Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Συνέντευξη του Γιάννη Πατίλη στο στίγμαΛόγου

Ξεκινάει σήμερα το τριήμερο αφιέρωμα στον ποιητή και εκδότη Γιάννη Πατίλη, το οποίο περιλαμβάνει τη συνέντευξη που μας έδωσε (και θα δημοσιευθεί σε δύο μέρη) και ποιήματα από την τελευταία συλλογή του "Αποδρομή του αλκοόλ"

Μέρος Α΄ - "Η ποίηση είναι ένας τρόπος να δεξιωθούμε στη γλώσσα το Άγνωστο και το Άφατο"  

στίγμαΛόγου: 42 χρόνια ποίηση κ. Πατίλη. Πριν από λίγες εβδομάδες κυκλοφόρησε από τις εκδ. ύψιλον η πιο πρόσφατη ποιητική σας συλλογή, «Αποδρομή του αλκοόλ». Πρόκειται για μια συλλογή πολύ ανθρώπινη και τρυφερή μέσα στη σαρκαστικότητά της, που δεν αποφεύγει ούτε φοβάται τις πολιτικές αναφορές και είναι γραμμένη με μια στρωτή, ώριμη γραφή που αποπνέει αυτοπεποίθηση. Ανταποκρίνεται αυτό που σας λέω με την πρόθεση με την οποία τη γράψατε;

Γιάννης Πατίλης: Μου περιγράφετε, και πολύ σωστά, το αποτέλεσμα που είχε το συγκεκριμένο ποιητικό βιβλίο σε σας, ωστόσο το αποτέλεσμα αυτό δεν συσχετίζεται άμεσα και ευθύγραμμα με τις προθέσεις. Το αν εισπράττει κάποιος από τα ποιήματα λ.χ. «ανθρωπιά και τρυφερότητα μέσα στη σαρκαστικότητά τους» αυτό οφείλεται όχι τόσο σε κάποια συγγραφική πρόθεση αλλά στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι, τοποθετούμαι και εκφράζομαι εν σχέσει προς τα πράγματα. Στις προθέσεις ανήκουν κυρίως η επιλογή των θεμάτων και του ειδικότερου τρόπου διαχείρισής τους.

Το βιβλίο περιλαμβάνει τρεις ενότητες, Στην πρώτη δεσπόζει η πολιτική θεματική, στην δεύτερη η υπαρξιακή και στην τρίτη η μετα-καλλιτεχνική, στον βαθμό που στην τελευταία σχολιάζεται η ποιητική και γενικότερα η καλλιτεχνική λειτουργία. Έμφαση δίνεται στην πρώτη ενότητα της οποίας ο τίτλος «Αποδρομή του αλκοόλ» δίνει και τον γενικό τίτλο του βιβλίου. Ο ειδικότερος, τώρα, τρόπος χειρισμού των θεμάτων, που αποτελεί και το σπουδαιότερο κριτήριο για την ταυτότητα της συλλογής, είναι ως προς τον άξονα του χρόνου προοπτικός και ως προς τον άξονα της γλώσσας ετερομικτικός. «Ετερομικτική σύνθεση» χαρακτήρισε την συλλογή ο ποιητής Διονύσης Πλατανιάς, εύστοχος χαρακτηρισμός που αναφέρεται όχι μόνο στο γλωσσικό επίπεδο, αλλά συμπεριλαμβάνει τόσο τις διακειμενικές αναφορές όσο και τις πολιτισμικές παραδόσεις...

σΛ: Τι σημαίνει η ποίηση για σας;

Γ.Π.: Το τι σημαίνει η ποίηση για μένα προσπάθησα επανειλημμένως να το εκφράσω μέσα από τα ίδια τα ποιήματα που έγραψα για την ποιητική λειτουργία. Έτσι θα μου επιτρέψετε να σας παραπέμψω σε δύο από αυτά, εξαιρετικά σύντομα και τα δύο:

Το πρώτο ένα άτιτλο είναι από τη συλλογή μου Ζεστό μεσημέρι:

Υπάρχω για να ληστεύω την ανυπαρξία.
Από κει κουβαλάω με κόπο
Υπέροχα ποιήματα.
Είναι διάφανα, φωτεινά κι ανέκφραστα.
Αλλά στο δρόμο μού πέφτουνε, σπάνε.
Τα μπαλώνω, τα κολλάω με λέξεις.
Με λέξεις που οι άνθρωποι λένε.
Μ’ αυτά που ξέρω, που βλέπω κι ακούω.
Και τα χαλάω μ’ αυτό που υπάρχει.

Το δεύτερο από την συλλογή Γραφέως κάτοπτρο με τίτλο «Ποιητική Θεωρία»:

Το Ποίημα
Χτίζεται
Εκεί που υπήρχε
Το Τίποτα
Για να συμβολίζει
Το Τίποτα
Που υπήρχε
Στη θέση του

Η ποίηση, λοιπόν, είναι για μένα ένας τρόπος να δεξιωθούμε στη γλώσσα το Άγνωστο και το Άφατο. Να νιώσουμε την χαρά του δώρου... Γιατί όταν έχεις πετύχει το ποίημα που πραγματικά σου αρέσει, έχεις την αίσθηση —εγώ τουλάχιστον— ότι σου έχει από κάπου δωρηθεί!



σΛ: Και, παράλληλα με την ποίηση, 26 χρόνια «Πλανόδιον». Πώς αποφασίσατε να γίνετε εκδότης και ως ποιο βαθμό σάς καθόρισε ο ρόλος σας αυτός; Γιατί αποφασίσατε να τον διακόψετε;

Γ.Π.: Από πολύ παλιά, μαζί με το μεράκι της ποίησης, συνυπήρχε στις παρέες των ομοτέχνων μου και το αίτημα για την δημιουργία ενός λογοτεχνικού περιοδικού. Όπως καλά γνωρίζετε ο πολιτισμός της γραφής σφράγισε αποφασιστικά την πορεία της ποιητικής τέχνης, όσο κι αν ποικίλα στοιχεία της προφορικότητας επιβιώνουν μέχρι σήμερα δημιουργικά μέσα στο ποίημα. Περισσότερο ίσως κι από τις ποιητικές συλλογές, τα λογοτεχνικά περιοδικά είναι ο κατεξοχήν τόπος όπου δοκιμάζεται στην κοινή συνείδηση το ποίημα. Έχουν λοιπόν κάθε λόγο οι νέοι λογοτέχνες, ιδιαίτερα οι ποιητές, να καθορίσουν οι ίδιοι τις αισθητικές, ιδεολογικές και άλλες συνθήκες πρόσληψης του έργου τους. Πρώτος καρπός αυτής της αντίληψης και στάσης ήταν η συμμετοχή μου στην ίδρυση στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα του περιοδικού Το Δέντρο. Ακολούθησαν τα περιοδικά Νήσος· Μουσική και Ποίηση και Κριτική και Κείμενα στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα, για να καταλήξω, μόνος πια, στην έκδοση του Πλανόδιου στα 1986.

Η έκδοση ενός λογοτεχνικού περιοδικού είναι ένα όμορφο μετεφηβικό όνειρο, η μεταφορά όμως από τον εκδότη αυτού του ονείρου στην πράξη είναι μια πολύ κοπιαστική και ψυχοφθόρος διαδικασία που θέλει υψηλό συνδυασμό προσωπικών και κοινωνικών αρετών καθώς και μεγάλα ψυχικά αποθέματα, ώστε το όνειρο αυτό όχι μόνο να μην ναυαγήσει σύντομα, αλλά, κρατώντας τη μαγεία του, να διαρκέσει και να καρποφορήσει...

Προσωπικό εκφραστικό μεράκι και διόλου διάθεση προσφοράς (στα γράμματα κλπ.) ήταν αυτό που καθόρισε και καθορίζει τη στάση μου με τα λογοτεχνικά περιοδικά, γι’ αυτό δεν αντιλήφθηκα ποτέ τη σχέση μου με αυτά ως ρόλο. Ίσως να ήταν και αυτός ο λόγος για την αντοχή και τη διάρκεια της έκδοσης του Πλανόδιου... Όσο για το σταμάτημά της, όπως σημείωνα και στη επιστολή που πληροφορούσε το κοινό σχετικά, λόγος δεν ήταν ούτε η κρίση, ούτε κάποια κρίση στην αγάπη μου για τα περιοδικά, όσο το αίσθημα μιας δυσβάστακτης πλέον «λεόντειας ισορροπίας» ανάμεσα στον μόχθο που απαιτεί μια τέτοια δραστηριότητα και στο δόσιμο που γυρεύουν άλλες συνυπάρχουσες από πολύ παλιά λογοτεχνικές μου αγάπες, όπως είναι το γράψιμο και η μελέτη...

σΛ: Μπορεί το «Πλανόδιον» να έφθασε στο τέλος του, όμως τα «Λογοτεχνικά Φύλλα» συνεχίζονται. Στην επιστολή που συνόδευε το τελευταίο τεύχος του «Πλανόδιου» σημειώσατε ότι πολλές από τις εκδόσεις των «Λογοτεχνικών Φύλλων» δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητες ποιοτικώς. Δεν είπατε, όμως, όλες. Υπάρχουν λοιπόν κάποιες, λίγες έστω, που δεν υποστηρίζετε ολόψυχα; Κι αν ναι, γιατί τις εκδώσατε;

Γ.Π.: Αλήθεια, για πόσα βιβλία, και μάλιστα νέων και συχνά πρωτοεμφανιζόμενων, μπορούμε να πούμε πως μας κερδίζουν «ολόψυχα»; Σίγουρα για λίγα, ίσως και για πολύ λίγα... Υπάρχουν ωστόσο αρκετά βιβλία που διαθέτουν αρετές ή δείχνουν δυνατότητες και συνεπώς έχουν λόγο εκδοτικής ύπαρξης. Αυτό που πέρα από το γούστο μου υποστήριζε την ποιότητα και τις επιλογές μου, τόσο στο Πλανόδιον, όσο και στις εκδόσεις του, τα «Λογοτεχνικά Φύλλα», ήταν το ότι λόγω του επαγγέλματός μου ως εκπαιδευτικού στην Μέση Δημόσια Εκπαίδευση, δεν χρειάστηκε ποτέ να βιοποριστώ από αυτά. Δεν θέλω να πω ότι μια εμπορική επαγγελματική δραστηριότητα στο χώρο της λογοτεχνίας είναι καταδικασμένη στην κακή ποιότητα, υπάρχουν αρκετά αντίθετα παραδείγματα, απλώς ο κίνδυνος των συμβιβασμών είναι πολύ μεγαλύτερος...

σΛ: Πιστεύετε ότι τα πολλά βιβλία που έχουν εκδοθεί δίχως να το αξίζουν τελμάτωσαν τους εκδοτικούς οίκους και τους οδήγησαν στη σημερινή αλγεινή τους κατάσταση; 

Χωρίς να είμαι ειδικός περί τα οικονομικά του βιβλίου, δεν πιστεύω ότι υφίσταται ένας τέτοιος συσχετισμός. Υπάρχει, τουλάχιστον δύο δεκαετίες τώρα, μια εξαιρετική παραγωγή βιβλίων, και μάλιστα πέραν των τίτλων λογοτεχνίας. Αυτό που εγώ διαπιστώνω είναι μια υπερπληθώρα εκδοτικών οίκων και τίτλων ασύμμετρη προς τα ενεργά ενδιαφέροντα της αγοράς... Αυτά προ κρίσης, φυσικά, διότι η έλευσή της επιδείνωσε δραματικά τις δυσλειτουργίες στον χώρο του βιβλίου... Δεν θα υποστήριζα ποτέ τα ολιγοπώλια, πουθενά, και ιδιαίτερα στον χώρο του βιβλίου... Πολλά μικρά εκδοτικά στη χώρα μας είναι αυτοκτονικές επιχειρηματικά δραστηριότητες, που μοιάζουν στον ιδεαλισμό τους με τα εγχειρήματα του λεγόμενου Μικρού Τύπου, των λογοτεχνικών και παρόμοιων περιοδικών εκδόσεων πολιτισμού... Εκτός των άλλων τα γονατίζει ο ανταγωνισμός των πάμφθηνων προσφορών των εφημερίδων αλλά και άλλων εκδοτών που εκποιούν τις αποθήκες τους με εκπτώσεις 50 και 70 τοις εκατό! Από εκεί και πέρα είμαστε μια κοινωνία που αφιερώνει ελάχιστο χρόνο και ξοδεύει μηδαμινά εισοδήματα για τον πολιτισμό, αλλά και ο πολιτισμός μας γενικότερα, ως καθημερινή κοινωνική έκφραση και δραστηριότητα ήταν ανέκαθεν προβληματικός...


σΛ: Τι λείπει από το ύφος της ποίησης σήμερα; Γιατί το κοινό δεν ενδιαφέρεται τόσο για την ποίηση στην Ελλάδα, ακόμα και με την ευκολία του διαδικτύου, ενώ π.χ. στην Αμερική πολλοί ποιητές έχουν ευρύτατο αναγνωστικό κοινό; 

Γ.Π.: Μιλάμε, φυσικά, για τους ποιητές που εμφανίστηκαν μετά το 2000, μεταξύ των οποίων υπάρχουν αρκετοί αξιοπρόσεκτοι. Δεν νομίζω ότι λείπει κάτι. Αντίθετα, βλέπουμε τις παραδοσιακές (κάποτε και μικτές) φόρμες να συνεχίζουν την παρουσία τους εξίσου ή και περισσότερο φιλόδοξες με τις ελευθερόστιχες. Σαν ποσοστό, μάλιστα, ανά είδος, θα έλεγα ότι η ελευθερόστιχη ή «ανοιχτή» φόρμα είναι κατά κανόνα η ποίηση του τετριμμένου και της ευκολίας, ενώ από τις έμμετρες ομοιοκατάληκτες οι περισσότερες έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον ή έχουν κάτι να πουν... Δηλαδή, μια αντεστραμμένη κατάσταση των δεκαετιών ‘30-’50, όταν οι παραδοσιακές μορφές ήταν κατά κανόνα η έκφραση του τετριμμένου, ενώ το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είχαν οι ελευθερόστιχες... Σ’ αυτό που κατά τη γνώμη μου υστερεί η ποίηση που γράφεται από τους νεώτερους σήμερα, είναι στο εύρος της γλωσσικής εμπειρίας, σαν η έλευση του μονοτονικού να έκλεισε τις θύρες προς τα παλαιότερα γλωσσικά κοιτάσματα της γλώσσας μας, που είναι όμως τόσο απαραίτητα για την επιβίωση και ανανέωση της ποίησης. Για μένα ένας ποιητής που στα χρόνια μας πέτυχε ίσως το μεγαλύτερο όσο και γονιμότερο γλωσσικό άνυσμα, αλλά και καθαυτό έξοχος ποιητής μ’ όλη του την ανισότητα, είναι ο Ηλίας Λάγιος...

Γενικά στον δυτικό κόσμο το ενδιαφέρον για την ποίηση είναι πολύ περιορισμένο, με την εξαίρεση ίσως των ΗΠΑ. Στην Ελλάδα παρόλο το γόητρο που απολαμβάνει η ποίηση, ελάχιστοι την διαβάζουν, διότι και γενικότερα οι Έλληνες δεν διαβάζουν... Αλλά και το ίδιο το ποιητικό βιβλίο σπάνια, και για σχετικά πολύ λίγους ποιητές, φτάνει στον πάγκο του βιβλιοπωλείου. Τα πράγματα στο διαδίκτυο είναι αρκετά καλύτερα, επειδή το ποίημα εύκολα μεταφέρεται στις σελίδες του και η πρόσβαση σ’ αυτό είναι άμεση και ανέξοδη. Τόσο ως χώρος ποιητικής έκφρασης όσο και ως τόπος πληροφόρησης και ανάγνωσης, ο παγκόσμιος ιστός είναι προνομιακός για την ποίηση. Περαιτέρω, αν πιστέψουμε τις μηχανές αναζήτησεις, οι αναφορές σε έλληνες ποιητές είναι απολύτως συγκρίσιμες, τηρουμένων των πληθυσμιακών αναλογιών, με εκείνες σε γνωστούς και πολύ γνωστούς ξένους ποιητές... Απλώς, στον απέραντο κόσμο του κυβερνοχώρου η ποιότητα είναι σχετικά χαμηλή, εύκολα χάνεται κανείς και δύσκολα διαμορφώνει κριτήρια. Ίσως είναι ώριμη η στιγμή για την παρουσίαση μιας κριτικής αξιολόγησης των σχετικών ιστοσελίδων του δικτύου, ανάλογης με αυτήν που παραδοσιακά γνωρίζουμε στον κόσμο του εντύπου...

(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου