Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Τι μας λέει σήμερα η "ποίηση" του... πεζογράφου Καρκαβίτσα;


Έχω την εντύπωση ότι τα πολλαπλά μειονεκτήματα της σύγχρονης ποίησης, για όποιον τουλάχιστον πιστεύει ότι υπάρχουν, είναι απλά διαφορετικές όψεις ενός και μόνο ραγισμένου πρίσματος, που με αφέλεια έχω ονομάσει «συνείδηση του ποιητή».

Δεν ξέρω ακριβώς τι θέλω να πω με αυτή τη φράση,  βέβαια, μάλλον κάτι αναφορικά με το πόσο αληθινός είναι ο κάθε ποιητής, απέναντι στον εαυτό του και στους αναγνώστες του. Για να πω την κρύα αλήθεια, όμως, όσο σκέφτομαι αυτό το «μάλλον» τόσο πιο αβέβαιο μου φαίνεται. 

Τέλος πάντων, αυτό που θέλω να πω είναι ότι, πολλές φορές (όχι όλες, ευτυχώς), διαβάζοντας ένα βιβλίο κάποιου νέου ποιητή κοντά στη δική μου γενιά  -ας την πούμε «η γενιά των σχεδόν σαραντάρηδων και εκεί γύρω»-, αλλά και συχνά όταν ξεφυλλίζω φρέσκες ποιητικές καταθέσεις πρεσβύτερων δημιουργών, πρεσβύτερων με την έννοια της καθιέρωσης, κυρίως, με διαπερνάει μια εσώκλειστη αίσθηση, μια ασφυξία, λες και με έχουν κλείσει σε ένα δωμάτιο με ένα και μόνο κρυφό, θεόκλειστο παράθυρο.

Ο ποιητής μοιάζει να προσπαθεί πάρα πολύ για να με πείσει ότι είναι, όντως, ποιητής, και νομίζει, μάλλον, ότι με ενδιαφέρει και με κόφτει να μάθω το πόσο πολύ υποφέρει, καθώς και το πόσα γνωρίζει για τη «μεγάλη αλήθεια του κόσμου». Αχ και βαχ και τρισαλί... 

Με άλλα λόγια, δεν μου δίνει τίποτα, κανένα χώρο να υπάρξω ως αναγνώστης, να γευτώ από την ποίησή του ένα απόσταγμα δικό μου, που το καταλαβαίνω βρε αδερφέ, και να μαθητεύσω, έτσι, δίχως να αισθάνομαι ότι παρευρίσκομαι στην παράδοση ενός μαθήματος όπου αυτοσκοπός του είναι η τεχνική της σύνθεσης και μόνο.

Γι' αυτό θεωρώ τουλάχιστον περίεργο, λοιπόν, όταν διαβάζοντας ξανά τα «Λόγια της Πλώρης» του Αντρέα Καρκαβίτσα, συνειδητοποίησα με έναν καινούριο τρόπο γιατί βιώνω αυτή την ασφυξία, αυτή την έλλειψη χώρου, έτσι όπως βρίσκομαι συχνά μπλεγμένος στα φασκιωμένα πρόσωπα της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής. Και λέω «τουλάχιστον περίεργο» γιατί τα «Λόγια της Πλώρης» είναι πεζογραφία και όχι ποίηση.

Η αξιοπρόσεκτη σύνθεση των εικόνων, το εξεζητημένο λεξιλόγιο, οι συχνές υπερφυσικές αναφορές, η θεοποίηση της θάλασσας και της φύσης, οι συμβολικές τους προεκτάσεις κ.α. αποτελούν συχνά μερικά από τα βασικά εργαλεία της ποιητικής σύνθεσης και λειτουργίας, στην προσπάθειά τους να συμπαρασύρουν τον αναγνώστη σε κάποια πιθανή - αλλά στην καλύτερη περίπτωση αβέβαιη - έκφραση ή αποκάλυψη. 

Ο Καρκαβίτσας χρησιμοποιεί αυτά τα εργαλεία για τους δικούς του, διηγηματικούς σκοπούς:  

«Ο αέρας παράμεστος από την άρμη του νερού, τη μυρωδιά του κατραμιού, της πίσσας, των σχοινιών. Λόφοι τα στουπιά, σωροί τα σίδερα. Και απ’ άκρη σ’ άκρη της ακρογιαλιάς βαρκούλες ομορφοβαμμένες, μπρίκια ανασκελωμένα, γολέτες ξερμάτωτες, καρίνες αμακιασμένες και στρειδοφόρτωτες.»

 «Κάθε αυγή, με το πρώτο ανάβλεμμα του ήλιου, οι φρεγάδες αστραποβολούν στα γαλανά νερά. Τώρα ψυχή δεν έχουν· έρμες είναι από ναύτες κι από καπετάνιους. Όμως θα έρθη η ώρα που ψυχή θα πάρουν και γοργόνες καστρορίχτισσες θα σμίξουν και θα σύρουν πάλι στο δρόμο τους.»

«Θεόστραβη, μωρέ, η πείνα μας θέριζε τα σωθικά!»

«Πουλάκι θαρρείς, αγαπησιάρικο και ομορφόπλουμο, πέταξε από τα δέντρα της Παράδεισος στην κούρνια μας και με το φτερούγισμα, με τον κελαηδισμό του, άπλωσε βάλσαμο στις τυρρανισμένες ψυχές, ανάδωσε τη χαρά, πλανεύτρα την ελπίδα, τον πόνο και τον μόχθο άβλαβα και ποθητά.»

«Η αγάπη τρέχει αδαπάνητη από τα πλατειά στέρνα του και δροσίζει το καμίνι της κακομοιριάς.»

«Πίσω απ’ τα κάγκελα της πόρτας βλέπει τον Άγιο Πέτρο με τα κλειδιά κρεμασμένα στο ζωνάρι του, με τα μάτια μισοκλεισμένα, τη μύτη μακρουλή και κόκκινη σαν πιπεριόνος».

«Καπετάν Κρεμύδα, ο νότος δυναμώνει.»

Τα παραπάνω δεν είναι παρά μια χούφτα από παραδείγματα για το πως ο Καρκαβίτσας χρησιμοποιεί ποιητικούς μηχανισμούς στα «Λόγια της Πλώρης»

Εντούτοις, κανένας από αυτούς τους μηχανισμούς δεν θα είχε αξία αν ο κοινός παρανομαστής δεν ήταν ο άνθρωπος, ο καθημερινός μόχθος, ο κίνδυνος μιας ζωής που στην πιο αισιόδοξη μοίρα της είναι απρόβλεπτη. Γενικευμένα μιλώντας, δηλαδή, ένα θέμα κατανοητό για τον αναγνώστη,  άμεσο και πάνω απ' όλα γενναιόδωρο.

Ο Καρκαβίτσας διδάσκει, με τον τρόπο του, μια ποιητική ειλικρίνεια που ίσως έχει να πει πολλά περισσότερα για την ποίηση από οποιοδήποτε θεωρητικό κείμενο που παράγει η πλειοψηφία της σύγχρονης «ιντελιγκέντσια», μέσω των περιοδικών, του internet ή των σχολών «δημιουργικής γραφής».

Κατεξοχήν «στεριανός», ο Καρκαβίτσας μας παρουσιάζεται ως ένας αυθεντικός ναυτικός, ο οποίος δεν χρησιμοποιεί απλά ναυτικό λεξιλόγιο ή εγκυκλοπαιδικές γνώσεις για τη ζωή της θάλασσας. Δεν προσπαθεί να μας πείσει ότι είναι θαλασσόλυκος αναλύοντάς μας πώς γίνονται οι κόμποι, πως δένονται οι κάβοι και πώς η αρμύρα διαβρώνει την καρίνα. 

Αυτό που κάνει είναι να οπισθοχωρεί, να παίρνει πίσω θέση με μια ταπεινή αντικειμενικότητα και, ως άλλος λογοτεχνικός ταχυδρόμος, να μας αφήνει ανεπηρέαστους να εξερευνήσουμε, ελεύθερα, σίγουρος για το μήνυμά του και το εύρος της γραφής του.

Η επιρροή του περνάει ατόφια σε όποιον ποιητή θέλει να μάθει από το παράδειγμά του, για το πώς να λειτουργεί ως φορέας και όχι μόνο ως πυρήνας, επιτρέποντας έτσι μια γέφυρα επικοινωνίας που τόσο λείπει από την πλειοψηφία της σύγχρονης ποίησης.    

Μη με παρεξηγήσετε, δεν θέλω να ισχυριστώ ότι αυτό το μικρό κείμενο αναλύει κάτι σε βάθος. Μπορώ όμως να πω πως ο Καρκαβίτσας με βοήθησε να καταλάβω ότι, κάποιες φορές, το σχολείο είναι μόνο εκεί που λείπει ο δάσκαλος. 

Και αυτή η γνώση, κατά την ταπεινή μου γνώμη, μπορεί να φανεί χρήσιμη σε κάποιον που παλεύει με τα σκυλόψαρα της ποίησης.

Ηλίας Θ. Παππάς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου