Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

Συνέντευξη του Κώστα Κρεμμύδα στο στίγμαΛόγου

Το στίγμαΛόγου έχει σήμερα τη χαρά να φιλοξενεί συνέντευξη του εκδότη και ποιητή Κώστα Κρεμμύδα

στίγμαΛόγου: Το όνομά σας είναι ταυτισμένο με τον «Μανδραγόρα» που είναι ένα από τα πιο σημαντικά περιοδικά για την ποίηση. Τι είναι όμως αυτό που κάνει τον «Μανδραγόρα» σημαντικό για σας; 

Κώστας Κρεμμύδας: Κατ’ αρχήν θεωρώ τιμητικό τον επιθετικό προσδιορισμό δίπλα στον «Μανδραγόρα». Όταν η προσπάθειά σου –η κάθε προσπάθεια– βρίσκεται σε εξέλιξη δεν μπορείς ατομικά να αξιολογήσεις την απήχησή της. Αυτή είναι και το ρίσκο της τέχνης –από τη στιγμή που θα φύγει απ’ τα χέρια μας ένα έργο δεν μπορούμε να διαβλέψουμε την τύχη, την αποδοχή, ή την απόρριψή του.

Τώρα γιατί είναι για μένα σημαντικός ο Μανδραγόρας; Μα, μου άλλαξε τη ζωή, με βασανίζει συμπληρωμένα 20 χρόνια, μεγάλωσα μαζί του, γνώρισα αλλά κι έχασα σπουδαίους φίλους και συντρόφους – τον Χρήστο Ηλιόπουλο, τον Αντρέα Παγουλάτο, τον Θανάση και την Αγγελική Κωσταβάρα, τον Κώστα Κοντοδήμο,… – με εξάντλησε και εξακολουθεί, ελέγχει κάθε στιγμή την ικανότητα και την αποτελεσματικότητά μου, κοντολογίς είναι αδηφάγος αλλά και χαριτωμένος, μουρτζούφλης και προκλητικός, απαισιόδοξος και εμπνευσμένος. Είναι κάτι άλλο από την μιζέρια της καθημερινότητάς μου, απ’ την οποία έχει για την ώρα καταφέρει να με λυτρώσει.

σΛ: Τι πιστεύετε ότι μπορούν να αλλάξουν τα περιοδικά ποίησης για να προσεγγίσουν τον μέσο αναγνώστη; Τι κάνουμε, με άλλα λόγια, λάθος οι άνθρωποι που υπηρετούμε τον χώρο της ποίησης και δεν επιτυγχάνουμε να αυξήσουμε το αναγνωστικό κοινό; 

ΚΚ: Δεν έχω πια συνταγές, ποτέ δεν είχα και φοβάμαι πως τα δοκίμασα όλα. Δεν ξέρω αν υπάρχει μια αίσθηση στον αέρα που παροτρύνει το κοινό, που διαμορφώνει καλύτερες προϋποθέσεις στην τέχνη. Εγώ μάλλον δεν ήμουν τυχερός καθώς άργησα να ξεκινήσω κι έτσι χάθηκε ο ευνοϊκός απόηχος που σχεδόν μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του’80 υπήρχε στην Ελλάδα. Μετά ήρθε η Αυριανή, ο Αυριανισμός, ο Κοσκωτάς, ο Κουτσόγιωργας, οι πλαστικές σημαίες, ο Τσοβόλας που τα ’δωσε όλα… Τι δουλειά είχε εκεί μέσα η ποίηση;

σΛ: Το «γιατί η ποίηση» πώς ξεκίνησε και πώς λειτουργεί; Ανταποκρίνεται μέχρι τώρα στις προσδοκίες σας; 

ΚΚ: Ίσως να μην ανταποκρίνομαι κι εγώ στις δικές του… Όσο για τον συγκεκριμένο κύκλο, νομίζω πως εμφανίζει μια δυναμική και παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον, ή μάλλον αλλιώς: δίνει ένα έναυσμα να ξεκινήσουμε μια συζήτηση/σκέψη που ίσως επώδυνα να οδηγήσει κάπου. Μπορεί του χρόνου ή τον επόμενο. Αν και μάλλον εσείς πρέπει να απαντήσετε αυτήν την ερώτηση: Πώς το εισπράττετε μέχρι τώρα;

σΛ: Σαν μια αξιόλογη και έντιμη προσπάθεια, από τις ελάχιστες – ομολογουμένως – των ημερών. Πώς γίνεται η επιλογή των ποιητών που παρουσιάζουν τη δουλειά τους στην εκδήλωση;

Οι συντονιστές επιλέγουν κατά κύριο λόγο. Βέβαια, η πλειοψηφία των συντονιστών είναι (εκτός από τον Δουατζή) από τον Μανδραγόρα, οπότε συζητάμε όλοι μαζί. Στόχος μας είναι το πάντρεμα των γενεών, να καλύπτεται ένα ευρύ ηλικιακό φάσμα και να υπάρχει σφαιρικότητα στην παρουσίαση.

σΛ: Θα μπορούσαν τέτοιες συναντήσεις ή άλλες, όπως το «Συμπόσιο ποίησης», να αποτελέσουν την αφετηρία ώστε να δημιουργηθεί μια κοινή στάση και πορεία των ποιητών ενάντια στα πολιτικά δρώμενα; 

ΚΚ: Η τέχνη έχει κακοπάθει από διατεταγμένες στοιχίσεις. Ακόμα και σήμερα βλέπουμε να ανθίζουν ή μάλλον να γαϊδουραγκαθιάζουν –αν μου επιτρέπεται ο νεολογισμός γιατί δεν μπορούμε να μιλήσουμε για «άνθιση» όταν επιβάλλεται κάτι διοικητικά, κομματικά, παρεΐστικα – λογικές που επιχειρούν να επιβάλουν δημιουργούς, αισθητικές, μόδες, με βάσει διατεταγμένα κριτήρια. Το βλέπουμε με όλους αυτούς που προωθεί το Συγκρότημα άλλοτε Λαμπράκη και νυν Ψυχάρη σχεδόν από τα μέσα του περασμένου αιώνα, σε όλους τους τομείς τέχνης. Ίσως γι’ αυτό οι δημιουργοί είναι επιφυλακτικοί, ίσως γι’ αυτό υπάρχει δυσκολία σύμπλευσης. Από την άλλη, η κοινωνία γαλουχήθηκε από χρόνια στην ατομικότητα και στην ιδιώτευση: ο καθένας για τον εαυτό του ακόμα και εις βάρος του διπλανού του. Γιατί να μην επεκταθεί και στους καλλιτέχνες το φαινόμενο; Άρα μάλλον δύσκολα τα βλέπω.

σΛ: Ποιος είναι ο δικός σας απολογισμός του «Είμαστε εδώ»; Κάποιοι σας έκριναν αρνητικά που διαβάσατε δικά σας ποιήματα τη στιγμή που ήσασταν ο ένας από τους διοργανωτές της εκδήλωσης. 

ΚΚ: Νομίζω πως ήταν η πρώτη φορά κι ελπίζω να μην είναι η τελευταία που οι δημιουργοί δήλωσαν παρόντες, με τον δικό τους καλλιτεχνικό τρόπο, απέναντι στον αφανισμό της Ελλάδας. Το ότι αυξάνονται οι αυτοκτονίες, η ανεργία φτάνει το 1,5 εκατομμύριο, οι άστεγοι στην Αθήνα τις 25.000, η φτώχεια αγγίζει πάνω από το 30% του λαού, δείχνει πως δεν έφτασε η συναυλία στην πλατεία Κλαυθμώνος στην Πανσέληνο του Ιουλίου. Σήμερα επισκέφθηκα την Εθνική Βιβλιοθήκη για ένα ISBN. Είναι η δεύτερη φορά που τη βρίσκω χωρίς φως – κι είναι έτσι από την προηγούμενη εβδομάδα. Πέρυσι, είχε συμβεί πάλι το ίδιο: δούλευαν οι άνθρωποι σε ένα γυάλινο κτήριο που δεν ανοίγουν τα παράθυρα με 45 βαθμούς και χωρίς ηλεκτρικό. Τι να λέμε μετά για «Είμαστε εδώ» ή για την «Ημέρα ποίησης»;! Όσο για το «Είμαστε εδώ», νομίζω το ότι διάβασα τελευταίος ένα μόνο δικό μου τελευταίο ποίημα και δυο άλλα, τον «Δεκέμβρη» του Νίκου Φωκά και ένα της Χαράς Χρηστάρα μάλλον δεν πρέπει να εκληφθεί ως εύνοια. Αν παρακολουθείτε τον Μανδραγόρα και τις δεκάδες εκδηλώσεις μας, μάλλον δεν θα ’χετε δει να αυτοπαρουσιάζομαι είτε έτσι είτε αλλιώς…

σΛ: Έχει κοστίσει η εκδοτική σας δραστηριότητα και η γενικότερη προσπάθεια προώθησης της ποίησης που καταβάλλετε στο προσωπικό ποιητικό σας έργο;

ΚΚ: Πολύ, αρκεί να πω ότι το τελευταίο ποιητικό μου βγήκε το 2002, έχω εδώ και τρία χρόνια το εξώφυλλο έτοιμο ενός βιβλίου με 25 δοκιμιακά κείμενά μου, κι εδώ και 6-7 χρόνια δεν καταφέρνω να δημοσιεύσω το διδακτορικό μου για την «Επιθεώρηση Τέχνης», κάτι που με ενδιαφέρει πολύ και ’θελα να το κάνω.

σΛ: Τι πιστεύετε ότι μπορεί να προσφέρει η ποίηση σήμερα για να πληρωθεί κάπως το πολιτικό κενό; Θέλω να πω, είναι εποχή μελανιού. Μήπως όμως θα έπρεπε να είναι εποχή αίματος;

ΚΚ: Το πιστεύω, αλλά δεν ξέρω αν και πώς μπορεί να γίνει. Οι στίχοι μπορεί να ανατρέψουν καθεστώτα. Γι’ αυτό στα δύσκολα καίνε βιβλία, λογοκρίνουν, κρατούν συνειδητά την τέχνη μακριά και πέρα απ’ τον κόσμο. Τι άλλο είναι η κρατική πολιτική για τον πολιτισμό και οι αθλιότητες με τις δήθεν αλλαγές στην παιδεία που γίνονται με βάσει τις εκλογικές τους περιφέρειες; Θυμηθείτε ποιους τοποθέτησαν στο Υπουργείο Πολιτισμού: τον Κούβελα με τους λαπάδες, τον Ζαχόπουλο που πήδηξε απ’ το μπαλκόνι, τον Τατούλη που δρέπει δάφνες λαϊκισμού στην Αρκαδία, τον Καραμανλή τον μικρό, τον Λιάπη επειδή υπήρξε ανιψιός, τον Σαμαρά για να βγει από τον πολιτικό γύψο που του επέβαλε ο Μητσοτάκης, και πάει λέγοντας… Θυμηθείτε τον Γιωργάκη στο Παιδείας που υπέγραφε κονδύλια για να εξασφαλίσει τους φίλους εκδότες, βιβλία που σάπιζαν στο Υπουργείο Παιδείας, τους δεκάδες συμβούλους της Διαμαντοπούλου, τα βιβλία που πέρσι δόθηκαν παραμονές εξετάσεων στα σχολεία! Ποια ποίηση και ποια τέχνη λοιπόν;

σΛ: Γιατί οι εκδοτικοί οίκοι έχουν φθάσει σε σημείο να μη μπορούν να εκδώσουν ποιητικές συλλογές με δικά τους έξοδα και πώς εξηγείται το γεγονός ότι ένας εκδοτικός οίκος μπορεί να ζητήσει ακόμη και 2000 ευρώ για ένα 30φυλλο βιβλίο;

ΚΚ: Από χρόνια τα βιβλία δεν αγοράζονται από το κοινό. Δεν έχω άποψη με τα τύπου βίπερ Νόρα, ή τα σκανδαλοσεξουαλικά. Αλλά ακόμα και τα διηγήματα, τα μυθιστορήματα, και βέβαια τα ποιητικά δεν πουλάνε ούτε ένα αντίτυπο. Πριν χρόνια είχαμε βγάλει τα δυο τελευταία ποιητικά του Μιχάλη Κατσαρού. Αν έρθετε, θα τα δείτε στα γραφεία μας. Απούλητα. Το ίδιο και του Θανάση Τζούλη, ενός από τους σημαντικότερους υπερρεαλιστές ποιητές, το «Και γάμον Έβρου του ποταμού», το τελευταίο του βιβλίο, το χαρίσαμε, όπως μετά θάνατον έδωσα στους οικείους του το δοκίμιο του Μανόλη Λαμπρίδη με τρία σπουδαία μελετήματά του για Λούκατς, Κάφκα, Σεφέρη, όπως και το τελευταίο, το Πέραμα, του Αντρέα Παγουλάτου, όπως και ο τόμος για τον Νικόλαο Κάλα… Ένας κατάλογος που θα μπορούσε να συνεχιστεί. Τα δε ελάχιστα που πουλιούνται είτε δεν εισπράττονται καθώς κλείνουν τα βιβλιοπωλεία; (Τούμπας, Λέσχη δίσκου, Φωλιά του Βιβλίου), είτε δεν πληρώνουν ποτέ, είτε καθυστερούν συνειδητά σκόπιμα: Από το 2011 ο Εύδοξος για τις Πανεπιστημιακές εκδόσεις δεν μας έχει καν κοστολογήσει (το κοστολογημένο παρ’ όλα αυτά αυθαιρέτως εκ μέρους τους με 7,39 ευρώ) τις Εποχές της Κριτικής και μας παρακρατούν τα λεφτά που δικαιούμαστε. Το ίδιο και ΥΠΠΟ: από τον Δεκέμβριο έχουμε δώσει 300 βιβλία του βραβευθέντος «Φαγιούμ» του Θοδωρή Ρακόπουλου. Άγνωστον αν τον Μάιο θα μας πληρώσουν!

σΛ: Υπάρχει κλίκα στον ποιητικό χώρο και, αν ναι, συνδυάζεται με τους εκδοτικούς οίκους;

ΚΚ: Κατά τη γνώμη μου τίποτε παραπάνω απ’ ό,τι κάθε εποχή, μια παρέα δηλαδή ηλικιακή, συγκυριακή, συντοπίτικη, ενδεχομένως με κοινές ερωτικές, κομματικές, αστικές ή άλλες προτιμήσεις, που απλώς απευθύνονται στους γνωστούς του περιβάλλοντός τους κάθε φορά. Βέβαια στην Ελλάδα χρειάζεται να εντάσσεσαι κάπου, να ’χεις έναν προστάτη (όχι παθολογικό). Άλλωστε με προστάτες υπήρξαμε ως κράτος, χάρη σε αυτούς επεκταθήκαμε στην Ελλάδα των πέντε θαλασσών, των πέντε φάσκελων και των δύο ηπείρων, αλλά και συρρικνωθήκαμε. Με τους προστάτες ξαναφέραμε τον Γεώργιο, υποδεχτήκαμε τον Σκόμπι, μεγαλουργήσαμε στη Μακρόνησο. Αρετές της φυλής που επανέρχονται τελευταία.

σΛ: Διαβάζω από το editorial του τελευταίου Μανδραγόρα: «Για εμάς η πλαισίωση της τρέχουσας ανέκδοτης ύλης (που οφείλει να είναι πολύχρωμη, πολυπρισματική, πειραματική, ρηξικέλευθη, να κινείται από τη μαθητεία μέχρι την ωριμότητα, από το κλασικό μέχρι το μοντέρνο, από το αυτονόητο μέχρι το απροσδιόριστο)...». Εντέλει χωρούν τα πάντα στην ποίηση; Και πώς μπορούμε να ξεχωρίσουμε μια τάση ή απλά ό,τι είναι καλό μέσα σε τόσες πολλές συνιστώσες; 

ΚΚ: Χωρούν, οφείλουν να χωρούν πολλά σε ένα περιοδικό. Αρκεί να καλύπτονται κάποια αισθητικά κριτήρια. Αρκεί να έχουν να πουν οι ποιητές πράγματα. Βέβαια ο ελεύθερος στίχος δεν κατάφερε ακόμα να απελευθερώσει την πραγματική τέχνη. Χάρη στην ευκολία της αβίαστης ελεύθερης γραφής μπορούν να γίνουν και τερατογενέσεις. Αλλά επειδή υπάρχουν οι φασίστες της Χρυσής Αυγής δεν θα εμποδίσουμε την δημοκρατική έκφραση. Το ίδιο και στην τέχνη. Ας είμαστε πιο απαιτητικοί, ας αυξηθούν οι αναγνώστες –απαραίτητος ο ρόλος τους για να γραφτεί καλή ποίηση–, ας βελτιωθεί η παιδεία μας, η κρίση, η ανάγνωση, για να ’χουμε μέτρο σύγκρισης. Και κυρίως παιδεία - αναγκαία τόσο στην τέχνη όσο και στη ζωή.

σΛ: Η κριτική είναι απαραίτητη τόσο για τον ποιητή όσο και για τον αναγνώστη, τον οποίο και διαμορφώνει. Όταν η κριτική παραπαίει, το πιθανότερο αποτέλεσμα είναι μέτρια ποίηση και αμόρφωτο αναγνωστικό κοινό. Ποιος είναι λοιπόν ο λόγος που η ποιοτική και σταθερή κριτική ποίησης είναι σήμερα σχεδόν ανύπαρκτη;

ΚΚ: Νομίζω ο καπιταλισμός. Τα πάντα πωλούνται και αγοράζονται. Ημερήσιες εφημερίδες έβγαιναν δημοσιεύοντας πληρωμένες καταχωρήσεις δελτίων τύπου εκδόσεων εν είδει κριτικής, παραμονές Χριστουγέννων κυκλοφορούν έντυπα με διαφημιστικές καταχωρήσεις βιβλίων, άρα πού να υπάρξει και πώς να ζήσει ένα κριτικός; Και τι να τον κάνουν; Να πουλήσουν και να πουληθούν θέλουν οι άνθρωποι.

σΛ: Ενδιαφέρονται σήμερα οι ποιητές να γράψουν καλή ποίηση; Είναι δηλ. πρόθυμοι να κάνουν τη θυσία που απαιτείται και να παιδευτούν ώστε να βρουν τον τρόπο; Ή τα έχει όλα αυτά αντικαταστήσει η ματαιοδοξία; Τι λειτουργεί σήμερα στον ποιητή που μερικές δεκαετίες πίσω δεν λειτουργούσε έτσι; 

ΚΚ: Δεν θέλω να αδικήσω κανέναν, ούτε να ισοπεδώσω, απλώς θα επαναλάβω μια αίσθησή μου πως υπάρχουν κάποιοι νέοι που διεκδικούν/νομίζουν ότι αξίζουν το Νόμπελ ήδη. Ακόμα και για τη μποέμικη ζωή τους ή για τα πολλά ουίσκια που μέχρι σήμερα ήπιαν. Το χειρότερο όμως δεν είναι ότι διεκδικούν το Νόμπελ, αλλά πως αν τους το δώσουν είτε θα στείλουν τη μαμά τους να το παραλάβει, είτε θα απαιτήσουν να τους σταλεί με courier. Και να πληρώσουν και τα έξοδα αποστολής οι Σουηδοί.

σΛ: Και, για να κλείσουμε, έχουμε την τάση να υποβιβάζουμε άλλες χώρες σε θέματα πολιτισμού, όπως π.χ. την Αμερική. Εκεί όμως η ποίηση έχει και ποιοτική και εμπορική δύναμη. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό κατά τη γνώμη σας; Τελικά, φταίνε οι ποιητές ή οι αναγνώστες για το σημείο στο οποίο έχει βρεθεί η ποίηση στην Ελλάδα;

ΚΚ: Στην Ελλάδα, ανάλογα με το μέγεθός μας, τον πληθυσμό, την περιορισμένη γλώσσα, δε θα ’λεγα υπάρχουν πολλοί ποιητές –γιατί φοβάμαι θεωρώ βαρύ τον όρο– θα ’λεγα όμως ότι γράφεται πολύ καλή ποίηση. Δεν ξέρω σε πόσα χρόνια θα ξεπεράσουμε το μεταίχμιο για να φτάσουμε στην απόλυτη τέχνη. Κι αν τελικά θα φτάσουμε. Κι αν τελικά έχει σημασία το απόλυτο. Ή πώς θα το ορίσουμε; Όμως βγαίνουν καλά περιοδικά που φυτοζωούν, γίνονται σπουδαία πράγματα σε όλες τις μορφές της τέχνης. Λόγοι οικονομικοί, κοινωνικοί, παιδείας, δεν επιτρέπουν σε ευρύτερες ομάδες/δυνάμεις της κοινωνίας να πλαισιώνουν όλα αυτά, άρα και να τα δυναμιτίσουν συμπαρασύροντας τους καλλιτέχνες και οδηγώντας επομένως την τέχνη – άρα και τη ζωή μας στα άκρα. Και δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να πεθαίνεις κάθε μέρα κακομοίρικα στο κρεβάτι σου, ξέπνοος κι ανίκανος και πληκτικός. Το ’χω δοκιμάσει. Και δεν θα ’θελα να το ξαναζήσω. Πιστέψτε με.

σΛ: Σας ευχαριστούμε πολύ.

ΚΚ: Κι εγώ σας ευχαριστώ και όσους θα χάσουν το χρόνο τους διαβάζοντας όσα σας είπα. Δίχως όμως φτιασίδωμα, σχεδόν αυτόματα και άμεσα. Άρα ορκίζομαι στον Θεό της ποίησης πως είπα «την αλήθεια και μόνον (σ.σ. όχι τη μόνη) την αλήθεια».

Δείτε τον Κώστα Κρεμμύδα στο "είμαστε εδώ":

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Ο φόβος του ανθρώπου στο δημοτικό μοιρολόγι

Η δημοτική ποίηση αποτελεί χωρίς αμφιβολία ένα πρόσφορο έδαφος για να παρατηρήσει κανείς την παλέτα των συναισθηματικών εναλλαγών και μεταλλάξεων που λαμβάνουν χώρα στα πλαίσια μιας κοινωνικής ομάδας σχετικά σταθερής σε γεωπολιτικό και ιστορικό επίπεδο. Τα δημοτικά τραγούδια αποδίδουν μια ακριβή εικόνα του αξιολογικού συστήματος ενός λαού, των ιστορικών εμπειριών του, καθώς και των ποικίλλων προκλήσεων που θα κληθεί να αντιμετωπίσει στο βάθος των αιώνων. Παράλληλα όμως, ακριβώς επειδή πρόκειται για ένα λογοτεχνικό είδος με σαφή ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα, οι σύγχρονοι μελετητές βρίσκονται μπροστά σε μια λεπτομερή έκθεση συναισθημάτων και στενών συγκινησιακών αλληλουχιών που δίνει στη δημοτική ποίηση αυτή την τόσο αναγνωρίσιμη διάσταση του προσωπικού γίγνεσθαι.

Σε εποχές αμφίβολες και περιόδους ισχυρών αλλαγών σε όλα τα επίπεδα, αυτό που χαρακτηρίζει την καθημερινή ζωή αλλά και τους μύθους, τη συλλογική διάσταση μιας εκ φύσεως εύθραυστης κοινωνίας αλλά την ακόμα πιο εύθραυστη ατομικότητα, είναι το συναίσθημα του φόβου. Φόβος που μπορεί να είναι καθόλα ρεαλιστικός, όπως για παράδειγμα οι επιθέσεις πειρατών, η πείνα και οι διάφορες στερήσεις, ή ακόμα και οι ασθένειες απέναντι στις οποίες οι άνθρωποι των αποκομμένων και δυσπρόσιτων αγροτικών περιοχών αισθάνονταν ανήμποροι, αλλά και υπαρξιακός, να αφορά δηλαδή τον θάνατο και τη λήθη, την ξενιτιά. Πώς ο φόβος σκιαγραφείται στη δημοτική ποίηση και ποιά θέση έχει στους μύθους αλλά και στη βιοθεωρία του ανθρώπου, σε ποιές περιπτώσεις μετουσιώνεται σε αγωνία και πότε απλώς διαφαίνεται στο μυθοπλαστικό φόντο, απογυμνωμένος από τη δύναμη και την επιρροή του, αυτά είναι ερωτήματα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις της λαϊκής μας ποίησης.

Ο άνθρωπος των δημοτικών τραγουδιών σβήνει το εγώ προς όφελος του εμείς: το πρώτο ενικό πρόσωπο στην ουσία είναι το πρώτο πληθυντικό, και ως τέτοιο θα πρέπει να εξετάζεται. Ως εκ τούτου λοιπόν ούτε και ο φόβος του είναι ατομικός, όσο και αν αφορά στο σαρκίο του: είναι κοινό κτήμα του κοινωνικού συνόλου, αποτελεί αν όχι κοινή εμπειρία, τουλάχιστον κοινή παραδοχή και συναισθηματική περιουσία. Εκεί ακριβώς εστιάζεται και η πρώτη άμυνα: ο άνθρωπος δεν είναι μόνος απέναντι στον φόβο, αλλά μέσω της περιγραφής πραγματοποιείται η πρώτη προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η αιτία του. Ο λαϊκός ποιητής περιγράφει με λεπτομέρειες εντάσσοντας μ’αυτόν τον τρόπο στην καθημερινότητα το γεγονός που πυροδότησε το αίσθημα της αγωνίας, και έτσι αυτό αποσαφηνίζεται, σχεδόν... εξημερώνεται. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω του ισχυρότατου δεσμού ανάμεσα στον Λόγο και το ακροατήριο.

Το συναίσθημα του φόβου τροφοδοτείται κατά κύριο λόγο από την έκθεση του ανθρώπου στο άγνωστο, σε συνθήκες που δεν είναι σε θέση να ελέγξει ή έστω να προβλέψει. Τί συμβαίνει για παράδειγμα στον φόβο του θανάτου ή της εγκατάλειψης όταν το άγνωστο γίνεται μέσω της φωνής του δημοτικού ποιητή αναγνωρίσιμο, μέχρι και οικείο...; Ο φόβος αποκτά πρόσωπο, έστω και αποκρουστικό, και η αγωνία δίνει σταδιακά τη θέση της στην ανασυγκρότηση. Για όσο ο φόβος παραμένει ατομικό συναίσθημα, χωρίς την ενεργή εμπλοκή του συνόλου, κινδυνεύει να μετατραπεί σε πανικό. Στη δημοτική ποίηση, που βρίθει παρόλα αυτά από ισχυρά και ενίοτε ισοπεδωτικά συναισθήματα, ο πανικός είναι μια σχεδόν εκκωφαντική απουσία: όπως και τα υπόλοιπα συναισθήματα ικανά να επιφέρουν τριγμούς στον κοινωνικό ιστό, ο φόβος πάντοτε διοχετεύεται κάπου.

Σ’όλον τον κόσμο ξαστεριά, σ’όλον τον κόσμο γήλιος
και στη δική μας την αυλή πέφτει τ’αστροπελέκι.
Μα είτε στ’αμπέλι βάρεσε μα είτε και στο χωράφι
και πήγε και τη βάρεσε τη μάνα στο κεφάλι. [1]

Μέσα από τον δημοτικό λόγο ο φόβος μεταβολίζεται και μετουσιώνεται σε τέχνη. Παύει να είναι το ακατέργαστο συναίσθημα που υπήρξε αρχικά και γίνεται κάτι καινούριο που επιτρέπει τελικά στον άνθρωπο να εξετάσει την πηγή του από μια νέα οπτική: το συγκινησιακό του τοπίο είναι πλέον άλλο. Το δημοτικό τραγούδι παρέχει αυτό το τόσο απαραίτητο περίγραμμα που δίνει τελικά την δυνατότητα να οριοθετηθεί ο φόβος, και να ξεκινήσει αυτόματα η αποδοχή και η αντιμετώπισή του με την όποια επιτυχία που αυτό επιφέρει.

Ίσως η πιο εμπεριστατωμένη έκφραση του φόβου στη δημοτική ποίηση και πιο συγκεκριμένα στα μοιρολόγια, είναι η υπαρξιακή αγωνία της λησμονιάς. Η θεμελιώδης ιδιεταιρότητα αυτής της κατάστασης έγκειται στο γεγονός ότι λειτουργεί αμφίδρομα, αφορά δηλαδή εξίσου τον νεκρό και αυτούς που μένουν πίσω. Από την μια πλευρά έχουμε κείμενα που εκφράζουν τον φόβο αυτού που φεύγει ότι δεν θα τον θυμάται κανείς πιά, ότι όλα θα συνεχίζονται χωρίς αλλαγές και χωρίς η απουσία του να παίζει κάποιο ρόλο στην ζωή των υπολοίπων, και από την άλλη βλέπουμε την αγωνία των στενών συγγενών με έμφαση στη μάνα, ότι τώρα πλέον το αγαπημένο πρόσωπο θα πάει στον τόπο της Λησμονιάς, εκεί που οι τόσο ισχυροί δεσμοί ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας καταλύονται και χάνονται στην λήθη.

Τ’ακούς, τ’ακούς μανούλα μου, τι θα σου παραγγείλω;
Πύργο φτιάσε στη θάλασσα στον τάφο μου περβόλι,
και βάλε μέσα δεντρικά και κόκκινα λελούδια,
κι όσοι διαβάτες κι αν περνάν να τα συχνορωτάνε.
- Το τίνος είναι τα δεντρά, τα κόκκινα λελούδια;
- Του Κώστα είναι τα δεντρά, του Κώστα τα λελούδια. [2]

Ο τρόμος λοιπόν, βαθιά ριζωμένος στο λαϊκό φαντασιακό, έγκειται στο γεγόνος της απώλειας της μνήμης, της προσωπικής αλλά και του Άλλου, στη ρήξη της οικογένειας και κατ’επέκταση του κοινωνικού συνόλου, που επιφέρει ο θάνατος και η ξενιτιά. Στα μοιρολόγια, ο δημοτικός ποιητής επιχειρεί να εγκαθιδρύσει μια ισορροπία ανάμεσα σε ό,τι ο θάνατος αφαιρεί από την κοινότητα και σε αυτό ή σε αυτούς που μένουν πίσω: το αποτέλεσμα είναι μια συχνά δραματική έκκληση για την ανατροπή της λήθης. Αυτό θα μπορούσε ίσως να αποτρέψει τον δεύτερο, τον οριστικό θάνατο, αυτόν που τελικά κυριεύει την συλλογική μνήμη.

Κρις Λιβανίου 


1 Guy Saunier, Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια. Τα μοιρολόγια, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1999, σελ. 78.
2 Op. cit. σελ. 120.

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Παγκόσμια ημέρα ποίησης: To τίποτα και τα πάντα

Α, σήμερα θα διαβάσετε ένα σωρό κλισέ. 

Από το "κάθε ημέρα είναι ημέρα ποίησης" μέχρι "η ποίηση μας φέρνει κοντά σήμερα" ή "η ποίηση γεφυρώνει τα χάσματα της ψυχής" ή "η ποίηση είναι έρωτας" και ένα σωρό βλακείες που σκαρφιζόμαστε, πότε για να νιώσουμε σημαντικοί και πότε συμμέτοχοι, και πότε απλά για να πάρουμε μερικά like στο facebook, δέσμιοι μιας λανθάνουσας ματαιοδοξίας. 

"Βλακείες", θέλω να πω, μην με παρεξηγήσετε. Ονομάστε τις "κλισέ", κλισέ που ξέρουμε να τα προφέρουμε αλλά σπάνια να τα κατανοούμε. Το πρόβλημα, βέβαια, που θίγω, δεν αφορά σε οποιαδήποτε ποιητική κριτική, ποιος άλλωστε αντέχει την αλήθεια για τον εαυτό του;  

Κείνο που με ενδιαφέρει είναι η σημασία της ημέρας, η σημασία δηλαδή της ποίησης, το στίγμα της, σε σχέση πάντα με την κοινωνία και τι μπορεί να προσφέρει, πώς μπορεί να ανεβάσει τον άνθρωπο, τον απλό αναγνώστη, και όχι την παρέα μας από "ποιητές", 10 εκδότες, 20 κριτικούς ή διαδικτυακούς φίλους. 

Η ποίηση, αν πρέπει να κάνει κάτι, αυτό είναι να προσπαθεί να αγγίξει και να εκφράσει όσους δεν έχουν άμεση σχέση μαζί της. Δυστυχώς αυτό σπάνια γίνεται σήμερα, μιλώντας τουλάχιστον για την Ελλάδα. 

Αυτή η στροφή της μεγαλύτερου μέρους της ποίησης μας προς το... εσώκλειστο, αυτή η ανάγκη της να εκφράσει τον εαυτό της και τον ποιητή, δίχως άλλους στόχους, ξεπερνάει τα πιο τρανταχτά κακέκτυπα της "καθαρής ποίησης". Ποίηση για την ποίηση, τους ομοτέχνους της και τους δορυφόρους τους, προς χάριν κάποιου "υψηλού" σκοπού, το καλύτερο με άλλα λόγια παραπέτασμα για την έλλειψη ποιητικής ουσίας. 

Και ναι, εξαιρέσεις στην εποχή μας υπάρχουν, και μάλιστα αρκετές. Τις ξέρετε ποιες είναι.

Αν κάτι λοιπόν πρέπει να σημαίνει η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, αυτό δεν πρέπει να είναι αναμάσημα των ίδιων κλισέ, που δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα και ξεχνιούνται την επόμενη μέρα. Αν κάτι πρέπει να σημαίνει αυτή η μέρα, κάθε φορά, είναι η αρχή ή η συνέχεια μιας προσπάθειας, για τον καθένα από εμάς, να κάνουμε την ποίηση πραγματικά παγκόσμια. Που σημαίνει: πραγματικά προσωπική. 

Σας είπα, σήμερα θα διαβάσετε ένα σωρό κλισέ. 

H.Θ. Παππάς

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

"Ταξίδι στην αγάπη" του Γιάννη Ανδριώτη

Ο Γιάννης Ανδριώτης έχει εκδώσει διηγήματα και πεζά, αλλά και, εκτός εμπορίου, δύο συλλογές με ποιητική διάθεση, γραμμένες σε μια φόρμα που κινείται στο μεταίχμιο ποίησης και πεζού. Κάποιες γραμμές από τα κείμενα αυτά θυμίζουν χαϊκού αλλά δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως τέτοια, τόσο επειδή δεν ακολουθούν αυστηρά τη φόρμα του χαϊκού όσο και (κυρίως) επειδή δεν αποτελούν εντελώς αυτοτελείς οντότητες, καθώς συνδέονται με τα προηγούμενα ή τα επόμενα με έναν δικό τους αυθεντικό τρόπο.

Οι επιμέρους ενότητες μοιάζουν με χρονολόγιο σκέψεων, με μια ροή απ’ την οποία ο Ανδριώτης αποσπά και φωτίζει ό,τι τον αγγίζει – όπως άλλωστε συμβαίνει και με την αληθινή ζωή, «εκεί έξω». Παρά την αληθοφάνειά τους, τα κείμενα που προκύπτουν κινούνται σε έναν χώρο έξω από τον πραγματικό, συνδυάζοντας την απαλότητα με τον δυναμισμό και, γι’ αυτό ακριβώς, αγγίζοντας τον αναγνώστη. Η γραφή του χαρακτηρίζεται από ευγένεια και ρομαντισμό – τόσο ατόφια όσο σπάνια τα συναντά κανείς στις μέρες μας. Ο λόγος είναι λεπτός και προσεκτικός.

Θα μπορούσε ασφαλώς να υπάρχει μεγαλύτερη εμφανή συνοχή μέσα σε κάθε σύνολο. Θα μπορούσε επίσης να υπάρχει περισσότερη τόλμη στους μετασχηματισμούς.


Ακολουθεί απόσπασμα από το βιβλίο «Ταξίδι στην αγάπη»:

η 

Ο χωροχρόνος του ονείρου πάντοτε εκτός παιδιάς.

Να ξεπερνάς των παραμυθιών τη χαυνωτική μαγεία.

Το μάταιο των ψευδαισθήσεων στην άνυδρη χώρα των ερώτων.

Καταρρέουν ως πλεκτάνες, ως υπεκφυγές, με τον κούφιο θόρυβο αγάλματος Θεού που έπαψαν να προσκυνούν οι αθώοι, με το βουητό από σμάρι μύγες που βόσκουνε απομεινάρια κρέατος, σάπιες κοιλιές, κρανία ξώπετσα, φωλιές γεμάτες σκουλήκια.
Τώρα μεθούν με το Κενό οι ώρες που σε λάτρεψα Μητέρα.
Τώρα ανησυχούν τα βράχια που πυρακτώνονται άδικα από τον ήλιο.
Τώρα ανηφορίζουνε πομπές οι φρύνοι, με άθλια πηδήματα, τη ματαιότητά τους σκίζουνε οι αιχμηροί βράχοι και μόνο μερικά λευκά και ταπεινά αγριολούλουδα, με φευγαλέα μυρωδιά εγκράτειας, επιμένουν και ξαναρχίζουν το τραγούδι.
Δροσοσταλιές ποτίζουνε το χώμα, που με το τρίψιμο του ανέμου πληθαίνει, με το βλέμμα στραμμένο προς τον ουρανό γλυκαίνει, με μόνη τη συγκατάβαση κερδίζει σε ζωή…
Τα φτωχολούλουδα, με την αφή του σπουργιτιού, στείλανε μήνυμα παντού πως ελπίζουνε στο μέλλον….

Αρκεί να βγει σωστή η φωνή μου και τη δόξα ας τη μοιραστούνε άλλοι. Αρκεί να αγκαλιάσω το ανείπωτο και με τη σάρκα ας μεθύσουν άλλοι.

Στη γαλήνη Σου έσβησε ο παφλασμός των κυμάτων. Στην απολυτότητά Σου μ’ ένα κρώξιμο οι γλάροι πέταξαν μακριά.

Σε σκοτεινές σπηλιές αγρίμια κρυβόμαστε να λυτρωθούμε από το θεϊκό τρόμο.

Με εικόνες θολώνω το μυαλό μου, μήπως πιστέψω πως κάτι, επιτέλους, υπάρχει…

Απόλυτο σκοτάδι η όψη του Θεού.

Στον πάνσοφο Υιό του Ανθρώπου ταιριάζει η σιωπή.

Μας συγκρατεί ο φόβος του απόλυτου κενού πέρα από την Ανάγκη.

Το σύμπαν ήταν μόνο η αρχή, επόμενος σταθμός μας η ανυπαρξία.

Τελευταία μου στηρίγματα: ένα πρόσωπο, μια μελωδία, ένα τσιγάρο. Έπειτα η παράξενη απεραντοσύνη…

Ψυχές που δραπετεύσαμε τυφλά γατιά μες απ’ το δίχτυ της αγιοσύνης.

Παιχνίδι στα χέρια του Θεού: Άνθρωπος με οστά, σάρκα και Πνεύμα. 


(Άνοιξη 1992)


Και ένα ακόμα απόσπασμα από ανέκδοτη συλλογή:

θ 

Με το ανέβασμα των κυμάτων ανοίγεται αισιόδοξη η καρδιά μου. Επιτέλους!

Με κάτι να δένεσαι, κόμπους άγχος να χαλαρώνεις.

Τα σπίτια δοξάζουν τα σώματα και τα βιβλία που διαβάσαμε κάποτε κειμήλια στη βιβλιοθήκη.

Μύρισε Άνοιξη. Στο μπαλκόνι φτερουγίζει η ελπίδα.

Ο μάραθος, το φρεσκοκομμένο λεμόνι, η αγκινάρα, τα κουκιά, το λάδι από τα δέντρα μας, η πατρική εστία, μόνοι πλέον στο σπίτι, ύστερα από τις περσινές απώλειες σε αγαπημένους, ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε το Πάσχα.

Όταν αρχίζει να φυσάει, κάτι ξέφτια από κλαδιά θυμώνουν και κινούνται πέρα δώθε.


Δεν είναι η γραφή αθώα. Μπορεί να τραυματίσει ανεπανόρθωτα…

Κολώνες στο γκρεμό, άσπρες κολώνες μισοσπασμένες. Λίγες στον αριθμό, υπερτιμημένος ο ναός συνοδεύεται από μύθους κι αταβιστικά οράματα. Λουλούδια του αγρού ανοιξιάτικα κι άφοβες μπεκάτσες τριγυρνούν άσκοπα στο ζαχαρένιο περιβάλλον άξιο να φωτογραφηθεί με τον ήλιο λαμπρό και τη γειτνίαση της θάλασσας. Κολώνες φθαρμένες, μισοδιαλυμένες, κερδίζουν σε σεβασμό, θύματα του χρόνου και της φήμης. Του Ποσειδώνα πανταχόθεν ορατός ναός, του άκρου της Αττικής σημείο. 

(2008)

Χ.Λ.

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

Kickstarter στην ποίηση - είναι δυνατό;

Είναι σε όλους γνωστό τι συμβαίνει στους περισσότερους εκδοτικούς οίκους τη σήμερον, οι οποίοι επιβιώνουν, οριακά, από μυριάδες νέους ποιητές και πεζογράφους που πληρώνουν για να εκδώσουν το νέο τους αριστούργημα. Ή κάτι τέτοιο.

Αναμενόμενα αυτός που μιλάει είναι ο κος Χρήμας, ενώ άλλοτε οι επαφές, οι διασυνδέσεις, τα ξεπουλήματα και οι αλληλοβραβεύσεις συντηρούν και αυξομειώνουν μια κλίκα, που καταπίνει και φτύνει με τον ίδιο ρυθμό, σαν στομάχι με δόντια.

Φυσικά, στην κατάσταση που είμαστε, αν η πλειοψηφία δεν πληρώσει για να εκδοθεί, δεν πρόκειται να δει το ράφι ούτε με κιάλι. Αυτό σίγουρα εμπεριέχει πολλά καλά (έχετε διαβάσει τι εκδίδεται;) αλλά εμπεριέχει και πολλά κακά, όπως π.χ. τον κίνδυνο να εγκλωβιστεί η λογοτεχνική παραγωγή σε μια ποντικορόδα.

Από την άλλη, η "επανάσταση" της ψηφιακής λογοτεχνικής έκδοσης -προς το παρόν- είναι σε γενικές γραμμές κουραφέξαλα, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, μιας και το κοινό είναι πολύ μικρό και η πρόσβαση σε απλές, σύγχρονες διευκολύνσεις, όπως π.χ. το "e-mail", βρίσκονται ακόμα στο στάδιο της πέψης.

Οι επιλογές είναι αυτές, βέβαια, κι ο κάθε ένας από μας δύσκολα θα ξεφύγει από την πεπατημένη. Όλοι μας πρέπει να βρούμε το ξεχωριστό μας δρόμο μέσα σε αυτό το χάος, όπου τα κλειδιά κρατάνε αυτοί που τα κρατούσαν πάντα. Οι αλλαγές είναι ελάχιστες από εποχή σε εποχή, αν εξαιρέσουμε βέβαια την επική διαφορά ταλέντου.

Παρόλα αυτά, η χρήση της τεχνολογίας (και δη του internet) μπορεί να δώσει πρόσφορο έδαφος για θεωρητικές (μάλλον άχρηστες) αποτολμήσεις, όπως αυτή που θα κάνω αμέσως παρακάτω.


Το Kickstarter είναι ένα online site που επιτρέπει στο κοινό να χρηματοδοτήσει διάφορες προτάσεις, από videogames μέχρι βιβλία, έρευνες ή ταξίδια, δίχως τη διαμεσολάβηση των εκδοτικών οίκων, οποιαδήποτε μορφή και αν έχουν αυτοί. Για παράδειγμα, μπορεί κάποιος να ανακοινώσει ότι χρειάζεται χρηματοδότηση για ένα νέο πείραμα και, αν πείσει τον κόσμο με την παρουσίασή του (έχοντας θέσει πρώτα το ποσό που χρειάζεται), έχει στη διάθεσή του ένα μήνα μέχρι να λήξει ο χρόνος όπου μπορεί να δεχτεί οικονομική υποστήριξη.

Ο κάθε ένας από τους υποστηρικτικές, ανάλογα με τα χρήματα που έχει δωρίσει, θα έχει διάφορα δικαιώματα, μέχρι φυσικά να πάρει και το τελικό προϊόν στα χέρια του δωρεάν, στην περίπτωση που πρόκειται φυσικά για προϊόν.

Σε αντίστοιχο παράδειγμα με την ποίηση, στη χώρα μας, θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάποιος που θέλει υποστήριξη για να εκδώσει το βιβλίο του, το διαθέτει πρώτα δωρεάν σε ψηφιακή μορφή και, αν αρέσει σε αυτούς που το διαβάζουν, θα μπορούσαν με τη σειρά του να προσφέρουν από 5 ή 10 ευρώ, μέχρι να επιτευχθεί το επιθυμητό ποσό έκδοσης. Οι υποστηριχτές, βέβαια, θα λάμβαναν στο τέλος το βιβλίο δωρεάν.

Ένα σύστημα σαν το "ελληνικό ποιητικό kickstarter" (έχω κατοχυρώσει τα δικαιώματα - αν αντιγράψτε την ιδέα απλά θα με κάνετε πλούσιο) θα προωθούσε ποίηση που θα είχε εκ των προτέρων θαυμαστές, θα μοίραζε το κόστος κάθε έκδοσης και οι υποστηριχτές θα ενδιαφερόντουσαν, έστω αρχικά, για την εμπορική της πορεία.

Για τα ελληνικά δεδομένα μια τέτοια πρωτοβουλία είναι φυσικά σχεδόν αδύνατη. Η θεωρία όμως, μέσω της τεχνολογίας, είναι δυνατή και ολοκληρωμένη σε μεγάλο βαθμό. Προσωπικά αισθάνομαι πως τέτοιες κινήσεις θα μπορούσαν να εκσυγχρονίσουν την ποίηση σε διάφορους τομείς, ενώ βρίσκω ότι έχουν πολύ πιο ενδιαφέρον από μια απλή "ψηφιακή έκδοση", κυρίως γιατί η τελευταία δεν εμπεριέχει την ιδέα μιας κοινότητας, όπως αυτή που μπορεί να ξεπηδήσει από μια προσπάθεια στο kickstarter.

Όλοι πιστεύω αισθανόμαστε πόσο αργοκίνητη και δυσπρόσιτη έχει γίνει η πια ποίηση, κάτι που όμως δεν οφείλεται μόνο στη χαμηλή της ποιότητα αλλά και στο γεγονός ότι κινδυνεύει, μέσα στην απομόνωσή της, να χάσει για τα καλά πλέον τη σημασία ενός αληθινού πνευματικού κινήματος.

Γιατί αυτός είναι και ένας από τους βασικούς σκοπούς της ποίησης, νομίζω: να αγγίξει το μέσο αναγνώστη, μια μερίδα έστω ενός πιο μαζικού κοινού. Ή νομίζατε ότι επειδή έχουμε 10 φίλους, μια χούφτα λογοτέχνες και ένα facebook να μας επιβεβαιώνουν, είμαστε και ποιητές;

Ηλίας Θ. Παππάς

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Αραμαϊκή ποίηση - Εφραίμ ο Σύρος


Ο Εφραίμ ο Σύρος ζει τον 4ο μ.Χ αιώνα, με άλλα λόγια, στον χρυσό αιώνα των θεολογικών γραμμάτων και της επιχειρούμενης ελληνοχριστιανικής σύνθεσης. Η συγγραφική παραγωγή του Εφραίμ είναι ευρύτατη και σημαδεύει καίρια τη συριακή/αραμαϊκή λόγια παράδοση μέχρι και τον έβδομο αιώνα. Έκτοτε, η επιρροή της μειώνεται αισθητά μέχρι που σχεδόν εξαφανίζεται, με την δυναμική είσοδο των αράβων και της αραβικής γλώσσας, τόσο στον συριακό χώρο όσο και στο χώρο της μέσης ανατολής και ευρύτερα - μια γλωσσική-πολιτισμική «αντεκδίκηση», θα χαριτολογούσε κανείς, για την αντίστοιχη αραμαϊκή σθεναρή επικράτηση, επί του κοινού σημιτικού στοιχείου, για μεγάλο χρονικό διάστημα. Στον ελληνικό χώρο, αντίθετα με την κατάσταση που επικράτησε στην ίδια του την πατρίδα, το έργο του Εφραίμ αποτέλεσε σταθερή αξία και αναφορά, ειδικά στις μοναστικές κοινότητες και λιγότερο στον ευρύτερο εκκλησιαστικό χώρο.  

Ο Αγ. Εφραίμ είναι κυρίως ερμηνευτής και εξηγητής. Το έργο του διαιρείται τυπικά σε δύο κατηγορίες. Στη μια περιλαμβάνονται έργα υπό την κατηγορία των ύμνων (ας την ονομάσουμε άμεση Ποίηση), όπως «Εις την γέννησιν του Κυρίου», «Εις το Πάσχα», «Εις τον παράδεισον» κλπ, και στην άλλη περιλαμβάνονται έργα υπό την κατηγορία των λόγων (ας την ονομάσουμε έμμεση Ποίηση). Για το είδος αυτό της έμμεσης ποίησης, που καλύπτεται κάτω από τον όρο ομιλίες, λόγοι ή πεζός λόγος (ας φανταστούμε κάτι πολύ μακράν με ό,τι αντιπροσωπεύει η πεζογραφία των Δημήτρη Χατζή ή Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, όπως εγώ, τουλάχιστον, αντιλαμβάνομαι την εγγενή ποιητικότητα τους, το οποίο όμως έχει ως κοινό στοιχείο με τον Εφραίμ την ποιητική θέαση του κόσμου), όπως «Περί μετανοίας», «Περί πάθους», «Υπόμνημα εις την Γένεσιν και την Έξοδον» κλπ.

Σημειώνω πως οι ύμνοι προορίζονται να τραγουδηθούν, έτσι ώστε η μουσική, η μελοποίησή τους, να δημιουργεί μια συμφυία με το καθαυτό ποιητικό κείμενο. Είναι κάτι που φέρνει στο νου την αρχαία ελληνική μελική ποίηση και όχι μόνο. Ωστόσο, το σημαντικό, που μας ενδιαφέρει εδώ, είναι πως και στις δύο κατηγορίες το περιεχόμενο προβάλλεται υπό αυστηρή ποιητική μορφή, η οποία στη μια περίπτωση προσαρτά, για να εκφραστεί, περισσότερα από πενήντα μετρικά σχήματα (!) (η σημιτική παράδοση έχει να επιδείξει πολύ περισσότερα καθώς και τεράστια ποικιλία αποχρώσεων) και αντλεί υλικό, χωρίς ίχνος δισταγμού, από τη φιλοσοφία, άλλες θρησκευτικές παραδόσεις και κυρίως τη λαϊκή παράδοση, ενώ στην άλλη υιοθετεί επτασύλλαβα στροφικά δίστιχα.

Ο Εφραίμ ο Σύρος αποτελεί το μεγαλύτερο κεφάλαιο, τουλάχιστον στην εκκλησιαστική Ποίηση, πριν το μέγα ελληνικό θαύμα του Ρωμανού του Μελωδού (που καταγόταν, σημειωτέον, από την Έμεσα της Συρίας). Ο δρόμος που πορεύεται ο Ρωμανός είναι εμφανώς άλλος, ακόμη και στα δομικά χαρακτηριστικά της ποιήσεώς του, από εκείνον του Εφραίμ. Ωστόσο, θα ήταν εύλογος ο συμπερασμός πως ο Εφραίμ λειτούργησε ως σημαντικό προωθητικό εργαλείο για τα ριψοκίνδυνα ποιητικά στοιχήματα που έθεσε εις εαυτόν ο Ρωμανός και για τη δόμηση του ποιητικού έργου των Κοντακίων του. Οι θεματικές, ενίοτε, συγγένειες, ενισχύουν αυτή τη θέση. Και αρχίζει, μ’ αυτόν τον τρόπο, να αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η θέαση αυτής της ποιητικής αλυσίδας, αν αναλογισθούμε πως η σύγχρονη ελληνική ποίηση, είναι υποχρεωμένη να αναγνωρίσει μεγάλες οφειλές στους… ελληνοσύρους θεράποντές της, καθώς είναι ευκόλως ορατές στο «Άξιον Εστί» του Ελύτη οι άμεσες «λογοκλοπές» από το έργο του Ρωμανού και εν γένει την εκκλησιαστική υμνογραφία και ποίηση, με αναδημιουργικό, φυσικά, χαρακτήρα.  

Το σημαντικό λογοτεχνικά, αλλά - θα τολμούσα να πω - και ανθρωπολογικά και οντολογικά, είναι η εμμονή του Αγ. Εφραίμ να ενδύσει ό,τι θεωρεί ως θεολογική, ανθρωπολογική ή κοσμολογική αλήθεια με την Ποίηση. Η αλήθεια καταφεύγει στον Οίκο της Ποίησης, όπου βρίσκει πρόσφορη στέγη (και σπεύδω να επισημάνω πως όποια πολυσημία έχει για εμάς η έννοια Λόγος, ίδια πολυσημία έχει για τους σημιτικούς λαούς και τις σημιτικές γλώσσες, ακολούθως, η έννοια Οίκος). Αν το ζητούμενο είναι η επάνοδος «εις το αρχαίον κάλλος» και η υπαρκτική ολοκλήρωση του ανθρώπου, η πορεία - κατά τη θεολογία - από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωσιν, τότε υποδεικνύεται, σαφώς, με την φιλοποιητική αυτή «εμμονή» του Εφραίμ, πως η επάνοδος αυτή συστρατεύει οργανικά, στο ριψοκίνδυνο αυτό άθλημα, το ρυθμό, το μέτρο, τη ισοσυλλαβία, τη στροφή, για να οικοδομηθεί ό,τι θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει Εαυτός. Μάλιστα, δεν θα διστάσω να ισχυρισθώ πως αυτά συνιστούν τρόπο υπάρξεως του ανθρώπου και προσλήψεως του Όντος ή μετοχής του σ’ Αυτό. Άλλωστε, δεν είναι νομίζω τυχαίο, πως η σοφία της σημιτικής ποιητικής παραδόσεως αποκαλεί τον στίχο ή την στροφή Οίκο (بيت).Υπερτερώντας, θεωρώ, εννοιολογικά έναντι τής ελληνικής ποιητικής ονοματολογίας, η σημιτική ποιητική παράδοση, καταφανώς, δηλώνει πως κάτι κατοικεί στο πεδίο της Ποιήσεως και υπερακοντίζοντας εδώ τη γνωστότατη αλλά και βαθύτατης οντολογικής σημασίας απόφανση του Hölderlin, πως ο άνθρωπος οικεί ποιητικά τον κόσμο, θα έλεγα πως αυτό που δηλώνει είναι, ότι ο Θεός οικεί ποιητικά το είναι του και, συνεπαγωγικά, τη Δημιουργία.

Υπ’ αυτή την έννοια, δεν διακρίνω διαφορές στον Εφραίμ, τουλάχιστον ειδολογικές ή στις προθέσεις, από τη στάση των Προσωκρατικών, φερ’ ειπείν, να εγκιβωτίσουν τη φιλοσοφική και οντολογική αλήθεια στην Κιβωτό της Ποίησης, ή, ακόμη, από την Ομηρική προσπάθεια να αρθρωθεί η θεολογική μα και ιστορική (ή υπεριστορική αν προτιμάτε) αλήθεια, διά του Ποιητικού Λόγου.

Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

Ποίηση και αντιποίηση

Είναι γνωστά βέβαια τα διάφορα λογοτεχνικοεκδοτικά κυκλώματα που προωθούν και προβάλλουν διάφορες μετριότητες, με αμοιβαία οφέλη και πολυποίκιλες αντιπαροχές, πνευματικές και υλικές. Είναι επίσης εξίσου γνωστό ότι αρκετά σημαντικά ονόματα της λογοτεχνίας μας δεν κατέχουν δικαιωματικά τη θέση που κατέχουν στον πνευματικό χώρο σήμερα – και θα π άψουν να κατέχουν αύριο εννοείται – αλλά η άνοδος και η καθιέρωσή τους οφείλεται σε πολλούς και διάφορους εξωλογοτεχνικούς λόγους, προσωπικούς, πολιτικούς, εκδοτικούς, οικονομικούς, ακόμα και σεξουαλικούς! Είναι πανθομολογούμενο εξάλλου το γεγονός ότι ορισμένα «νέα ταλέντα» εκσφενδονίστηκαν σαν πυροτεχνήματα ξαφνικά και έλαμψαν πολύχρωμα και εκκωφαντικά για ένα μικρό διάστημα στο νυχτερινό ουρανό της λογοτεχνίας μας, για αιτίες που ελάχιστα σχετίζονται με το έργο τους. Όλα αυτά είναι χιλιοειπωμένα και χιλιογραμμένα, όπως και τα αλληλοφαγώματα και τα αλληλομαχαιρώματα που συμβαδίζουν με τα αλληλολιβανίσματα και τις αλληλοφιλοφρονήσεις των μελών όλων αυτών των κυκλωμάτων, καθώς και οι ομηρικοί πολλές φορές καυγάδες τους για τριτεύοντα ενίοτε ζητήματα, οι λογοκλοπές που αποκαλύπτονται κατά καιρούς ότι διέπραξαν, κάποτε προδομένοι από τους άσπονδους φίλους τους, ακόμα και οι σεξουαλικές και ερωτικές παρασπονδίες τους.

Δεν θα μιλήσω λοιπόν για όλους αυτούς τους κυρίους και τις κυρίες, αλλά για κάτι ακόμα χειρότερο: Για τα κυκλώματα των αφανών και άσημων προσώπων που αντιποιούνται τον τίτλο του ποιητή κυρίως και γενικά του λογοτέχνη. Αν τα γνωστά κυκλώματα έχουν να επιδείξουν πολλούς αξιόλογους και υπολογίσιμους πνευματικούς ανθρώπους, αν ακόμα και οι καθιερωμένες μετριότητες έχουν ένα κάποιο έργο, δυσανάλογο βέβαια με τη φήμη τους, αλλά πάντως έργο, είναι κωμικοτραγική στην κυριολεξία η κατάσταση που επικρατεί στον αφανή και αχανή χώρο της παραλογοτεχνίας, της αλογοτεχνίας καλύτερα και ακριβέστερα! Αν ακόμα και οι καυγάδες των γνωστών λογοτεχνών, πέρα από τη φαιδρότητά τους έχουν ένα, μικρό έστω, πνευματικό υπόβαθρο και μια κάποια «ποιότητα», εντός εισαγωγικών έστω, πνευματικό υπόβαθρο και μια κάποια «ποιότητα», εντός εισαγωγικών έστω, είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς το τραγελαφικό θέαμα που παρουσιάζουν όλοι αυτοί οι ανύπαρκτοι «πνευματικοί» άνθρωποι! Η μικρότητα, η μικροπρέπεια, η κακεντρέχεια, η κακοήθεια, η δουλικότητα, η δουλοφροσύνη, η ψευδολογία, η κολακεία, το γλείψιμο, η υποκρισία, η κακία, η ματαιοδοξία, η αυταπάτη για την αξία τους και όλα τα άλλα σχετικά, είναι μερικά μόνο από τα πολλά «πνευματικά προσόντα» τους. Όλα αυτά βέβαια σε συνδυασμό με την παντελή έλλειψη οποιουδήποτε ταλέντου, την αφάνταστη άγνοια στοιχειωδών πραγμάτων που αφορούν την ποίηση, τη λογοτεχνία και την τέχνη γενικά, την πλήρη αμάθεια της ελληνικής γλώσσας, της γραμματικής και του συντακτικού της, την ανυπαρξία οποιασδήποτε αισθητικής, γνώσης και κανόνα που αφορά την τέχνη και ειδικά την ποίηση, όπου οι περισσότεροι από αυτούς «ειδικεύονται» για ευνόητους λόγους δήθεν ευκολίας, την απουσία οποιουδήποτε αισθητικού κριηρίου κλπ. κλπ.

Πέρα από την ανυπαρξία οποιασδήποτε σχέσης με τη λογοτεχνία, όλοι αυτοί οι θλιβεροί τελικά άνθρωποι έχουν και όλα τα ελαττώματα που συναντάμε και σε πραγματικούς λογοτέχνες, μεγεθυσμένα φυσικά: Ο εγωισμός, το κουτσομπολιό, η δυσφήμιση, οι καβγάδες, οι παρεξηγήσεις, οι κάθε είδους συναλλαγές, οι αιφνίδιες μεταστροφές και όλα τα παρεπόμενα, είναι στην ημερήσια διάταξη. Επειδή ο κόσμος αυτός έχει το «κουσούρι» και τον κρυφό «καημό» του αδικημένου, του παραγνωρισμένου, του αγνοημένου, έχει αυξημένα όλα τα τα μειονεκτήματα των πραγματικών λογοτεχνών και ανύπαρχτα όλα τα πλεονεκτήματά τους. Και η απαρίθμηση μόνο αυτών των φαιδροτήτων, των αθλιοτήτων και των ελεεινοτήτων αυτού του κόσμου, θα ήταν κουραστική και αναποτελεσματική.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι έχουν οργανωθεί κατάλληλα για να προστατεύσουν τη μηδαμινότητά τους και την ουσιαστική ανυπαρξία τους. Έχουν τα σωματεία τους, τα περιοδικά τους, τις εφημεριδούλες τους, τις ανθολογίες τους, τους διαγωνισμούς τους. Στα σωματεία τους γράφονται χωρίς κανέναν έλεγχο του λογοτεχνικού έργου τους – από ποιον άλλωστε; Εκεί κυριαρχούν διάφορες φράξιες, που καμιά φορά οδηγούν το σωματείο σε διάλυση, στη συνέχεια κάποιοι από αυτούς ιδρύουν καινούριο σωματείο με διαφωνούντα μέλη από το παλιό και πάει λέγοντας. Στα περιφερειακά έντυπά τους δημοσιεύουν τα «έργα» τους, καθώς και τις «κριτικές» για τα βιβλία τους, πληρώνοντας, αδρά καμιά φορά, τους εκδότες των εντύπων ή αγοράζοντας υποχρεωτικά μεγάλο αριθμό τευχών. Εκτός φυσικά από την υποχρεωτική συνδρομή τους. Στους διαγωνισμούς που διοργανώνουν κατά καιρούς βραβεύονται μόνο τα μέλη της ίδιας κλίκας, από επιτροπές που αποτελούνται από ονόματα εξίσου άγνωστα με τους βραβευομένους. Ειδικές ανθολογίες «ανθολογούν» το κακόφημο έργο τους κ.οκ. Είναι πάντως πολύ διασκεδαστικό να διαβάζεις τα βιογραφικά σημειώματα αυτών που περιλαμβάνονται σ’ αυτές τις ανθολογίες: Όλοι τους έχουν βραβευθεί τουλάχιστο μια φορά σε κάποιον λογοτεχνικό διαγωνισμό, όλοι έχουν πάρει κάποιον έπαινο, σε όλους έχουν γράψει επαινετικές «κριτικές» (με πληρωμή εννοείται) οι «κριτικοί» της παρέας τους! Πολλών έχουν μεταφραστεί ποιήματα σε ξένες γλώσσες(!), περισσοτέρων έχουν μελοποιηθεί ποιήματα που κανένας βέβαια δεν τραγουδάει, άλλων πάλι η φήμη έχει φτάσει και στο εξωτερικό, αφού έχουν βραβευθεί με αντίστοιχα βραβεία και επαίνους ανάλογων πνευματικών απατεώνων ξένων χωρών! Μερικοί απ’αυτούς, οι πιο πετυχημένοι, ζουν από τη λογοτεχνία. Προσέξτε,όχι από το γράψιμό τους, αλλά από την υποτιθέμενη «λογοτεχνική» παραγωγή άλλων «ομοτέχνων» τους, που τους εκμεταλλεύονται ξεδιάντροπα, αναγκάζοντάς τους να πληρώνουν για να βρουν μια θέση στον ήλιο της παραλογοτεχνίας, δηλαδή μερικές σελίδες στα περιοδικά ή στις ανθολογίες τους ή για να γράψουν μια «κριτική» γι’αυτούς. Διοργανώνονται «λογοτεχνικές» βραδιές, «συμπόσια», «συναντήσεις» και πολλά ακόμα ευτράπελα. Η ποιότητα όλων αυτών των εκδηλώσεων, βέβαια, είναι δεδομένη εκ των προτέρων, όπως και των περισσότερων συμμετεχόντων. Οι εξαιρέσεις υπάρχουν πάντοτε, για να επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Οι λίγοι πραγματικά λογοτέχνες που συμμετέχουν και συνυπάρχουν σε όλα αυτά, πνίγονται από τον ποταμό των αντιποιητών, φθείρονται από τη συναναστροφή μαζί τους, υποβαθμίζονται αισθητά.

Οι αποστολές βιβλίων από τον έναν αντιποιητή στον άλλον βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη, μαζί με τις απαντητικές επιστολές αβροφροσύνης. Στη συνέχεια, αποσπάσματα από αυτά τα γεμάτα ψέμματα και κολακείες γράμματα, καθώς και αποσπάσματα των πληρωμένων συνήθως «κριτικών» που γράφτηκαν για προηγούμενα βιβλία του ίδιου «λογοτέχνη», δημοσιεύονται συχνά στις τελευταίες σελίδες του καινούριου βιβλίου του. Και τι δεν μαθαίνουμε – και παθαίνουμε – διαβάζοντάς τις! Το πόσο σπουδαίος «λογοτέχνης» είναι, το πόσο πολλούς επαίνους και βραβεία πήρε σε παντελώς ανυπόληπτους και άγνωστους διαγωνισμούς «ποίησης», το πόσο πολύ συγκινήθηκαν οι επιστολογράφοι και οι «κριτικοί» του διαβάζοντας τα «αριστουργήματά» του, το πόσο μεγάλη εντύπωση τους έκαναν τα «ποιήματά» του και άλλα τέτοια κούφια λόγια χωρίς το παραμικρό αντίκρυσμα στην πραγματικότητα! Φτάσαμε μάλιστα στο σημείο να κυκλοφορούν ακόμα και τόμοι που περιέχουν συγκεντρωμένες «κριτικές» για ουσιαστικά ανύπαρκτους «πνευματικούς» ανθρώπους, που εκδόθηκαν με έξοδα των άμεσα ενδιαφερομένων εννοείται!

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

"Ο δρόμος μέχρι το περίπτερο" του Γιάννη Στίγκα



Μονίμως ονειρεύομαι
μια ανηφόρα που θα βγάζει ολόισια στα σπλάχνα σου
να μπαίνω και ν' αλλάζω τους αλγόριθμους
έτσι που η καρδιά
να ξεκουφαίνει ενδελεχώς τη νόηση
Αγχιβατείν -Pallaksch 
που λέγαν κι οι παππούδες μου
(πατώντας με τα πόδια τους τον μούστο)
υπονοώντας σκοτεινά

Αίμα που'χει το μέλλον μας και πώς να το χορέψεις

(απόσπασμα από το ποίημα "Με τον τρόπο του Γ.Σ.").

Pallaksch: μια λέξη-νεολογισμός του Χαίντερλιν που κάποτε σημαίνει Ναι και κάποτε Όχι, χωρίς να είναι σαφές πότε σημαίνει τι. Αναιρώντας τον αιώνιο διαχωρισμό του Ναι από το Όχι, η λέξη μας κλείνει τολμηρά το μάτι: ανά πάσα στιγμή ο Λόγος μπορεί να πάψει να σημαίνει αυτό που σήμαινε πάντα και να σημάνει το αντίστροφό του.

Ο Ηράκλειτος, από την άλλη, ήταν εκείνος που μίλησε για το αγχιβατείν ή αμφισβη(α)τείν, για την αέναη μεταστοιχείωση που προϋποθέτει η αφθαρσία της ύλης και κάνει τα πάντα να αλλάζουν μορφές. Το διονυσιακό στοιχείο του διαμελισμού και της αναγέννησης, όπως το υπαινίσσεται η αναφορά στον μούστο, εντείνει κι αυτό την αλληγορία.

Με τις δύο αυτές λέξεις (αγχιβατείν -Pallaksch) αντί για πόδια πορεύεται στο «δρόμο μέχρι το περίπτερο» ο Γιάννης Στίγκας. Αγκαζέ με τους δύο προγόνους του, τον ρομαντικό Χαίντερλιν και τον στοχαστικό Ηράκλειτο. Γνωρίζοντας ότι καθετί όχι απλά περιέχει το αντίθετό του, αλλά μπορεί ανά πάσα στιγμή να πάρει τη θέση του, φέρνοντας την ανατροπή. Έτσι ακριβώς, ανατρεπτικά, διαχειρίζεται και τα νοήματα στα ποιήματά του: η ανασφάλεια και η σιγουριά, η ομορφιά και η ασχήμια, η ελπίδα και η ματαιότητα, η αθωότητα και η σκοπιμότητα όχι απλά συνυπάρχουν, αλλά παίρνουν το ένα τη θέση του άλλου με αιφνίδιο και συχνά αφοπλιστικό τρόπο.

Το γεγονός, βέβαια, ότι η ανατροπή είναι δεδομένο  της ζωής είναι ακριβώς αυτό που αφήνει περιθώριο στην ελπίδα. Και, κάπου εκεί, ανάμεσα στην ανατροπή και την ελπίδα, παύει να είναι εύκολο όταν περνάς απέναντι - για μια πράξη ηρωική ή απλώς για να πάρεις τσιγάρα- να διακρίνεις τι ακριβώς από σένα είναι αυτό που διασχίζει τον δρόμο: ο εαυτός σου που ονειρεύεται, ο εαυτός σου που έχει θυμώσει, ο εαυτός σου που βλαστημά μα παραδίδεται γιατί βλέπει τα αδιέξοδα ή ο εαυτός που διατηρεί το θάρρος του ανεξαρτήτως. Ίσως βέβαια να είναι και όλα αυτά μαζί, πότε το ένα και πότε το άλλο - αγχιβατείν, είπαμε.

Ο Γιάννης Στίγκας έχει δουλέψει τον στίχο του. Οι μετασχηματισμοί, από τους οποίους δεν λείπουν οι ιστορικές ή πολιτικές αναφορές, χρησιμοποιούνται εύστοχα για να χτίσουν ένταση, με τον αιφνιδιασμό να λειτουργεί σαν βασικό εργαλείο. Ο λόγος είναι στρωτός και όσο πρέπει λιτός. Είναι τόσο άμεσος που μοιάζει ο ποιητής να εκμυστηρεύεται στον αναγνώστη, να του μιλά όπως μιλά σε έναν στενό φίλο ("ψιτ, μεγάλε").

Στα μειονεκτήματα της συλλογής θα ανέφερα την (ίσως υπερβολικά) ελεύθερη διαχείριση των μετασχηματισμών, την οποία ωστόσο δικαιολογεί ως ένα βαθμό το αγχιβατείν και η οποία έχει στην πλειονότητα των περιπτώσεων καλή κατάληξη, καθώς και τις αναφορές που πάντα είναι δίκοπο μαχαίρι, μια και μπορεί να προσδίδουν βάθος στα ποιήματα, αλλά συγχρόνως κάνουν ενδεχομένως  τη συλλογή λιγότερο προσπελάσιμη στον μέσο αναγνώστη.

Μπορεί ο Γιάννης Στίγκας να αναπολεί τον πολιτικό ακτιβισμό του Μαγιακόφσκι στα ποιήματά του, όμως με τον τρόπο του, αναδεικνύοντας δηλ. τη διάψευση των ονείρων της γενιάς του και παράλληλα το θάρρος που χρειάζεται κανείς για να συνεχίσει να ζει σ’ αυτή τη χώρα αυτή την εποχή δίνει έντονα δραματική και πολιτική διάσταση στην ποίησή του. Άλλωστε, αυτός είναι ο πιο τίμιος ίσως τρόπος πολιτικοποίησης της ποίησης: το να διδάσκει το θάρρος στον βίο.


Χ.Λ.
*******

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ (απόσπασμα)

Ίσως
η χώρα μου ακόμα
κάτω απ' τα χώματα
ίσως
και να διαθέτει ακόμα
μιαν εφεδρεία αθωότητας
Η εξόρυξη κοστίζει βέβαια
είναι κι οι κίνδυνοι πολλοί
               πολλά κοπάδια εγκέλαδοι
αλλήθωροι
               μονόφθαλμοι
μονάχα ο Ιωάννης Καποδίστριας τους κατάφερε
τους άρπαζε απ' τα κέρατα
και πήγαιναν μαζί βαθιά
ώσπου μια μέρα χάθηκε
σ' ένα μεγάλο πορτοκάλι κοίτασμα
(όχι σαν κι αυτά που θάβουν στις χωματερές)
Μιλάω για πορτοκάλι αέναο
αυτό που αστράφτει μόνο του
κι εθίζει
τους πιο ωραίους κούρους
να βγουν
ξανά στην επιφάνεια

Ζῆ πῦρ τόν γῆς θάνατον 
καί ά[ν]ήρ ζῆ τόν πυρός θάνατον
ὓδωρ ζῆ τόν ἀέρος θάνατον
γῆ τόν ὓδατος


Αλλά τι ψάχνεις τώρα
Όταν μιλάει κανείς για την πατρίδα του
τον ρίχνουν στον Καιάδα του ακατάληπτου

Δεν είναι πως κατηγορώ κανέναν σας
Είναι κι ο αέρας τσόγλανος
Κι ο χρόνος
Που μας πατάει και με τα τέσσερα
Γι'αυτό κι οι ποιητές ανέκαθεν
-εδώ λείπει  ένας στίχος με σφυριά-
να κάτι πρόκες
ίσα με το ένστικτο
όχι το γενετήσιο
μα 'κείνο που 'χουν τα πουλιά
μιλώ για το φτερούγισμα.


Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Ανταπόκριση από το Λονδίνο: David Harsent & Γιάννης Ρίτσος


Παρουσίαση στο Λονδίνο της ανθολογίας του David Harsent "In secret: versions of Yannis Ritsos"

Ποιητής ο ίδιος αλλά και βαθύς γνώστης του έργου του Γιάννη Ρίτσου, ο David Harsent παρουσίασε την Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου σε κεντρικό βιβλιοπωλείο του Λονδίνου[1] την ποιητική συλλογή In Secret: versions of Yannis Ritsos,[2] στο πλαίσιο του κύκλου εκδηλώσεων "poet in the city".

Πρόκειται για μια επιλογή σύντομων κατά κύριο λόγο ποιημάτων του Ρίτσου σε μια μεταφραστική προσέγγιση γεμάτη ιδιαιτερότητες και ισχυρές προσωπικές παρεμβάσεις εκ μέρους του συγγραφέα-μεταφραστή.

Ο David Harsent δεν είναι ένας τυχαίος μελετητής του Γίαννη Ρίτσου, το αντίθετο μάλιστα: για να είναι σε θέση να μεταφράσει με τόσο ξεχωριστό, παράδοξο τρόπο θα έλεγε κανείς, τους στίχους του Έλληνα ποιητή σημαίνει ότι έχει εντρυφήσει στο αντικείμενο ταυτόχρονα ως μελετητής, ως μεταφραστής και ως δημιουργός.

Στην αρχή της παρουσίασής του τοποθέτησε με ακρίβεια τον Γίαννη Ρίτσο στο κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο στο οποίο κινήθηκε και τόνισε τις αναλογίες που συνδέουν το έργο με τον δημιουργό ως πολιτική οντότητα αλλά και ως άτομο.

Παραδέχτηκε και ο ίδιος εξαρχής ότι η εν λόγω ανθολογία δεν υπακούει στους κλασσικούς κανόνες μετάφρασης: οι επιλογές, λεξιλογικές αλλά και συντακτικές, έγιναν με γνώμονα την ουσία του εκάστοτε ποιήματος και την καρδιά της ποιητικής σκέψης του Ρίτσου.

Ο David Harsent, μιλώντας πιθανότατα με την διπλή ιδιότητα του ποιητή και του μεταφραστή, τόνισε ότι αυτό που επιχείρησε να αποδώσει είναι η ουσία της αίσθησης, του συναισθήματος που παράγει το κάθε ποίημα στον αναγνώστη και λιγότερο η εννοιολογική διάσταση της κάθε λέξης.

Το αποτέλεσμα είναι προφανώς μια προσέγγιση μακριά από το πρωτότυπο. Το ερώτημα όμως που αναπόφευκτα θα τεθεί και στο οποίο μόνο ο χρόνος θα μπορέσει να δώσει ικανοποιητική απάντηση είναι κατά πόσο τελικά ο David Harsent πέτυχε να ακουμπήσει τον συνταρακτικό ρεαλισμό του Ρίτσου και να τον μεταφέρει αυτούσιο σε μια άλλη γλώσσα, να τον εκθέσει στα μάτια ενός διαφορετικού κοινού και να δώσει την ευκαιρία στον ηλεκτρισμό της κοσμοθεωρίας του να επιδράσει χωρίς στεγανά και πέρα από το φράγμα που θα έστηνε μια συμβατική μετάφραση βασισμένη στην εννοιολογική και την συντακτική ακρίβεια.

Κρις Λιβανίου

[1] Waterstones, 82 Gower StreetLondonWC1E 6EQ, GB
[2] David Harsent, In Secret: versions of Yannis Ritsos, εκδ. Enitharmon Press, Λονδίνο, 2012.

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Τι μας λέει σήμερα η "ποίηση" του... πεζογράφου Καρκαβίτσα;


Έχω την εντύπωση ότι τα πολλαπλά μειονεκτήματα της σύγχρονης ποίησης, για όποιον τουλάχιστον πιστεύει ότι υπάρχουν, είναι απλά διαφορετικές όψεις ενός και μόνο ραγισμένου πρίσματος, που με αφέλεια έχω ονομάσει «συνείδηση του ποιητή».

Δεν ξέρω ακριβώς τι θέλω να πω με αυτή τη φράση,  βέβαια, μάλλον κάτι αναφορικά με το πόσο αληθινός είναι ο κάθε ποιητής, απέναντι στον εαυτό του και στους αναγνώστες του. Για να πω την κρύα αλήθεια, όμως, όσο σκέφτομαι αυτό το «μάλλον» τόσο πιο αβέβαιο μου φαίνεται. 

Τέλος πάντων, αυτό που θέλω να πω είναι ότι, πολλές φορές (όχι όλες, ευτυχώς), διαβάζοντας ένα βιβλίο κάποιου νέου ποιητή κοντά στη δική μου γενιά  -ας την πούμε «η γενιά των σχεδόν σαραντάρηδων και εκεί γύρω»-, αλλά και συχνά όταν ξεφυλλίζω φρέσκες ποιητικές καταθέσεις πρεσβύτερων δημιουργών, πρεσβύτερων με την έννοια της καθιέρωσης, κυρίως, με διαπερνάει μια εσώκλειστη αίσθηση, μια ασφυξία, λες και με έχουν κλείσει σε ένα δωμάτιο με ένα και μόνο κρυφό, θεόκλειστο παράθυρο.

Ο ποιητής μοιάζει να προσπαθεί πάρα πολύ για να με πείσει ότι είναι, όντως, ποιητής, και νομίζει, μάλλον, ότι με ενδιαφέρει και με κόφτει να μάθω το πόσο πολύ υποφέρει, καθώς και το πόσα γνωρίζει για τη «μεγάλη αλήθεια του κόσμου». Αχ και βαχ και τρισαλί... 

Με άλλα λόγια, δεν μου δίνει τίποτα, κανένα χώρο να υπάρξω ως αναγνώστης, να γευτώ από την ποίησή του ένα απόσταγμα δικό μου, που το καταλαβαίνω βρε αδερφέ, και να μαθητεύσω, έτσι, δίχως να αισθάνομαι ότι παρευρίσκομαι στην παράδοση ενός μαθήματος όπου αυτοσκοπός του είναι η τεχνική της σύνθεσης και μόνο.

Γι' αυτό θεωρώ τουλάχιστον περίεργο, λοιπόν, όταν διαβάζοντας ξανά τα «Λόγια της Πλώρης» του Αντρέα Καρκαβίτσα, συνειδητοποίησα με έναν καινούριο τρόπο γιατί βιώνω αυτή την ασφυξία, αυτή την έλλειψη χώρου, έτσι όπως βρίσκομαι συχνά μπλεγμένος στα φασκιωμένα πρόσωπα της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής. Και λέω «τουλάχιστον περίεργο» γιατί τα «Λόγια της Πλώρης» είναι πεζογραφία και όχι ποίηση.

Η αξιοπρόσεκτη σύνθεση των εικόνων, το εξεζητημένο λεξιλόγιο, οι συχνές υπερφυσικές αναφορές, η θεοποίηση της θάλασσας και της φύσης, οι συμβολικές τους προεκτάσεις κ.α. αποτελούν συχνά μερικά από τα βασικά εργαλεία της ποιητικής σύνθεσης και λειτουργίας, στην προσπάθειά τους να συμπαρασύρουν τον αναγνώστη σε κάποια πιθανή - αλλά στην καλύτερη περίπτωση αβέβαιη - έκφραση ή αποκάλυψη. 

Ο Καρκαβίτσας χρησιμοποιεί αυτά τα εργαλεία για τους δικούς του, διηγηματικούς σκοπούς:  

«Ο αέρας παράμεστος από την άρμη του νερού, τη μυρωδιά του κατραμιού, της πίσσας, των σχοινιών. Λόφοι τα στουπιά, σωροί τα σίδερα. Και απ’ άκρη σ’ άκρη της ακρογιαλιάς βαρκούλες ομορφοβαμμένες, μπρίκια ανασκελωμένα, γολέτες ξερμάτωτες, καρίνες αμακιασμένες και στρειδοφόρτωτες.»

 «Κάθε αυγή, με το πρώτο ανάβλεμμα του ήλιου, οι φρεγάδες αστραποβολούν στα γαλανά νερά. Τώρα ψυχή δεν έχουν· έρμες είναι από ναύτες κι από καπετάνιους. Όμως θα έρθη η ώρα που ψυχή θα πάρουν και γοργόνες καστρορίχτισσες θα σμίξουν και θα σύρουν πάλι στο δρόμο τους.»

«Θεόστραβη, μωρέ, η πείνα μας θέριζε τα σωθικά!»

«Πουλάκι θαρρείς, αγαπησιάρικο και ομορφόπλουμο, πέταξε από τα δέντρα της Παράδεισος στην κούρνια μας και με το φτερούγισμα, με τον κελαηδισμό του, άπλωσε βάλσαμο στις τυρρανισμένες ψυχές, ανάδωσε τη χαρά, πλανεύτρα την ελπίδα, τον πόνο και τον μόχθο άβλαβα και ποθητά.»

«Η αγάπη τρέχει αδαπάνητη από τα πλατειά στέρνα του και δροσίζει το καμίνι της κακομοιριάς.»

«Πίσω απ’ τα κάγκελα της πόρτας βλέπει τον Άγιο Πέτρο με τα κλειδιά κρεμασμένα στο ζωνάρι του, με τα μάτια μισοκλεισμένα, τη μύτη μακρουλή και κόκκινη σαν πιπεριόνος».

«Καπετάν Κρεμύδα, ο νότος δυναμώνει.»

Τα παραπάνω δεν είναι παρά μια χούφτα από παραδείγματα για το πως ο Καρκαβίτσας χρησιμοποιεί ποιητικούς μηχανισμούς στα «Λόγια της Πλώρης»

Εντούτοις, κανένας από αυτούς τους μηχανισμούς δεν θα είχε αξία αν ο κοινός παρανομαστής δεν ήταν ο άνθρωπος, ο καθημερινός μόχθος, ο κίνδυνος μιας ζωής που στην πιο αισιόδοξη μοίρα της είναι απρόβλεπτη. Γενικευμένα μιλώντας, δηλαδή, ένα θέμα κατανοητό για τον αναγνώστη,  άμεσο και πάνω απ' όλα γενναιόδωρο.

Ο Καρκαβίτσας διδάσκει, με τον τρόπο του, μια ποιητική ειλικρίνεια που ίσως έχει να πει πολλά περισσότερα για την ποίηση από οποιοδήποτε θεωρητικό κείμενο που παράγει η πλειοψηφία της σύγχρονης «ιντελιγκέντσια», μέσω των περιοδικών, του internet ή των σχολών «δημιουργικής γραφής».

Κατεξοχήν «στεριανός», ο Καρκαβίτσας μας παρουσιάζεται ως ένας αυθεντικός ναυτικός, ο οποίος δεν χρησιμοποιεί απλά ναυτικό λεξιλόγιο ή εγκυκλοπαιδικές γνώσεις για τη ζωή της θάλασσας. Δεν προσπαθεί να μας πείσει ότι είναι θαλασσόλυκος αναλύοντάς μας πώς γίνονται οι κόμποι, πως δένονται οι κάβοι και πώς η αρμύρα διαβρώνει την καρίνα. 

Αυτό που κάνει είναι να οπισθοχωρεί, να παίρνει πίσω θέση με μια ταπεινή αντικειμενικότητα και, ως άλλος λογοτεχνικός ταχυδρόμος, να μας αφήνει ανεπηρέαστους να εξερευνήσουμε, ελεύθερα, σίγουρος για το μήνυμά του και το εύρος της γραφής του.

Η επιρροή του περνάει ατόφια σε όποιον ποιητή θέλει να μάθει από το παράδειγμά του, για το πώς να λειτουργεί ως φορέας και όχι μόνο ως πυρήνας, επιτρέποντας έτσι μια γέφυρα επικοινωνίας που τόσο λείπει από την πλειοψηφία της σύγχρονης ποίησης.    

Μη με παρεξηγήσετε, δεν θέλω να ισχυριστώ ότι αυτό το μικρό κείμενο αναλύει κάτι σε βάθος. Μπορώ όμως να πω πως ο Καρκαβίτσας με βοήθησε να καταλάβω ότι, κάποιες φορές, το σχολείο είναι μόνο εκεί που λείπει ο δάσκαλος. 

Και αυτή η γνώση, κατά την ταπεινή μου γνώμη, μπορεί να φανεί χρήσιμη σε κάποιον που παλεύει με τα σκυλόψαρα της ποίησης.

Ηλίας Θ. Παππάς

Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

Γιάννης Πατίλης - "Αποδρομή του αλκοόλ"


ποδρομή το λκοόλ

καί ἐάν μή δω // πρό τς λλάδος το ερο /
χορ συμπεπλεγμένας / Έλευθερίαν καί Μούσας /
θάνατον θέλω - νδρέας Κάλβος, «λπίς πατρίδος»

Σέ βρκα μέσα στό χαμό
μέ δανεικό παλτό κοιμόσουνα
σ’ να παγκάκι μνμες ἀπ’ τὸ  μέλλον
κι κανε κρύο Λονδίνου τοξικό
Δέν ξέρω ν Θεός μιλ λληνικά
τό σίγουρο εναι πώς ο λληνες δ
διαρκς θά τά μιλνε λο πιό λίγο
ν πάλι θά μιλνε
Γερε λιγάκι ἀπό τό στρμα σου νά δες
σκουπίδια πού ξεσέρνει πλάι
νεμος τς λλαγς
μποτίλιες πού ο γενναοι
τς ρπαχτς δειάσαν
Καί πάλι σο μπορες γερά κρατήσου
γιατί ρχίζει ποδρομή το λκόολ
ποδόρειος φρικίαση καί νάρκη
ο φιάλτες π’ τήν φοδο το δειου
Τούς εδα γώ στόν πνο μου προχτές
τόν Βενιζέλο μέ τόν Μπακαλάκο
-λευθερίαν καί Μούσας-
χορ συμπεπλεγμένους
κάτω π’ τά κυπαρίσσια τς Σταδίου
στή Δύση ναμέλποντας ὠδάς
en th twn nyn Ellhnwn dialektw

λλάδα Hellas τς Νέας ποχς
μιά φαντασίωσις ἤσουν  νεωτερική
πού σέ ξεγέννησαν γιά δοκιμή
τρες ναυαρχίδες
Γιά νά σέ μεγαλώσει νάδελφος διαφθορά
λληλοπεριχώρησις τν σοσιαλιστν μέ τά λαμόγια
Τό συναμφότερον Οκογενείας καί Βουλς

Λονδίνο χίλια χτακόσια δέκα καί ννιά
νδρέα Κάλβου ωαννίδου
ΕΛΠΙΣ.ΠΑΤΡΙΔΟΣ.
τί τίτλος σύγχρονος θεέ μου
τι πελπιστικά
αἰῶνες δύο πρίν
προφητικός


Τίτλοι τέλους

(μέ τόν τρόπο το Σ.Π.)

Τίτλος: λλάς
Παραγωγή: στορία
Σενάριο: Ζαμπέλιος Κορας
Παπαρρηγόπουλος Κορδάτος
Σκηνοθεσία (πολλοί):
Τρικούπης Καποδίστριας
λ Βενιζέλος Παπανδρέου & υοί
Παίζουν: Καραϊσκάκης Σολωμός
Θανάσης Διάκος
Ζαχαριάδης ρης Καρυωτάκης
Μελίνα Μπουμπουλίνα
Βουγιουκλάκη
Κουστούμια:
ψαλιδόκωλα πό Μόναχο-Παρίσι
καί
Φωτισμοί: σπρόμαυροι πό Δύση
Κομπάρσοι:
μες
τό μπάσταρδο το Μακρυγιάννη
Κι ξω βροχή μοντέρνα κρύο
καί κίνηση ερωπαϊκή πολλή
κι λα σάν νειρο
σ’ νείρου προβολή
πού μόλις ρχισαν
νά πέφτουνε ο τίτλοι τέλους
κι χουμε λοι σηκωθε
μέ τά παλτά στά χέρια
καθώς νάβουνε σιγά-σιγά
στήν αθουσα τά φτα
τήν ξοδο καθυστερώντας
λίγο κόμη σκεπτικοί
γιά τελευταία φορά
πρίν φύγουμε
νά θυμηθομε
το ργου
τούς συντελεστές


ναχωρήσεις

Πρωΐ καί κρύο καί φς π’ τό ψυγεο μέ τ’ ναψυκτικά
καί ρα δέκα ναχώρηση π’ τόν διάδρομο τόν πρτο
κατάσαρκα για Λάρισα φορώντας μαρα λικά
πού κάνουνε τήν όμορφιά σου να ραγίζει
Παιδί μάνα πατέρας μορφή γαπημένη
το σμα πάντα θά πονάει στό χωρισμό
Δεν εν’ θλίψη στό Σμα τὸ Ἀστυνομικὸ
ἀπὸ τὸν θάνατο στὸν Τύρναβο το συναδέλφου
μά το χτάχρονου παιδιο πού τό μαθαίνει στό σχολειό
Δέν πάει κάτω Μαύρη Τρύπα πού τήν παρξη ρουφάει
τό κάθισμα τό δειο πού γιά λίγο τήν αρα σου κρατ
τά μάτια μου τα μάτια σου πού δέν θά ξαναδον


Τειχοσκοπία

λάϊνον χιτνα

Στς μαιζονέτας του τήν πέτρινη θαμμένος κουστουμιά
γιά σα κακά στόν αυτό του χει κάνει
ντίμαχή του μοίρα το προκάνει
βάσανο καί γλυκειά παρηγοριά

ραίας γειτόνισσας νά βλέπει τόν χορό
ταν τά ροχα στή βεράντα της πλώνει
ταν σκύβει νά τινάξει τό σεντόνι
τς μορφις της σπέρνοντας εκόνες στό κενό


Καθαρά Δευτέρα

σχόλιο σ’ ναν πίνακα
τς ρς Νικοπούλου

ταν ξυπνήσεις
Καθαρά Δευτέρα
καί δες
σκοτεινιασμένο ορανό
μέ σύντομες βροχές
καί μέ έρα
τήν εκαιρία
μή φοβηθες
καί χάσεις
νά μολήσεις πάλι
τόν χαρταετό
κρατώντας
απ’ τα μέσα
την καλούμπα


μογέρων

χοντας πιτέλους πειτα
πό τριάντα χρόνια
τό Λύκειο τελειώσει
μέ κπληξη διαπιστώνω
εσιτήριο μισό
γιά δεύτερη φορά νά δικαιομαι
ν τήν πανάκαμψη προαιασθάνομαι
νεανικν σθενειν
στε μ’ περηφάνεια πλέον
τίτλο ὀμηρικό νά φέρω
μογέρων

Τήν ραση πού φθίνει
τήν εχα πό τά δώδεκα
ς τζαμαρίας προγευθε
Τήν μπωτη τς κος
τήν προετοίμασαν
κρηκτικές τίτιδες το φήβου
ν στά δόντια
πάλι σιδεράκια
σο γιά κενα
πού δεν πρα μυρουδιά
πακέτο ατό μέ τό καρτάγκενερ
κ γενετς
Και δίχως γωνία πιά
μόνο στύση πιμένει κόμη
ρθιο κατάρτι
σ’ κυβέρνητο καράβι

λλά στά θέματα ατά
στάθηκα μλλον τυχερός
δέν εχα φόβους
στό μέλλον νά σέ περιμένω
Γρας ργαλέον
σ’ εχα μαζί μου
πό τήν πρώτη τή στιγμή
τς γέννησής μου



«Νοσοκομεον λπίς»
δύσκολη πικράτησις το Τώρα

Δέν εναι Λαϊκό Θεραπευτήριο στήν Άττική
μαδικν ργίων γιατρν μέ νοσοκόμες
το ορολόγου πού (inter feces
nascimur et urinam) τό σκέφτηκε πολύ
πρίν τή μαγνητοσκόπηση γεμίσει
κοψίδια άπό τ’ χόρταστο παρόν
Δέν εναι στίς μοναχές τς Καλαμάτας
τό πιτίμιον τς κοινωνησίας το γίου Μεσσηνίας
την Αρεση τς Σάρκας νά μονώσει
μοναχικν πού κοινωνον μοναχικές
Το Κρισναμούρτι δέν εναι σοφή νελπισία
πού τς πιθυμίας μιά κι ξω κόβοντας τη Φόρα
μέ πάναγνο παρόν τον Νο γεμίζει

δ μαίνεται πόλεμος τν παδν το Τώρα
Μέ ρθωμένους τούς φαλλούς
μ’ ρθάνοιχτα τά σκέλη
πό κρεββάτι σέ κρεββάτι λυσσασμένα
περασπίζονται τό Στάλινγκραντ τς δονς
π’ το Φόν Πάουλους τούς τεθωρακισμένους ρθολογιστές
λευκς μόλυντης κι νώτερης φυλς
ς τήν διπλή τους λικα γνωρίζοντας καλά
τι Βόλγας χει μία καί μόνον χθη
ατή πρός την ποία πορευόμαστε λοι
στό τέλος νεπιστρεπτί



Ο Γιάννης Πατίλης απαγγέλλει την "Αποδρομή του αλκοόλ"

Δείτε εδώ και τη συνέντευξη που έδωσε στο στίγμαΛόγου.