Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Συνέντευξη του Γιάννη Πατίλη στο στίγμαΛόγου (β΄ μέρος)

Β΄ μέρος "Αν κάποιος νομίζει ότι με την έκδοση μιας ποιητικής συλλογής αποκτά και τον «τίτλο του ποιητή», όσα και να πληρώσει θα είναι λίγα!"


στίγμαΛόγου: Το self-publishing στις μέρες μας φαίνεται να είναι ο μόνος τρόπος για να δημοσιεύσει ένας νέος ποιητής τη δουλειά του. Θα λέγαμε δηλαδή ότι στις μέρες μας ο τίτλος του ποιητή αγοράζεται. Τι μπορεί να κάνει κάποιος που δεν έχει να τον αγοράσει ή απλά δεν θέλει;

Γιάννης Πατίλης: Όχι μόνο στις μέρες μας! Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70 η αυτοέκδοση ήταν μονόδρομος για τον νέο ποιητή, αλλά και για τον ώριμο. Τα ποιητικά βιβλία της πρώτης δεκαπενταετίας, τόσο του Μίλτου Σαχτούρη όσο και του Νίκου Καρούζου, ήταν αυτοεκδόσεις σε σχετικά μικρό τιράζ 400 ή 600 αντιτύπων. Και οι δύο πρώτες δικές μου συλλογές, του ’70 και ’73, ήταν κι αυτές αυτοεκδόσεις. Η κατάσταση άρχισε να αλλάζει το 1969 με τις εκδόσεις «Κείμενα» του Φίλιππου Βλάχου, ενώ λίγα χρόνια μετά, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, γίνεται με τα θεσσαλονικιώτικα «Τραμάκια» του Γιώργου Κάτου μια μικρή επανάσταση στον χώρο του ποιητικού βιβλίου. Κυκλοφορούν σε μικρό σχήμα φτηνές, αλλά με έξοδα του εκδότη, ποιητικές συλλογές νέων που πουλιούνται κατά εκατοντάδες! Κάτι που συνεχίζεται λίγο αργότερα με τις εκδόσεις «Ύψιλον» του Θανάση Χαρμάνη... Είναι η «χρυσή εποχή» της κυκλοφορίας του ποιητικού βιβλίου, και μάλιστα νέων ποιητών, μοναδική στην ιστορία των γραμμάτων μας, που κράτησε μια δεκαπενταετία περίπου, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80, όταν αρχίζει να ξεθυμαίνει... Από την δεκαετία του ’90 και μετά, το αγοραστικό ενδιαφέρον για το ποιητικό βιβλίο μειώνεται δραματικά και επιστρέφουμε στην προ του 1970 κατάσταση της αυτοέκδοσης, αλλά με μια σημαντική διαφορά: ενώ ο ποιητής τις περισσότερες φορές πληρώνει ο ίδιος το κόστος της έκδοσης όπως παλιότερα, τώρα βρίσκει και κάποιον εκδότη να του την επιμεληθεί αφού του δώσει την φίρμα του, να την βάλει στον κατάλογό του και κάπως —έστω και ελάχιστα— να την διακινήσει...

Τώρα, αν κάποιος νομίζει ότι με την έκδοση μιας ποιητικής συλλογής αποκτά και τον «τίτλο του ποιητή», όσα και να πληρώσει θα είναι λίγα! Αυτό που ξέρω εγώ είναι πως οι περισσότεροι από τους σημαντικότερους ποιητές της πρώτης και δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς χρυσοπλήρωσαν σε δύσκολους καιρούς τα βιβλία τους, για τον έρωτα της τέχνης τους (ή το ψώνιο τους, αν θέλετε) και όχι για κανέναν τίτλο! Πού να φανταστούν ότι θα ερχόταν εποχή που όχι μόνο θα μπορούσαν να τα δημοσιεύουν δωρεάν, όπως γίνεται στο διαδίκτυο, αλλά να έχουν δυνητικά και απεριόριστους αναγνώστες!

σΛ: Υπάρχουν «κλίκες» στη λογοτεχνία; Και, αν ναι, μέχρι πού φθάνουν; 

Γ.Π.: «Κλίκα» λέμε την κακή όψη του ίδιου νομίσματος που στην καλή του όψη αναγράφει «συντροφιά», «παρέα» ή «ομάδα». Οι λογοτεχνικές παρέες ή συντροφιές είναι παραδοσιακά το οξυγόνο της λογοτεχνίας και το κύριο εκφραστικό τους όργανο είναι τα λογοτεχνικά περιοδικά. Συνήθως χαρακτηρίζουμε «κλίκα» την λογοτεχνική ομάδα που είναι κλειστή σε μας ή γενικότερα σε τρίτους. Αυτό είναι μεγάλο λάθος. Οι δημιουργικές λογοτεχνικές ομάδες λειτουργούν με αποκλεισμούς, και δεν υπάρχει ίσως πιο ωραίο πράγμα στον κόσμο της λογοτεχνίας από μια κλειστή ομάδα ομοτέχνων που κάνει του κεφαλιού της χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανένα. Σκεφτείτε τί ήταν ο Κοχλίας, το δικό μας Κριτική και Κείμενα, οι Σημειώσεις ανέκαθεν, το Τεφλόν σήμερα... Το τελευταίο μάλιστα δεν καταδέχεται καν να πουλά τα τεύχη του, αλλά τα χαρίζει σε όσους μπουν στον κόπο να τα αναζητήσουν!

Για μένα ως «κλίκα» λειτουργεί μια λογοτεχνική ή καλλιτεχνική ομάδα όταν με μικρότερους ή μεγαλύτερους αποκλεισμούς ή συσσωματώσεις, που ωστόσο υπηρετούν εξωκαλλιτεχνικές σκοπιμότητες, μεσολαβεί ποικιλοτρόπως στους θεσμούς (κυρίως στα κρατικά ΜΜΕ και στα κρατικά βραβεία) και διεκδικεί φανερή ή αφανή εξουσία μέσω αυτών ή, πάλι, όταν θέλει, μέσω παρόμοιων πρακτικών, να επιβληθεί γραμματολογικά. Όπως βλέπετε, η συνύπαρξη του καλλιτεχνικού κριτηρίου με την αδιαφορία για εξουσία ή επιβολή, είναι αυτό που αποφασίζει για το αν θα αποκαλέσουμε μια καλλιτεχνική ομάδα ως «κλίκα» ή όχι. Στην λογοτεχνία μας συναντά κανείς και τους δύο τύπους ομάδων, σπανιότερα τον πρώτο, συχνότερα τον δεύτερο, τις λογής «κλίκες», και ίσως ακόμα συχνότερα έναν τρίτο τύπο, όπου η συνήθως δίχως κριτήρια συμμετοχή τρίτων, προκειμένου η όλη προσπάθεια να αποκτήσει «εκτόπισμα» ή «χώρο», αποτελεί και τον κύριο λόγο ύπαρξης της «ομάδας»...


σΛ: Πέρα από ποιητής και εκδότης, είστε κι εσείς blogger. Διατηρείτε το αξιολόγοτατο και μοναδικό στην Ελλάδα ιστολόγιο για το διήγημα στην πολύ μικρή του φόρμα, το διήγημα μπονζάι. Ήταν η επιθυμία σας να υπηρετήσετε το επιστημονικό έργο του φιλολόγου που σας ώθησε στη μπλογκόσφαιρα; Τι, μετά από την επαφή σας με αυτή, πιστεύετε πια για τις ηλεκτρονικές εκδόσεις; Είναι μια καλή εναλλακτική;

Γ.Π.: Μόνο επιστημονικά δεν ήταν τα ενδιαφέροντά μου για την μπλογκόσφαιρα. Ήταν καθαρώς εκφραστικά του καθ΄ έξιν περιοδικάκια και αισθητικά! Για όποιον έχει παρακολουθήσει τις από εικοσαετίας και πλέον θέσεις μου για τα λογοτεχνικά περιοδικά —που ελπίζω φέτος να εκδοθούν συγκεντρωμένα σ’ έναν τόμο για το φαινόμενο του «Μικρού Τύπου»— η κατάληξή μου στο διαδίκτυο θα ήταν κάτι το αναμενόμενο. Ένα μέρος των θέσεων αυτών μπορεί να δει και στα άρθρα μου στο ιστολόγιο Ιστορίες Μπονζάι.

Οι ηλεκτρονικές εκδόσεις είναι μια νέα αν και ακαταστάλακτη ακόμα συναρπαστική εναλλακτική, που ωστόσο στη φάση αυτή δεν μπορεί να υποκαταστήσει ολοκληρωτικά τις έντυπες εκδόσεις. Κάποιοι μάλιστα που καβάλησαν το καλάμι με τις ηλεκτρονικές, τους βλέπουμε να επιστρέφουν με τιμές «ασώτου» στις έντυπες που πριν λοιδωρούσαν! Το κυριότερο πλεονέκτημα των ηλεκτρονικών εκδόσεων (αναφέρομαι κυρίως στα αναρίθμητα ιστολόγια με λογοτεχνικό περιεχόμενο) πέρα από το χαμηλό έως μηδενικό τους κόστος, είναι η δυνατότητα για ακηδεμόνευτη αυτοέκφραση και ο πρωτοφανής επικοινωνιακός τους δυναμισμός, ενώ κρίσιμο μειονέκτημά τους παραμένει η έλλειψη προηγούμενης εκδοτικής και γενικότερα δημοσιογραφικής πείρας με όλη την σχετική προς αυτήν δεοντολογία· με αποτέλεσμα να επικρατεί η προχειρότητα και η έλλειψη ποιότητας, πράγματα που επιτείνουν την σύγχυση ως προς τις αξίες και, τελικά, την δυσκολία ή την αδυναμία σχηματισμού κριτηρίων, όπως επισημάναμε και παραπάνω.

σΛ: Αν θα έπρεπε να επιλέξετε μία μόνο από τις ιδιότητές σας, πώς θα θέλατε να σας θυμούνται; Ως εκδότη, ως φιλόλογο-ερευνητή, ως ποιητή;

Γ.Π.: Αυτό που κολακεύει τη ματαιοδοξία μου είναι κυρίως η ιδιότητα του «ποιητή». Αλλά με συνεφέρνει τάχιστα το κύμα λήθης που βλέπω να σαρώνει εξακολουθητικά τα πάντα. Αυτό που μένει τελικά, ώστε να έχει κάποια αξία, είναι αυτό που ανακαλύπτεις και επικυρώνεις εσύ προσωπικά, με την βοήθεια συχνά της σοβαρής σκέψης και κριτικής. Εγώ τουλάχιστον έτσι διαμόρφωσα το όποιο γούστο μου και τα όποια κριτήριά μου. Και στον μόνο αναγνώστη που ελπίζω για μια συνάντηση στο παρόν ή στο μέλλον είναι ένα πρόσωπο με αντίστοιχη λειτουργία. Είναι και αυτό ένας από τους λόγους για τους οποίους, εν αντιθέσει προς την επώνυμη κριτική, δυσπιστώ απέναντι στα εξ ορισμού απρόσωπα κάθε λογής λογοτεχνικά βραβεία, και κυρίως στα πιο «αξιόπιστα» ως πιο δεσμευτικά. Πρόκειται για ετοιμοφόρετες «αξιολογίες» που σε απαλλάσσουν —ιδίως τον νέο— από το κόστος της προσωπικής αναζήτησης και αναμέτρησης...

σΛ: Τι ρόλο έχει να παίξει ο ποιητής σήμερα στην Ελλάδα και πώς μπορεί να συνδράμει τη χώρα του στην τρέχουσα δύσκολη συγκυρία, τη στιγμή που η Τέχνη αποφεύγει να πολιτικοποιηθεί;

Γ.Π.: Ο ποιητής ως πολίτης μπορεί να κάνει πολλά πράγματα, όπως όλοι μας, ως ποιητής όμως το καλύτερο που μπορεί να κάνει είναι να υπηρετεί όσο το δυνατόν πιστότερα και απαιτητικότερα την τέχνη του. Εάν έχει πολιτικές ή κοινωνικές ανησυχίες, αποφεύγοντας την εύκολη ρητορική, να τους δώσει την πρέπουσα καλλιτεχνική έκφραση, κατά το παράδειγμα του Κάλβου ή του Σολωμού και μιας μικρής μερίδας λογοτεχνών της αριστεράς της μεταπολεμικής περιόδου που διέθεταν αντιδογματική ή κριτική σκέψη...

Θα πρέπει ωστόσο να παραδεχτούμε πως ως ομαδική λογοτεχνική δραστηριότητα τα τελευταία χρόνια παρατηρούμε στον χώρο της ποίησης μια έντονη εξωστρέφεια που παίρνει συχνά και πολιτικό χαρακτήρα. Ο «Κύκλος Ποιητών», το περιοδικό «Μανδραγόρας» αλλά και η «Εταιρεία Συγγραφέων» κάνουν όλο και πιο συχνά ποιητικές εκδηλώσεις με θέμα την κρίση ή την εξουσία και τις ποικίλες όψεις τους. Βέβαια, ας μην έχουμε αυταπάτες. Ο πολιτισμός στη χώρα μας κυρίως συμβολικό κύρος διαθέτει, ενώ στην πράξη η ίδια η κοινωνία φαίνεται όλο και περισσότερο σαν να μην τον έχει ανάγκη, την ποίηση δε ιδιαιτέρως!

σΛ: Για να κλείσουμε, πιστεύετε ότι η ελληνική ταυτότητα θα έπρεπε να είναι το βασικό θέμα της Τέχνης που παράγεται στη χώρα μας, σήμερα περισσότερο από ποτέ; Γιατί όμως ασχολούνται τόσο λίγοι καλλιτέχνες με αυτήν; 

Γ.Π.: Δεν μου επιτρέπεται να ορίσω εγώ ποιο θα πρέπει να είναι το βασικό θέμα της τέχνης. Κάθε καλλιτέχνης θα πρέπει να είναι απολύτως ελεύθερος να ορίσει αυτός το βασικό του θέμα. Αλλά θα είχα να πω κάτι για εκείνους τους καλλιτέχνες που στο επίκεντρο του προβληματισμού τους βρίσκονται στοιχεία της ταυτότητάς μας. Καταρχήν αντί για «ελληνική ταυτότητα» θα προτιμούσα να μιλώ για το θέμα της επιβίωσης και συνέχειας των πολιτισμικών μας αξιών στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Έπειτα θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι οι περισσότεροι μεγάλοι καλλιτέχνες του περασμένου αιώνα —Σεφέρης, Ελύτης, Εγγονόπουλος, Ρίτσος, Μόραλης, Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Τσαρούχης, Κουν, Θεοδωράκης, Χατζιδάκις—, αλλά και πολλοί άλλοι, στηρίχτηκαν και στήριξαν με την τέχνη τους τις αξίες αυτές συνθέτοντάς τες δημιουργικά με τις παγκόσμιες καλλιτεχνικές τάσεις, και μάλιστα γνώρισαν και αρκετή διεθνή αναγνώριση για το έργο τους αυτό... Το συμπέρασμα είναι ότι διαχρονικές αξίες του ελληνισμού από τα μυκηναϊκά χρόνια έως και τις μέρες μας διαθέτουν πυρήνες παγκόσμιας εμβέλειας, αρκεί ο καλλιτέχνης να πιστέψει σ’ αυτές και να υποβληθεί στην δύσκολη αγωγή που απαιτούν. Και όχι μόνο για τους έλληνες καλλιτέχνες, και όχι μόνο για καλλιτέχνες... Δείτε, για παράδειγμα, πώς η ρωσική θεολογία της διασποράς εμπνεύστηκε απο την ορθόδοξη πατερική θεολογία...

Το πρόβλημα με πολλούς σύγχρονους καλλιτέχνες, είναι ότι προσέρχονται στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον τελείως ανυποψίαστοι για την παγκόσμια δυναμική των αξιών αυτών, με συνέπεια το έργο τους να μένει φτωχό, μιμητικό και στείρο... Στο σημείο αυτό αποτελούν συνεπή αντανάκλαση μιας κοινωνίας που στην πράξη απαξιώνει συστηματικά την παιδεία και τον πολιτισμό, επειδή έμαθε και την έμαθαν στους τίτλους και στις θέσεις, χωρίς το ουσιαστικό τους αντίκρισμα. Όπως ακριβώς το έλεγε ο «Καραγκιόζης ο Μέγας» του Φώτου Πολίτη: Φαίνομαι, άρα υπάρχω!

Συνέντευξη του Γιάννη Πατίλη στο στίγμαΛόγου
Φεβρουάριος 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου