Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

Billy Collins: Ένας Ποιητής με μικρό "π"

Τι θα κάνατε αν σας έλεγα ότι η Αμερική διορίζει ποιητές της κάθε χρόνο στην υπηρεσία της κυβέρνησης, ως εθνικούς δηλαδή ποιητές, με σκοπό να αφυπνίσει την ποιητική συνείδηση του αμερικανικού λαού και να προωθήσει γενικότερα την ποίηση, μέσω κυβερνητικών κονδυλίων και με την πλήρη υποστήριξη των Μ.Μ.Ε.;

Μάλλον θα με αποκαλούσατε τρελό, διότι δεν είναι δυνατόν αυτό το "απολίτιστο" κράτος, όπως και άλλα "απολίτιστα" κράτη, να ασχολείται ακόμα με την ποίηση, έτσι δεν είναι;

Είναι κάτι που συμβαίνει, όμως, ακόμα και αν βγάλουμε τα εισαγωγικά από τη λέξη "απολίτιστο", αφού κράτη όπως π.χ. η Αμερική ή η Αγγλία αντιπροσωπεύουν όντως την έλλειψη πολιτισμού με την πολιτική τους ανηθικότητα, γεγονός βέβαια που κάνει ακόμα πιο... αλλοπρόσαλλη την ευρεία ενασχόλησή τους με την ποίηση.

Στην Ελλάδα, βλέπετε, ο ποιητής συχνά μοιάζει με ένα ξεφούσκωτο ερπετό, που πηγαίνει από γωνία σε γωνία προσπαθώντας να αποκτήσει μια ντουζίνα αναγνώστες ή να πείσει τους εκδοτικούς οίκους να δεχτούν τα χρήματά του για την έκδοση μπουρδουκλωμένων και ανούσια πολύπλοκων ποιημάτων· ποιημάτων που βλέπουν το φως του ραφιού ελέω οικονομικής επιφάνειας ή φαύλης facebookικής λατρείας. Φευ, πώς φτάσαμε ως εδώ;

Είναι τουλάχιστον αστείο, λοιπόν, που ο Billy Collins, ο διασημότερος εν ζωή αμερικανός ποιητής και ο πιο εμπορικός (η τελευταία του εκδοτική "μεταγραφή" του απέφερε εξαψήφιο συμβόλαιο για τρία βιβλία), έχει καταφέρει να μαγέψει το κοινό του με μια ποίηση τόσο καθημερινή, που αγγίζει τα όρια  της απλής συνομιλίας ή ενός βαρετού μονολόγου.

Ο Collins είναι μια περίπτωση που μπορεί να θεωρηθεί εξαίρεση, όχι μόνο συγκριτικά με το μεγαλύτερο ποσοστό των υπερφίαλων Ελλήνων σύγχρονων ποιητών, που για να κρύψουν την ποιητική τους αδυναμία χρησιμοποιούν το πέπλο της εγκεφαλικότητας ή τη μάσκα της απλοϊκότητας, αλλά και συγκριτικά με άλλους σύγχρονούς του, τόσο στην Αμερική όσο και σε άλλες χώρες.

Τα θέματά του είναι πεζά, κατατονικά πολλές φορές, και δεν έχει καμία ανάγκη να ασχοληθεί άμεσα με τα μυστήρια της φύσης, του έρωτα και όλα αυτά τα γνωστά κλισέ που χορταριάζουν τον κήπο της ποίησης. Αντιθέτως, βρίσκει πολύ πιο ενδιαφέρον ένα ποτήρι με καφέ, ένα αυτοκίνητο που περνάει, την ακύρωση των διακοπών του, την ευκινησία της αγάπης ή το... τσιγάρο.

Εντούτοις, μέσα από το σχεδόν απόλυτα συγκεκριμένο περιγραφικό του στυλ, οι εικόνες που παράγονται υπερβαίνουν την καθημερινή θεματική τους και, με τη χειρουργική επιστράτευση λέξεων και φράσεων, αποκτούν άλλο νόημα, υπεύθυνο για τις πιο απλές μας πράξεις, πράξεις που, πολλές φορές, δεν αντιλαμβανόμαστε καν. 

Έτσι, πολύ συχνά, ο Collins λειτουργεί ως καθρέφτης και μας αναγκάζει να κοιτάξουμε αυτό που σπάνια θα τραβούσε την προσοχή μας ή που θα έμοιαζε ασήμαντο να αποτελέσει τον πυρήνα ενός ποιήματος. Δεν μπορούμε να πούμε ότι αποφεύγει πάντα την απλοϊκότητα, σίγουρα, αλλά τουλάχιστον δεν φοβάται να αναμετρηθεί μαζί της όπου τη συναντάει.  

Στα 71 του χρόνια έχει πειραματιστεί αρκετά με εναλλακτικές μορφές παρουσίασης των ποιημάτων του, χρησιμοποιώντας αρκετές φορές οπτικοακουστικά μέσα που εμπλουτίζουν και ανανεώνουν την επαφή του με το κοινό. Δεν έχει κανένα φόβο απέναντι στο χιούμορ, την ειρωνεία και το σαρκασμό, δημιουργώντας ποιήματα που, εν ώρα απαγγελίας, κάνουν το κοινό να γελάει δυνατά, με την καλή πάντα έννοια, ξορκίζοντας παράλληλα με τον πιο αφοπλιστικό τρόπο την εικόνα του υπεράνω "μύστη ποιητή".

Ναι, τη γνωστή εικόνα που την προβάλει περιχαρής μια μεγάλη μερίδα νέων (και όχι μόνο) Ελλήνων ποιητών, κρύβοντας έτσι αποτελεσματικά την απουσία του ποιητικού ταλέντου.  

Φέρνοντας λοιπόν στο προσκήνιο την ατελή πλευρά της ποίησης, την ανθρώπινη, ο Collins μας αφήνει συχνά κερδισμένους μετά την ανάγνωση των ποιημάτων του, και, κυρίως, ταυτισμένους με τον ταπεινό τους στόχο: να καταφέρουν να επιβιώσουν, δηλαδή, για μία ακόμα ημέρα.


Ηλίας Θ. Παππάς

Ακολουθεί μια μικρή επιλογή από το έργο του ποιητή











Fishing on the Susquehanna in July
I have never been fishing on the Susquehanna
or on any river for that matter
to be perfectly honest.

Not in July or any month
have I had the pleasure--if it is a pleasure--
of fishing on the Susquehanna.

I am more likely to be found
in a quiet room like this one--
a painting of a woman on the wall,

a bowl of tangerines on the table--
trying to manufacture the sensation
of fishing on the Susquehanna.

There is little doubt
that others have been fishing
on the Susquehanna,

rowing upstream in a wooden boat,
sliding the oars under the water
then raising them to drip in the light.

But the nearest I have ever come to
fishing on the Susquehanna
was one afternoon in a museum in Philadelphia

when I balanced a little egg of time
in front of a painting
in which that river curled around a bend

under a blue cloud-ruffled sky,
dense trees along the banks,
and a fellow with a red bandanna

sitting in a small, green
flat-bottom boat
holding the thin whip of a pole.

That is something I am unlikely
ever to do, I remember
saying to myself and the person next to me.

Then I blinked and moved on
to other American scenes
of haystacks, water whitening over rocks,

even one of a brown hare
who seemed so wired with alertness
I imagined him springing right out of the frame.


The lanyard
The other day I was ricocheting slowly
off the blue walls of this room,
moving as if underwater from typewriter to piano,
from bookshelf to an envelope lying on the floor,
when I found myself in the L section of the dictionary
where my eyes fell upon the word lanyard.

No cookie nibbled by a French novelist
could send one into the past more suddenly—
a past where I sat at a workbench at a camp
by a deep Adirondack lake
learning how to braid long thin plastic strips
into a lanyard, a gift for my mother.

I had never seen anyone use a lanyard
or wear one, if that’s what you did with them,
but that did not keep me from crossing
strand over strand again and again
until I had made a boxy
red and white lanyard for my mother.

She gave me life and milk from her breasts,
and I gave her a lanyard.
She nursed me in many a sick room,
lifted spoons of medicine to my lips,
laid cold face-cloths on my forehead,
and then led me out into the airy light
and taught me to walk and swim,
and I, in turn, presented her with a lanyard.
Here are thousands of meals, she said,
and here is clothing and a good education.

And here is your lanyard, I replied,
which I made with a little help from a counselor.

Here is a breathing body and a beating heart,
strong legs, bones and teeth,
and two clear eyes to read the world, she whispered,
and here, I said, is the lanyard I made at camp.

And here, I wish to say to her now,
is a smaller gift—not the worn truth
that you can never repay your mother,
but the rueful admission that when she took
the two-tone lanyard from my hand,
I was as sure as a boy could be
that this useless, worthless thing I wove
out of boredom would be enough to make us even.


Child Development
As sure as prehistoric fish grew legs
and sauntered off the beaches into forests
working up some irregular verbs for their
first conversation, so three-year-old children
enter the phase of name-calling.

Every day a new one arrives and is added
to the repertoire. You Dumb Goopyhead,
You Big Sewerface, You Poop-on-the-Floor
(a kind of Navaho ring to that one)
they yell from knee level, their little mugs
flushed with challenge.

Nothing Samuel Johnson would bother tossing out
in a pub, but then the toddlers are not trying
to devastate some fatuous Enlightenment hack.

They are just tormenting their fellow squirts
or going after the attention of the giants
way up there with their cocktails and bad breath
talking baritone nonsense to other giants,
waiting to call them names after thanking
them for the lovely party and hearing the door close.

The mature save their hothead invective
for things: an errant hammer, tire chains,
or receding trains missed by seconds,
though they know in their adult hearts,
even as they threaten to banish Timmy to bed
for his appalling behavior,
that their bosses are Big Fatty Stupids,
their wives are Dopey Dopeheads
and that they themselves are Mr. Sillypants.


Consolation
How agreeable it is not to be touring Italy this summer,
wandering her cities and ascending her torrid hilltowns.
How much better to cruise these local, familiar streets,
fully grasping the meaning of every roadsign and billboard
and all the sudden hand gestures of my compatriots.

There are no abbeys here, no crumbling frescoes or famous
domes and there is no need to memorize a succession
of kings or tour the dripping corners of a dungeon.

No need to stand around a sarcophagus, see Napoleon's
little bed on Elba, or view the bones of a saint under glass.

How much better to command the simple precinct of home
than be dwarfed by pillar, arch, and basilica.

Why hide my head in phrase books and wrinkled maps?
Why feed scenery into a hungry, one-eyes camera
eager to eat the world one monument at a time?

Instead of slouching in a cafe ignorant of the word for ice,
I will head down to the coffee shop and the waitress
known as Dot. I will slide into the flow of the morning
paper, all language barriers down,
rivers of idiom running freely, eggs over easy on the way.

And after breakfast, I will not have to find someone
willing to photograph me with my arm around the owner.
I will not puzzle over the bill or record in a journal
what I had to eat and how the sun came in the window.

It is enough to climb back into the car
as if it were the great car of English itself
and sounding my loud vernacular horn, speed off
down a road that will never lead to Rome, not even Bologna.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου