Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Νίκος Καββαδίας: τα χρώματα στην ποίησή του

Συμβαίνει συχνά στην ποίηση γενικά και στου Νίκου Καββαδία ειδικότερα, η εικόνα να είναι ο πυρήνας της ποιητικής πράξης. Πίσω και κάτω από τις λέξεις, ποιητής και αναγνώστης βρίσκονται μπροστά σε ένα «θέαμα» σκηνών και χρωμάτων, ανθρώπων και τοπίων, σε μια αμφίδρομη σχέση που τελικά αποτελεί την βάση της επικοινωνίας που εδραιώνεται αναμέσά τους. Λάτρης της ζωγραφικής ο Καββαδίας, τα πινέλα και τα χρώματα γίνονται το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ποιήσής του και βρίσκουν τη θέση τους στην προσωπική του μυθολογία.

Παρόλα αυτά δεν πρόκειται για στίχους-«ουράνια τόξα», το αντίθετο μάλιστα. Η εικόνα στον Καββαδία μπορεί να βρίθει χρωμάτων όσο και να αδειάζει από αυτά για να χτιστεί στις εναλλαγές φωτός και σκότους, το τοπίο έρχεται να συναντήσει τον άνθρωπο ή να τον εγκαταλείψει στην ερημιά του, η θάλασσα είναι ταυτόχρονα άγνωστη δύναμη και προσωπική, σχεδόν εγκάρδια φίλη. Έτσι, το χρώμα είναι πρώτα από όλα στοιχείο μιας ατμόσφαιρας, μιας κατάστασης, ενός συνόλου συνθηκών που οριοθετούν το εκάστοτε ποίημα. Είναι παρόν περισσότερο για να ενισχύσει μια ατμόσφαιρα παρά για να δώσει το ακριβές περίγραμμα μιας πραγματικότητας περατής στο μάτι, γι’ αυτό συμβαίνει να έχουμε περισσότερο χρώματα «αγωνιώδη» ή «ήρεμα» παρά «ανοιχτά» ή «σκούρα».

Είναι ελάχιστες οι φορές που το φως δρα καταλυτικά στο χρώμα και στο τοπίο και όταν ακόμα συμβαίνει είναι στην πρόζα του Καββαδία, κυρίως στη Βάρδια. Στην ποίησή του το φως είναι «αρρωστημένο»[1] ή «αχαμνό»[2], στρεβλώνει την πραγματικότητα και μειώνει την δυναμική των χρωμάτων: τα σπρώχνει έτσι να μεταλλαχθούν και από οπτικά στοιχεία να γίνουν αγωνιώδη και ψυχολογικά, εγκεφαλικά σχεδόν.
(...) κι ο γκρίζος βγαίνοντας καπνός σιγά με περιβάλλει,
κάνοντας ένα γύρω μου κενό, μαβί και γκρίζο.[3] 
Οι συχνές αναφορές στα τατουάζ, σε όσους τα έχουν στο δέρμα τους αλλά και σε αυτούς που τα φτιάχνουν, εντάσσονται σ’ αυτό το πλαίσιο, μια ανεξίτηλη γραφή πάνω στο δέρμα, της οποίας τα χρώματα συνοδεύουν τον κάτοχό τους ή τον στοιχειώνουν, αναλόγως.

Το πράσινο και το κόκκινο, χρώματα πορείας των καραβιών, είναι τα χρώματα-άξονες, το πορφυρό είναι επίσης παρόν με ισχυρό συμβολισμό, το γαλάζιο (και παραδόξως όχι το μπλε) είναι συνυφασμένο με τη θάλασσα και ως εκ τούτου δεν έχει ποτέ αρνητική χροιά, το γκρίζο είναι αγωνιώδες, συνδεδεμένο με τη γυναικεία παρουσία και πονηριά, εν δυνάμει επικίνδυνο λοιπόν, το άσπρο θα όφειλε να είναι της αθωότητας όμως είναι τελικά του πένθους[4], το μαύρο δεν το φοβάται κανείς. Η ανασφάλεια δεν έχει χρώμα. Έχει γεύση. Η αρρώστια έχει: είναι κίτρινη, ωχρή. Και τα ισχυρότερα συναισθήματα, αυτά που διατρέχουν τους στίχους του Καββαδία είτε εμφανώς είτε υπογείως, δεν έχουν καμία απόχρωση: ο φόβος, η μοναξιά, οι ενοχές.

Οι σπάνιες εικόνες γαλήνης παραδόξως αποτελούνται από συγκερασμό χρωμάτων, δίνουν περισσότερο μια εντύπωση παρά μια περιγραφή. Είναι εκείνες οι περιπτώσεις όπου όλα τα χρώματα έρχονται σε στιγμιαία αρμονία και για ένα μικρό, ελάχιστο χρονικό διάστημα το φως ξαναβρίσκει όλη του την αρχέγονη ισχύ: ο ποιητής το αντικρύζει έκθαμβος, η σκουριά των ενοχών τον εγκαταλείπει, η ελπίδα διαφαίνεται κάπου στο βάθος για να γίνει ανάμνηση αναπότρεπτη τελικά, και καταλυτική.

          Αυγή, ποιός Δαίμονας Ινδός σου μόλεψε το χρώμα;[5]



Κρις Λιβανίου


[1] Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο. (Νίκος Καββαδίας, «Γυναίκα», Τραβέρσο, εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1990, στ. 33, σελ. 16).

[2] Το φως γεννιέται από παντού μα είναι αχαμνό
και τα σκοτάδια το ξεγνέθουν και σου γνέφουν.
(Νίκος Καββαδίας, «Guevara», Τραβέρσο, εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1990, στ. 23-24, σελ. 24)

[3] Νίκος Καββαδίας, «Έχω μια πίπα», Μαραμπού, εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1990, στ. 12, σελ. 23.

[4] Το λευκό ως πένθιμο χρώμα συναντάται στην κουλτούρα της Άπω Ανατολής και θα μπορούσε να είναι μια συγκαλυμμένη αναφορά στα παιδικά χρόνια του ποιητή στη Μαντζουρία.

[5] Νίκος Καββαδίας, «Μουσώνας», Τραβέρσο, εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1990, στ. 21, σελ. 12.

2 σχόλια:

  1. Είναι πολύ όμορφη και ωραία η σύνδεση του "ψυχολογικού" χρώματος με τα εμπρεσιονιστικά κομμάτια εικόνων στην ποίηση του Νίκου Καββαδία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Με απασχολεί συχνά ο μηχανισμός που παράγει την συγκίνηση σε ένα λογοτεχνικό κείμενο, οποιουδήποτε είδους και ιδιαίτερα στην ποίηση όπου οι λέξεις είναι πάντα... λιγότερες από όσες είναι στην πρόζα. Το χρώμα, η εικόνα γενικότερα, φαίνεται ότι αποτελεί πρόκληση για να αποδοθεί και να λειτουργήσει αποτελεσματικά, παράγοντας συναισθήματα στον αναγνώστη... Είναι χάρα μου το ενδιαφέρον σας για το κείμενό μου.

      Διαγραφή