Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Γιάννης Σκαρίμπας - Όταν η ποίηση δεν αρκεί

Ένα από τα μεγαλύτερα βάσανα του ποιητή ήταν και είναι, άλλοτε με φωνή και άλλοτε με σιωπή, η ανάγκη του να διαβαστεί. 

Μια ανάγκη που δεν βασίζεται απλά και μόνο σε μια λανθάνουσα δίψα για υστεροφημία ή κόμπλεξ κατωτερότητας, όπως συχνά συμβαίνει με τα ποιητικά εκτρώματα που κυκλοφορούν σωρηδόν σήμερα, αλλά σε μια βαθύτερη ανάγκη επικοινωνίας, για τους αληθινούς τουλάχιστον ποιητές, που δεν είναι άλλη, νομίζω, από την εξομολόγηση του αναγνώστη. 

Ο Γιάννης Σκαρίμπας μοιάζει σαν να μην έχει διαβαστεί, σαν να έχει μείνει θαμμένος στα ντουλάπια της ποιητικής ιστορίας, γνωστός μόνο σε ορισμένους που αρέσκονται στην αρχαιολογική εκσκαφή και όχι στο σκάψιμο της άμμου. 

Πώς αλλιώς, αφού η ποίηση είναι μια σκληρή μάνα και, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, γεμάτη από φανφαρόνους που εύκολα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, τον σχεσιακό ή μιντιακό, αποκτούν θέση στο πολυπόθητο βήμα.

Όχι ότι ο Σκαρίμπας δεν είχε τα αφιερώματά του, τις μετά θάνατον τιμές του, τις διθυραμβικές κριτικές του (κάποιες θα τις λέγαμε απλά... αμήχανες σήμερα) αλλά και το εμβόλιμο μερτικό του σε μια γενιά που ξεκίναγε, επιτέλους, την αποστροφή της από την ηθογραφία στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Ήταν όμως αυτά αρκετά για να τον κρατήσουν ζωντανό μέχρι σήμερα;

Ποιος διαβάζει Σκαρίμπα σήμερα, παρά το εξαιρετικής σημασίας έργο του;

Το εν λόγω κείμενο δεν το γράφω απλά για να παρουσιάσω τον Γιάννη Σκαρίμπα, όπως συνηθίζεται στα διάφορα αφιερώματα. Σαν άνθρωπος σιχαίνομαι τις πεπατημένες και, απ' την άλλη, τι νόημα θα είχε αυτό στην πραγματικότητα; 

Ο ποιητής Σκαρίμπας, όμως, είναι η αφορμή για να μας κάνει να σκεφτούμε τη σημασία της υστεροφημίας, την πραγματική βάση πάνω στην οποία μπορεί να κριθεί μία δημιουργία, αν υπάρχει τέτοια, και κατά πόσο η διαχρονικότητα του έργου μοιράζεται ανάμεσα στην ποιότητά του και στη στη λαϊκή του αποδοχή. 

Την απάντηση την ξέρω αλλά δεν θα σας την πω. Όχι πριν διαβάσετε Σκαρίμπα.

Ακολουθεί μια μικρή επιλογή από ποιήματά του και θυμίζω σε όλους το εξαιρετικό και σκληροπυρηνικό ιστορικό του βιβλίο για το 1821

Ηλίας Θ. Παππάς



Εαυτούληδες
("ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ)
Ως ωραία ήταν μου απόψε η λύπη,
ήρθαν όλα σιωπηλά χωρίς πάθη
και με ήβραν —χωρίς κανέν' να μου λείπει—
τα λάθη.
Κι ως τα γνώρισα όλα-μου γύρω — μπραμ-πάφες
όλα κράταγαν, τρουμπέτες και βιόλες
—ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ που με βλέπαν, oι γκάφες-
μου όλες.
A!... τι θίασος λίγον τι από αλήτες
μουζικάντες μεθυσμένους και φάλτσους,
έτσι ως έμοιαζαν — με πρισμένες τις μύτες—
παλιάτσους.
Και τι έμπνευση να μου δώσουν τη βέργα
μπρος σε τρίποδα με κάντα μυστήρια,
όπου γράφονταν τ' αποτυχημένα-μου έργα
—εμβατήρια!
Α... τι έμπνευση!... Μαιτρ του φάλτσου 'γώ πάντα,
με τη βέργα-μου τώρα ψηλά —λέω— με τρόμους
νά, με δαύτη-μου να παρελάσω τη μπάντα
στούς δρόμους.
Kι ως πισώκωλα θα παγαίνω πατώντας,
μες σε κόρνα θα τα βροντούν και σαντούρια
οι παλιάτσοί-μου — στον αέρα πηδώντας —
τα θούρια...

ΦΑΝΤΑΣΙΑ
(ΟΥΛΑΛΟΥΜ)
Νάναι σά νά μάς σπρώχνει ένας αέρας μαζί
πρός έναν δρόμο φιδωτό πού σβεί στά χάη,
καί σένα τού καπέλου σου πλατειά καί φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά νά χαιρετάει.
Και νάν' σάν κάτι νά μού λές, κάτι ωραίο κοντά
γι' άστρα, τή ζώνη πού πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αύτός ο άνεμος τρελά-τρελά νά μάς σκουντά
όλο πρός τή γραμμή των οριζόντων.
Κι όλο νά λές, νά λές, στά βάθη τής νυκτός
γιά ένα – μέ γυάλινα πανιά – πλοίο πού πάει
Όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο πού πέφτει εκτός:
έξω απ' τόν κύκλο των νερών – στά χάη.

Κι όλο νά πνέει, νά μάς ωθεί αύτός ο άνεμος μαζί
πέρ' από τόπους καί καιρούς, έως ότου – φως μου –
(καθώς τρελά θά χαιρετάει κείν' η κορδέλα η φανταιζί)
βγούμε απ' τήν τρικυμία αύτού τού κόσμου . . .


ΟΥΛΑΛΟΥΜ . . .
Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,
κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ' τα νερά
κι από τα δάσα.
Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει ήλιο και βροχή
και νειό φεγγάρι . . .
Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:
. . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το "μπά"
που μ' έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και - τάχας - σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο - ωιμένα -
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.
Τόσο πολύ σ' αγάπησα Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!Πάταγα γω - στραβός - μεσ' τα νερά;
κι εσύ κοντά μου . . .



Το ξάφνιασμα
Δυο Πάνες φουσκομάγουλοι, στου κήπου σου τις στέρνες,
τα χάλκινα —με τρεις οπές— σουράβλια είχαν στα χείλη,
όταν εσύ τις φωτεινές του χάμου έκρουσες φτέρνες
— ζυγά πιτσούνια που έπαιζαν το 'να το άλλο εφίλει.
Του φραμπαλά σου φτερωτή τότε η — σαΐτα —ρίγα
(των χρυσοκεντημένων της — αράδα — παπαγάλων)
στις γάμπες σου ανελίχτηκε — γοργό ερπετό — που ερίγα
στο αλληλοκυνήγημα των άσπρω σου αστραγάλων.
Kι έφυγες. Ωωω. Σαν αστραπών — στο σέρπιο μονοπάτι —
τύφλες φωτός (και σκίρτημα δορκάδας έρμου δάσου)
έμειναν τ' άψε-σβήσε σου: το πήδημα, το πάτι
και τ' αλαφριό, σαν άξαφνου πουλιού, ξεφτούρισμα σου...


1 σχόλιο:

  1. Ήταν και είναι μεγάλος,γίγαντας θα τολμούσα να πω. Ειδικά η ποίηση του. Αγαπημένος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή