Τετάρτη, 22 Μαΐου 2013

Η Κυριακή στην ποίηση

Πολλή Κυριακή για έναν άνθρωπο 
ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ («Το λίγο του κόσμου», 1971)


Ελάχιστοι είναι οι ποιητές μας που βλέπουν την Κυριακή σα μια χαρούμενη μέρα, σαν ευκαιρία για καλοπέραση ή με αισιοδοξία. Το βλέμμα των περισσοτέρων σκοτεινιάζει τη μέρα αυτή. Όπως γράφει ο Ηλίας Κεφάλας «η Κυριακή επιβάλλει τη δική της διάσταση μέσα στις προθέσεις του ποιήματος», βαραίνει πάνω του σαν έρμα, συνοψίζει τις σκιές όλες τις εβδομάδας και από ευκαιρία για ανάπαυλα μετατρέπεται σε θλιβερό κενό.

Ο ήλιος ψηλότερα θ’ ανέβει
σήμερα που είναι Κυριακή.
Φυσάει το αγέρι και σαλεύει
μια θημωνιά στο λόφο εκεί.
(…)
Άσε τον κόσμο στη χαρά του
κι έλα, ψυχή μου, να σου πω
σαν τραγουδάκι χαρωπό,
ένα τραγούδι του θανάτου. 
          ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ («Κυριακή», από τη συλλογή «Ελεγεία και σάτιρες», 1927)

Στα λιμάνια
την Κυριακή σαν κατεβούμε ν’ ανασάνουμε
βλέπουμε να φωτίζονται το λιόγερμα
σπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν 
         ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ («Μυθιστόρημα», «Τα Ποιήματα»)

Με δυσκολία προχωράει η ζωή,
σαν άρρωστο απομεσήμερο,
σαν Κυριακή.
Όπως σ’ ένα μπαλκόνι ένα σκυλί
γαβγίζει από ανία. 
          ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ («Ανία», από τη συλλογή του «Να τελειώνουμε», 1986)

Σ’ εσένα αφήνω τα ρούχα μου,
τα ποιήματά μου, τα παπούτσια μου.
Την Κυριακή να τα φοράς. 
          ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ («3 Χ 111 τρίστιχα», 1987)

Από το πρωί ράβω τα ποιήματα
που ανοίξαν
στις ραφές των Κυριακών.
Στα τοιχώματα της Δευτέρας
προβάρω το πάθος.
          ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΡΣΗ («Η Κυριακή», από τη συλλογή της «Πιστό αντίγραφο με μαλλιά», 1987)

Η πλατεία έρημη
Κυριακή
Η Μαρία ανατέλλει
περνάει στο δωμάτιο
κάθεται στο τηλέφωνο
Η Μαρία έχει βαμβακερή φωνή
ΠΑΝΟΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ («Έπαρση και υποστολή της Μαρίας», από τη συλλογή του «Το σοφό σαλιγκάρι», 1980) 

Πλήθη μονάζουν σε τσίγκινα τραπέζια. Η άμπωτις
των σαλονιών, τα κούφια έπιπλα και το λεκανοπέδιο
της Κυριακής σπαρμένο άδεια ραδιόφωνα.
Γκολ-Γκολκήπερ-Γκόμενα Good bye ζωή γκονατισμένη 
          ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ («Περιπολία», από τη συλλογή του «Ακάθιστος Δείπνος», 1978)

Γυμνό το σπίτι, χωρίς πουλιά και έπιπλα.
Αθόρυβες Κυριακές με σβησμένα τσιγάρα
και ξερούς καφέδες στο πάτωμα – έρωτα στο πάτωμα
ή στο ταβάνι, σαν τις μύγες –
γυμνό το μυαλό μου. Μόνο δυο-τρία καρφιά
στον τοίχο με μυτερούς ίσκιους και ένα χαλάκι
κόκκινο, μαθημένο να ξεφτάει στα πόδια σου. 
          ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ («Στα μισοσκότεινα», από τη συλλογή του «Φωτοτυπίες», 1979)

Κύματα Κυριακής τα μάτια μου
Κύματα μοναξιάς τα χέρια μου
Τρίζουν από ύπνο αθώο
Τα δόντια μέσα στην καρδιά μου 
          ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ («Κυριακή», από τη συλλογή «Σφραγίδα ή η όγδοη σελήνη», 1964)


Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα ποίημα του Νίκου Παππά, το οποίο δημοσιεύθηκε τα Χριστούγεννα του 1946, μέρες δηλ. πραγματικά δύσκολες, στο περιοδικό «Φιλολογικά Χρονικά». Σε αυτό κατηγορεί τον Ελύτη, τον Εγγονόπουλο, τον Σεφέρη και τον Εμπειρίκο, χαρακτηρίζοντάς τους ως «ποιητές της Κυριακής», ως ποιητές δηλ. που δεν σπάραξαν με τον πόνο του κόσμου: «δε νιώσατε το βάρος καμιάς σκλαβιάς/την ελιά και τη βάρκα των ψαράδων/δεν χτύπησαν την πόρτα σας ξένοι στρατιώτες/βογκάει το τραγούδι μας και σας τυραννεί/κλαίνε τ’ αδέρφια μας και προσπερνάτε/ποιητές ποιητές από μαλακό ζυμάρι πλασματικό». Ακόμη και μέσα από αυτό το ποίημα-«κατηγορώ» του Παππά αναδεικνύεται, πιστεύω, πως νόμος της Κυριακής των ποιητών είναι πάντα η θλίψη…


Χριστίνα Λιναρδάκη

ΥΓ. Η επιλογή των ποιημάτων στο κείμενο έγινε αυθαίρετα από το πολύ καλό βιβλίο «Η Κυριακή των ποιητών» του Ηλία Κεφάλα, εκδ. Νέος Αστρολάβος/Ευθύνη, 2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου