Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

"Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο" του Γιάννη Στίγκα



Μονίμως ονειρεύομαι
μια ανηφόρα που θα βγάζει ολόισια στα σπλάχνα σου
να μπαίνω και ν' αλλάζω τους αλγόριθμους
έτσι που η καρδιά
να ξεκουφαίνει ενδελεχώς τη νόηση
Αγχιβατείν -Pallaksch 
που λέγαν κι οι παππούδες μου
(πατώντας με τα πόδια τους τον μούστο)
υπονοώντας σκοτεινά

Αίμα που'χει το μέλλον μας και πώς να το χορέψεις

(απόσπασμα από το ποίημα "Με τον τρόπο του Γ.Σ.").

Pallaksch: μια λέξη-νεολογισμός του Χαίντερλιν που κάποτε σημαίνει Ναι και κάποτε Όχι, χωρίς να είναι σαφές πότε σημαίνει τι. Αναιρώντας τον αιώνιο διαχωρισμό του Ναι από το Όχι, η λέξη μας κλείνει τολμηρά το μάτι: ανά πάσα στιγμή ο Λόγος μπορεί να πάψει να σημαίνει αυτό που σήμαινε πάντα και να σημάνει το αντίστροφό του.

Ο Ηράκλειτος, από την άλλη, ήταν εκείνος που μίλησε για το αγχιβατείν ή αμφισβη(α)τείν, για την αέναη μεταστοιχείωση που προϋποθέτει η αφθαρσία της ύλης και κάνει τα πάντα να αλλάζουν μορφές. Το διονυσιακό στοιχείο του διαμελισμού και της αναγέννησης, όπως το υπαινίσσεται η αναφορά στον μούστο, εντείνει κι αυτό την αλληγορία.

Με τις δύο αυτές λέξεις (αγχιβατείν -Pallaksch) αντί για πόδια πορεύεται στο «δρόμο μέχρι το περίπτερο» ο Γιάννης Στίγκας. Αγκαζέ με τους δύο προγόνους του, τον ρομαντικό Χαίντερλιν και τον στοχαστικό Ηράκλειτο. Γνωρίζοντας ότι καθετί όχι απλά περιέχει το αντίθετό του, αλλά μπορεί ανά πάσα στιγμή να πάρει τη θέση του, φέρνοντας την ανατροπή. Έτσι ακριβώς, ανατρεπτικά, διαχειρίζεται και τα νοήματα στα ποιήματά του: η ανασφάλεια και η σιγουριά, η ομορφιά και η ασχήμια, η ελπίδα και η ματαιότητα, η αθωότητα και η σκοπιμότητα όχι απλά συνυπάρχουν, αλλά παίρνουν το ένα τη θέση του άλλου με αιφνίδιο και συχνά αφοπλιστικό τρόπο.

Το γεγονός, βέβαια, ότι η ανατροπή είναι δεδομένο  της ζωής είναι ακριβώς αυτό που αφήνει περιθώριο στην ελπίδα. Και, κάπου εκεί, ανάμεσα στην ανατροπή και την ελπίδα, παύει να είναι εύκολο όταν περνάς απέναντι - για μια πράξη ηρωική ή απλώς για να πάρεις τσιγάρα- να διακρίνεις τι ακριβώς από σένα είναι αυτό που διασχίζει τον δρόμο: ο εαυτός σου που ονειρεύεται, ο εαυτός σου που έχει θυμώσει, ο εαυτός σου που βλαστημά μα παραδίδεται γιατί βλέπει τα αδιέξοδα ή ο εαυτός που διατηρεί το θάρρος του ανεξαρτήτως. Ίσως βέβαια να είναι και όλα αυτά μαζί, πότε το ένα και πότε το άλλο - αγχιβατείν, είπαμε.

Ο Γιάννης Στίγκας έχει δουλέψει τον στίχο του. Οι μετασχηματισμοί, από τους οποίους δεν λείπουν οι ιστορικές ή πολιτικές αναφορές, χρησιμοποιούνται εύστοχα για να χτίσουν ένταση, με τον αιφνιδιασμό να λειτουργεί σαν βασικό εργαλείο. Ο λόγος είναι στρωτός και όσο πρέπει λιτός. Είναι τόσο άμεσος που μοιάζει ο ποιητής να εκμυστηρεύεται στον αναγνώστη, να του μιλά όπως μιλά σε έναν στενό φίλο ("ψιτ, μεγάλε").

Στα μειονεκτήματα της συλλογής θα ανέφερα την (ίσως υπερβολικά) ελεύθερη διαχείριση των μετασχηματισμών, την οποία ωστόσο δικαιολογεί ως ένα βαθμό το αγχιβατείν και η οποία έχει στην πλειονότητα των περιπτώσεων καλή κατάληξη, καθώς και τις αναφορές που πάντα είναι δίκοπο μαχαίρι, μια και μπορεί να προσδίδουν βάθος στα ποιήματα, αλλά συγχρόνως κάνουν ενδεχομένως  τη συλλογή λιγότερο προσπελάσιμη στον μέσο αναγνώστη.

Μπορεί ο Γιάννης Στίγκας να αναπολεί τον πολιτικό ακτιβισμό του Μαγιακόφσκι στα ποιήματά του, όμως με τον τρόπο του, αναδεικνύοντας δηλ. τη διάψευση των ονείρων της γενιάς του και παράλληλα το θάρρος που χρειάζεται κανείς για να συνεχίσει να ζει σ’ αυτή τη χώρα αυτή την εποχή δίνει έντονα δραματική και πολιτική διάσταση στην ποίησή του. Άλλωστε, αυτός είναι ο πιο τίμιος ίσως τρόπος πολιτικοποίησης της ποίησης: το να διδάσκει το θάρρος στον βίο.


Χ.Λ.
*******

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ (απόσπασμα)

Ίσως
η χώρα μου ακόμα
κάτω απ' τα χώματα
ίσως
και να διαθέτει ακόμα
μιαν εφεδρεία αθωότητας
Η εξόρυξη κοστίζει βέβαια
είναι κι οι κίνδυνοι πολλοί
               πολλά κοπάδια εγκέλαδοι
αλλήθωροι
               μονόφθαλμοι
μονάχα ο Ιωάννης Καποδίστριας τους κατάφερε
τους άρπαζε απ' τα κέρατα
και πήγαιναν μαζί βαθιά
ώσπου μια μέρα χάθηκε
σ' ένα μεγάλο πορτοκάλι κοίτασμα
(όχι σαν κι αυτά που θάβουν στις χωματερές)
Μιλάω για πορτοκάλι αέναο
αυτό που αστράφτει μόνο του
κι εθίζει
τους πιο ωραίους κούρους
να βγουν
ξανά στην επιφάνεια

Ζῆ πῦρ τόν γῆς θάνατον 
καί ά[ν]ήρ ζῆ τόν πυρός θάνατον
ὓδωρ ζῆ τόν ἀέρος θάνατον
γῆ τόν ὓδατος


Αλλά τι ψάχνεις τώρα
Όταν μιλάει κανείς για την πατρίδα του
τον ρίχνουν στον Καιάδα του ακατάληπτου

Δεν είναι πως κατηγορώ κανέναν σας
Είναι κι ο αέρας τσόγλανος
Κι ο χρόνος
Που μας πατάει και με τα τέσσερα
Γι'αυτό κι οι ποιητές ανέκαθεν
-εδώ λείπει  ένας στίχος με σφυριά-
να κάτι πρόκες
ίσα με το ένστικτο
όχι το γενετήσιο
μα 'κείνο που 'χουν τα πουλιά
μιλώ για το φτερούγισμα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου