Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

"Ταξίδι στην αγάπη" του Γιάννη Ανδριώτη

Ο Γιάννης Ανδριώτης έχει εκδώσει διηγήματα και πεζά, αλλά και, εκτός εμπορίου, δύο συλλογές με ποιητική διάθεση, γραμμένες σε μια φόρμα που κινείται στο μεταίχμιο ποίησης και πεζού. Κάποιες γραμμές από τα κείμενα αυτά θυμίζουν χαϊκού αλλά δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως τέτοια, τόσο επειδή δεν ακολουθούν αυστηρά τη φόρμα του χαϊκού όσο και (κυρίως) επειδή δεν αποτελούν εντελώς αυτοτελείς οντότητες, καθώς συνδέονται με τα προηγούμενα ή τα επόμενα με έναν δικό τους αυθεντικό τρόπο.

Οι επιμέρους ενότητες μοιάζουν με χρονολόγιο σκέψεων, με μια ροή απ’ την οποία ο Ανδριώτης αποσπά και φωτίζει ό,τι τον αγγίζει – όπως άλλωστε συμβαίνει και με την αληθινή ζωή, «εκεί έξω». Παρά την αληθοφάνειά τους, τα κείμενα που προκύπτουν κινούνται σε έναν χώρο έξω από τον πραγματικό, συνδυάζοντας την απαλότητα με τον δυναμισμό και, γι’ αυτό ακριβώς, αγγίζοντας τον αναγνώστη. Η γραφή του χαρακτηρίζεται από ευγένεια και ρομαντισμό – τόσο ατόφια όσο σπάνια τα συναντά κανείς στις μέρες μας. Ο λόγος είναι λεπτός και προσεκτικός.

Θα μπορούσε ασφαλώς να υπάρχει μεγαλύτερη εμφανή συνοχή μέσα σε κάθε σύνολο. Θα μπορούσε επίσης να υπάρχει περισσότερη τόλμη στους μετασχηματισμούς.


Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο «Ταξίδι στην αγάπη»:

η 

Ο χωροχρόνος του ονείρου πάντοτε εκτός παιδιάς.

Να ξεπερνάς των παραμυθιών τη χαυνωτική μαγεία.

Το μάταιο των ψευδαισθήσεων στην άνυδρη χώρα των ερώτων.

Καταρρέουν ως πλεκτάνες, ως υπεκφυγές, με τον κούφιο θόρυβο αγάλματος Θεού που έπαψαν να προσκυνούν οι αθώοι, με το βουητό από σμάρι μύγες που βόσκουνε απομεινάρια κρέατος, σάπιες κοιλιές, κρανία ξώπετσα, φωλιές γεμάτες σκουλήκια.
Τώρα μεθούν με το Κενό οι ώρες που σε λάτρεψα Μητέρα.
Τώρα ανησυχούν τα βράχια που πυρακτώνονται άδικα από τον ήλιο.
Τώρα ανηφορίζουνε πομπές οι φρύνοι, με άθλια πηδήματα, τη ματαιότητά τους σκίζουνε οι αιχμηροί βράχοι και μόνο μερικά λευκά και ταπεινά αγριολούλουδα, με φευγαλέα μυρωδιά εγκράτειας, επιμένουν και ξαναρχίζουν το τραγούδι.
Δροσοσταλιές ποτίζουνε το χώμα, που με το τρίψιμο του ανέμου πληθαίνει, με το βλέμμα στραμμένο προς τον ουρανό γλυκαίνει, με μόνη τη συγκατάβαση κερδίζει σε ζωή…
Τα φτωχολούλουδα, με την αφή του σπουργιτιού, στείλανε μήνυμα παντού πως ελπίζουνε στο μέλλον….

Αρκεί να βγει σωστή η φωνή μου και τη δόξα ας τη μοιραστούνε άλλοι. Αρκεί να αγκαλιάσω το ανείπωτο και με τη σάρκα ας μεθύσουν άλλοι.

Στη γαλήνη Σου έσβησε ο παφλασμός των κυμάτων. Στην απολυτότητά Σου μ’ ένα κρώξιμο οι γλάροι πέταξαν μακριά.

Σε σκοτεινές σπηλιές αγρίμια κρυβόμαστε να λυτρωθούμε από το θεϊκό τρόμο.

Με εικόνες θολώνω το μυαλό μου, μήπως πιστέψω πως κάτι, επιτέλους, υπάρχει…

Απόλυτο σκοτάδι η όψη του Θεού.

Στον πάνσοφο Υιό του Ανθρώπου ταιριάζει η σιωπή.

Μας συγκρατεί ο φόβος του απόλυτου κενού πέρα από την Ανάγκη.

Το σύμπαν ήταν μόνο η αρχή, επόμενος σταθμός μας η ανυπαρξία.

Τελευταία μου στηρίγματα: ένα πρόσωπο, μια μελωδία, ένα τσιγάρο. Έπειτα η παράξενη απεραντοσύνη…

Ψυχές που δραπετεύσαμε τυφλά γατιά μες απ’ το δίχτυ της αγιοσύνης.

Παιχνίδι στα χέρια του Θεού: Άνθρωπος με οστά, σάρκα και Πνεύμα. 


(Άνοιξη 1992)


Και ένα ακόμα απόσπασμα από ανέκδοτη συλλογή:

θ 

Με το ανέβασμα των κυμάτων ανοίγεται αισιόδοξη η καρδιά μου. Επιτέλους!

Με κάτι να δένεσαι, κόμπους άγχος να χαλαρώνεις.

Τα σπίτια δοξάζουν τα σώματα και τα βιβλία που διαβάσαμε κάποτε κειμήλια στη βιβλιοθήκη.

Μύρισε Άνοιξη. Στο μπαλκόνι φτερουγίζει η ελπίδα.

Ο μάραθος, το φρεσκοκομμένο λεμόνι, η αγκινάρα, τα κουκιά, το λάδι από τα δέντρα μας, η πατρική εστία, μόνοι πλέον στο σπίτι, ύστερα από τις περσινές απώλειες σε αγαπημένους, ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε το Πάσχα.

Όταν αρχίζει να φυσάει, κάτι ξέφτια από κλαδιά θυμώνουν και κινούνται πέρα δώθε.


Δεν είναι η γραφή αθώα. Μπορεί να τραυματίσει ανεπανόρθωτα…

Κολώνες στο γκρεμό, άσπρες κολώνες μισοσπασμένες. Λίγες στον αριθμό, υπερτιμημένος ο ναός συνοδεύεται από μύθους κι αταβιστικά οράματα. Λουλούδια του αγρού ανοιξιάτικα κι άφοβες μπεκάτσες τριγυρνούν άσκοπα στο ζαχαρένιο περιβάλλον άξιο να φωτογραφηθεί με τον ήλιο λαμπρό και τη γειτνίαση της θάλασσας. Κολώνες φθαρμένες, μισοδιαλυμένες, κερδίζουν σε σεβασμό, θύματα του χρόνου και της φήμης. Του Ποσειδώνα πανταχόθεν ορατός ναός, του άκρου της Αττικής σημείο. 

(2008)

Χ.Λ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου