Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

Ήταν κάποτε μια Πόλη... Σκαλίζοντας τις μνήμες, σκαλίζοντας τις λέξεις...


(αφιέρωμα στην Εβραϊκή Κοινότητα της Θεσσαλονίκης 80 χρόνια μετά)

"Είστε Νορβηγός;", ρωτά ο κύριος Balloon τον Peer Gynt του Ίψεν, σε ένα εμβληματικό κείμενό του. Κι εκείνος απαντά: "Ναι, εκ γεννήσεως αλλά με κοσμοπολίτικο πνεύμα. Όσον αφορά στην περιουσία την οποία έφτιαξα, οφείλω να ευχαριστήσω την Αμερική. Την πλούσια βιβλιοθήκη μου τη χρωστάω στις νέες σχολές της Γερμανίας. Από την άλλη, από τη Γαλλία προμηθεύομαι τα γιλέκα μου, τους τρόπους μου και τον πνευματώδη χαρακτήρα μου, από την Αγγλία την εργατικότητά μου, και μια οξεία αντίληψη του τι είναι προς όφελός μου. Οι Εβραίοι με έμαθαν την υπομονή. Μια γεύση του ότι μια καλή κουβέντα δεν κοστίζει τίποτα πήρα από την Ιταλία, και μια φορά, σε ένα επικίνδυνο πέρασμα, για να συμπληρώσω το ζύγισμα των ημερών μου, προσέφυγα στο ατσάλι από τη Σουηδία." (Πέερ Γκυντ, Πράξη IV)

Ο Ίψεν, που θεωρούσε ότι το να είσαι ποιητής σημαίνει να βλέπεις και το να γράφεις, σημαίνει να κλητεύεις εαυτόν σε δίκη και παίζεις τον ρόλο του δικαστή, δύσκολα θα υπεράσπιζε μια δικαιοσύνη στα όρια του "εγώ" ή της ανάπτυξής του, του "εμείς". Δημιούργησε έτσι έναν πολυπολιτισμικό ήρωα μέσα από τον επεξεργασμένο στον αργαλειό του Διαφωτισμού θεατρικό του μύθο. Αλλά στους προγενέστερους μύθους, τους ανεπεξέργαστους αρχαϊκούς μύθους της ανθρωπότητας, αυτούς που σώζονται στα παιδικά παραμύθια (σε αντίθεση με τα ενήλικα παραμύθια μιας πολιτικά ορθής γλώσσας) υπάρχει μια ισχυρή λογική αρνητικής διάκρισης: o ξένος, του οποίου η όψη (ανάστημα, χρώμα, πολιτιστικά χαρακτηριστικά), οι κοινωνικές συμπεριφορές και οι ηθικές προαιρέσεις θεωρούνται επικίνδυνες (ή αντίθετα σε πολύ ιδιαίτερες συνθήκες και αφού έχει ταπεινωθεί ή τιμωρηθεί και δεν "επιστρέφει" θεωρούνται πια "αποδεκτές"), στέκεται μονίμως "έξω κι απέναντι" από τα σύνορα του δικού μας κόσμου, της δικής μας ομάδας.

Ποιές είναι λοιπόν πλευρές της λογοτεχνικής αναπαράστασης των Εβραίων στα Δημοτικά τραγούδια που γράφονται στο ναζιστικά στρατόπεδα;

Τα δημοτικά τραγούδια των στρατοπέδων συγκέντρωσης

Υπάρχει ένας αρχαίος μύθος που μιλά για τις κόρες του Δαναού και το χαμένο τους φορτίο που έπεφτε από τις τρύπιες στάμνες τους. Μιλά για τον διαρκή, ανειρήνευτο αγώνα του ανθρώπου να "ξεδιψάσει" στην υπαρξιακή και κοινωνικοπολιτική έρημο που ζει.

Ίσως δεν υπάρχει χώρος πιο προνομιακός για να φανούν οι αναπαραστάσεις αυτής της λειτουργίας από τη γραφή, ακόμη κι όταν αφορά την απώτατη ακρότητα (όπως αυτή των στρατοπέδων) που θα ξεφεύγει διαρκώς απ' τις λέξεις. Κατεξοχήν μορφή συμβολικής αναπαράστασης ο χώρος της μυθοπλασίας της λογοτεχνίας, επειδή η γλώσσα της λογοτεχνίας πλούσια σε συνυποδηλώσεις, σε συμβολισμούς, σε μεταφορές και σε σχήματα εικονοποιϊας συνδέεται ή αφορά σε εθνικές και πολιτιστικές εικόνες (Αμπατζοπούλου Φ., 2001).

Σε γενικές γραμμές (και σε αντίθεση με τον αντισημιτισμό που υπάρχει σε σημαντικές πλευρές της ελληνικής κοινωνίας), μια γενική αντίφαση στον τρόπο με τον οποίο καταγράφονται οι Εβραίοι στην ελληνική λογοτεχνία στην διάρκεια του 20ου αιώνα. Παρά το γεγονός ενός μικρού αριθμού αντισημιτικών αναφορών (τουλάχιστον όσον αφορά την λογοτεχνία πρώτης γραμμής) όπως ο στίχος του Καρυωτάκη "θα σε σταυρώσουν κονσόρτια κι Εβραίοι", οι οποίες δεν φαίνεται επ' ουδενί να υποστηρίζουν μια εθνο-κάθαρση αλλά χρησιμοποιούνται ως "πολυχρησιμοποιημένοι συμβολισμοί", κάποια θετικά σχόλια δε φαίνεται να λείπουν επίσης ("Και γένομαι αυτός που θα ήθελα πάντα να μένω των Εβραίων, των ιερών Εβραίων ο υιός",  Καβάφης).

Στη δεκαετία του '50 μια εσωτερική αντίφαση εμφανίζεται στις κυρίαρχες αναγνώσεις.Από τη μια μεριά υπάρχουν ο αντικομουνισμός και ο αντισημιτισμός (καθώς "οι κομμουνιστές κι οι Εβραίοι προσπαθούν να κατακτήσουν την Ελλάδα μέσα από τον Μαρξισμό") και δρουν ως "πολύτιμα εργαλεία" στη διαδικασία νομιμοποίησης της κοινωνικοπολιτικής ιεραρχίας στην μεταπολεμική Μεσόγειο. Από την άλλη μεριά, οι Εβραίοι έχουν θυματοποιηθεί σε βαθμό που είναι σχεδόν αδύνατον να πείσουν στον ρόλο του απειλητικού εχθρού.

Η κοινωνία έπρεπε να διαπραγματευτεί αυτή την διπλή εικόνα. Η λογοτεχνία του '50 μπορούσε να καταγράψει αυτές τις πολύσημες δυναμικές με έναν πιο απελευθερωμένο τρόπο από την καθαυτό πολιτική αρένα. Οι καταγραφές της όμως έπρεπε να διαμορφωθούν μέσα σ' αυτή την διπλή εικόνα, να διαμορφωθούν απ' αυτήν, σ' έναν βαθμό να την διαμορφώσουν και την ίδια στιγμή να την ξεπεράσουν, για να δώσουν στους Εβραίους το συμβολικό στάτους που η λογοτεχνία απαιτεί όταν πρέπει να προωθεί κοινωνικές αξίες και διαδικασίες απελευθέρωσης.

Κείμενα αυτο-παρουσίασης

Τα λίγα κείμενα αυτο-παρουσίασης που έχουν έρθει στο φως της δημοσιότητας δεν έχουν πρόσωπο, ούτε όνομα. Είναι δημώδη κείμενα που τριγυρνούν αναζητώντας (ή καλυπτόμενα πίσω από) έναν συλλογικό γονιό. Στην (συλλογική) λοιπόν αυτό-παρουσίαση που καθρεπτίζεται στα δημοτικά τραγούδια τα οποία έχουν παραχθεί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και στα οποία θα επικεντρωθούμε, η εστίαση της αφήγησης είναι εσωτερική και η οπτική γωνία συλλογική (χρήση του 1ου πληθυντικού).

Αυτό δείχνει φυσιολογικό, καθώς τα δημοτικά τραγούδια χρησιμοποιούνται συνήθως για να εκφράσουν την κοινή μοίρα μέσα από ατομικές ιστορίες:
Μαύρη μωρέ, μαύρ' είναι η ζωή που κάνουμε
Με φόβο τρώμε το ψωμί, με φόβο περπατάμε 
Δεν έκλεψα μωρέ, δεν έκλεψα ούτε σκότωσα
Εβραιοπούλα είμουνα, γι' αυτό με φυλακίσαν
στο Άουσβιτς με κλείσαν.
(σ.σ. διατηρείται η ορθογραφία της εποχής).
Βρίσκουμε εδώ (κρατώντας και την ορθογραφία της εποχής) κοινά θέματα με τα υπόλοιπα δείγματα των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, όπως αναφορά στη μητέρα στην κορύφωση του πόνου:
Πάντα πέντε στην σειρά
(Αχ! Μανούλα μου γλυκειά)
Πάντα πέντε στην γραμμή.
(Αχ! Μανούλα μου χρυσή).
Ο πόνος, τα ερωτηματικά και οι σκληρές συνθήκες βρίσκονται ως τα κατεξοχήν υλικά δόμησης μιας συλλογικής αφήγησης ενός "γεγονότος ακραίου" που κανένας μόνος δεν θα μπορούσε να σηκώσει "στους ώμους του" εκείνα τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Εκφρασμένο έτσι μόνο μέσα από τα δημοτικά ή δημώδη τραγούδια/ποιήματα που (εν αντιθέση με την πλειοψηφία των ανθρώπων) επιβίωσαν ως φωνές που εκείνοι "άφησαν πίσω".

Η βαρβαρότητα των στρατοπέδων συγκέντρωσης καθρεπτίζεται σε όλες τις αναφορές κι ανάμεσα τους σε αυτές που αφορούν στις εργασιακές σχέσεις:
Στην δουλειά πηγαίνουμε
Με ανέμους και βροχές
Κι αν σιγά δουλεύουμε
Το μπαστούνι βλέπουμε
(δημοτικό)
Στη βρυσ' μωρέ, στη βρύση να πάω δεν μπορώ
Παντού μου λέει ο σκοπός "είσαι φυλακισμένη,
γερμανοκρατούμενη".
Στα δημοτικά παρουσιάζεται ή μάλλον σκιαγραφείται ένα τραγικό δίπολο στο οποίο η μία πλευρά στερείται της ανθρώπινης υπόστασης της και ανάγεται σε "σκεύος προς χειρισμόν", ενώ η άλλη "δεν έχει" συγκεκριμένο πρόσωπο.
Στο λουτρό μας πήγαιναν
Για ψώρα μας κυττάζανε
Κι η καρδιά μας τικ τικ τακ
Μην τυχόν στο γκάζ μας πάν.
(σσ διατηρείται η ορθογραφία της εποχής). 
Η έλλειψη συγκεκριμένου προσώπου ίσως δείχνει την παρουσία ενός πράγματος που δεν μπορεί να 'χει ανθρώπινο πρόσωπο ή όνομα.

Σκαλίζοντας τις μνήμες, σκαλίζοντας τις λέξεις...

Όσον αφορά τα ποιήματα που γράφτηκαν από Χριστιανούς (ετεροπαρουσιάσεις) αξίζει (σε ένα πολύ πλατύτερο θέμα) να σχολιαστεί ότι στην αναπαράσταση των στρατοπέδων συγκέντρωσης ως "τόπου" παρατηρούμε ένα φαινόμενο. Το άμεσο σοκ αυτού του μη-τόπου, αυτή η έρημος του πόνου, αφήνει τους ανθρώπους δίχως γεωγραφικό προσανατολισμό. Μόνο τα μάτια και το σώμα των θυμάτων συνιστούν έναν σημειολογικό "τόπο", όπου οι άνθρωποι μπορούν να συνδεθούν με την γη. Κι από εκεί με τους "άλλους" ανθρώπους εισχωρώντας στη μνήμη τους.
Καμιά άλλη γη, άρα ρίζα, δεν επιβιώνει.
Ο τρομερός καπνός της σάρκας σου
καίει τη μνήμη σ' άδειες κάμαρες
με όλους τους παλιούς μας φόβους.
Μα η θλίψη αυτή δεν είναι πια δική σου. (Καφταντζής) 
Κι έτσι μόνο μπορεί να ανασυσταθεί η "άλλη γη" των στρατοπέδων στην μεταπολεμική περίοδο ή τα όποια ψήγματα της, μέσα από ανθρώπων τραγικά ίχνη και θραύσματα:
Τώρα που τα βήματά μας αντηχούν στους δρόμους
είναι μάταιο να παρατηρούμε πόσες πέτρες υπάρχουν
και να ψάχνουμε για τ' αχνάρια
των παιδικών ποδιών πάνω στα χιόνια
(Ν.Κοκκαλίδου Ναχμία, "Εκείνοι κι Εμείς") 
Αλίμονο, πρέπει να το δεχτώ: Τα μάτια σου
εξατμίστηκαν στου κρεματορίου την φλόγα.
Σμίξαν με τους ατμούς άλλων ματιών,
που είχαν κάποτε πλανηθεί μες στ' όνειρο.
(Γ.Θ. Βαφόπουλος, "Άουσβιτς: Ελεγείο σε μια ξανθή κοτσίδα")
Στο ποίημα του Τσανάκα που ακολουθεί ο άνθρωπος είναι ανίκανος να εκφράσει τα αισθήματά του με λέξεις και τα χέρια, μαζί με την απρόσωπη αφήγηση σε δεύτερο πρόσωπο, προσπαθούν να εκφράσουν το ανείπωτο που κανένα "πρόσωπο" δεν μπορεί να "σηκώσει", θυμίζοντας έτσι την περίφημη ρήση "όχι ποίηση μετά το Άουσβιτς":
Έτσι τους μιλάς,
πίσω από το συρματόπλεγμα, πάνω απ' το χώμα
τα χέρια σου τραυλίζουν,
σαν να κλέβεις τις λέξεις
απ' τον άνεμο...
Σκεβρωμένος σαν αγέννητος, άφωνο εξάρτημα φωνής στο
οροπέδιο της σιωπής, οι
απόντες σε διδάσκουν
 ν' αφουγκράζεσαι.
(Χ.Τσανάκας Προσκύνημα)
Γενικά υπάρχουν σύμβολα της φριχτής μοίρας (τρένα, νερά, μήτρα, θάνατος). Όλες οι σκηνές που αναφέρονται στις άμεσες εμπειρίες είναι σκηνές τοπικότητας (κι εκφράζονται με σύμβολα Εβραϊκής τοπικότητας όπως αστέρι, Τάλεθ κλπ., καθώς αυτή η μοίρα δεν θεωρείται ότι μπορεί να μεταφερθεί). Αλλά το υλικό μέσα από το οποίο οι συγγραφείς προσπαθούν να διαπραγματευτούν αυτό που συνέβη (μνήμες, απομεινάρια κ.ά.) αποτελείται κυρίως από καθολικότητες που εκφράζονται από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης ζωής και ύπαρξης (μαλλιά, μάτια, καθρέφτες, μητέρα). Οι Εβραίοι, με τον τρόπο αυτόν, "χάνουν" το ιδιαίτερο πρόσωπο τους και αποκτούν (εξαιτίας όμως της ιδιαιτερότητας του προσώπου τους) το συμβολικό στάτους του αιώνια διωκόμενου.

"Όχι ποίηση μετά το Άουσβιτς!" μπορεί να μαστίγωσε τον πολιτισμό μας ο Αντόρνο. Αλλά, λουλούδια που φύτρωσαν στην έρημο των στρατοπέδων συγκέντρωσης, τα δημοτικά τραγούδια των Εβραίων που γράφονται στα στρατόπεδα του θανάτου, υπενθυμίζουν την δύναμη τόσο του ανθρώπου να δημιουργεί μέσα στον άφατο (κυριολεκτικά εδώ) πόνο όσο και ότι οι κόρες του Δαναού (όπως κι αν ονομάζονται σε κάθε εποχή) θ' ανακαλύπτουν ότι οι ίδιες μπορεί να μην ξεδίψασαν, μα φύτρωσαν στην έρημο τα πολυτιμότερα λουλούδια, τα ξερικά, από τις στάλες του "χαμένου" τους φορτίου. Και γίνονται, γι' ακόμη μια φορά, υπενθύμιση του όπου γης αγώνα κατά του φανατισμού και της χυδαιότερης κορωνίδας του, του ναζισμού.

Ελένη Καρασαββίδου

* Χρησιμοποιήθηκε ποιητικό υλικό από το περιοδικό "Χρονικά". Πιο εκτεταμένη μελέτη μπορεί να βρεθεί στο Λογοτεχνικό Περιοδικό της Διασπορικής Λογοτεχνίας http://diasporic.org/mnimes/archives/there-was-a-city-once. Το άρθρο, σε πιο συντομευμένη εκδοχή από αυτήν που δημοσιεύουμε στο στίγμαΛόγου, δημοσιεύθηκε και στην εφημερίδα Αυγή, φύλλο της 22ας Μαρτίου 2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου