Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

Ποίηση και αντιποίηση

Είναι γνωστά βέβαια τα διάφορα λογοτεχνικοεκδοτικά κυκλώματα που προωθούν και προβάλλουν διάφορες μετριότητες, με αμοιβαία οφέλη και πολυποίκιλες αντιπαροχές, πνευματικές και υλικές. Είναι επίσης εξίσου γνωστό ότι αρκετά σημαντικά ονόματα της λογοτεχνίας μας δεν κατέχουν δικαιωματικά τη θέση που κατέχουν στον πνευματικό χώρο σήμερα – και θα π άψουν να κατέχουν αύριο εννοείται – αλλά η άνοδος και η καθιέρωσή τους οφείλεται σε πολλούς και διάφορους εξωλογοτεχνικούς λόγους, προσωπικούς, πολιτικούς, εκδοτικούς, οικονομικούς, ακόμα και σεξουαλικούς! Είναι πανθομολογούμενο εξάλλου το γεγονός ότι ορισμένα «νέα ταλέντα» εκσφενδονίστηκαν σαν πυροτεχνήματα ξαφνικά και έλαμψαν πολύχρωμα και εκκωφαντικά για ένα μικρό διάστημα στο νυχτερινό ουρανό της λογοτεχνίας μας, για αιτίες που ελάχιστα σχετίζονται με το έργο τους. Όλα αυτά είναι χιλιοειπωμένα και χιλιογραμμένα, όπως και τα αλληλοφαγώματα και τα αλληλομαχαιρώματα που συμβαδίζουν με τα αλληλολιβανίσματα και τις αλληλοφιλοφρονήσεις των μελών όλων αυτών των κυκλωμάτων, καθώς και οι ομηρικοί πολλές φορές καυγάδες τους για τριτεύοντα ενίοτε ζητήματα, οι λογοκλοπές που αποκαλύπτονται κατά καιρούς ότι διέπραξαν, κάποτε προδομένοι από τους άσπονδους φίλους τους, ακόμα και οι σεξουαλικές και ερωτικές παρασπονδίες τους.

Δεν θα μιλήσω λοιπόν για όλους αυτούς τους κυρίους και τις κυρίες, αλλά για κάτι ακόμα χειρότερο: Για τα κυκλώματα των αφανών και άσημων προσώπων που αντιποιούνται τον τίτλο του ποιητή κυρίως και γενικά του λογοτέχνη. Αν τα γνωστά κυκλώματα έχουν να επιδείξουν πολλούς αξιόλογους και υπολογίσιμους πνευματικούς ανθρώπους, αν ακόμα και οι καθιερωμένες μετριότητες έχουν ένα κάποιο έργο, δυσανάλογο βέβαια με τη φήμη τους, αλλά πάντως έργο, είναι κωμικοτραγική στην κυριολεξία η κατάσταση που επικρατεί στον αφανή και αχανή χώρο της παραλογοτεχνίας, της αλογοτεχνίας καλύτερα και ακριβέστερα! Αν ακόμα και οι καυγάδες των γνωστών λογοτεχνών, πέρα από τη φαιδρότητά τους έχουν ένα, μικρό έστω, πνευματικό υπόβαθρο και μια κάποια «ποιότητα», εντός εισαγωγικών έστω, πνευματικό υπόβαθρο και μια κάποια «ποιότητα», εντός εισαγωγικών έστω, είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς το τραγελαφικό θέαμα που παρουσιάζουν όλοι αυτοί οι ανύπαρκτοι «πνευματικοί» άνθρωποι! Η μικρότητα, η μικροπρέπεια, η κακεντρέχεια, η κακοήθεια, η δουλικότητα, η δουλοφροσύνη, η ψευδολογία, η κολακεία, το γλείψιμο, η υποκρισία, η κακία, η ματαιοδοξία, η αυταπάτη για την αξία τους και όλα τα άλλα σχετικά, είναι μερικά μόνο από τα πολλά «πνευματικά προσόντα» τους. Όλα αυτά βέβαια σε συνδυασμό με την παντελή έλλειψη οποιουδήποτε ταλέντου, την αφάνταστη άγνοια στοιχειωδών πραγμάτων που αφορούν την ποίηση, τη λογοτεχνία και την τέχνη γενικά, την πλήρη αμάθεια της ελληνικής γλώσσας, της γραμματικής και του συντακτικού της, την ανυπαρξία οποιασδήποτε αισθητικής, γνώσης και κανόνα που αφορά την τέχνη και ειδικά την ποίηση, όπου οι περισσότεροι από αυτούς «ειδικεύονται» για ευνόητους λόγους δήθεν ευκολίας, την απουσία οποιουδήποτε αισθητικού κριηρίου κλπ. κλπ.

Πέρα από την ανυπαρξία οποιασδήποτε σχέσης με τη λογοτεχνία, όλοι αυτοί οι θλιβεροί τελικά άνθρωποι έχουν και όλα τα ελαττώματα που συναντάμε και σε πραγματικούς λογοτέχνες, μεγεθυσμένα φυσικά: Ο εγωισμός, το κουτσομπολιό, η δυσφήμιση, οι καβγάδες, οι παρεξηγήσεις, οι κάθε είδους συναλλαγές, οι αιφνίδιες μεταστροφές και όλα τα παρεπόμενα, είναι στην ημερήσια διάταξη. Επειδή ο κόσμος αυτός έχει το «κουσούρι» και τον κρυφό «καημό» του αδικημένου, του παραγνωρισμένου, του αγνοημένου, έχει αυξημένα όλα τα τα μειονεκτήματα των πραγματικών λογοτεχνών και ανύπαρχτα όλα τα πλεονεκτήματά τους. Και η απαρίθμηση μόνο αυτών των φαιδροτήτων, των αθλιοτήτων και των ελεεινοτήτων αυτού του κόσμου, θα ήταν κουραστική και αναποτελεσματική.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι έχουν οργανωθεί κατάλληλα για να προστατεύσουν τη μηδαμινότητά τους και την ουσιαστική ανυπαρξία τους. Έχουν τα σωματεία τους, τα περιοδικά τους, τις εφημεριδούλες τους, τις ανθολογίες τους, τους διαγωνισμούς τους. Στα σωματεία τους γράφονται χωρίς κανέναν έλεγχο του λογοτεχνικού έργου τους – από ποιον άλλωστε; Εκεί κυριαρχούν διάφορες φράξιες, που καμιά φορά οδηγούν το σωματείο σε διάλυση, στη συνέχεια κάποιοι από αυτούς ιδρύουν καινούριο σωματείο με διαφωνούντα μέλη από το παλιό και πάει λέγοντας. Στα περιφερειακά έντυπά τους δημοσιεύουν τα «έργα» τους, καθώς και τις «κριτικές» για τα βιβλία τους, πληρώνοντας, αδρά καμιά φορά, τους εκδότες των εντύπων ή αγοράζοντας υποχρεωτικά μεγάλο αριθμό τευχών. Εκτός φυσικά από την υποχρεωτική συνδρομή τους. Στους διαγωνισμούς που διοργανώνουν κατά καιρούς βραβεύονται μόνο τα μέλη της ίδιας κλίκας, από επιτροπές που αποτελούνται από ονόματα εξίσου άγνωστα με τους βραβευομένους. Ειδικές ανθολογίες «ανθολογούν» το κακόφημο έργο τους κ.οκ. Είναι πάντως πολύ διασκεδαστικό να διαβάζεις τα βιογραφικά σημειώματα αυτών που περιλαμβάνονται σ’ αυτές τις ανθολογίες: Όλοι τους έχουν βραβευθεί τουλάχιστο μια φορά σε κάποιον λογοτεχνικό διαγωνισμό, όλοι έχουν πάρει κάποιον έπαινο, σε όλους έχουν γράψει επαινετικές «κριτικές» (με πληρωμή εννοείται) οι «κριτικοί» της παρέας τους! Πολλών έχουν μεταφραστεί ποιήματα σε ξένες γλώσσες(!), περισσοτέρων έχουν μελοποιηθεί ποιήματα που κανένας βέβαια δεν τραγουδάει, άλλων πάλι η φήμη έχει φτάσει και στο εξωτερικό, αφού έχουν βραβευθεί με αντίστοιχα βραβεία και επαίνους ανάλογων πνευματικών απατεώνων ξένων χωρών! Μερικοί απ’αυτούς, οι πιο πετυχημένοι, ζουν από τη λογοτεχνία. Προσέξτε,όχι από το γράψιμό τους, αλλά από την υποτιθέμενη «λογοτεχνική» παραγωγή άλλων «ομοτέχνων» τους, που τους εκμεταλλεύονται ξεδιάντροπα, αναγκάζοντάς τους να πληρώνουν για να βρουν μια θέση στον ήλιο της παραλογοτεχνίας, δηλαδή μερικές σελίδες στα περιοδικά ή στις ανθολογίες τους ή για να γράψουν μια «κριτική» γι’αυτούς. Διοργανώνονται «λογοτεχνικές» βραδιές, «συμπόσια», «συναντήσεις» και πολλά ακόμα ευτράπελα. Η ποιότητα όλων αυτών των εκδηλώσεων, βέβαια, είναι δεδομένη εκ των προτέρων, όπως και των περισσότερων συμμετεχόντων. Οι εξαιρέσεις υπάρχουν πάντοτε, για να επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Οι λίγοι πραγματικά λογοτέχνες που συμμετέχουν και συνυπάρχουν σε όλα αυτά, πνίγονται από τον ποταμό των αντιποιητών, φθείρονται από τη συναναστροφή μαζί τους, υποβαθμίζονται αισθητά.

Οι αποστολές βιβλίων από τον έναν αντιποιητή στον άλλον βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη, μαζί με τις απαντητικές επιστολές αβροφροσύνης. Στη συνέχεια, αποσπάσματα από αυτά τα γεμάτα ψέμματα και κολακείες γράμματα, καθώς και αποσπάσματα των πληρωμένων συνήθως «κριτικών» που γράφτηκαν για προηγούμενα βιβλία του ίδιου «λογοτέχνη», δημοσιεύονται συχνά στις τελευταίες σελίδες του καινούριου βιβλίου του. Και τι δεν μαθαίνουμε – και παθαίνουμε – διαβάζοντάς τις! Το πόσο σπουδαίος «λογοτέχνης» είναι, το πόσο πολλούς επαίνους και βραβεία πήρε σε παντελώς ανυπόληπτους και άγνωστους διαγωνισμούς «ποίησης», το πόσο πολύ συγκινήθηκαν οι επιστολογράφοι και οι «κριτικοί» του διαβάζοντας τα «αριστουργήματά» του, το πόσο μεγάλη εντύπωση τους έκαναν τα «ποιήματά» του και άλλα τέτοια κούφια λόγια χωρίς το παραμικρό αντίκρυσμα στην πραγματικότητα! Φτάσαμε μάλιστα στο σημείο να κυκλοφορούν ακόμα και τόμοι που περιέχουν συγκεντρωμένες «κριτικές» για ουσιαστικά ανύπαρκτους «πνευματικούς» ανθρώπους, που εκδόθηκαν με έξοδα των άμεσα ενδιαφερομένων εννοείται!

Εκτός από τα «πνευματικά» ενδιαφέροντα που υποτίθεται πως παρακινούν αυτούς τους ανθρώπους στο να συμμετέχουν σε «φιλολογικές» βραδιές, συμπόσια «ποίησης», «λογοτεχνικές» εκδρομές και άλλες τέτοιου είδους δραστηριότητες, υπάρχουν πάρα πολλά ισχυρότερα και πεζότερα κίνητρα γι’ αυτή τη συμμετοχή. Πολλές κυρίες της τρίτης ηλικίας π.χ. προσπαθούν συχνάζοντας σ’αυτούς τους κύκλους να λύσουν – προσωρινά έστω – την αυτονόητη σεξουαλική μοναξιά τους συναγωνιζόμενες σε δύσκολες συνθήκες γι’ αυτές τις πρωτοεμφανιζόμενες δεσποινίδες στους ίδιους χώρους, που λόγω ηλικίας και πλουσιότερων – συνήθως – φυσικών προσόντων, βρίσκουν ευκολότερα μία θέση στο κρεβάτι κάποιου εκδότη και την αντίστοιχη θέση στο έντυπό του! Άλλοι πάλι προσαρμόζονται ευκολότερα κι αν δεν καταφέρουν να κορέσουν τις ερωτικές, ικανοποιούν τουλάχιστο τις γαστρονομικές ορέξεις τους, μετριοπαθέστεροι, αφήνουν σε άλλους τη σεξουαλική φροντίδα των κυριών και δεσποινίδων κάθε ηλικίας, ενώ αυτοί αρκούνται σε ένα πιάτο φαΐ και λίγο κρασί, στις διάφορες «φιλολογικές» βραδιές που διοργανώνονται κατά καιρούς σε σπίτια «λογοτεχνών». Βέβαια, το τίμημα αυτών των βραδιών είναι ότι πρέπει να υποστεί κανείς την απαγγελία «ποιημάτων» από τους συμμετέχοντες, που ακολουθείται από θαυμαστικά επιφωνήματα όλων κατά σειρά των παρευρισκομένων, αλλά τι να κάνουμε; Μην είμαστε αχάριστοι, δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα! Εδώ άλλοι πληρώνουνε για να φάνε και να πιούνε, είναι σκληρή και ακριβή σήμερα η ζωή!

Εκτός από τις πληρωμένες «κριτικές» υπάρχουν και οι «παράλληλες» κριτικές, δηλαδή το «γράψε μου για να σου γράψω», και το «βοήθα με για να σε βοηθώ, να ανεβούμε στο βουνό». Υπάρχουν επαγγελματίες «κριτικοί», επαγγελματίες «λογοτέχνες» (κατά την έννοια που έδωσα πιο πάνω), υπάρχουν ακόμα και επαγγελματίες «απαγγέλτριες» που πληρώνονται για να απαγγείλουν «ποιήματα» σε αυτές τις εκδηλώσεις! Μάλιστα, ως εκεί φτάσαμε κι αν θέλετε το πιστεύετε. Βέβαια, οι «απαγγελίες» είναι ανάλογες με τις «κριτικές» και οι «κριτικές» ανάλογες με τα «ποιήματα» και όλα αυτά μαζί ανάλογα με τα άτομα στα οποία απευθύνονται!

Δεν θέλω να θεωρηθώ κακός ή σκληρός, επειδή γράφω όλες αυτές τις πασίδηλες αλήθειες, ούτε αντίθετα να θεωρηθώ ότι ασχολούμαι με εντελώς ασήμαντα πράγματα και τελείως επουσιώδη θέματα. Ο λόγος που με ανάγκασε να γράψω αυτό το άρθρο, είναι για να καταγγείλω την αδιαφορία, την απάθεια, τη συγκατάβαση τελικά με τις οποίες ανεχόμαστε όλο αυτό το άθυρμα των αντιποιητών και αλογοτεχνών γενικότερα. Διότι αυτοί οι άνθρωποι, επωφελούμενοι από την ευγένεια και την ανοχή πολλών πραγματικών λογοτεχνών, εκδοτών και κριτικών, προσπαθούν να επιπλεύσουν όπως όπως στα βαλτονέρια της παραλογοτεχνίας και –καμιά φορά –στα θολά νερά της ίδιας της λογοτεχνίας, με κάθε μέσο και κάθε τρόπο. Προσπαθούν σαν τους μικρούς μαθητές να προβιβαστούν από τάξη σε τάξη, δηλαδή από χειρότερα έντυπα σε καλύτερα έντυπα, από κατώτερα σωματεία σε ανώτερα σωματεία κ.ο.κ. Ειδικά για το τελευταίο θέμα, το κακό παράγινε πια. Η αφάνταστη υποβάθμιση του πάλαι ποτέ πρώτου λογοτεχνικού σωματείου, της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, είναι η καλύτερη απόδειξη ότι έχω δίκιο. Αφού πολλοί από τους αντιποιητές μαθήτευσαν για χρόνια ή και για δεκαετίες στα ποικιλόμορφα τραγελαφικά «λογοτεχνικά» σωματεία, επιδιώκουν και επιζητούν να γίνουν μέλη στην ΕΕΛ, συχνά ξεκινώντας από πάρεδρα στην αρχή, για να γίνουν ταχτικά αργότερα. Η παντελώς λανθασμένη και ολοκληρωτικά ξεπερασμένη αντίληψη που κυριαρχεί στην ΕΕΛ για τη μαζικότητα... του λογοτενικού κινήματος (!), για την άνευ όρων και ορίων εισδοχή –εισροή καλύτερα –νέων μελών, χωρίς τον παραμικρό έλεγχο της πνευματικής βαρύτητας των υποψηφίων, η παράβλεψη καμιά φορά και των τυπικών προσόντων ακόμα των επίδοξων νέων μελών, σε συνδυασμό με ποικίλα όσα εξωλογοτεχνικά κριτήρια, όπως π.χ. προσωπικές γνωριμίες, πολιτικές σκοπιμότητες, εκδοτικά συμφέροντα, φιλικές εξυπηρετήσεις, λογοτεχνικά αλισιβερίσια και όλα τα άλλα συναφή, έχουν καταντήσει τη σημερινή ΕΕΛ καρικατούρα του παλιού εαυτού της! Μετά από το θάνατο μάλιστα πολλών αξιόλογων λογοτεχνών τα τελευταία χρόνια, μελών της ΕΕΛ, η τελευταία κινδυνεύει να μετατραπεί –αν δεν μετατράπηκε ήδη –σε δεύτερης κλάσης σωματείο, αφού από τις εκατοντάδες μέλη της, λίγες δεκάδες μόνο αξίζουν να έχουν τον τίτλο του λογοτέχνη. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη μας ότι οι περισσότεροι από αυτούς είναι ηλικιωμένα άτομα, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ποια θα είναι η εικόνα της ΕΕΛ στα τέλη αυτής της δεκαετίας και αυτού του αιώνα! Οι τελευταίες εκλογές του Μαρτίου 1991 της ΕΕΛ και η ανάδειξη του νέου διοικητικού συμβουλίου, που αποτελείται αποκλειστικά σχεδόν από άτομα μηδαμινού προσωπικού βάρους και μηδενικού λογοτεχνικού βεληνεκούς, πείθει και τον πιο δύσπιστο πιστεύω για του λόγου το αληθές. Το κακό είναι ότι τόσο η πλειοψηφία, όσο και η μειοψηφία του νέου διοικητικού συμβουλίου, βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο, αφού η αντιπολίτευση στο σημερινό κατεστημένο της ΕΕΛ έγινε για καθαρά ιδιωτικούς λόγους κα ικανένα φυσικά δεν πείθουν οι σημερινοί φωνασκούντες ούτε για τη λογοτεχνική αξία τους, ούτε για την αγνότητα των προθέσεών του, αφού τόσα και τόσα χρόνια ήταν συνυπεύθυνοι όλων των αισχροτήτων που συνέβαιναν σε αυτό το χώρο. Και το χειρότερο: Οι λίγοι πραγματικά καλοί υποψήφιοι για το διοικητικό συμβούλιο και των δύο παρατάξεων, όχι μόνο δεν εκλέχτηκαν, αλλά πήραν ελάχιστες ψήφους! Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στις συνελεύσεις για την εισδοχή νέων μελών: Οι αξιόλογοι υποψήφιοι όχι μόνο δεν γίνονται μέλη της ΕΕΛ, αλλά παίρνουν ποολύ λιγότερες ψήφους από τους κατά πολύ χειρότερους συνυποψηφίους τους!

Θα μου συγχωρεθεί ελπίζω αυτή η παρέκβαση για θέματα που αφορούν την ΕΕΛ, μα πιστεύω πως η κατάσταση που επικρατεί σε αυτό το λογοτεχνικό σωματείο είναι ενδεικτική και εικονογραφεί με τον καλύτερο τρόπο τους κινδύνους που περιέγραψα παραπάνω. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι τα περισσότερα μέλη της ΕΕΛ δεν πηγαίνουν στις γενικές συνελεύσεις, ούτε για να ψηφίσουν, ούτε για να εκλέξουν νέα μέλη. Σε αυτούς που δεν πηγαίνουν ανήκω κι εγώ, διότει δεν έχω τη διάθεση να πάρω μέρος σε ένα εκ των προτέρων γνωστό εκλογικό αποτέλεσμα, ούτε μπορώ βέβαια να διαλέγω μεταξύ δύο εξ ίσου απορριπτέων συνδυασμών τους λιγότερο αποτυχημένους υποψηφίους για να τους ψηφίσω. Η ΕΕΛ έχει καταντήσει σκιά του αλλοτινού εαυτού της και εγώ όταν θέλω να δω θέατρο σκιών προτιμώ να πηγαίνω στον Καραγκιόζη! Φυσικά δεν ισχυρίζομαι ότι στα άλλα γνωστά σωματεία η κατάσταση είναι καλύτερη. Η Εθνική Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών λ.χ. έχει και αυτή τα ίδια ή παρόμοια προβλήματα, ενώ η ελιτίστικη και σνομπίστικη Εταιρία Συγγραφέων βρίσκεται σε μια διαρκή χειμερία νάρκη, ανεξάρτητα από εποχή! Περιορίστηκα σε αυτά τα λίγα για την ΕΕΛ, εντελώς δειγματοληπτικά, μόνο και μόνο επειδή τυχαίνει να είμαι μέλος της – ακόμα!

Θα τελειώσω με μια γενικότερη παρατήρηση: Η συρρίκνωση των απαιτήσεων για την εισδοχή νέων μελών στα σοβαρά και γνωστά λογοτεχνικά σωματεία, η άμβλυνση των αξιώσεων για τα προσόντα και τις ικανότητες που πρέπει να έχει ένας λογοτέχνης για να μπορεί να φέρει αυτό τον τίτλο, οι ευγενικές προσεγγίσεις και οι επιεικείς αντιμετωπίσεις των κατά φαντασία λογοτεχνών, η φιλοφρόσυνη και αβροφροσύνη που διέπουν τις σχέσεις πολλών πραγματικών λογοτεχνών με τους παραλογοτέχνες, τους αλογοτέχνες, τους αντιποιητές και όλο αυτό το συνάφι, αποτελεί ένα μόνο μέρος ενός γενικότερου φαινομένου αδικαιολόγητης επιείκειας, αναιτιολόγητης ανοχής και απαράδεχτης αντιμετώπισης παρόμοιων κρουσμάτων και σε άλλους τομείς του πνευματικού, του καλλιτεχνικού, του πολιτικού, του ηθικού και του κοινωνικού χώρου τα τελευταία χρόνια και κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει να αντιμετωπιστεί. Αποτελεί ένα παθολογικό σύμπτωμα της δεκαετίας του τίποτα, της δεκαετίας του ’90 δηλαδή, αν και φυσικά αυτά τα πράγματα υπήρχαν από τότε που υπάρχει η λογοτεχνία, τώρα όμως έχουμε μια επικίνδυνη έξαρση τέτοιων κρουσμάτων, μια ανησυχητική υποβάθμιση όλης της λογοτεχνίας και της τέχνης γενικότερα, μια γενικευμένη παρακμή που αφορά πια όλο τον πνευματικό χώρο. Για μια ακόμα φορά επιβεβαιώνεται η διαλεκτική θέση για μετατροπή των ποσοτικών αλλαγών σε ποιοτικές, προς το χειρότερο δυστυχώς. Όσο μειώνονται οι απαιτήσεις για την ποίηση, έχουμε αύξηση της αντιποίησης. Όσο μεγαλώνει ο χώρος της αντιποίησης, μικραίνει επικίνδυνα ο χώρος της πραγματικής ποίησης, όσο αυξάνονται και πληθύνονται οι αντιποιητές, λιγοστεύχουν ανησυχητικά οι πραγματικοί ποιητές. Τελικά η αντιποίηση βλάπτει και δυσφημεί την ποίηση, κάνει κακό και σοτυς αντιποιητές και στους αληθινούς ποιητές. Κι επειδή εγώ ανησυχώ και δυσφορώ για όλα αυτά, έγραψα αυτό το άρθρο.

Γιώργος Καραντώνης 
Απρίλης 1991


Από το βιβλίο του Γεώργιου Καραντώνη "Η κατάσταση των πραγμάτων", εκδ. Αλεξίσφαιρο, 1994. Το άρθρο διαβάστηκε και στην τηλεοπτική εκπομπή "Αλεξίσφαιρο εικαστικύ και λογοτεχνικού σώματος" στο κανάλι 67 την Κυριακή 22 Αυγούστου 1993.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου