Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2013

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ vs. Έλσα Κορνέτη, γυναικεία υπόθεση

Οι υποψήφιες ποιητικές συλλογές για το φετινό κρατικό βραβείο ποίησης ήταν κατά πλειονότητα ανδρική υπόθεση, αν και το βραβείο το κέρδισε τελικά γυναίκα, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ για την «Ανορεξία της ύπαρξης» (εκδ. Καστανιώτη). Μολονότι σε γενικές γραμμές δεν συμφωνώ με το διαχωρισμό της λογοτεχνίας σε γυναικεία και ανδρική (όχι έτσι όπως γίνεται τουλάχιστον), η αλήθεια είναι ότι οι γυναίκες γράφουμε με διαφορετικό τρόπο από ό,τι οι άνδρες κι αυτό συμβαίνει (και αναπόδραστα θα συμβαίνει) επειδή η κοινωνική μας πραγμάτωση παραμένει διαφορετική.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
Οι άλλες δύο λοιπόν «γυναικείες» ποιητικές συλλογές που ήταν υποψήφιες για το βραβείο, πέρα από της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ που το κέρδισε, είναι η «Κονσέρβα Μαργαριτάρι» της Έλσας Κορνέτη (εκδ. Γαβριηλίδης) και «Το σπίτι στους 40 δρόμους» της Παυλίνας Παμπούδη (εκδ. Ροές).

Μια και «Το σπίτι στους 40 δρόμους» είναι αρκετά έξω από τα ποιητικά μου αναγνώσματα, θα επιχειρήσω μια παραβολή των άλλων δύο συλλογών και θα πω κατ’ αρχάς ότι μου άρεσαν και οι δύο, αν και για διαφορετικούς λόγους. Αν ήμουν μέλος της κριτικής επιτροπής, θα προέκρινα κι εγώ της Ρουκ (η γραφή της είναι πιο μεστή και σίγουρη), χωρίς όμως να μπορώ να παραβλέψω τη δυναμική της συλλογής της Κορνέτη.


Η «Ανορεξία της ύπαρξης» ασχολείται εκτενώς με το θέμα της φθοράς: του σώματος, της υγείας, των ενστίκτων (συμβιβασμός λόγω εγγενών περιορισμών), των σχέσεων, της ψυχολογίας. Παρότι είναι καθόλα νόμιμο η φθορά να προκαλεί παραίτηση, η Ρουκ δεν παραιτείται, αντίθετα διαχειρίζεται τη φθορά με ένταση: φοβάται, λυπάται, ποθεί, μισεί, αηδιάζει, αντιστέκεται. Από τη μια προσπαθεί να συμφιλιωθεί με την ιδέα του γήρατος και τα συναισθήματα που προκαλεί, καθώς και με την πραγματικότητα του χρόνου που αμείλικτος φεύγει και χάνεται, και από την άλλη αρχίζει να αντιπαθεί τη σάρκα, τον έρωτα, τη φιλία, ο,τιδήποτε δεν μπορεί πια να υποστηρίξει και να υπερασπιστεί. Τα δύο αυτά άκρα χρωματίζουν τη μελαγχολία που, χέρι-χέρι με τη νοσταλγία, διαπνέει ολόκληρη τη συλλογή.

Έλσα Κορνέτη

Ο τρόπος της είναι ειλικρινής και ξεκάθαρος, ο λόγος της μεστός και μετρημένος, χωρίς άστοχους βερμπαλισμούς, η δυναμική των συναισθημάτων και των εικόνων της δουλεμένη, όχι ακατέργαστη και ωμή. Υπάρχουν ασφαλώς σημεία που η Ρουκ γίνεται πιο εγκεφαλική, όμως καταφέρνει ακόμη και σε αυτά να βρει συναισθηματικό στόχο, χωρίς να διαπραγματευτεί το βάθος των νοημάτων της.

Από την άλλη, η «Κονσέρβα Μαργαριτάρι» βασίζεται στη δυναμική της νεότητας που όμως προβάλλεται με ωριμότητα και στοχασμό. Η συλλογή ασχολείται εκτενώς με το θέμα του έρωτα, τον εαυτό όπως προβάλλεται μέσα του και τη σχέση έρωτα και εαυτού με την ειλικρίνεια και την αλήθεια. Η Κορνέτη γράφει με δύναμη, την οποία δεν καταβάλει καμία προσπάθεια να συγκρατήσει, ίσα-ίσα, της επιτρέπει να απλωθεί, να καταλάβει το στίχο της και να βγει ατόφια, χωρίς εκπτώσεις.

Τα σχήματα λόγου που χρησιμοποιεί θυμίζουν πρώιμο υπερρεαλισμό, όμως δεν είναι όλες οι μεταμορφωτικές της προσπάθειες επιτυχημένες και οι συνδέσεις ανάμεσα στους στίχους είναι μερικές φορές κάπως πιο χαλαρές από το ευκταίο. Συχνά οι στίχοι κρύβουν λεπτό κυνισμό, άλλοτε χρωματίζονται από ελαφριά θλίψη, άλλοτε η ποιήτρια είναι φανερά θυμωμένη με τον εαυτό της και τον κόσμο. Πιστεύω ότι αν η συλλογή ήταν πιο «μαζεμένη» σε έκταση (και σε ορισμένα σημεία και έκφραση), θα ήταν πιο εύστοχη και σαφής σε αυτό που θέλει να πει. Ιδίως προς το τέλος, φαίνεται να εξασθενεί η δυναμική της και τα ποιήματα μοιάζουν πιο αδύναμα.

Όμως ας δούμε αποσπάσματα από δύο ποιήματα, ένα από κάθε συλλογή, που πραγματεύονται το ίδιο πάνω-κάτω θέμα και δείχνουν το πόσο διαφορετικά καθεμία ποιήτρια διαχειρίζεται τον ποιητικό λόγο:

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, «Εποχή αντιπάθειας»:
…Οι άντρες
με τα προκλητικά παντελόνια
υφάσματα τεντωμένα με φαντασία
ελαφρά αξύριστοι
με την έξυπνη ματιά
που μεταμορφωνόταν σε κτηνώδη
και χυνόταν πηχτή
στα λευκά σεντόνια
βουλιάζουν
στα μουχλιασμένα νερά της μνήμης
κι ούτε λίγη συμπάθεια
δεν αφήνουν πίσω τους
λίγο δέος για τα κατορθώματά τους…

Έλσα Κορνέτη, «Ο χορός της βίδας»:
…Δεν νιώθω Δεν πονάω Φημίζομαι
Για τον αυτοέλεγχο Τη γενναιότητα
Μ’ επιβραβεύει χύνοντας στο σώμα μου
Για δώρο γενεθλίων Δύο λίτρα φωτιά
Είσαι δυνατή(;) Οι άντρες σε λατρεύουν(;)
Όλα τα καυτά βλέμματα Αφήνουν στο σώμα σου
Τατουάζ Μαρκάρισμα από μασιά σε πισινό αγελάδας
Εγκαύματα θαυμαστικά

Κεράσια είναι τα φρούτα Που ονειρεύομαι συχνά
Μαζεύεις στο καλάθι σου Ολόφρεσκες σωματικές
Τραγανές ηθικές βλάβες Από αμέλεια

Ωραίο φόρεμα, ο ταύρος σου φωνάζει
Είναι αλήθεια – Το κόκκινο – Σου πάει πολύ

Με τρόμο διαπιστώνεις Τα τραύματά σου
Είναι τρύπες Από ένα κοπάδι Σουβλερά
Αρσενικά Κέρατα.

Φυσικά τα ποιήματα δεν είναι τα πιο αντιπροσωπευτικά των συλλογών και είναι σημαντικό ότι το πρώτο το γράφει μια γυναίκα στη δύση των ενστίκτων, ενώ το δεύτερο μια γυναίκα που έχει ακόμη δρόμο μπροστά της. Το πρώτο αντανακλά τον αντίκτυπο ενός ακούσιου τετελεσμένου ψυχοσωματικού ακρωτηριασμού, το δεύτερο ενός αντίστοιχου ακρωτηριασμού εν τη συντελέσει του ακόμη. Είμαι σίγουρη ότι κανένα από τα δύο δεν θα αρέσει στους άνδρες αναγνώστες, γιατί ο τρόπος που μια γυναίκα βιώνει το σώμα της και τον ερωτισμό της τους είναι μάλλον εντελώς ακατάληπτος.

Τεχνικά, το ποίημα της Ρουκ είναι διορατικό, ευθύ και συνετό, ενώ της Κορνέτη έχει δύναμη, ωμότητα και είναι αδιαπραγμάτευτο. Και οι δύο συλλογές, καθεμία για τους δικούς της λόγους, συγκαταλέγονται ανάμεσα στα αγαπημένα μας αναγνώσματα, απλώς η Κορνέτη έχει μερικά χρόνια ακόμη μπροστά της μέχρι να επιτύχει τη σιγουριά και την ωριμότητα της γραφής της Ρουκ. Εδώ θα είμαστε και θα την περιμένουμε.

Χ.Λ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου