Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Αραμαϊκή ποίηση - Εφραίμ ο Σύρος


Ο Εφραίμ ο Σύρος ζει τον 4ο μ.Χ αιώνα, με άλλα λόγια, στον χρυσό αιώνα των θεολογικών γραμμάτων και της επιχειρούμενης ελληνοχριστιανικής σύνθεσης. Η συγγραφική παραγωγή του Εφραίμ είναι ευρύτατη και σημαδεύει καίρια τη συριακή/αραμαϊκή λόγια παράδοση μέχρι και τον έβδομο αιώνα. Έκτοτε, η επιρροή της μειώνεται αισθητά μέχρι που σχεδόν εξαφανίζεται, με την δυναμική είσοδο των αράβων και της αραβικής γλώσσας, τόσο στον συριακό χώρο όσο και στο χώρο της μέσης ανατολής και ευρύτερα - μια γλωσσική-πολιτισμική «αντεκδίκηση», θα χαριτολογούσε κανείς, για την αντίστοιχη αραμαϊκή σθεναρή επικράτηση, επί του κοινού σημιτικού στοιχείου, για μεγάλο χρονικό διάστημα. Στον ελληνικό χώρο, αντίθετα με την κατάσταση που επικράτησε στην ίδια του την πατρίδα, το έργο του Εφραίμ αποτέλεσε σταθερή αξία και αναφορά, ειδικά στις μοναστικές κοινότητες και λιγότερο στον ευρύτερο εκκλησιαστικό χώρο.  

Ο Αγ. Εφραίμ είναι κυρίως ερμηνευτής και εξηγητής. Το έργο του διαιρείται τυπικά σε δύο κατηγορίες. Στη μια περιλαμβάνονται έργα υπό την κατηγορία των ύμνων (ας την ονομάσουμε άμεση Ποίηση), όπως «Εις την γέννησιν του Κυρίου», «Εις το Πάσχα», «Εις τον παράδεισον» κλπ, και στην άλλη περιλαμβάνονται έργα υπό την κατηγορία των λόγων (ας την ονομάσουμε έμμεση Ποίηση). Για το είδος αυτό της έμμεσης ποίησης, που καλύπτεται κάτω από τον όρο ομιλίες, λόγοι ή πεζός λόγος (ας φανταστούμε κάτι πολύ μακράν με ό,τι αντιπροσωπεύει η πεζογραφία των Δημήτρη Χατζή ή Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, όπως εγώ, τουλάχιστον, αντιλαμβάνομαι την εγγενή ποιητικότητα τους, το οποίο όμως έχει ως κοινό στοιχείο με τον Εφραίμ την ποιητική θέαση του κόσμου), όπως «Περί μετανοίας», «Περί πάθους», «Υπόμνημα εις την Γένεσιν και την Έξοδον» κλπ.

Σημειώνω πως οι ύμνοι προορίζονται να τραγουδηθούν, έτσι ώστε η μουσική, η μελοποίησή τους, να δημιουργεί μια συμφυία με το καθαυτό ποιητικό κείμενο. Είναι κάτι που φέρνει στο νου την αρχαία ελληνική μελική ποίηση και όχι μόνο. Ωστόσο, το σημαντικό, που μας ενδιαφέρει εδώ, είναι πως και στις δύο κατηγορίες το περιεχόμενο προβάλλεται υπό αυστηρή ποιητική μορφή, η οποία στη μια περίπτωση προσαρτά, για να εκφραστεί, περισσότερα από πενήντα μετρικά σχήματα (!) (η σημιτική παράδοση έχει να επιδείξει πολύ περισσότερα καθώς και τεράστια ποικιλία αποχρώσεων) και αντλεί υλικό, χωρίς ίχνος δισταγμού, από τη φιλοσοφία, άλλες θρησκευτικές παραδόσεις και κυρίως τη λαϊκή παράδοση, ενώ στην άλλη υιοθετεί επτασύλλαβα στροφικά δίστιχα.

Ο Εφραίμ ο Σύρος αποτελεί το μεγαλύτερο κεφάλαιο, τουλάχιστον στην εκκλησιαστική Ποίηση, πριν το μέγα ελληνικό θαύμα του Ρωμανού του Μελωδού (που καταγόταν, σημειωτέον, από την Έμεσα της Συρίας). Ο δρόμος που πορεύεται ο Ρωμανός είναι εμφανώς άλλος, ακόμη και στα δομικά χαρακτηριστικά της ποιήσεώς του, από εκείνον του Εφραίμ. Ωστόσο, θα ήταν εύλογος ο συμπερασμός πως ο Εφραίμ λειτούργησε ως σημαντικό προωθητικό εργαλείο για τα ριψοκίνδυνα ποιητικά στοιχήματα που έθεσε εις εαυτόν ο Ρωμανός και για τη δόμηση του ποιητικού έργου των Κοντακίων του. Οι θεματικές, ενίοτε, συγγένειες, ενισχύουν αυτή τη θέση. Και αρχίζει, μ’ αυτόν τον τρόπο, να αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η θέαση αυτής της ποιητικής αλυσίδας, αν αναλογισθούμε πως η σύγχρονη ελληνική ποίηση, είναι υποχρεωμένη να αναγνωρίσει μεγάλες οφειλές στους… ελληνοσύρους θεράποντές της, καθώς είναι ευκόλως ορατές στο «Άξιον Εστί» του Ελύτη οι άμεσες «λογοκλοπές» από το έργο του Ρωμανού και εν γένει την εκκλησιαστική υμνογραφία και ποίηση, με αναδημιουργικό, φυσικά, χαρακτήρα.  

Το σημαντικό λογοτεχνικά, αλλά - θα τολμούσα να πω - και ανθρωπολογικά και οντολογικά, είναι η εμμονή του Αγ. Εφραίμ να ενδύσει ό,τι θεωρεί ως θεολογική, ανθρωπολογική ή κοσμολογική αλήθεια με την Ποίηση. Η αλήθεια καταφεύγει στον Οίκο της Ποίησης, όπου βρίσκει πρόσφορη στέγη (και σπεύδω να επισημάνω πως όποια πολυσημία έχει για εμάς η έννοια Λόγος, ίδια πολυσημία έχει για τους σημιτικούς λαούς και τις σημιτικές γλώσσες, ακολούθως, η έννοια Οίκος). Αν το ζητούμενο είναι η επάνοδος «εις το αρχαίον κάλλος» και η υπαρκτική ολοκλήρωση του ανθρώπου, η πορεία - κατά τη θεολογία - από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωσιν, τότε υποδεικνύεται, σαφώς, με την φιλοποιητική αυτή «εμμονή» του Εφραίμ, πως η επάνοδος αυτή συστρατεύει οργανικά, στο ριψοκίνδυνο αυτό άθλημα, το ρυθμό, το μέτρο, τη ισοσυλλαβία, τη στροφή, για να οικοδομηθεί ό,τι θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει Εαυτός. Μάλιστα, δεν θα διστάσω να ισχυρισθώ πως αυτά συνιστούν τρόπο υπάρξεως του ανθρώπου και προσλήψεως του Όντος ή μετοχής του σ’ Αυτό. Άλλωστε, δεν είναι νομίζω τυχαίο, πως η σοφία της σημιτικής ποιητικής παραδόσεως αποκαλεί τον στίχο ή την στροφή Οίκο (بيت).Υπερτερώντας, θεωρώ, εννοιολογικά έναντι τής ελληνικής ποιητικής ονοματολογίας, η σημιτική ποιητική παράδοση, καταφανώς, δηλώνει πως κάτι κατοικεί στο πεδίο της Ποιήσεως και υπερακοντίζοντας εδώ τη γνωστότατη αλλά και βαθύτατης οντολογικής σημασίας απόφανση του Hölderlin, πως ο άνθρωπος οικεί ποιητικά τον κόσμο, θα έλεγα πως αυτό που δηλώνει είναι, ότι ο Θεός οικεί ποιητικά το είναι του και, συνεπαγωγικά, τη Δημιουργία.

Υπ’ αυτή την έννοια, δεν διακρίνω διαφορές στον Εφραίμ, τουλάχιστον ειδολογικές ή στις προθέσεις, από τη στάση των Προσωκρατικών, φερ’ ειπείν, να εγκιβωτίσουν τη φιλοσοφική και οντολογική αλήθεια στην Κιβωτό της Ποίησης, ή, ακόμη, από την Ομηρική προσπάθεια να αρθρωθεί η θεολογική μα και ιστορική (ή υπεριστορική αν προτιμάτε) αλήθεια, διά του Ποιητικού Λόγου.

Άδειν
Το κυρίως σώμα του εφραιμικού έργου πολιτογραφείται στην επικράτεια της ποίησης. Είναι έργο που το αλώνει ο ρυθμός, η στροφή, το μέτρο. Μάλιστα, το αυστηρό μέτρο είναι ο παράγοντας που ορίζει μορφικά (και γιατί όχι, ακόμη και εσωτερικά, υπό τον ορίζοντα του περιεχομένου) ακόμη και εξηγητικές ομιλίες του. Η ποιητική χροιά πεζών κειμένων και, κάποτε, ο ρόλος που διαδραματίζει το εφύμνιο, δεν είναι άγνωστα στην ελληνική πατερική γραμματεία (π.χ. στον Μελίτωνα Σάρδεων και κυρίως, κατ’ εμένα, στον επιστολικό λόγο (!) του Ιγνατίου του Θεοφόρου, που θα τον συνέκρινα με ό,τι αισθητικότερο, ποιητικότερο και αγωνιστικότερο έχει να παρουσιάσει η στρατευμένη «αριστερή» ποίηση του 20ού αιώνα παγκοσμίως, και, όσον αφορά στα καθ’ ημάς, τη λυρική πτυχή του έργου του Γ. Ρίτσου). Εν τούτοις στον Αγ. Εφραίμ, η διάταξη των στίχων σε στροφές, αλλά και η συνέλευση όλων των παραπάνω ποιητικών «όπλων» σε μια καθαρά ποιητική ενότητα, συνιστά όντως καινοτομία.

Κύριο χαρακτηριστικό είναι η ισοσυλλαβία, τόσο για τους Ύμνους όσο και για τους Λόγους. Στους μεν ύμνους, η ισοσυλλαβία αυτή γίνεται στροφική, ενώ στους λόγους εγκαταλείπεται το μορφικό αυτό σχήμα. Θα έλεγα από εύστοχη ποιητική διάκριση. Οι ύμνοι αυτοί, απαρτίζουν διάφορες θεματικές ενότητες και ο εισαγωγικός στίχος κάθε ύμνου, παραπέμπει σε έναν παραδοσιακό σκοπό, μια παραδοσιακή μελωδία, γνωστή στην πιστεύουσα κοινότητα που την έλεγε εμμελώς. Ό,τι αφορούσε σ’ αυτόν τον εισαγωγικό παραδοσιακό σκοπό είναι πια χαμένο. Ωστόσο, εδώ αξίζει να γίνει μια παρατήρηση. Ο βυζαντινός υμνογραφικός τύπος του κανόνα (που εκτόπισε τον τύπο του Κοντακίου, στη λατρεία και υμνογραφία, και ισχύει κραταιός έως σήμερα), βαίνει κατά ειρμούς, πάνω στους οποίους γράφεται και ψάλλεται ο,τιδήποτε. Δηλαδή, τα τροπάρια που ακολουθούν τον ειρμό, κινούνται στις προδιαγραφές που αυτός έχει αυστηρά θέσει, τρέπονται δηλαδή προς αυτόν (εξ ου και ο όρος τροπάρια).

Κάθε ύμνος έχει συνήθως μια επωδό που επαναλαμβάνεται μετά από κάθε στροφή. Μια πρακτική που υπάρχει με τον τρόπο της και στο έργο του Ρωμανού του Μελωδού. Η λειτουργία της τομής επιστρατεύεται και στο εφραιμικό ποιητικό έργο, τέμνοντας έτσι το στίχο σε δύο ισοσύλλαβα ημιστίχια. Συναντούμε συχνά μια ποικιλομορφία στιχικών διατάξεων (π.χ. 5+5, 7+7, 4+4 [η βασική ποιητική μονάδα στον Εφραίμ], 5+4, 5+2 κλπ, με σπανιότερες στιχικές μονάδες τα 9-,10-), όμως ποτέ δεν παραβιάζεται η ισοσυλλαβία (ή, τουλάχιστον, σπανιότατα). Αυτό το ποτέ είναι, κατά τη γνώμη μου, η μεγάλη ειδοποιός διαφορά μεταξύ του Εφραίμ (και όχι μόνο) και της ελληνικής παραδόσεως, η οποία επιμένει να προβάλλει την ασυμμετρία ως δομικό στοιχείο του κάλλους. Παράδειγμα, η ανισοσυλλαβία τμήματος των στροφών, στην ελληνική Ποίηση Ρωμανού του Μελωδού, η μη ευθύγραμμη διάταξη της κιονοστοιχίας του Παρθενώνα, κατά ένα τρόπο και κατά μία ειδική πρόσληψη η εγκαυστική εικόνα του Χριστού στο Σινά, ή ακόμη τέλος, η μη χρήση ίδιων μέτρων, στο πινδαρικό ποιητικό υπόδειγμα, περισσότερο από μία φορά (!). Αυτό το άλμα της ασυμμετρίας, ως οντολογικής θεάσεως του κάλλους, δεν το αποτόλμησε ποτέ, κατά κανόνα, η σημιτική ποιητική ψυχοσύνθεση, για τους δικούς της εύλογους και ολότελα αποδεκτούς και κατανοητούς λόγους.

Τέλος, μία από τις αρετές του Αγ. Εφραίμ είναι πως δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει λαϊκά πολιτισμικά στοιχεία, αλλά και τη δημοτική γλώσσα, ώστε να κερδίζει σε αμεσότητα και ζωντάνια. Λησμονημένη και διαγραμμένη παρακαταθήκη, πια, κατά την τάξιν των πρεσβυγενών πατριαρχείων και της, σε απελπιστικά μεγάλο βαθμό, ξύλινης γλώσσας τους σήμερα.

Στάθης Κομνηνός


Σημ. σΛ: Απόσπασμα. Το πλήρες κείμενο μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου