει σκοπό να δημιουργήσει.

Η εργασία που απαιτείται για κάτι τέτοιο είναι τουλάχιστον κουραστική, γι' αυτό και μετά τις χρυσές εποχές των μεγάλων ποιητών, που ήταν διατεθειμένοι να αναμετρηθούν με τους στίχους τους και να τους θέσουν υπό έλεγχο, έχουμε περάσει σε μια εποχή όπου οποιαδήποτε τέτοια αναμέτρηση αποφεύγεται. 

Σήμερα έχω την εντύπωση ότι ο σύγχρονος ποιητής προσπαθεί να μην εκνευρίσει τους στίχους τους, να τους αφήσει εκεί που είναι, να μην τους προκαλέσει για κανένα λόγο. Αποτέλεσμα αυτού είναι τα ολιγόστιχα ποιήματα που κάνουν την εμφάνισή τους στις περισσότερες συλλογές που πέφτουν στα χέρια μου, όπου η οπισθοχώρηση του ποιητή μπροστά στο ρίσκο που ενέχει η πλήρης αποκάλυψη των δυνατοτήτων ενός στίχου είναι, σκανδαλωδώς, φανερή. 

Τα ολιγόστιχα αυτά ποιήματα (και όταν λέω ολιγόστιχα εννοώ αυτά που αριθμούν 10 έως 20 στίχους) παρουσιάζονται ως αυτοτελείς δημιουργίες, ξεχωριστές εμπνεύσεις που προσπαθούν να εκφράσουν, υποτίθεται, μέσα σε μια λακωνική σοφία, κάποια ύψιστη αλήθεια. 

Ο τρόπος σύνθεσής τους είναι απλοϊκός: μια εικόνα, ένα προσωπικό συναίσθημα, μια αναφορά στα όσα υποφέρουμε στη σύγχρονη εποχή, ένα σωρό κλισέ αναφορές, βαλμένες στις θέσεις που ορίζει η ποίηση της επιφάνειας και, για κερασάκι στην τούρτα, μια ατάκα που σκοπό έχει να σοκάρει ή να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη (δεν πρόκειται καν να αναφερθώ σε ακατανόητα στιχουργήματα ή συνθέσεις γελοιότητας που σκοπό έχουν να... σοκάρουν με τη φτήνια τους).

Αυτή η πεπατημένη, φυσικά, είναι ένας τρόπος γραφής "ποιήματος" που υπακούει εντελώς στη συμπεριφορά των στίχων, οι οποίοι φυσικά και επιδιώκουν την... ησυχία τους. Είναι εκπληκτικό το πώς έχουμε γυρίσει από την εποχή που το ολιγόστιχο ήταν μια υψηλής μορφής περιεκτική ποίηση, άρα και σχετικά δυσεύρετη, σε μια εποχή που θεωρείται κάτι το συνηθισμένο. 

Είναι μετρημένοι στα δάχτυλα, όμως, όσοι όντως παράγουν ποίηση με την ακρίβεια που απαιτεί η ολιγόστιχη σύνθεση. 

Η αναμέτρηση με τους στίχους, λοιπόν, έχει πάρει πίσω θέση. Ο φόβος να χαθεί το νόημά τους ή να αλλοιωθεί από το πολύ παίδεμα, το σβήσιμο, το ξαναγράψιμο, τη μεταφορά σε άλλο ποίημα είναι πολύ μεγάλος. Οι στίχοι έχουν την τάση να αποξενώνονται πολύ γρήγορα από αυτόν που τους γράφει, να εκνευρίζονται εύκολα και, πολλές φορές, όταν δουλευτούν εκτεταμένα, να χάνουν οποιοδήποτε ποιητικό φορτίο που μπορεί να διαθέτουν. Μα σε αυτό το ρίσκο έγκειται και η ουσία της δημιουργίας ενός ποιήματος, ένα ρίσκο που σήμερα, δυστυχώς, φαίνεται ότι ελάχιστοι θέλουν να πάρουν. 

Έχουμε έτσι συχνά μια ποίηση που μοιάζει βγαλμένη από τη σελίδα 34 του ποιητικού εγχειριδίου, ανεπτυγμένη ανάμεσα σε μια πρόχειρη νοσταλγία, ένα τραγούδι, την αλλαγή μιας λάμπας, το σφουγγάρισμα ή το πλύσιμο των χαλιών. 

Και είναι κρίμα γιατί αν το ποίημα δεν νικήσει τους στίχους του μένει εσαεί ανολοκλήρωτο. 

Ηλίας Θ. Παππάς

Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

«Οι περιπέτειες ενός τυφλού» της Ιουλίας Τολιά

«Οι περιπέτειες ενός τυφλού» της Ιουλίας Τολιά είναι η δεύτερη συλλογή με αυτή τη δομή που διαβάζω τους τελευταίους μήνες. Η άλλη ήταν «Ο λαίμαργος αυτοκράτορας και ένα ασήμαντο πουλί» της Έλσας Κορνέτη.

Και οι δύο είναι δομημένες σε σκηνές που αφηγούνται μια ολοκληρωμένη ιστορία, με αρχή, μέση και τέλος. Ειδικά «ο τυφλός» της Τολιά θα μπορούσε να είναι ένα και μόνο ποίημα. Την αίσθηση εντείνει το γεγονός ότι όλα τα επιμέρους ποιήματα είναι άτιτλα - η μετάβαση και η συνέχειά τους διασφαλίζεται με την επανάληψη ή ακόμη και την αντιγραφή στίχων από ποίημα σε ποίημα, η οποία δημιουργεί έναν εσωτερικό ρυθμό, ενώ κάποια ποιήματα ξεκινούν με τον στίχο στον οποίο σταμάτησε το προηγούμενό τους. Επαναλαμβανόμενες επίσης είναι και ορισμένες επιμέρους θεματικές.

Αυτό που μου άρεσε, λοιπόν, κατά κύριο λόγο στη συλλογή είναι ο τρόπος που η Τολιά διαχειρίζεται την  αρχική της ιδέα. Ο τυφλός είναι, φυσικά, μια κατασκευή, μια σύμβαση. Είναι ένας άνθρωπος που δεν γνωρίζει και γι’ αυτό είναι τυφλός μπροστά στις καταστάσεις. Που έρχεται αντιμέτωπος με το κενό και αναμετράται μαζί του – όπως και με τον χρόνο. Που προσπαθεί εναγωνίως να καταλάβει, να αποκρυπτογραφήσει τι του συμβαίνει, μετέχοντας του κόσμου, εκτιθέμενος και προσπαθώντας να τα φέρνει βόλτα όσο μπορεί. Την ίδια στιγμή αντιλαμβάνεται το πεπερασμένο της κατάστασής του, αλλά και της νοητικής λειτουργίας γενικότερα, γι’ αυτό τον βλέπουμε να μονολογεί πικρά: «σκέπτομαι και μολαταύτα δεν υπάρχω».

Η συλλογή είναι διάσπαρτη από άλλοτε υπόκωφα και άλλοτε πιο εύγλωττα ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο η ζωή είναι αποτέλεσμα τυχαιότητας ή επιλογών και κατά πόσο τη διέπει η λογική ή το παράλογο. Μετά από αρκετά ποιήματα που ασχολούνται κατά κύριο λόγο με το καθρέφτισμα του τυφλού στα μάτια της αγαπημένης του ή στην επιφάνεια μιας λίμνης, ο πρωταγωνιστής φαίνεται να ανακτά την όρασή του μόνο και μόνο για να διαπιστώσει έντρομος ότι μπορεί να δει τα πάντα πια, εκτός από το ίδιο το είδωλό του στον καθρέφτη, υπογραμμίζοντας έτσι τη ματαιότητα της ύπαρξης σε όλο της το μεγαλείο.

Το βιβλίο είναι, κατά τη γνώμη μου, καλό για τα στοιχεία και τις ιδέες που περιέχει. Είναι επίσης ευρηματικό όσον αφορά την κεντρική ιδέα. Ο στίχος αυτός καθαυτός όμως δεν περιέχει ιδιαίτερους μετασχηματισμούς (μεταφορές και λοιπά σχήματα λόγου), είναι κυρίως τα νοήματα που μετασχηματίζουν την πραγματικότητα του βιβλίου, την συνδέουν με την αντικειμενική και τη συμβολοποιούν.

Ακολουθούν μερικά ποιήματα από τη συλλογή:



Συμφιλιωμένος με το απρόβλεπτο.
Αλλά με την έλλειψη;
Με το Κενό;
Με το άδειο;
Ο τυφλός
θυμάται τα χρώματα.
Ξεθωριάζουν όμως
διαρκώς στη μνήμη του.
Θυμάται μια υποψία χρωμάτων.
Πού και πού
ριπές θυμού τον διαπερνούν
για την απώλεια της όρασής του.
Δεν διαρκούν πολύ.
Συμβιβάζεται με το σκοτάδι και πάλι.

*********

Ο αέρας σαν να ‘ρχεται από τις στέγες.
Να κατεβαίνει βίαια
σχηματίζοντας δίνες.
Σε μια τέτοια δίνη του μυαλού του
έχει τώρα εγκλωβιστεί.
Με μια βίαιη σύσπαση του κορμιού του
βγαίνει από της δίνης τον κώνο
κι ενάντια στον καιρό
- δυστυχώς, όχι ενάντια στον χρόνο -
ετοιμάζεται για την επιστροφή.
Πάλι διασχίζει τη γέφυρα,
πάλι μπαίνει στον κίνδυνο
να παρασυρθεί από τα νερά του ποταμού.
Πάλι τα καταφέρνει.
Αυτός
ο τόσο αδέξιος,
ο έντρομος
μπροστά σε κάθε κίνδυνο
που έρχεται από μέσα.

*********

Με πυξίδα τον μονότονο ήχο της βακτηρίας
τον έντονο ήχο του παραλόγου
επιστρέφει στο σπίτι.
Βάζει το κλειδί στην πόρτα.
Ψηλαφώντας,
πάντα ψηλαφώντας.
Ανοίγει την πόρτα.
Κάποιος κι αυτόν τον περιμένει.
Η σιωπή.
Εκκωφαντική.


Χριστίνα Λιναρδάκη

Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

Η διδασκαλία της ελληνικής λογοτεχνίας στη Γαλλία του 2013

Είναι γεγονός, η εποχή όπου η ελληνική γλώσσα και η μοντέρνα λογοτεχνία ήταν η κορωνίδα των κλασσικών σπουδών στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια έχει προ πολλού παρέλθει, ελέω οικονομικών και άλλων κρίσεων θα σκεφτούν πολλοί, ίσως απλώς επειδή και στις σπουδές τελικά, υπάρχουν μόδες.

Η δυσκολία της γλώσσας αυτής καθεαυτής είναι το πρώτο εμπόδιο που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν οι όλο και λιγότεροι ενδιαφερόμενοι φοιτητές: για την κατανόηση, τη μελέτη και την επιστημονική προσέγγιση λογοτεχνικών κειμένων απαιτείται η εκ βαθέων γνώση των ελληνικών, έτσι συχνά αυτό που συμβαίνει είναι να παρακολουθούν τα μαθήματα φοιτητές στην συντριπτική τους πλειοψηφία Έλληνες, τουλάχιστον κατά το ήμισυ.

Στη Γαλλία η ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία διδάσκονται σε διάφορα πανεπιστήμια, κατά παράδοση σε αυτά που έχουν καλλιεργήσει με τα χρόνια μια παράδοση στις κλασσικές σπουδές. Δύσκολα όμως διδάσκονται σύγχρονα κείμενα και δημιουργοί: ο κάθε καθηγητής διδάσκει τον συγγραφέα ή τους συγγραφείς που έχει ο ίδιος μελετήσει, σπάνια απομακρύνεται από την πεπατημένη. Στο τμήμα σπουδών μοντέρνας ελληνικής λογοτεχνίας της Σορβόννης έχει κατά καιρούς δοθεί ένα πιο νεωτεριστικό πνεύμα στην έρευνα. Η προσέγγιση του κειμένου είτε στην ποίηση, είτε στην πρόζα γίνεται με άξονα την στρουκτουραλιστική μέθοδο που αποτέλεσε για δεκαετίες τον κατ’εξοχήν τρόπο επιστημονικής ανάγνωσης στην γαλλική πανεπιστημιακή κουλτούρα, και αυτό έχει συχνά ως αποτέλεσμα νέες οπτικές και κυρίως νέες διακειμενικές συνδέσεις.

Έτσι, ο Νίκος Καββαδίας, η Μέλπω Αξιώτη, ο Μίλτος Σαχτούρης, αλλά και ο Βασίλης Βασιλικός, βρέθηκαν να εξετάζονται και με άλλους, λιγότερο κλασσικούς τρόπους, να ξαναγίνονται σύγχρονοι μέσα από μια συνδυαστική ανάγνωση, να κερδίζουν το χαμένο έδαφος και τελικά την καταξίωση που τους αρμόζει και εκτός ελληνικού εδάφους. Η δημοτική ποίηση γνώρισε υπό την εποπτεία του καθηγητή Guy Saunier μια νέα άνθηση, γράφτηκαν άρθρα και μελέτες που ανανέωσαν την ήδη πλούσια παραγωγή στον τομέα.

Η δυσκολία της γλώσσας είναι για πολλούς η αιτία που η ελληνική σύγχρονη λογοτεχνία έχει «καταδικαστεί» να αποτελεί επιλογή μιας ελίτ ή ακόμα χειρότερα μιας συγκεκριμένης πολιτισμικής ομάδας... κατ’ανάγκη ελληνόφωνης. Παρ' όλα αυτά, ο διαφορετικός τρόπος προσέγγισης που μπορεί να γίνει από μη-Έλληνες ερευνητές μπορεί τελικά να αποτελέσει ένα δρόμο εξέλιξης και προώθησης της σύγχρονης μοντέρνας λογοτεχνίας εκτός ελληνικού εδάφους.

Κρις Λιβανίου

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

διαβάσαμε... στο τεύχος της Φιλολογικής που κυκλοφορεί: "Διδάσκω λογοτεχνία"

Διδάσκω λογοτεχνία

Στο Εσπερινό Γυμνάσιο με Λυκειακές Τάξεις όπου εργάζομαι, διδάσκω λογοτεχνία. Τις τελευταίες συνήθως ώρες, όταν το σκοτάδι έχει πέσει για τα καλά και τα καντήλια στο νεκροταφείο απέναντι τρεμοφέγγουν.

Διδάσκω λογοτεχνία στον Μιχάλη που φέτος στα σαράντα δύο του έγινε παππούς και στον γιο του, στην Ευτυχία που ακόμα δεν έχει μάθει να γράφει και να διαβάζει, στον Γιώργο που τον έδιωξαν από το πρωινό σχολείο για ανάρμοστη συμπεριφορά, στον Τοντόρ που έχει χάσει πέντε χρονιές στα πρωινά από απουσίες, στη Μαρίνα που είναι έγκυος στον έκτο μήνα και έχει άλλα τρία παιδιά, στον Σεργκέι που, αν δεν περάσει την τάξη, τον περιμένει φυλακή, στον Μάριο που με ρωτούσε χαμηλόφωνα αν για να μπει κανείς στο Πανεπιστήμιο υπάρχει όριο ηλικίας.

Διδάσκω λογοτεχνία και οι μισοί πάντα λείπουν. Δουλεύουν, την κοπανάνε, κάθονται σπίτι τους, φεύγουν νωρίτερα να προλάβουν το αστικό.Θα έρθουν, άμα μπορέσουν, την επόμενη φορά. Γιατί και τα πούλμαν της πολιτείας που τους μετέφεραν δεν ανανέωσαν τις συμβάσεις τους φέτος.

Διδάσκω λογοτεχνία και δεν τους ρωτάω αν διαβάζουν. Ούτε τους συστήνω βιβλία. Για τον Μακρυγιάννη τους λέω ότι έμαθε τα γράμματα αργά. Για τον Βιζυηνό ότι πέθανε στο φρενοκομείο, για τον Καββαδία ότι ήταν στα καράβια και για τον Ρίτσο ότι έκανε εξορία. Τους διάβασα το ποίημα του Αναγνωστάκη Στο παιδί μου τις προάλλες: 

Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί
Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο
Μα στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια
Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ
Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι
Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω
Ονόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.
Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.

Τους το διάβασα και όλοι το άκουσαν. 

Διδάσκω λογοτεχνία τα βράδια στο Εσπερινό και οι μαθητές μου πότε με ακούν, πότε όχι. Τα Τριαντάφυλλα στο παράθυρο, του Εμπειρίκου, δεν τους τα έχω ακόμα διαβάσει.
Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια  
 (...)Σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη,

πρέπει ένα βράδυ που δεν θα λείπουν και τόσοι μέσα στην τάξη τους να ακουστεί.

Κώστας Καβανόζης

Περιοδικό Φιλολογική, τεύχος 122 (Ιαν.-Φεβ.-Μάρτ. 2013)

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Τσαλαπάτης και Μπογδάνος - η λεπτή γραμμή ανάμεσα

Μετά την απονομή των κρατικών βραβείων λογοτεχνίας πριν από μερικές μέρες, είπα να ξαναρίξω μια ματιά στα βιβλία των δύο βραβευθέντων πρωτοεμφανιζόμενων το 2011 ποιητών Θωμά Τσαλαπάτη (Το ξημέρωμα είναι σφαγή κύριε Κρακ, εκδ. Εκάτη) και Θωμά Ιωάννου (Ιπποκράτους 15, εκδ. Σαιξπηρικόν), οι οποίοι τυχαίνουν και φίλοι (μου) στο facebook. Η γνώμη μου ως αναγνώστη για τις δύο συλλογές είναι ότι πρόκειται για δύο πολύ καλές (όχι βέβαια άριστες) προσπάθειες – καθεμιά για διαφορετικούς λόγους. Κι ενώ ξεχώρισα αμέσως κάποιους στίχους του Ιωάννου («μια άρση λαθών/ολόκληρη η ζωή μας», «καπνίζουμε τον ένα φόβο/πάνω στον άλλο», «κι έγινε η αγάπη/στάχτη που τίναξε/απ' τα ρούχα του ο Θεός») και αρκετά ποιήματα με δυνατές πρωτογενείς ιδέες αλλά και καλή διαχείριση (π.χ. «Υπέρ αναπαύσεως των ματιών», «Καρδιές από τραπουλόχαρτα», «Ιπποκράτους 15»), προβληματίστηκα με την έλλειψη φόρμας του Τσαλαπάτη, όμως λάτρεψα το πώς διαχειρίζεται τον λόγο και η αίσθηση που μου έμεινε μετά την ανάγνωση της συλλογής ήταν πολύ καλή. Αν έβαζα δηλαδή τις δύο συλλογές στον ζυγό και με απασχολούσε μόνο η αίσθηση, αυτός θα έκλινε υπέρ του Τσαλαπάτη. Από την άλλη, ποτέ δεν θα βράβευα μια ποιητική συλλογή με παντελή έλλειψη φόρμας.

Όπως και να ‘χει, γκούγκλισα [sic] «Θωμάς Τσαλαπάτης» για να δω τι λέει ο κόσμος τώρα, μετά τη βράβευση (υπάρχουν πάντα κι οι ασκοί του Αιόλου, να μην το ξεχνάμε, και ποιος μας σώζει τώρα από όλους αυτούς τους «ποιητές» που θα θελήσουν να ακολουθήσουν το παράδειγμά του και θα βρουν το πάτημα για να καταρρίψουν ακόμη και το ύστατο προπύργιο του στίχου), αλλά όχι, το google με έβγαλε σε ένα κείμενο του Τσαλαπάτη για μια συλλογή του Κώστα Μπογδάνου, το «Ον» (ή ίσως "Οn", είναι με κεφαλαία).

Πρέπει να ζω σε άλλον πλανήτη για να μην έχω καταλάβει τίποτα από όλα αυτά που διαμείβονται τους τελευταίους μήνες (η τραγική έλλειψη χρόνου μου με γλιτώνει από διάφορα, δόξα Σοι). Ούτε καν τη συλλογή του Μπογδάνου δεν είχα υπόψη, πήγα λοιπόν και την αγόρασα. Και, βέβαια, τη διάβασα. Χμ! Ναι, πράγματι, κάτι δεν πηγαίνει καλά με τους «ξενοφερμένους ενδοβαλτούς» και λοιπούς άλλους τύπους που σουλατσάρουν εκεί μέσα ή με τον Νερούντα που έκλασε (εδώ ίσως κολλάει αρμονικά και το γνωστό «δεν μας χ… ρε Νταλάρα») ή το mail της bitch που δεν τον μέλει (και γιατί να μέλει κάποιον άλλον) για να αναφερθώ σε μερικά σημεία.

Ποια ήταν όμως τελικά η πρόθεση του Μπογδάνου; Γιατί αν όντως πρόθεσή του ήταν να γράψει μια «επιθετική ποίηση με τσογλανιά» όχι, δεν τα κατάφερε: έγραψε απλώς κακή ποίηση και ο Τσαλαπάτης έχει δίκιο. Αν πάλι η πρόθεσή του ήταν να καυτηριάσει τη σύγχρονη πραγματικότητα, δείχνοντάς την έτσι στραβή όπως είναι, χωρίς να παρεμβάλει το φίλτρο της γνώμης του, μα απλά εκφράζοντάς την, τότε το έκανε καλά (γιατί από στραβομάρα και λόγο ασυνάρτητο, όπως η εποχή μας, είναι γεμάτη η συλλογή) και ο Τσαλαπάτης είναι θύμα πλάνης.

Από τη συλλογή αυτή καθεαυτή άκρη δεν βγαίνει. Υπάρχει ένα υποκείμενο κάτι, εγώ τουλάχιστον είδα έναν υποκείμενο σαρκασμό διάφορων θεωριών New Age, αλλά ακόμη κι αυτός χάνεται μέσα στον παραλογισμό (δεν νομίζω ότι θα μπορούσε κανείς στα σοβαρά του να τον πει υπερρεαλισμό) των στίχων. Ο οποίος είναι τόσο απόλυτος που πραγματικά αρχίζει κανείς να πιστεύει μήπως πρόκειται για εσκεμμένη προβολή της στραβομάρας της εποχής. Οπότε;

Κακοτεχνία από τον Μπογδάνο, εντάξει, αλλά και εμπάθεια από τον Τσαλαπάτη – δικαιολογημένη ίσως στον βαθμό που ο Μπογδάνος δεν είναι κάποιος άγνωστος, αλλά δημόσιο πρόσωπο που με τη στάση του εγείρει αντιδράσεις. Όπως και με την ανάμιξή του τώρα στην ποίηση (το ότι ήταν τριτοδεσμίτης και είναι απόφοιτος φιλοσοφίας από το King’s College δεν την αιτιολογεί ούτε την επιτάσσει). Αυτά τα δύο, η κακοτεχνία του ενός και η εμπάθεια του άλλου, είναι που ορίζουν τα δύο άκρα της λεπτής γραμμής ανάμεσά τους, μιας λεπτής γραμμής που, σε πολλά επίπεδα, συγκαλύπτει αποστάσεις έτη φωτός τεράστιες.

Χριστίνα Λιναρδάκη 

Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

"Η μελαγχολία του βουνού στον ποιητικό υπαρξισμό" Δεν καταλαβαίνω, παιδιά, αλήθεια

Πάντα μου κάνουν εντύπωση όσοι ανεβαίνουν σε ένα οποιοδήποτε βήμα και αρχίζουν να μιλάνε για το ένα και το άλλο της ποίησης. Θέματα "υψηλής φιλοσοφικής διανόησης", "έντεχνης μετρικής αποκρυπτογράφησης", "άλογης πνευματικής φαντασίας" και ένα σωρό άλλα και ωραία που, μάρτυς μου ο Θεός, ποτέ δεν κατάλαβα.

Και δεν μπορώ να προσποιηθώ ότι τα καταλαβαίνω κιόλας. 

Το πρόβλημα, βέβαια, μάλλον είναι δικό μου, γιατί με όση ευκολία οι εκάστοτε ομιλητές αναλύουν τι είναι η ποίηση ή πώς ενεργεί το "έλλογο στο ταυτόσημο του φαντασιακού" (what the fuck?), άλλο τόσο δύσκολο είναι για μένα να τελειώσω έναν και μόνο στίχο, να του δώσω τη θέση που του αξίζει δίχως να τον προσβάλλω ή να τον αξιώσω σε περισσότερα απ' όσα του πρέπουν. 

Καταλαβαίνετε, τότε, το σοκ που μου προκαλείται όταν βλέπω την ευκολία με την οποία αναλύονται θέματα που με βασανίζουν (ή έστω παραπλήσιά τους), όπως η ανάγκη της εκ νέου εφεύρεσης του λόγου σε κάθε ποιητική συλλογή, η ταυτότητα του ποιητικής γραφής και η εξέλιξή της αλλά και ο μόχθος μιας συλλογικής έκφρασης των πιο σημαντικών προσωπικών δεινών του ποιητή, πράγματα, όπως φαίνεται, πολύ απλά για όλους τους άλλους εκτός από εμένα.

Για να μη μιλήσω για την ευκολία που γράφονται βιβλία επί βιβλίων και ποιήματα επί ποιημάτων.

Τρομακτικό. Αλήθεια.

Για να πω και του στραβού το δίκιο, όμως, κάθε φορά που διαβάζω ένα από αυτά τα δοκίμια/αναλύσεις/πνευματικές αποκαλύψεις δεν μου λέει κάτι το ενδιαφέρον, μα την αλήθεια, γιατί όλα σχεδόν είναι περιγραφικά!

Διαβάζω, διαβάζω και περιμένω να φτάσω στην ουσία αλλά, στο τέλος, απλά μου περιγράφουν τι έχουν πει άλλοι, συνενώνουν διάφορα δοκίμια τρίτων με νέες λεκτκές ραφές, αναφέρουν και έναν-δυο διάσημους για... "βαρύτητα" και αυτό είναι. 

Ή, μάλλον, αυτό ΔΕΝ είναι. 

Τέτοιες περιπτώσεις μου θυμίζουν τις ατέλειωτες μάχες μου την τελευταία δεκαετία με το "σαν", ένα βασικό πρόβλημα της ποιητικής έκφρασης καθώς ο ποιητής εξελίσσεται. Και λέω πρόβλημα διότι, αρχικά, ναι μεν ο ποιητής δεν έχει πιο δυνατό όπλο για τις παρομοιώσεις του, αλλά, καθώς προσπαθεί να πει κάποιες αλήθειες, όπως δηλαδή τις αντιλαμβάνεται καθώς παίρνει την ποιητική του πορεία, εγκλωβίζεται στην ευκολία αυτής της προσέγγισης και κάνει πίσω στις μεγάλες μάχες της έκφρασης, οι οποίες δεν περιλαμβάνουν σχεδόν κανένα "σαν". 

Αποτέλεσμα αυτού του εγκλωβισμού είναι να περνάει από το "σαν" στο "είναι" δίχως να έχει εντοπίσει τίποτα ενδιάμεσα, φτάνοντας έτσι σε αλήθειες που ακούγονται... κούφιες. Θεωρίες του κενού. Απ' έξω απ' το τζάμι βρε παιδί μου, πώς το λένε;! 

Τι να πω, το πιο σίγουρο είναι ότι το πρόβλημα μάλλον πηγάζει από εμένα και πως όλοι αυτοί που παρακολουθούν κάποιον να ρητορεύει για το πώς ο ποιητής τάδε "ταυτίζει το εσώτερο του ουρανού με τη χαμένη εφηβεία", καταλαβαίνουν ακριβώς τι τους γίνεται. 

Κι εγώ δεν μπορώ με τίποτα να προσποιηθώ ο καημένος. 

Ηλίας Θ. Παππάς

Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

Ποιητές τοις μετρητοίς

Θα περίμενε κανείς εμείς οι Έλληνες να έχουμε αποτινάξει την τυραννία του γραπτού λόγου, την αυθεντία με την οποία περιενδύουμε αυτόματα ο,τιδήποτε γραπτό δούμε, αναγορεύοντάς το σε θέσφατο. Άλλωστε στο DNA μας έχουμε το γονίδιο του Ομήρου, τους ατελείωτους αιώνες προφορικής επικής παράδοσης, αλλά και το γονίδιο των στιχουργών του δημοτικού τραγουδιού που μέτρησαν άλλους τόσους αιώνες προφορικής παράδοσης κι αυτοί.

Φαίνεται όμως πως όχι, δεν την ξεπεράσαμε. Δεν εξηγείται αλλιώς γιατί τόσοι πολλοί σύγχρονοι δημιουργοί επιζητούν να δουν το όνομά τους τυπωμένο. Γιατί σπαταλούν τόσα χρήματα για να εκδώσουν και να προωθήσουν το έργο τους, αγοράζοντας ουσιαστικά τον τίτλο του ποιητή.

Ναι, στις μέρες μας ο τίτλος του ποιητή αγοράζεται. Κλείνει κανείς μια εμπορική συμφωνία με τον οίκο (τα ξέρουμε αυτά, τα έχουμε εξάλλου ξαναπεί), περί ποιότητας δουλειάς ούτε λόγος, και μετά τις σχετικές τεχνικές εργασίες και την απαραίτητη οικονομική δοσοληψία… βουαλά! έτοιμη η ποιητική συλλογή και μαζί με αυτήν η γέννηση του νέου ποιητή.

Με έκπληξη ομολογουμένως είδα στο αφιέρωμα του poetix (για το αν κομίζουν κάτι νέο στην ποίηση οι νέοι ποιητές) ένα αίσθημα ανακούφισης για τους τόσους νέους ποιητές. Γενικά, με εκκωφαντική εξαίρεση τον Κώστα Βούλγαρη, οι συμμετέχοντες στο αφιέρωμα βλέπουν σαν κάτι πολύ θετικό την τόση μεγάλη ποιητική παραγωγή των ημερών μας – είναι μια τάση που συναντώ πολύ και στο facebook, στις διάφορες ποιητικές ομάδες που παρεπιδημούν εκεί. Η τάση αυτή συνοψίζεται στο ότι, επαινώντας κάθε προσπάθεια και δίνοντας βήμα σε όλους όσους γράφουν (αδιάφορο τι, ποιήματα ή απλώς τσιτάτα για σχολικά λευκώματα ή προσωπικά ημερολόγια), υπηρετείται η ποίηση. Η αλήθεια όμως είναι πως όχι, η ποίηση δεν υπηρετείται έτσι και το μόνο που αποκομίζει ο εκδότης είναι ένα πρόσκαιρο όφελος στην τσέπη του.

Όπως και να’ χει, ο Όμηρος και οι στιχοπλόκοι των δημοτικών τραγουδιών μάς γνέφουν χλευαστικά απ’ την απέναντι όχθη: έχουμε άλλωστε απομακρυνθεί από την εποχή που ό,τι διαβάζαμε το θεωρούσαμε αυτόματα αληθινό, πόσο μάλλον αν πρόκειται για ονόματα και τίτλους. Αν μη τι άλλο, η συγκυρία μάς έχει διδάξει σκεπτικισμό.


Χριστίνα Λιναρδάκη