Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

Οι λέξεις του ποιητή και η τεχνική του

Ο ποιητής δεν έχει άλλον τρόπο να πράξει παρά με τη γλώσσα
Γιώργος Σεφέρης


Η γλώσσα την οποία χρησιμοποιεί ο ποιητής για να εκφραστεί είχε ανέκαθεν μεγάλη σημασία. Δίνει τον τόνο και το ύφος στην ποίησή του. Αν θα χρησιμοποιήσει λόγιες λέξεις, το ύφος του θα γίνει πιο υψηλό και λυρικό (ή, στην αρνητική πλευρά, πιο απροσπέλαστο). Αν θα χρησιμοποιήσει απλές, το ύφος του θα γίνει πιο άμεσο και πεζολογικό (ή, στην αρνητική πλευρά, αφόρητα λαϊκό, «του δρόμου»). Όλα εξαρτώνται από τη μαεστρία του, από τον τρόπο με τον οποίο θα σκύψει πάνω από τον μέσα του κόσμο και θα διαχωρίσει την ήρα από το σιτάρι, θα αφουγκραστεί τις κατάλληλες λέξεις για να δώσει στο έργο του την πνοή που εκείνος επιθυμεί. Και αυτό το αποκαλούμε τεχνική.

Η τεχνική είναι σημαντική σ’ ένα ποίημα, εξίσου με (αν όχι περισσότερο από) την έμπνευση. Η έμπνευση εντοπίζεται στην προσωπική εμπειρία και στη συναισθηματική της ανάγνωση, όμως είναι η τεχνική που θα έρθει και θα μετατρέψει εμπειρία και ανάγνωση σε απόσταγμα, σε κάτι που δεν θα μεταφέρει ένα στείρο, προσωπικό συναίσθημα το οποίο αρχίζει και τελειώνει στον εκφραστή του, αλλά σε κάτι που αφορά την ανθρώπινη κατάσταση κι έχει νόημα για τους άλλους.

Δεν είναι μόνο η επιλογή λέξεων που θα κρίνει το αποτέλεσμα, όχι. Είναι ο τρόπος διαχείρισής τους, η θέση τους στον στίχο, τα σχήματα λόγου, είναι πολλά. Κι αυτά όλα, τα πολλά, τα υπαγορεύει κάτι που δεν είναι «γυμνά γλωσσικό», όπως έγραψε ο Σεφέρης, «γιατί αγγίζει την έκφραση που ωριμάζει στα βάθη της ψυχής του ανθρώπου, εκεί που η αίσθηση και ο νους συναπαντιούνται απάνω σε μια λέξη και, όπως θα λέγαμε, τη φορτίζουν». Είναι η ψυχή που περνά στον στίχο, όμως όχι μια ψυχή αυτιστική που δεν βγαίνει από τα στενά όρια της εμπειρίας του γράφοντος, αλλά μια ψυχή συλλογική που απλώνεται και εκφράζει τον νου και την καρδιά πολλών.

Κι αυτό, όπως είπαμε, το κάνει ο ποιητής με τις λέξεις. Καθώς όμως προσπαθεί να εκφραστεί - αν είναι καλός, αν τον παιδεύει τον στίχο - θα ανακαλύψει ότι δεν του κάνουν όλες το ίδιο. Θα ξεχωρίσει από αυτές όσες είναι πιο κοντά στην καρδιά του, όσες μπορούν να συνθέσουν το προσωπικό του αποτύπωμα, να μεταφέρουν το ειδικό του βάρος. Και τότε θα αντιληφθεί τις φωνές των άλλων με τις οποίες είναι γεμάτο το κεφάλι του («είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας»*, άλλωστε) και θα προσπαθήσει να τις βάλει στην άκρη, να βρει τη δική του φωνή, να αρθρώσει έναν λόγο που θα αντανακλά αυτό που είναι. Για λίγο. Γιατί μετά θα ακολουθήσει ο αγώνας να αναιρέσει και να υπερβεί τον εαυτό του.

Λέει ο Σεφέρης: «Η δουλειά του ποιητή είναι να προσπαθήσει να κυριαρχήσει τη γλώσσα και να την κάνει να μιλήσει στην υψηλότερη δυνατή ένταση. Αλλά δεν μπορεί ν’ απομακρυνθεί χωρίς κίνδυνο από την κοινή χρήση που κάνει τη γλώσσα φορέα συναισθημάτων. Κι αν είναι η γλώσσα τόσο φθαρμένη ώστε να μη μπορεί να σηκώσει ένταση, αυτό θα πει πως και η κοινωνία είναι φθαρμένη και δεν μπορεί να θρέψει ποιητές».

Θα συμπλήρωνα ότι, ανάμεσα στα πολλά και τα διάφορα που έχουν κατά καιρούς ζητηθεί από τον ποιητή να γίνει, αυτό ίσως που δεν του έχει ζητηθεί ξεκάθαρα είναι να γίνει γεωργός: να καλλιεργήσει το έδαφος της σκέψης του, να σκύψει στη ρίζα της γλώσσας του, να φροντίσει για την υγεία και των δύο και να περιμένει την κατάλληλη στιγμή (ούτε νωρίτερα, ούτε αργότερα) για να συλλέξει τους καρπούς της προσπάθειάς του. Μόνο έτσι θα αποκτήσουν νόημα από το οποίο θα μπορέσουν να τραφούν όλοι.

Χριστίνα Λιναρδάκη


* "Επί σκηνής", ΣΤ΄. Τρία κρυφά ποιήματα, 1966. Ποιήματα. Ίκαρος, 1974.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου