Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Συνέντευξη του Γιάννη Πατίλη στο στίγμαΛόγου (β΄ μέρος)

Β΄ μέρος "Αν κάποιος νομίζει ότι με την έκδοση μιας ποιητικής συλλογής αποκτά και τον «τίτλο του ποιητή», όσα και να πληρώσει θα είναι λίγα!"


στίγμαΛόγου: Το self-publishing στις μέρες μας φαίνεται να είναι ο μόνος τρόπος για να δημοσιεύσει ένας νέος ποιητής τη δουλειά του. Θα λέγαμε δηλαδή ότι στις μέρες μας ο τίτλος του ποιητή αγοράζεται. Τι μπορεί να κάνει κάποιος που δεν έχει να τον αγοράσει ή απλά δεν θέλει;

Γιάννης Πατίλης: Όχι μόνο στις μέρες μας! Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70 η αυτοέκδοση ήταν μονόδρομος για τον νέο ποιητή, αλλά και για τον ώριμο. Τα ποιητικά βιβλία της πρώτης δεκαπενταετίας, τόσο του Μίλτου Σαχτούρη όσο και του Νίκου Καρούζου, ήταν αυτοεκδόσεις σε σχετικά μικρό τιράζ 400 ή 600 αντιτύπων. Και οι δύο πρώτες δικές μου συλλογές, του ’70 και ’73, ήταν κι αυτές αυτοεκδόσεις. Η κατάσταση άρχισε να αλλάζει το 1969 με τις εκδόσεις «Κείμενα» του Φίλιππου Βλάχου, ενώ λίγα χρόνια μετά, στα μέσα της δεκαετίας του ’70, γίνεται με τα θεσσαλονικιώτικα «Τραμάκια» του Γιώργου Κάτου μια μικρή επανάσταση στον χώρο του ποιητικού βιβλίου. Κυκλοφορούν σε μικρό σχήμα φτηνές, αλλά με έξοδα του εκδότη, ποιητικές συλλογές νέων που πουλιούνται κατά εκατοντάδες! Κάτι που συνεχίζεται λίγο αργότερα με τις εκδόσεις «Ύψιλον» του Θανάση Χαρμάνη... Είναι η «χρυσή εποχή» της κυκλοφορίας του ποιητικού βιβλίου, και μάλιστα νέων ποιητών, μοναδική στην ιστορία των γραμμάτων μας, που κράτησε μια δεκαπενταετία περίπου, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80, όταν αρχίζει να ξεθυμαίνει... Από την δεκαετία του ’90 και μετά, το αγοραστικό ενδιαφέρον για το ποιητικό βιβλίο μειώνεται δραματικά και επιστρέφουμε στην προ του 1970 κατάσταση της αυτοέκδοσης, αλλά με μια σημαντική διαφορά: ενώ ο ποιητής τις περισσότερες φορές πληρώνει ο ίδιος το κόστος της έκδοσης όπως παλιότερα, τώρα βρίσκει και κάποιον εκδότη να του την επιμεληθεί αφού του δώσει την φίρμα του, να την βάλει στον κατάλογό του και κάπως —έστω και ελάχιστα— να την διακινήσει...

Τώρα, αν κάποιος νομίζει ότι με την έκδοση μιας ποιητικής συλλογής αποκτά και τον «τίτλο του ποιητή», όσα και να πληρώσει θα είναι λίγα! Αυτό που ξέρω εγώ είναι πως οι περισσότεροι από τους σημαντικότερους ποιητές της πρώτης και δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς χρυσοπλήρωσαν σε δύσκολους καιρούς τα βιβλία τους, για τον έρωτα της τέχνης τους (ή το ψώνιο τους, αν θέλετε) και όχι για κανέναν τίτλο! Πού να φανταστούν ότι θα ερχόταν εποχή που όχι μόνο θα μπορούσαν να τα δημοσιεύουν δωρεάν, όπως γίνεται στο διαδίκτυο, αλλά να έχουν δυνητικά και απεριόριστους αναγνώστες!

σΛ: Υπάρχουν «κλίκες» στη λογοτεχνία; Και, αν ναι, μέχρι πού φθάνουν; 

Γ.Π.: «Κλίκα» λέμε την κακή όψη του ίδιου νομίσματος που στην καλή του όψη αναγράφει «συντροφιά», «παρέα» ή «ομάδα». Οι λογοτεχνικές παρέες ή συντροφιές είναι παραδοσιακά το οξυγόνο της λογοτεχνίας και το κύριο εκφραστικό τους όργανο είναι τα λογοτεχνικά περιοδικά. Συνήθως χαρακτηρίζουμε «κλίκα» την λογοτεχνική ομάδα που είναι κλειστή σε μας ή γενικότερα σε τρίτους. Αυτό είναι μεγάλο λάθος. Οι δημιουργικές λογοτεχνικές ομάδες λειτουργούν με αποκλεισμούς, και δεν υπάρχει ίσως πιο ωραίο πράγμα στον κόσμο της λογοτεχνίας από μια κλειστή ομάδα ομοτέχνων που κάνει του κεφαλιού της χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανένα. Σκεφτείτε τί ήταν ο Κοχλίας, το δικό μας Κριτική και Κείμενα, οι Σημειώσεις ανέκαθεν, το Τεφλόν σήμερα... Το τελευταίο μάλιστα δεν καταδέχεται καν να πουλά τα τεύχη του, αλλά τα χαρίζει σε όσους μπουν στον κόπο να τα αναζητήσουν!

Για μένα ως «κλίκα» λειτουργεί μια λογοτεχνική ή καλλιτεχνική ομάδα όταν με μικρότερους ή μεγαλύτερους αποκλεισμούς ή συσσωματώσεις, που ωστόσο υπηρετούν εξωκαλλιτεχνικές σκοπιμότητες, μεσολαβεί ποικιλοτρόπως στους θεσμούς (κυρίως στα κρατικά ΜΜΕ και στα κρατικά βραβεία) και διεκδικεί φανερή ή αφανή εξουσία μέσω αυτών ή, πάλι, όταν θέλει, μέσω παρόμοιων πρακτικών, να επιβληθεί γραμματολογικά. Όπως βλέπετε, η συνύπαρξη του καλλιτεχνικού κριτηρίου με την αδιαφορία για εξουσία ή επιβολή, είναι αυτό που αποφασίζει για το αν θα αποκαλέσουμε μια καλλιτεχνική ομάδα ως «κλίκα» ή όχι. Στην λογοτεχνία μας συναντά κανείς και τους δύο τύπους ομάδων, σπανιότερα τον πρώτο, συχνότερα τον δεύτερο, τις λογής «κλίκες», και ίσως ακόμα συχνότερα έναν τρίτο τύπο, όπου η συνήθως δίχως κριτήρια συμμετοχή τρίτων, προκειμένου η όλη προσπάθεια να αποκτήσει «εκτόπισμα» ή «χώρο», αποτελεί και τον κύριο λόγο ύπαρξης της «ομάδας»...

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Συνέντευξη του Γιάννη Πατίλη στο στίγμαΛόγου

Ξεκινάει σήμερα το τριήμερο αφιέρωμα στον ποιητή και εκδότη Γιάννη Πατίλη, το οποίο περιλαμβάνει τη συνέντευξη που μας έδωσε (και θα δημοσιευθεί σε δύο μέρη) και ποιήματα από την τελευταία συλλογή του "Αποδρομή του αλκοόλ"

Μέρος Α΄ - "Η ποίηση είναι ένας τρόπος να δεξιωθούμε στη γλώσσα το Άγνωστο και το Άφατο"  

στίγμαΛόγου: 42 χρόνια ποίηση κ. Πατίλη. Πριν από λίγες εβδομάδες κυκλοφόρησε από τις εκδ. ύψιλον η πιο πρόσφατη ποιητική σας συλλογή, «Αποδρομή του αλκοόλ». Πρόκειται για μια συλλογή πολύ ανθρώπινη και τρυφερή μέσα στη σαρκαστικότητά της, που δεν αποφεύγει ούτε φοβάται τις πολιτικές αναφορές και είναι γραμμένη με μια στρωτή, ώριμη γραφή που αποπνέει αυτοπεποίθηση. Ανταποκρίνεται αυτό που σας λέω με την πρόθεση με την οποία τη γράψατε;

Γιάννης Πατίλης: Μου περιγράφετε, και πολύ σωστά, το αποτέλεσμα που είχε το συγκεκριμένο ποιητικό βιβλίο σε σας, ωστόσο το αποτέλεσμα αυτό δεν συσχετίζεται άμεσα και ευθύγραμμα με τις προθέσεις. Το αν εισπράττει κάποιος από τα ποιήματα λ.χ. «ανθρωπιά και τρυφερότητα μέσα στη σαρκαστικότητά τους» αυτό οφείλεται όχι τόσο σε κάποια συγγραφική πρόθεση αλλά στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι, τοποθετούμαι και εκφράζομαι εν σχέσει προς τα πράγματα. Στις προθέσεις ανήκουν κυρίως η επιλογή των θεμάτων και του ειδικότερου τρόπου διαχείρισής τους.

Το βιβλίο περιλαμβάνει τρεις ενότητες, Στην πρώτη δεσπόζει η πολιτική θεματική, στην δεύτερη η υπαρξιακή και στην τρίτη η μετα-καλλιτεχνική, στον βαθμό που στην τελευταία σχολιάζεται η ποιητική και γενικότερα η καλλιτεχνική λειτουργία. Έμφαση δίνεται στην πρώτη ενότητα της οποίας ο τίτλος «Αποδρομή του αλκοόλ» δίνει και τον γενικό τίτλο του βιβλίου. Ο ειδικότερος, τώρα, τρόπος χειρισμού των θεμάτων, που αποτελεί και το σπουδαιότερο κριτήριο για την ταυτότητα της συλλογής, είναι ως προς τον άξονα του χρόνου προοπτικός και ως προς τον άξονα της γλώσσας ετερομικτικός. «Ετερομικτική σύνθεση» χαρακτήρισε την συλλογή ο ποιητής Διονύσης Πλατανιάς, εύστοχος χαρακτηρισμός που αναφέρεται όχι μόνο στο γλωσσικό επίπεδο, αλλά συμπεριλαμβάνει τόσο τις διακειμενικές αναφορές όσο και τις πολιτισμικές παραδόσεις...

σΛ: Τι σημαίνει η ποίηση για σας;

Γ.Π.: Το τι σημαίνει η ποίηση για μένα προσπάθησα επανειλημμένως να το εκφράσω μέσα από τα ίδια τα ποιήματα που έγραψα για την ποιητική λειτουργία. Έτσι θα μου επιτρέψετε να σας παραπέμψω σε δύο από αυτά, εξαιρετικά σύντομα και τα δύο:

Το πρώτο ένα άτιτλο είναι από τη συλλογή μου Ζεστό μεσημέρι:

Υπάρχω για να ληστεύω την ανυπαρξία.
Από κει κουβαλάω με κόπο
Υπέροχα ποιήματα.
Είναι διάφανα, φωτεινά κι ανέκφραστα.
Αλλά στο δρόμο μού πέφτουνε, σπάνε.
Τα μπαλώνω, τα κολλάω με λέξεις.
Με λέξεις που οι άνθρωποι λένε.
Μ’ αυτά που ξέρω, που βλέπω κι ακούω.
Και τα χαλάω μ’ αυτό που υπάρχει.

Το δεύτερο από την συλλογή Γραφέως κάτοπτρο με τίτλο «Ποιητική Θεωρία»:

Το Ποίημα
Χτίζεται
Εκεί που υπήρχε
Το Τίποτα
Για να συμβολίζει
Το Τίποτα
Που υπήρχε
Στη θέση του

Η ποίηση, λοιπόν, είναι για μένα ένας τρόπος να δεξιωθούμε στη γλώσσα το Άγνωστο και το Άφατο. Να νιώσουμε την χαρά του δώρου... Γιατί όταν έχεις πετύχει το ποίημα που πραγματικά σου αρέσει, έχεις την αίσθηση —εγώ τουλάχιστον— ότι σου έχει από κάπου δωρηθεί!


Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

"Άψινθος" του Μιχάλη Γκανά


Ο ποιητής και στιχουργός Μιχάλης Γκανάς γεννήθηκε το 1944 στον Τσαμαντά Θεσπρωτίας. Έζησε στην παιδική του ηλικία τη σκληρή εμπειρία της ξενιτιάς στην Ουγγαρία, όταν το 1948 η οικογένειά του ακολούθησε αναγκαστικά τους υποχωρούντες αντάρτες. Το πεζογράφημά του «Μητερυιά Πατρίδα» είναι επηρεασμένο από τα πέτρινα χρόνια της Βουδαπέστης. Από το 1962 ζει στην Αθήνα, οπότε παρακολουθεί μαθήματα στη Νομική σχολή, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Βιβλιοπώλης για αρκετά χρόνια, συνεργάτης τακτικός με την Ελληνική Τηλεόραση ως επιμελητής λογοτεχνικών κειμένων και σεναριογράφος, εργάσθηκε τελευταία ως σεναριογράφος σε διαφημιστική εταιρία. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά και γαλλικά. Οι στίχοι του έχουν μελοποιηθεί από Έλληνες και ξένους συνθέτες, όπως Θεοδωράκη, Κηπουργό, Μαμαγκάκη, Ξυδάκη, Παπαδημητρίου, Μπρέκοβιτς, κ.ά. Μετέφρασε αρχαίες τραγωδίες όπως τις «Νεφέλες» του Αριστοφάνη για το Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν και τους «Επτά επί Θήβας» για το ΔΗΠΕΘΕ Πατρών.

Τιμάται το 1994 με κρατικό βραβείο ποίησης για τη συλλογή του «Παραλογή», το 2000 με βραβείο Καβάφη και το 2001 με το βραβείο Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο των έργων του. Έχει δημοσιεύσει τα ποιητικά έργα «Μαύρα λιθάρια» (τελευταία έκδοση 2007),  «Γυάλινα Γιάννενα» (τελευταία έκδοση 2004), «Ο ύπνος του καπνιστή» (2003), «Παραλογή» (1993), τις ανθολογήσεις «Στίχοι: Μιχάλης Γκανάς» (2002) και «Τα μικρά» (2000), ενώ έχει συμμετάσχει και στο συλλογικό έργο «Ανθοδέσμη» (1993).

«Άψινθος» (εκδ. Μελάνι, 2012) είναι ο τίτλος του νέου έργου του Μιχάλη Γκανά. Μια ποιητική σύνθεση που έχει αφορμή την καταστροφή της φύσης, την αποξένωση των ανθρώπων, αλλά και την πρόσφατη μεγάλη οικονομική κρίση όπως την προσεγγίζει ένας ποιητής.

Άψινθος είναι το φοβερό αστέρι που αναφέρεται στην Αποκάλυψη του Ευαγγελιστού Ιωάννη, το οποίο πέφτει από τον ουρανό, δηλητηριάζει τα νερά και πεθαίνουν οι άνθρωποι επειδή «επικράνθησαν». Είναι και το φυτό Αψιθιά από το οποίο βγαίνει το Αψέντι, το ποτό των Καταραμένων Ποιητών, του Μποντλέρ και των άλλων.

Το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής του είναι ένας διάλογος με τη φύση, όπως γίνεται και σε πολλά άλλα ποιήματά του. Όσα τραγικά συμβαίνουν στη φύση τον προβληματίζουν έντονα. Το λιώσιμο των πάγων, η ερήμωση σπάνιων φυσικών τοπίων, το πρόβλημα της πανίδας και της χλωρίδας. Άψινθος είναι το αρωματικό φυτό και από την άλλη πλευρά η φοβερή απειλή που έρχεται δειλά-δειλά με την πάροδο του χρόνου για την οποία ο άνθρωπος δεν είναι αμέτοχος ευθυνών.

Στην ποιητική σύνθεση περιλαμβάνονται αποσπάσματα από την Αποκάλυψη, δύο ποιήματα του Γιώργη Παυλόπουλου, που αναφέρουν πουλιά της ελληνικής φύσης που εξαφανίσθηκαν ή κινδυνεύουν άμεσα και ένα ποίημα του Μάθιου Άρνολντ, «Η παραλία του Ντόβερ», που μιλάει για την αγάπη.

Με τα 16 ποιήματα ο Μ. Γκανάς αντιλαμβάνεται και μεταδίδει την κυρίαρχη αίσθηση του φόβου που είναι βαθύτερος από υπαρξιακός, αρχέγονος και οδηγεί τον σύγχρονο άνθρωπο στην κατάθλιψη. Παράλληλα καταγγέλλει και τη μοναξιά των σημερινών κοινωνιών. Η «Άψινθος» δεν είναι μια ποιητική ή πολιτική διακήρυξη και στο σημείο αυτό ευρίσκεται η αξία της. Όσον αφορά τη γλώσσα, το ύφος και την αρχιτεκτονική, με τη χρήση στίχων του δημοτικού τραγουδιού, λέξεις του καθημερινού λόγου, εικόνες από την αμόλυντη φύση που συνοδεύονται από ποιητικές εικόνες, μας προτείνει έναν άλλο τρόπο δημόσιου λόγου, ο οποίος συνδέει το χθες με το σήμερα και το μέλλον, τις αιώνιες αξίες με την καθημερινή ζωή, την καταγγελία με την αισιοδοξία.

Στο δεύτερο μέρος των ποιημάτων, το προσωπικό, ο Μ. Γκανάς αναφέρεται στους νεκρούς και ζωντανούς φίλους του, για να μας υπενθυμίσει ότι μέσα στη λαίλαπα της καταστροφής υπάρχει η αγάπη και η παρηγοριά.

Πρέπει να τονιστεί ότι στο τελευταίο βιβλίο ο Μ. Γκανάς γράφει δημόσια ποίηση και όχι ιδιωτική. Το εγώ υποχωρεί, ανησυχεί και μας προβληματίζει σοβαρά για το ζητούμενο του καιρού και της ώρας. Ανησυχία μεγαλύτερη από τη βεβήλωση του πλανήτη Γη αλλά και του διαστήματος δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή.

                                                                                               Λουκάς Θεοχαρόπουλος

Ακολουθούν δύο από τα δεκαέξι ποιήματα της συλλογής:

Ω αγέννητε γέροντα
εσύ με τα μακριά μαλλιά
με τα άκοπα νύχια
έρχεται μπόρα.

Τα πουλιά τρυπώνουν στα κλαργιά
εσύ με τα μεγάλα φρύδια.

Είμαι μυρμήγκι στην παλάμη σου
και τα μυρμήγκια έχουν φωλιά
εσύ με τα παγωμένα μουστάκια.
Φύλαξέ με
πάρε το φόβο
να περάσει η νύχτα
εσύ με τα κατηφένια γένια.
Αγέννητε γέροντα αιώνιο βρέφος.


Βροχή   ψιχαλιστή ποτιστική δαρτή.
Υετός    ομηρική βροχή.
Όμβρος αρχαία βροχή καταρρακτώδης.

βροχή και άλλα κατακρημνίσματα

Χιών χιόνι κοκορόχιονο χιονόνερο νιφετός.
Χάλαζα χαλάζι χαλαζόκοκκος
(σιούγκραβος στα όρη Τσαμαντά).
Υδατώδη ατμοσφαιρικά κατακρημνίσματα
αναντάμ παπαντάμ.

Προσφάτως τεχνητή βροχή
εσχάτως όξινη βροχή
προσεχώς κα-τα-κλυ-σμός.
Κατά ζεύγη τα ζώα
κατά μόνας τα φυτά
κατά κρημνού οι άνθρωποι - αγεληδόν.
Κατά μάνα κατά κύρη.

Τρέχουν τα δάκρυα βροχή.
Βροχή μου.
Βροχούλα μουσκεμένη.

Μιχάλης Γκανάς - "Αυτοί παιδί μου δεν" (Άψινθος)

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Ποίηση και παραποίηση


Η πληθώρα των ποιητικών συλλογών που δημοσιεύονται κάθε χρόνο στη χώρα μας είναι γεγονός πασίγνωστο και πολυσυζητημένο. Γνωστό είναι επίσης ότι η ποιότητα των περισσοτέρων από αυτές κυμαίνεται από τη μετριότητα ως την παναθλιότητα, όπως έχει επισημανθεί από πολλούς. Πολλά βέβαια είναι τα αίτια αυτού του ποιητικού πληθωρισμού «χωρίς αντίκρυσμα», δύο όμως είναι κατά τη γνώμη μου τα κυριότερα: η ματαιοδοξία και η άγνοια. Και για μεν τη ματαιοδοξία, που όπως φαίνεται είναι έμφυτη στην ανθρώπινη φύση, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, τουλάχιστον εγώ προσωπικά και σε αυτό το κείμενο. Για την άγνοια όμως βασικών και αυτονόητων κανόνων της ποιητικής, θα προσπαθήσω να κάνω κάτι, αναπτύσσοντας μερικούς από αυτούς σε ό,τι ακολουθεί, για να δείξω το τι είναι ποίηση – και το τι δεν είναι. Διότι η τέχνη, ως ιδιαίτερη μορφή της ιδεολογίας, έχει τους δικούς της νόμους, αλλά και κάθε είδος τέχνης διέπεται από τους δικούς του ιδιαίτερους κανόνες, η παράβαση και η παραβίαση των οποίων δε μένει ατιμώρητη.

Ειδικά για την ποίηση, η «ευκολία» που δήθεν παρέχει στον ανίδεο ο ελεύθερος στίχος (ο οποίος δεν είναι καθόλου ελεύθερος όπως θα δούμε παρακάτω), ενισχύει τη ματαιοδοξία πολλών να δουν το ονοματάκι τους τυπωμένο και τους σπρώχνει να γράφουν και να δημοσιεύουν τα γνωστά εξαμβλώματα που όλοι μας υφιστάμεθα. Και σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να υπογραμμίσω την ευθύνη που έχουν πολλοί γνωστοί ποιητές και κριτικοί, οι οποίοι για διάφορους λόγους, προσωπικούς συνήθως, αντί να κόψουν τα φτερά από την αρχή στους επίδοξους ποιητίσκους, ενισχύουν τη ματαιοδοξία τους ενθαρρύνοντάς τους να τυπώσουν βιβλία ή επαινώντας ψεύτικα αυτά τα βιβλία, κάνοντας έτσι κακό στην ποίηση, στο κοινωνικό σύνολο και – κυρίως – σ’ αυτούς τους ίδιους τους «ποιητές», που ταλαιπωρούνται και ταλαιπωρούν όλους μας με αυτό τον τίτλο!

Όπως είπα παραπάνω, κάθε είδος τέχνης έχει τους δικούς του νόμους και κανόνες, μέσα από τους οποίους πραγματώνεται για κάθε δοσμένη χρονική περίοδο (η κάθε εποχή βάζει βέβαια τη σφραγίδα της στην τέχνη και δημιουργεί μερικότερους κανόνες). Ο κινηματογράφος π.χ. βασίζεται κυρίως στην κίνηση, στη γρήγορη εναλλαγή και στον πλούτο των εικόνων, ενώ το θέατρο, παρόλο το συγγενικό χαρακτήρα του με τον κινηματογράφο, βασίζεται κυρίως στο λόγο και λιγότερο στη δράση. Αυτή είναι η αιτία που πλήττουμε θανάσιμα όταν βλέπουμε στατικά κινηματογραφικά έργα, όπως λ.χ. κινηματογραφικές διασκευές θεατρικών έργων που η πλοκή τους εξελίσσεται μέσα στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο όταν βλέπουμε τα ίδια έργα στο θέατρο, ακριβώς διότι τότε τηρήθηκαν οι «κανόνες του παιχνιδιού». Η υπέρβαση των όρων και των ορίων κάθε μορφής τέχνης πληρώνεται ακριβά, εκτός βέβαια από ελάχιστες εξαιρέσεις, που όπως πάντα απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Παρόμοια η ποίηση βασίζεται κυρίως στο ρυθμό και στην ιδιαίτερη καλλιέργεια του λόγου. Κάθε ποίημα, για να είναι άξιο του ονόματός του, πρέπει να έχει έναν εσωτερικό ρυθμό, που βέβαια δεν ταυτίζεται τώρα με την ομοιοκαταληξία (όπως δεν ταυτιζότανε ποτέ άλλωστε, αφού η ομοιοκαταληξία, γνώρισμα της ποίησης για μία, μεγάλη έστω, χρονική περίοδο, ποτέ δε δημιουργούσε μόνη της τον αναγκαίο ποιητικό ρυθμό, αλλά απλώς τον υποβοηθούσε) και που είναι πολύ δυσκολότερος να επιτευχθεί τώρα με τον ελεύθερο στίχο, ακριβώς επειδή δεν έχει την εξωτερική βοήθεια της ομοιοκαταληξίας. Αυτός ο εσωτερικός ρυθμός είναι πολύ δύσκολο να οριστεί ακριβώς πώς είναι και ιδίως πώς επιτυγχάνεται, σε γενικές όμως γραμμές μπορούμε να πούμε ότι δημιουργείται με την επιτυχημένη εναλλαγή τονισμένων και άτονων συλλαβών, με την κατάλληλη τοποθέτηση λέξεων που τονίζονται στην ίδια συλλαβή ή έχουν τον ίδιο αριθμό συλλαβών και έτσι δημιουργούν μια «μουσικότητα», με την εσωτερική ομοιοκαταληξία μέσα στον ίδιο στίχο και βέβαια, ακόμα και σήμερα, με την εξωτερική ομοιοκαταληξία, όταν και όπου χρειάζεται (σήμερα π.χ. η εξωτερική ομοιοκαταληξία προσφέρει πολλά στα ειρωνικά και στα σατιρικά ποιήματα). Όλα αυτά βέβαια αποτελούν και την καλλιέργεια του λόγου που πρέπει να έχει ένα καλό ποίημα, θα πρόσθετα όμως επίσης τις συνηχήσεις, τις παρηχήσεις, τη χρησιμοποίηση λέξεων που περιέχουν ένα ή περισσότερα ίδια σύμφωνα ή φωνήεντα, δηλαδή τη χρησιμοποίηση συγγενικών και δεμένων μεταξύ τους λέξεων, την αλλαγή της συνηθισμένης τοποθέτησης των μερών του λόγου στο στίχο, όταν και όπου χρειάζεται (π.χ. πρώτα το ρήμα και ύστερα οι υπόλοιπες λέξεις ή πρώτα το ουσιαστικό και ύστερα το επίθετο κλπ.). Αυτά είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά της πραγματικής ποίησης και με κανένα τρόπο δεν μπορούν να θεωρηθούν φορμισμός ή, πολύ περισσότερο, φορμαλισμός.

Διότι, αν και για τα άλλα είδη του λόγου είναι επιθυμητή η ύπαρξη πολλών απ’ όσα προανέφερα, για την ποίηση είναι conditio sine qua non, αυτή εξάλλου είναι και η αιτία που η ποίηση είναι πιο δύσκολη στη μετάφραση και χάνει περισσότερο το μεταφρασμένο ποίημα, απ’ ότι το μεταφρασμένο μυθιστόρημα ή το μεταφρασμένο θεατρικό έργο. Όλα τα κατασκευάσματα με τις λέξεις που γρονθοκοπούνται αναμεταξύ τους, με την αυθαίρετη διαίρεσή τους σε στίχους που καμιά ανάγκη δεν εξυπηρετούν, με την ανυπαρξία ρυθμού και προσεχτικά επιλεγμένων λέξεων, με την πεζότητα και την αρρυθμία, είναι ποιήματα χωρίς ποίηση, για να θυμηθούμε λίγο τον πάντα επίκαιρο Ροΐδη.

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Η λήθη, η μνήμη και η ανάμνηση στα ελληνικά δημοτικά τραγούδια

Η δημοτική ποίηση, ανώνυμη και προφορική, είναι αυτό το έξοχο λογοτεχνικό σύμπαν που επιτρέπει να ξεδιπλωθούν όλα εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν το περίγραμμα της λαϊκής σκέψης στην πιο αγνή της μορφή. Αποτελεί την ακριβή απεικόνιση του συλλογικού γίγνεσθαι μιας κοινωνίας σχετικά σταθερής στο πέρασμα του χρόνου. Τα μοιρολόγια συγκροτούν αυτή την ξεχωριστή κατηγορία δημοτικών τραγουδιών που βρίθει ιδιαιτεροτήτων, δικαιολογημένα άλλωστε λόγω του τόσο πολυδιάστατου θέματος που πραγματεύονται. Ο θάνατος ως γεγονός αλλά και ως νέα πραγματικότητα είναι το κατεξοχήν πεδίο φιλοσοφικής σκέψης τόσο σε ατομικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο κοινωνικού συνόλου, τους επηρρεάζει όλους ανεξαιρέτως, την οικογένεια αλλά και την ευρύτερη ομάδα, το άτομο αλλά και τον περίγυρό του.

Ο άνθρωπος των δημοτικών τραγουδιών είναι ένα πλάσμα χωρίς αυταπάτες. Η απώλεια ενός μέλους της ομάδας διαταράσσει την ισορροπία του κοινωνικού ιστού και υποχρεώνει τα υπόλοιπα μέλη του να επαναπροσδιορίσουν τις μεταξύ τους σχέσεις προς το χειρότερο. Στα μοιρολόγια φαίνεται ξεκάθαρα η ανάγκη αλλά και η προσπάθεια του ανθρώπου να κατανοήσει και να εξοικειωθεί με το γεγονός του θανάτου: δεν θα το επιτύχει ποτέ. Σ’αυτή την φιλοσοφική αναζήτηση όμως θα εδραιωθούν οι έννοιες που θα οριοθετήσουν και θα εκφράσουν την θέση του απέναντι σ’αυτή την πραγματικότητα: οι θεμελειώδεις άξονές της είναι η λησμονιά και η μνήμη. Ποιός θυμάται και ποιός τελικά είναι καταδικασμένος στη λήθη, είναι τα δυο κεφαλαιώδη ερωτήματα πάνω στα οποία θα χτιστεί η μυθολογία των μοιρολογιών στη δημοτική ποίηση.

Στον τόπο που ξεψύχησα, στον τόπο που αποσώθκα,
τραπέζια να μην βάλετε, τραγούδια να μην πείτε
όσο να πάρω ξάμηνο και να πατήσ’ο χρόνος.
Πουλιά μ’, να μη λαλήσιτε τριγύρω εδώ στο σπίτι
και σας ακούσ’ η γ’ναίκα μου κι αλησμονήσ’ και μένα
και σας ακούσουν τα παιδιά μ’ και με αλησμονήσουν.[1] 

Ο νεκρός ήδη από την αρχαιότητα είναι καταδικασμένος στη λήθη, αυτό το μοτίβο συναντάται και στα μοιρολόγια, όπου εξελίσσεται και εδραιώνει την νεότερη φιλοσοφία του θανάτου. Αρνείται την οικογένειά του, εγκαταλείπει τους δικούς του και τις υποχρεώσεις που του εγγυούνταν την θέση του στο κοινώνικό σύνολο, και πηγαίνει στην Άρνη, την Αλησμόνα, σ’αυτό τον τόπο χωρίς επιστροφή και χωρίς μνήμη: τελικά χωρίς ταυτότητα. Στα μοιρολόγια η μνήμη και η ζωή είναι αλληλένδετες πραγματικότητες, αυτός που χάνει την πρώτη, βλέπει να του αφαιρείται και η δεύτερη, και τελικά η μόνη ανακούφιση,η μόνη παρηγοριά έρχεται και πάλι από τους ζωντανούς: η μάνα που δεν θα σταματήσει τον θρήνο, η γυναίκα που, χήρα πια, θα κρατήσει το πένθος για πάντα, τα παιδιά που μένοντας ορφανά βρίσκονται πλέον σε κατώτερη θέση. 

Το φιλοσοφικό εκτόπισμα των μοιρολογιών έγκειται στο γεγονός ότι φθορά του θανάτου ξεπερνάει τα όρια του φθαρτού σώματος για να εγκατασταθεί στην σφαίρα του άυλου: η μνήμη χάνεται, η λησμονιά είναι αναπόφευκτη, ο νεκρός αρνείται ό,τι του ήταν προσφιλές όσο ζούσε, γίνεται ξένος. Τα μέλη της κοινωνίας θα κληθούν να αντιμετωπίσουν όχι μόνο την απώλεια του οικείου προσώπου αλλά και την αλλοτρίωσή του ως άτομο. Ο δημοτικός ποιητής εξισώνει με ιδιαίτερη ευαισθησία την λησμονία και την άρνηση, ο νεκρός αρνείται όλα όσα ήταν επειδή ξεχνάει, είναι ένας φαύλος κύκλος. 

Κάτσε κάτσε λιβέντη μου και μη μας απαρνιέσαι.
- Κι εγώ θα πάω στη λησμονιά που λησμονιούνται ο κόσμος
Χαλνιούντ’οι νιοί, χαλνιούντ’οι νιές, χαλνούν τα παλληκάρια[2](...)
 Το θέμα λοιπόν εκτός από καθοριστικά φιλοσοφικό μετατρέπεται σε συνειδησιακό: αν οι νεκροί έχουν την κατάρα της λησμονιάς, οι ζωντανοί έχουν την υπέρτατη υποχρέωση της μνήμης. Κατά τον δημοτικό ποιητή τα νέρθε δ’ουδέν, αυτή είναι μια ομηρική αλήθεια που δεν την άγγιξε η πατίνα τόσων αιώνων χριστιανισμού. Η όποια συνέχεια βρίσκεται και πάλι στα χέρια των ζωντανών: η ανάμνηση θα εξασφαλίσει μια σκιά ζωής σε αυτούς που την στερούνται.

[1] Saunier, Guy, Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια. Τα Μοιρολόγια., εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1999, σελ. 124.
[2] Op.cit. σελ. 128.


Κρις Λιβανίου

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

"Εραστής Ειδώλων" του Χάρη Μελιτά

 Ο Χάρης Μελιτάς φαίνεται ότι παίρνει σοβαρά την ποίηση, τόσο ώστε να μπορεί κάποιες στιγμές να σατιρίζει με την άνεση ενός παντεπόπτη. Το "Εραστής Ειδώλων", η ποιητική συλλογή του που εκδόθηκε το 2009, μας προτρέπει να τον εξετάσουμε λίγο καλύτερα πριν καταπιαστούμε με την πιο πρόσφατη, την "Παράσταση Ήττας", η οποία εκδόθηκε από τον Μανδραγόρα το 2012.

Το πρώτο αίσθημα που θα λάβει κάποιος τελειώνοντας το "Εραστής Ειδώλων" είναι αυτό του ρυθμού. Η ποίηση του Μελιτά είναι δουλεμένη ρυθμικά, με έντονη προσοχή στις περίεργες χορευτικές κινήσεις των σημείων στίξης και των συλλαβών. Κάποιες φορές αυτό διαφαίνεται ως αυτοσκοπός, συνήθως όταν το ποίημα "παραπατάει", αλλά στο σύνολό της η συλλογή αποπνέει μια άδολη και ανεπιτήδευτη μουσικότητα.

Η πικρία και ο αυτοσαρκασμός, η απλή έκπληξη των ηρώων, τα μοτίβα μιας καθημερινής ζωής, ο λυρισμός και η αποξένωση είναι θέματα με τα οποία παλεύει ο "Εραστής Ειδώλων", σε μια προσπάθεια να συμφιλιωθεί μαζί τους ή να αποδεχθεί την κατάντια της ανάγκης του να υποφέρει από αυτά.

Συχνά η ποίηση του Μελιτά είναι ιδιαίτερη σκληρή και ο εγκλωβισμός, το αναίτιο, είναι τετελεσμένες καταστάσεις, οι οποίες όμως έξυπνα ισορροπούν σε ένα ενίοτε σατιρικό και ειλικρινές ύφος, δίοδο για τον αναγνώστη που δυσκολεύεται - είναι αλήθεια - κάποιες φορές να εισχωρήσει σε ορισμένα επτασφράγιστα ποιήματα του βιβλίου (δείγμα ενός ύφους και μίας γλώσσας που δεν έχει εντελώς εξημερωθεί).

Ο Μελιτάς δεν φοβάται επίσης να ανοίξει διάλογο με τους ήρωές του, να τους θέσει ερωτήσεις, να  απαντήσει ή απλά να τους δώσει υπόσταση με δύο στίχους και εισαγωγικά, ανάσα δίχως ταυτότητα. Είναι σημαντικό αυτό το χαρακτηριστικό για τον "Εραστή Ειδώλων", όχι μόνο από άποψη ρυθμού και ποικιλίας αλλά, κυρίως, επειδή αποκαλύπτει με άμεσο τρόπο την ανάγκη για επικοινωνία και απαντήσεις.

Βέβαια, εν τέλει, ο ποιητής δεν μοιάζει να χρειάζεται απαντήσεις, αφού η πίστη του για τα πράγματα δεν φαίνεται να μπορεί να αλλάξει. Με μια προσεκτικότερη ανάγνωση, όμως, καταλαβαίνει κάποιος ότι η αλλαγή δεν είναι το ζητούμενο, μόνο η οποιαδήποτε επικοινωνία, η οποία ντύνει συχνά τα ποιήματα με μια δραματικότητα που αγγίζει τα όρια της απελπισίας δίχως ποτέ όμως να γίνεται κουραστικά αναφορική.

Αναμφίβολα ο "Εραστής Ειδώλων" είναι καλή ποίηση, ποίηση με σκοπό και στόχο, που αντιπροσωπεύει αληθινά το δημιουργό της, κάτι που σπάνια συναντάμε σε μια εποχή όπου η έννοια "δημιουργός" υποφέρει από κρίση ταυτότητας.

Ακολουθούν ποιήματα από τη συλλογή.


Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Μίλτος Σαχτούρης - Επίκαιρος, πρώτη φορά

Ο Μίλτος Σαχτούρης, ο μεγάλος μας ποιητής που γεννήθηκε το 1919 και πέθανε το 2005, είναι ένας ποιητής που δεν ακούγεται συχνά και παραμένει, παρά το σημαντικό του έργο, σχετικά... σιωπηλός.

Οι ποιητές που παρουσιάζουμε σε αυτή την κατηγορία του blog, την αποκαλούμενη "Συν τω Χρόνω", δεν παρουσιάζονται επειδή απλά θεωρούνται κλασικοί ή έστω σημαντικοί στην ιστορία της ποίησης, αλλά και επειδή έχουν τη δυνατότητα να σταθούν σαν ποιοτικές ασπίδες στη σημερινή  ποιητική πραγματικότητα. Και αυτό επειδή η ουσία του λόγου τους είναι διαχρονική.

Γι' αυτό άλλωστε και δεν μας απασχολεί να επαναλάβουμε τις βιογραφίες τους και τις αναλύσεις τους, αλλά να πούμε κάτι, κάπως, διαφορετικό, που να αγγίζει και τις τωρινές χορδές της ποίησης. Προσπαθούμε τουλάχιστον.

Η αλήθεια είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτή, αυτό είναι γνωστό, όπως επίσης γνωστό είναι ότι και  πραγματικός, ουσιαστικός ποιητής (ας τον πούμε έτσι τώρα), δεν ονομάζεται μάλλον αυτός που γράφει καλά, αλλά αυτός που ξέρει πότε δεν γράφει καλά. Πώς παραδέχεσαι στον εαυτό σου, όμως, ότι απλά δεν είσαι άξιος;

Η περίπτωση του Σαχτούρη μοιάζει να περιλαμβάνει τέτοιες αμφιβολίες και μάχες με την ποίηση. Δημοσιεύει μετά από προτροπή του Οδυσσέα Ελύτη και συνδέεται με στενή φιλία με τον Νίκο Εγγονόπουλο, αλλά ποτέ δεν προσκολλάται στον υπερρεαλισμό. Αντιθέτως, ακολουθεί μια δική του πορεία και καταλήγει σε μια δική του έκφραση, που η λιτότητά της, ενίοτε, και η συμβολιστική της δύναμη, άλλοτε, δημιουργούν ένα κράμα που βρίθει ειλικρίνειας και ταπεινότητας.

Η μοναξιά του αλλά και η άκαμπτη αυτή ειλικρίνεια επιβεβαιώνουν την υπόγεια -αλλά απόλυτα ζωντανή- σχέση του με τον Φράντς Κάφκα, κάτι που άλλωστε είχε δηλώσει και ο ίδιος. Η ποίησή του δεν χαρίζεται σε κανέναν, ούτε στον εαυτό του, και μια ανεπίστρεπτη απόγνωση κάνει συχνά-πυκνά την εμφάνισή της. Μα, πάνω από όλα, έχει κάτι να πει, κάτι να δηλώσει, κάτι που ξεπετιέται από κάθε στίχο και είναι αδύνατο να το αρνηθεί ο αναγνώστης.

Διαβάζοντας πρόσφατα διάφορες συνεντεύξεις όπου "ποιητές" και "ποιήτριες" αναλύουν το γράψιμό τους, που "προέρχεται από το βαθύ σκοτάδι του έρωτα" και "από της μοναξιάς τη γη που λάμπει σε όσους έχουν πονέσει" (παραδείγματα παρωδίας), είναι τουλάχιστον απελπιστικό ο Σαχτούρης να δηλώνει, σε αντίστοιχη ερώτηση για την ερμηνεία της ποίησής του, ότι "εγώ δεν ξέρω πώς θα την ερμήνευα."






Ο καθρέφτης
Στη Νόρα Αναγνωστάκη
Σα γύρισε ο καθρέφτης μου


στον ουρανό

φάνηκε

ένα φεγγάρι μισοφαγωμένο

από τα κόκκινα μυρμήγκια
της φωτιάς
κι ένα κεφάλι πλάι του
να καίει κι αυτό μέσα σε πύρινη
βροχή
να λάμπει το κεφάλι
να φέγγει
καθώς το έπαιρνε το έκανε κάρβουνο
η φωτιά
να ψιθυρίζει:
— Τα δέντρα καίνε φεύγουνε σαν τα μαλλιά
ο άγγελος χάνεται με καψαλισμένα
τα φτερά
κι ο πόνος
σκύλος με σπασμένο πόδι
μένει
μένει

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

"Δελτίο καιρού" της Φανής Αθανασιάδου

Η Φανή Αθανασιάδου ασχολείται με την ποίηση από το 1986, όταν, έφηβη ακόμη, δημοσίευσε την πρώτη της ποιητική συλλογή «επιλογές» μετά από παρότρυνση του γνωστού δημοσιογράφου και ραδιοφωνικού παραγωγού της τότε ΕΤ2 (μετέπειτα ΝΕΤ) Αχιλλέα Χρυσοχόου. Έκτοτε δημοσίευσε άλλες δύο ποιητικές συλλογές, «φωτεινές ανταύγειες και νυχτερινοί φόβοι της μοναξιάς»(1987) και «εκ των έσω» (1996). Το «δελτίο καιρού» είναι η τέταρτη κατά σειρά συλλογή της.

Το «δελτίο καιρού» αντιμετωπίζει τον καιρό ως «προσωπικό καιρό συναισθηματικών αποχρώσεων, μετωπικών κοινωνικών-πολιτικών ρευμάτων και υπαρξιακών μεταπτώσεων. Ένα ταξίδι ζωής δηλαδή...», όπως αναφέρει το σημείωμα στο οπισθόφυλλο της έκδοσης.

Μέσα από ποιήματα σύντομα, σχεδόν ακαριαία, εξερευνεί τον καιρό ως «περιβάλλοντα χώρο και χρόνο» και σκιαγραφεί ένα άνθρωπο που θα ήθελε να ζει σε άλλες συνθήκες και σε εναλλακτικούς κόσμους γιατί η πραγματικότητα στην οποία μετέχει ούτε τον χωρά ούτε τον αφορά. Κι εκεί που χάνει την πίστη του, παραδίδεται ξανά στο όνειρο και ξαναβρίσκει την ελπίδα, παρότι γνωρίζει ότι η (κοινωνική, πολιτική και προσωπική του) πραγματικότητα είναι ουσιαστικά απροσπέλαστη.

Δυνατή εικονοπλάστης, αν και αρκετά αφηγηματική αρκετές φορές, συνθέτει έναν ποιητικό λόγο λιτό και στεγνό (απλές δομές, απλές λέξεις) που όμως καταφέρνει να κεντρίσει το ενδιαφέρον και να οδηγήσει σε πικρές συχνά συνειδητοποιήσεις, με τη συνειρμική διαδικασία να γίνεται το κυρίαρχο αλληγορικό σχήμα της συλλογής, συνδέοντας μνήμες, γεγονότα, επιθυμίες και συναισθήματα με ενδιαφέροντα τρόπο.

Ακολουθούν μερικά ποιήματα από τη συλλογή:

ΕΚΔΟΧΕΣ
Τα ταξίδια,
σαν νοερές μετουσιώσεις
με απομάκρυναν
από τις κουραστικές πορείες
των μεταπτώσεών μου
έτσι αποφάσισα να κάνω συχνά
αυτού του είδους τις διαδρομές
ήταν ανέξοδες, και το κυριότερο
με προστάτευαν επιμελώς
από τη σκοτεινή αιτία των παθών μου
κυρίως όταν αυτή έπαιζε
το ρόλο πρακτορείου
σε στιγμές τουριστικής αιχμής.

ΕΚΕΧΕΙΡΙΑ 
Θέλω να βγω έξω
να περπατήσω στη βροχή,
να σταθώ κάτω από τις ομπρέλες,
να αναλογιστώ
κάτω απ’τον συννεφιασμένο ουρανό
την πρώτη φορά
που μου ‘πες σ’αγαπώ,
αν ήταν άνοιξη ή φθινόπωρο,
αν τα δένδρα ήταν γυμνά από φύλλα,
αν στεκόσουν στο απέναντι παγκάκι,
όπως και τώρα,
φορώντας τη μακριά καμπαρτίνα
και την τριμμένη ρεπούμπλικα του πατέρα.

ΑΛΦΑ ΚΕΝΤΑΥΡΟΥ 
Η νύχτα είναι όμορφη,
έναστρη,
μες στη σιγαλιά άραγε μ’ ακούς;
Ο Άλφα Κενταύρου
πολιορκεί την Κασσιόπη.
οι αστερισμοί παίζουν τον έρωτα
στα μάτια των θνητών.
η γη περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της,
και η Νιόβη καθρεφτίζεται
στα νερά του ποταμού Αχελώου.
Ο Μάριος ανακαλύπτει τις καμπύλες της
στη θέα της σελήνης.
Τα πυρίμαχα σκεύη
αποδεικνύουν καθημερινά τη χρησιμότητά τους
στη μαγειρική της νοικοκυράς,
ενώ τα παραμύθια
συνεχίζουν να επιμένουν στο τέλος
πως εμείς ζούμε καλύτερα από τους άλλους.

ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ 
«Δεν εξαργυρώνεται με τίποτα»
αναφώνησε το πλήθος στην Παταγονία.
οι μώλωπες εξαπλώνονται
εξ αιτίας του σκώληκα
ενός σπάνιου μικροοργανισμού.
διορατικός ως ήτο ο άρχοντας,
διέταξε τη θανάτωσή του
και μαζί με αυτήν
την εξαφάνιση
του επικίνδυνου είδους των αντιφρονούντων.

ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ
Ήταν η μόνιμη διάθεση
ενός ονείρου
τοποθετημένου με την πλάτη
στον τοίχο,
που χώριζε το χωλ
απ’ το κυρίως δωμάτιο.
έτσι τις ανέμελες μέρες
-που σπάνιζαν όλο και περισσότερο-
κρεμούσε κάδρα με πολύχρωμες ζωγραφιές
και τοπία σπάνιας ομορφιάς,
για να μπορεί να σπάει λίγο
τη μονοτονία του γκρι.

ΑΣΤΑΘΕΙΑ
Αστάθεια.
είναι τα παραλειπόμενα
μιας μέρας ή μιας ώρας
διαταραχή
στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας
νέφη στον ορίζοντα
και κάπου εκεί στο βάθος,
διακρίνεται η απειλή μιας καταιγίδας...
είναι τα μάτια σου που αποζητώ
τέτοιες στιγμές,
το βλέμμα σου να συναντήσω
με την υπόσχεση της νηνεμίας.

Χ.Λ.

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

Η θάλασσα στο "Μονόγραμμα" του Ελύτη και στο "Γράμμα στον Ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ" του Καββαδία - παράλληλη ανάγνωση

Ο Καββαδίας, ναυτικός ποιητής, είναι γέννημα θρέμμα μιας κατάστασης ελάχιστα ή καθόλου στεριανής: τα σημεία αναφοράς του μπορούν να αναζητηθούν μόνο σε εκτάσεις θαλάσσιες.

Ο Ελύτης από την άλλη μεριά, ποιητής του ουρανού, του φωτός και του ήλιου, βάζει τον άνθρωπο να ατενίζει τη θάλασσα από τη στεριά. Παρόλες τις τόσο θεμελειώδεις διαφορές στη γραφή, τη μυθολογία και την ιδιοσυγκρασία, στο Μονόγραμμα και στον Καββαδία συμβαίνει το παράδοξο η θάλασσα και ο θάνατος να διαγράφουν ανάλογες πορείες και τελικά να διασταυρώνονται.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η θάλασσα στην ποίηση του Καββαδία αποτελεί την sine qua non πραγματικότητα, άπωση και έλξη, είναι αδύνατον να προσεγγίσει κανείς τη γραφή του εκτός υδάτινου στοιχείου. Είναι η γη του, το χώμα της δημιουργίας του. Σε αντίθεση με το Μονόγραμμα, η θάλασσα του Καββαδία κατοχυρώνει την ελευθερία μόνο κατ’επίφαση: ο ποιητής, κάθε φορά που απομακρύνεται από το λιμάνι, ανταλλάσσει στην ουσία έναν εγκλεισμό με έναν άλλον, σπρώχνει το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται πιο μακριά στον χώρο και στον χρόνο.
Γνωρίζω κάτι, που μπορούσε, βέβαια, να σας σώσει.
Εγώ που δεν σας γνώρισα ποτέ... Σκεφτείτε... Εγώ.
Ένα καράβι.... Να σας πάρει, Καίσαρ... Να μας πάρει...
Ένα καράβι που πολύ μακριά θα τ’οδηγώ. 
Θα έλεγε κανείς ότι η θάλασσα στον Καββαδία βρίσκεται, απέραντη και φουρτουνιασμένη, μέσα του. Ο Ελύτης την έχει απέναντί του. Κάθεται στην όχθη και κοιτάζει τη θάλασσα από τη στεριά, ενώ ο Καββαδίας κινείται μέσα της και ενίοτε κοιτάζει από ‘κει τη στεριά. Με αηδία και φόβο.

Για τον Ελύτη η θάλασσα ακόμα και στον θάνατο ή μετά απ’αυτόν, είναι ένα σημείο συνάντησης. Ο άνθρωπος που βγήκε από τη ζωή πεθαίνοντας και ο άνθρωπος που έμεινε πίσω στη γη μισός πια, συνανατιώνται στο υδάτινο στοιχείο, στον ήχο και την απόλυτη διαφάνεια του νερού:
Στον Παράδεισο έχω σημαδέψει ένα νησί
Απαράλλαχτο εσύ κι ένα σπίτι στη θάλασσα 
Με κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Εχω ρίξει μες στ’άπατα μιαν ηχώ
Να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ 
Να σε βλέπω μισή να περνάς στο νερό
Και μισή να σε κλαίω μες στον Παράδεισο. 
Η απεραντοσύνη της θάλασσας, ο συμβολισμός που της προσδίδει το γεγονός ότι βρίσκεται ανάμεσα στη γη που υποδέχεται το σώμα και τον ουρανό της άυλης πλέον ψυχής, την κάνει κατ’εξοχήν σημείο συνάντησης του έρωτα και τελικά την καθαγιάζει.

Στον Καββαδία η θάλασσα δεν λειτουργεί ποτέ ανακουφιστικά, και ουδέποτε αποτέλεσε σημείο συνάντησης των ανθρώπων, ήταν πάντα στοιχείο αποχωρισμού και πηγή τύψεων. Ο ποιητής, σαν ένας άλλος Ιπτάμενος Ολλανδός, είναι καταδικασμένος να μπαρκάρει σε κάθε λιμάνι, σε ένα διαρκές ταξίδι στον χρόνο. Και ενώ στο Μονόγραμμα ο Ελύτης βρίσκει τελικά τη λύτρωση στο υγρό στοιχείο και σε έναν έρωτα κλειδωμένο στο χρόνο και στην ανάμνηση, ο Καββαδίας θα συνεχίσει να αναζητά τη συγχώρεση σε κάθε μπάρκο και να προδίδει τις αναμνήσεις του σε κάθε βάρδια στον ασύρματο.

Στο Μονόγραμμα η συνάντηση των δύο ανθρώπων σηματοδοτεί το τέλος του ταξιδιού και την απαρχή μιας καινούριας εποχής συνύπαρξης. Στον Καββαδία ακριβώς επειδή το κάλεσμα της θάλασσας είναι τουλάχιστον τόσο ισχυρό όσο και οι ενοχές του ποιητή, και το ταξίδι χωρίς τέλος, η καινούρια εποχή, η ελεύθερη από το βάρος του παρελθόντος και των αναμνήσεων, δεν ξεκινάει ποτέ και ο θάνατος δεν λυτρώνει κανέναν. Το φορτηγό σηκώνει άγκυρες και πάλι.
Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ’αιώνια εναλλαγή,
κάτι που σκίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδέυει αδιάκοπα την ατέλειωτη γη. 

Κρις Λιβανίου 
Δρ Φιλολογίας – Μοντέρνας Λογοτεχνίας 
του Παν/μίου της Σορβόννης (Paris IV) 

* Ελύτης Οδυσσέας, Το Μονόγραμμα, (VII), εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1998, και Καββαδίας Νίκος, «Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ», Μαραμπού, εκδ. Άγρα.

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

Billy Collins: Ένας Ποιητής με μικρό "π"

Τι θα κάνατε αν σας έλεγα ότι η Αμερική διορίζει ποιητές της κάθε χρόνο στην υπηρεσία της κυβέρνησης, ως εθνικούς δηλαδή ποιητές, με σκοπό να αφυπνίσει την ποιητική συνείδηση του αμερικανικού λαού και να προωθήσει γενικότερα την ποίηση, μέσω κυβερνητικών κονδυλίων και με την πλήρη υποστήριξη των Μ.Μ.Ε.;

Μάλλον θα με αποκαλούσατε τρελό, διότι δεν είναι δυνατόν αυτό το "απολίτιστο" κράτος, όπως και άλλα "απολίτιστα" κράτη, να ασχολείται ακόμα με την ποίηση, έτσι δεν είναι;

Είναι κάτι που συμβαίνει, όμως, ακόμα και αν βγάλουμε τα εισαγωγικά από τη λέξη "απολίτιστο", αφού κράτη όπως π.χ. η Αμερική ή η Αγγλία αντιπροσωπεύουν όντως την έλλειψη πολιτισμού με την πολιτική τους ανηθικότητα, γεγονός βέβαια που κάνει ακόμα πιο... αλλοπρόσαλλη την ευρεία ενασχόλησή τους με την ποίηση.

Στην Ελλάδα, βλέπετε, ο ποιητής συχνά μοιάζει με ένα ξεφούσκωτο ερπετό, που πηγαίνει από γωνία σε γωνία προσπαθώντας να αποκτήσει μια ντουζίνα αναγνώστες ή να πείσει τους εκδοτικούς οίκους να δεχτούν τα χρήματά του για την έκδοση μπουρδουκλωμένων και ανούσια πολύπλοκων ποιημάτων· ποιημάτων που βλέπουν το φως του ραφιού ελέω οικονομικής επιφάνειας ή φαύλης facebookικής λατρείας. Φευ, πώς φτάσαμε ως εδώ;

Είναι τουλάχιστον αστείο, λοιπόν, που ο Billy Collins, ο διασημότερος εν ζωή αμερικανός ποιητής και ο πιο εμπορικός (η τελευταία του εκδοτική "μεταγραφή" του απέφερε εξαψήφιο συμβόλαιο για τρία βιβλία), έχει καταφέρει να μαγέψει το κοινό του με μια ποίηση τόσο καθημερινή, που αγγίζει τα όρια  της απλής συνομιλίας ή ενός βαρετού μονολόγου.

Ο Collins είναι μια περίπτωση που μπορεί να θεωρηθεί εξαίρεση, όχι μόνο συγκριτικά με το μεγαλύτερο ποσοστό των υπερφίαλων Ελλήνων σύγχρονων ποιητών, που για να κρύψουν την ποιητική τους αδυναμία χρησιμοποιούν το πέπλο της εγκεφαλικότητας ή τη μάσκα της απλοϊκότητας, αλλά και συγκριτικά με άλλους σύγχρονούς του, τόσο στην Αμερική όσο και σε άλλες χώρες.

Τα θέματά του είναι πεζά, κατατονικά πολλές φορές, και δεν έχει καμία ανάγκη να ασχοληθεί άμεσα με τα μυστήρια της φύσης, του έρωτα και όλα αυτά τα γνωστά κλισέ που χορταριάζουν τον κήπο της ποίησης. Αντιθέτως, βρίσκει πολύ πιο ενδιαφέρον ένα ποτήρι με καφέ, ένα αυτοκίνητο που περνάει, την ακύρωση των διακοπών του, την ευκινησία της αγάπης ή το... τσιγάρο.

Εντούτοις, μέσα από το σχεδόν απόλυτα συγκεκριμένο περιγραφικό του στυλ, οι εικόνες που παράγονται υπερβαίνουν την καθημερινή θεματική τους και, με τη χειρουργική επιστράτευση λέξεων και φράσεων, αποκτούν άλλο νόημα, υπεύθυνο για τις πιο απλές μας πράξεις, πράξεις που, πολλές φορές, δεν αντιλαμβανόμαστε καν. 

Έτσι, πολύ συχνά, ο Collins λειτουργεί ως καθρέφτης και μας αναγκάζει να κοιτάξουμε αυτό που σπάνια θα τραβούσε την προσοχή μας ή που θα έμοιαζε ασήμαντο να αποτελέσει τον πυρήνα ενός ποιήματος. Δεν μπορούμε να πούμε ότι αποφεύγει πάντα την απλοϊκότητα, σίγουρα, αλλά τουλάχιστον δεν φοβάται να αναμετρηθεί μαζί της όπου τη συναντάει.  

Στα 71 του χρόνια έχει πειραματιστεί αρκετά με εναλλακτικές μορφές παρουσίασης των ποιημάτων του, χρησιμοποιώντας αρκετές φορές οπτικοακουστικά μέσα που εμπλουτίζουν και ανανεώνουν την επαφή του με το κοινό. Δεν έχει κανένα φόβο απέναντι στο χιούμορ, την ειρωνεία και το σαρκασμό, δημιουργώντας ποιήματα που, εν ώρα απαγγελίας, κάνουν το κοινό να γελάει δυνατά, με την καλή πάντα έννοια, ξορκίζοντας παράλληλα με τον πιο αφοπλιστικό τρόπο την εικόνα του υπεράνω "μύστη ποιητή".

Ναι, τη γνωστή εικόνα που την προβάλει περιχαρής μια μεγάλη μερίδα νέων (και όχι μόνο) Ελλήνων ποιητών, κρύβοντας έτσι αποτελεσματικά την απουσία του ποιητικού ταλέντου.  

Φέρνοντας λοιπόν στο προσκήνιο την ατελή πλευρά της ποίησης, την ανθρώπινη, ο Collins μας αφήνει συχνά κερδισμένους μετά την ανάγνωση των ποιημάτων του, και, κυρίως, ταυτισμένους με τον ταπεινό τους στόχο: να καταφέρουν να επιβιώσουν, δηλαδή, για μία ακόμα ημέρα.


Ηλίας Θ. Παππάς

Ακολουθεί μια μικρή επιλογή από το έργο του ποιητή

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

Πέντε αδημοσίευτα ποιήματα της Λένας Παππά - αποκλειστικά στο στίγμαΛόγου

Κανείς 

Τό «Τώρα»
πού έν ριπῆ ὀφθαλμοῦ γίνεται «Πρίν»
ὃλοι τό κατοικοῦν μέ κάποιο φόβο
καί κρέμονται ἀπ’ τό «Θά» το αίνιγματικό
μή ὂντας σε θέση να εἰκάσουν
τό παραμικρό.

Ὂσο γιά τό «Μετά», μάταιος κόπος.
νά ἐπέμβεις δέν ὑπάρχει τρόπος.
Ἀποκυήματα ὃλα τῆς φαντασίας καί τῆς Λαχτάρας
γιά συνέχεια –μιά ὁποιαδήποτε συνέχεια.

Ἀφοῦ ἡ ἀναζήτησή μας ἒμεινε ἂγονη καί στείρα
-τόσους αἰῶνες κρούοντας καί δέν ἂνοιξε
καμμιά κλεισμένη θύρα
οὒτε ἂλλος Λάζαρος μᾶς ἒγνεψε
ἒστω ἀπό μακρυά
πάρτο ἀπόφαση, ἂν μπορεῖς:

Κανείς
ὃσον ὡραῖος καί γενναῖος καί χαρισματικός
και ἂν ὑπῆρξε στή ζωή του
δέν πῆγε πέρα ἀπό τή στάχτη του.


Ἐσύ

Ἐσύ τό πέλμα πού μέ λιώνει
ἡ πυρκαγιά πού μέ ἀποτεφρώνει
ὁ ἂνεμος πού μέ στιλβώνει
Ἐσύ ὁ κότινος πού μέ στεφανώνει
τό δίχτυ πού μέ πεδουκλώνει
τό σπαθί πού μέ σκοτώνει
ἡ ὀμορφιά πού μέ ἐξυψώνει.
Ἐσύ εἶσαι ὃ,τι ἒχω καί δέν ἒχω
ἡ φωτιά στό σκοτεινό μου παραγώνι
τό παραμύθι τόσο γλυκά πού μέ στοιχειώνει
τοῦ κήπου μου τό μαγεμένο ἀηδόνι
τό μυστικό κλειδί πού με ξεκλειδώνει
τό σπίτι μου,
ἡ πατρίδα
ἡ ἐλπίδα
ἡ καταιγίδα μου

Ὃλα, τα εἶσαι ἐσύ, Ἀγαπημένε μου.