Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

«Άι της αγάπης μαχαιριά…» - η υπόλοιπη συνέντευξη της Λένας Παππά στο στίγμαΛόγου

Μέρος Β':  "Αν δεν μπεις σε κάποιο κλειστό κύκλωμα, σε κάποια παρεούλα, σε θάβουν επιμελώς στη σιωπή"

(συνέχεια από προηγούμενη ανάρτηση) 

Χ.Λ.Αλλά και οι εκδοτικοί οίκοι αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα, με αποτέλεσμα κανένας νέος ποιητής να μη μπορεί να εκδώσει πια ποίηση χωρίς να πληρώσει. Αυτό έχει σοβαρές επιπτώσεις στην καλή ποίηση, αφού δεν γίνεται φιλτράρισμα των έργων και κάθε φιλόδοξος ποιητής μπορεί να εκδώσει τη δουλειά του, αξίζει-δεν αξίζει. 

Λ.Π.: Βεβαίως αντιμετωπίζουν μεγάλα οικονομικά προβλήματα οι εκδότες που έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην καλή ποίηση, η οποία έχει εξαφανιστεί από τα βιβλιοπωλεία, αφού μόνον οι πολύ γενναίοι ή οι πολύ φανατικοί τολμούν να εκδώσουν πια τα βιβλία τους, δηλ. ελάχιστοι, πληρώνοντάς τα. Όταν ο ποιητής γράφει, δεν σκέπτεται πόσα βιβλία θα πουλήσει. το κάνει από εσώτατη ψυχική παρόρμηση για να βγάλει αυτά που εγκυμονεί μέσα του κι όταν τυπώνει το βιβλίο του το κάνει γιατί έχει ανάγκη μέσω του έργου του, να έρθει σε επαφή με τους συνανθρώπους του. Γιατί το ζητούμενο είναι αυτό: η Επικοινωνία.

Ο εκδότης, όμως, που στοχεύει στο κέρδος, δεν σκέπτεται έτσι, ιδίως στις μέρες μας. Όποιος πληρώνει, βγάζει ένα πολυτελές βιβλίο. όσο για το περιεχόμενο και το νόημα, ποιος νοιάζεται! Η ποίηση πράγματι δεν πουλιέται, εδώ στην Ελλάδα, παρόλο που έχουμε πληθώρα ποιητών όπως ανέφερα πιο πάνω, και παρόλο που η χώρα μας έχει τιμηθεί με δύο Νόμπελ (Σεφέρης, Ελύτης). Οι λόγοι είναι πολλοί: Τα ¾ των Ελλήνων, όπως είπα, συγγράφουν και εκδίδουν βιβλία τα οποία είναι για πέταμα. και, επαναλαμβάνω, δεν υπάρχει η στοιχειώδης αξιολόγησή τους από τους εκδότες και ούτε καν μια έντιμη κριτική στήλη στα περιοδικά ή στις εφημερίδες, όπως παλιότερα. 

Χ.Λ.Θα μπορούσε λοιπόν μια αποκλειστικά ηλεκτρονική έκδοση να συνιστά μια καλή εναλλακτική και να αποτελεί μια απάντηση σ’ αυτές τις τάσεις; 

Λ.Π.: Ζούμε στην εποχή των ΜΜΕ αλλά το βιβλίο είναι μια άλλη σχέση με τον άνθρωπο, που δεν αντικαθίσταται, κι αυτό το αποδεικνύει και η πληθώρα των εκδόσεων στις μέρες μας. Η λογοτεχνία είναι το ακριβώς αντίθετο της τεχνολογίας, αντιστέκεται σθεναρά στα κλασσικά εικονογραφημένα και στα βίντεο-κλιπ. Βέβαια, το βιβλίο είναι κάτι που το αγγίζεις, το βλέπεις (αν μάλιστα είναι μια ωραία έκδοση), το χαίρεσαι με τα μάτια, ακόμη και η μυρωδιά του χαρτιού έχει να κάνει, δηλ. όλες οι αισθήσεις λειτουργούν υπέρ του. Η άμεση επαφή του βιβλίου με τον αναγνώστη είναι κάτι σαν ερωτική σχέση. Είναι πάντα κοντά σου, όποτε θέλεις το αναζητάς, ανατρέχεις ξανά και ξανά στις σελίδες που σ’ ενδιαφέρουν και ανάμεσά σας δεν μεσολαβεί κανένας τρίτος, κανένα μηχανικό μέσον.


Αλλά πιστεύω πως ναι, μια ηλεκτρονική έκδοση είναι μια κάποια λύση – εναλλακτική, κυρίως για όσους δεν μπορούν να διαθέσουν χρήματα για να τυπώσουν ένα βιβλίο τους. Βέβαια, μια ηλεκτρονική έκδοση δεν υπόκειται σε κανέναν έλεγχο όπως γινόταν παλιότερα με τον εκδότη, σε κανένα φιλτράρισμα όπως λέτε κι εσείς, κι έτσι μπορεί ο καθένας να εκδώσει ό,τι θέλει. Αλλά μήπως αυτό δεν ισχύει σήμερα και με τους εκδότες όπως αναφερθήκαμε πιο πάνω; Και τέλος ας μην ξεχνάμε πως ο Καβάφης όσο ζούσε δεν είχε τυπώσει σε βιβλίο τα ποιήματά του, αλλά τα κυκλοφορούσε σε πολυγραφημένα φυλλάδια, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να γίνει και να μείνει ένας Μεγάλος Ποιητής.

Χ.Λ.Πάντως, ανεξάρτητα από τα οικονομικά προβλήματα, πολλά χρόνια τώρα οι εκδοτικοί οίκοι χρησιμοποιούν την καραμέλα πως η ποίηση δεν είναι εμπορική. Αν κοιτάξουμε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, όμως, θα δούμε ότι ένας από τους γνωστότερους, αν όχι ο πιο γνωστός σύγχρονος ποιητής στην Αμερική, είναι ο Billy Collins, του οποίου τα βιβλία κυριολεκτικά ξεπουλάνε, ενώ ο ίδιος απολαμβάνει μεγάλα εκδοτικά συμβόλαια. Είναι μύθος λοιπόν ότι η σύγχρονη ποίηση δεν πουλάει ή μήπως είναι ένα φαινόμενο που ισχύει κυρίως για την Ελλάδα και κάποιες χώρες; 


Λ.Π.: Υπάρχουν πολλοί λόγοι που η σύγχρονη ποίηση δεν πουλάει στην Ελλάδα: Η τηλεόραση και το ραδιόφωνο και όλοι αυτοί οι καινούργιοι ηλεκτρονικοί θεοί κλέβουν τον λίγο ελεύθερο χρόνο του σύγχρονου ανθρώπου, του συμπιεσμένου ανάμεσα στην εργασία και τις υποχρεώσεις του και δεν βρίσκει την ευκαιρία να σκύψει πάνω από ένα βιβλίο ποίησης. Έπειτα η ποίηση για να διαβαστεί θέλει τη δική της περιρρέουσα ατμόσφαιρα, γαλήνη, συγκέντρωση και αγάπη στη λογοτεχνία, ενώ η πεζογραφία διαβάζεται πιο εύκολα, ακόμη και μέσα στο τρόλλεϋ.

Άλλος λόγος, όπως είπα, είναι η ερμητικότητα, η δυσκολία, το ακατανόητο των στίχων, η απαισιοδοξία και η θλίψη τους, γιατί ο ποιητής αντανακλά την εποχή του πρωτίστως και τα προβλήματά της δεν τον αφήνουν αδιάφορο. Και, κυρίως, ο λόγος που ανέφερα πιο πάνω: Όποιος πληρώνει τυπώνει ό,τι θέλει και εναπόκειται στον αναγνώστη να ξεχωρίσει την ήρα από το σιτάρι. Δεν υπάρχει πια σοβαρή κριτική των λογοτεχνικών βιβλίων.

Η προσωπική μου εμπειρία συνοψίζεται στη φράση: «Ουδείς προφήτης εν τη εαυτού πατρίδι». Είναι μια πικρή, αλλά αληθινή διαπίστωση. Φυσικά δεν θέλω μ’ αυτό να υπαινιχθώ ότι νιώθω σαν παραγνωρισμένη αξία, κάθε άλλο! Και τα βραβεία μου πήρα και ανθολογήθηκα σε πολλές ανθολογίες, ελληνικές και ξένες – και το μικρό μου αναγνωστικό κοινό έχω και ποιήματά μου έχω δημοσιεύσει σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά – αλλά η σύγκριση π.χ. με την Πολωνία, όπου μεταφράστηκα, έγιναν παρουσιάσεις των βιβλίων μου στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση χωρίς να χρειαστεί να παρακαλέσω κανένα, και κλήθηκα να συμμετάσχω σε παγκόσμιο φεστιβάλ ποιήσεως όπου ήμουν το τιμώμενο πρόσωπο, πώς να το κάνουμε, είναι συντριπτική.

Εδώ πήρα το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών δύο φορές και όχι μόνον κανείς δημοσιογράφος δεν μου πήρε συνέντευξη, όπως είθισται, αλλά έγραψαν στα «ψιλά» των εφημερίδων την είδηση, κάνοντας λάθος στο όνομα! Και ξέρετε γιατί γίνονται όλα αυτά; Είναι γνωστό σε όλους. Αν δεν μπεις σε κάποιο κλειστό κύκλωμα, σε κάποια παρεούλα, αν δεν έχουν κάποιο συμφέρον από σένα, αν δεν κατέχεις κάποιο αξίωμα, αν δεν έχεις καλές δημόσιες σχέσεις, σε αγνοούν εντελώς, σε θάβουν επιμελώς στη σιωπή. Κι εγώ, δεν έχω δημόσιες σχέσεις, δεν τα καταφέρνω. Το μόνο που έκανα και κάνω, είναι να στέλνω τα βιβλία μου στους αρμόδιους. και ω του θαύματος, βρέθηκαν ορισμένοι, καλή ώρα όπως εσείς, που χωρίς να με ξέρετε, διαβάζοντάς τα έκριναν πως έπρεπε να τα παρουσιάσουν στο κοινό και τους ευχαριστώ θερμά γι’ αυτό. Πάντως, πιστεύω πως όταν κάποιο βιβλίο είναι αξιόλογο, βρίσκει το δρόμο του, αργά ή γρήγορα.

Χ.Λ.: Είχαμε τη χαρά να απολαύσουμε ποιήματά σας μελοποιημένα από τον Μίμη Πλέσσα, τους αδερφούς Κατσιμίχα, τον Γιάννη Νικολάου και τραγουδισμένα από τον Γιώργο Νταλάρα, το Νίκο Νομικό, τη Λαβίνα και άλλους σπουδαίους ερμηνευτές. Έχω την αίσθηση ότι η μελοποίηση της ποίησης ήταν πιο εύκολη στο παρελθόν από ό,τι στις μέρες μας. Γιατί σήμερα που η ποίηση τη χρειάζεται όσο ποτέ για να προσεγγίσει το κοινό, έχει γίνει τόσο δύσκολη; 

Λ.Π.: Η μελοποίηση ποιημάτων έχει μορφωτική επίδραση στη μάζα. Αυτό το πάντρεμα ποίησης και μουσικής, όταν είναι σωστό, ανεβάζει το πολιτιστικό επίπεδο. Είναι εύκολο να σου εντυπωθούν μερικοί καλοί στίχοι όταν τους τραγουδάς, παρά όταν τους διαβάζεις. Κι έπειτα, αν σου αρέσουν οι μελοποιημένοι στίχοι κάποιου ποιητή, αναζητάς και το βιβλίο του να το διαβάσεις.

Όμως, όταν το ποίημα δεν σε εμπνέει, πώς να γράψεις καλή μουσική; Σήμερα η ποίηση χωλαίνει, δεν είναι πηγαία, είναι τις πιο πολλές φορές «κατασκευασμένη» και έχει τόσο πολύ επικρατήσει το πεζολογικό στοιχείο στα ποιήματα, ακόμα και των υποτιθέμενων κορυφαίων, είναι τόσο, θα έλεγα, «πεποιημένα» τα ποιήματά τους (για λόγους εντυπωσιασμού, υποθέτω ή κι από έλλειψη γνήσιας έμπνευσης) ώστε δεν εμπνέουν ωραίες μουσικές –θυμάμαι π.χ. τη μουσική του Θεοδωράκη με πόσο παλμό και συγκίνηση έντυνε στίχους απλούς αλλά βγαλμένους από το ρίγος της έμπνευσης σπουδαίων ποιητών, του Ρίτσου, του Ελύτη κ.ά. Σήμερα λείπει η μαγεία και η αμεσότητα εκείνων των στίχων.

Χ.Λ.: Για να κλείσουμε, θα σας ζητήσω να σχολιάσετε την πρόσφατη δήλωση της Κικής Δημουλά στην International Herald Tribune, ότι δηλ. στην Ελλάδα επικρατεί «σκοτάδι και χάος». Εσείς, ως πολίτης και ως δημιουργός, τι εύχεστε, τι ελπίζετε και τι πιστεύετε για τη χώρα; 

Λ.Π.: Πιστεύω πως «σκοτάδι και χάος» είναι πολύ βαριές κουβέντες και ισχύουν μόνον για τα πολιτικά δρώμενα, όπου προσυπογράφω τον χαρακτηρισμό. Σήμερα στην Ελλάδα γίνονται πολλές δημιουργικές προσπάθειες και ελπίζω και εύχομαι από καρδιάς –και, αν δεν το πίστευα, δεν θα το έλεγα –να θαυματουργήσει και πάλι το ελληνικό πνεύμα. Γιατί «Κι η πιο μαύρη νύχτα φέγγεται βαθιά από αστέρια αόρατα» και, ως γνωστόν, πάντοτε μετά το σκοτάδι έρχεται η αυγή. Από εμάς όλους εξαρτάται αυτή η νύχτα να μην διαρκέσει, όπως παλιά, τετρακόσια χρόνια.-

Δείτε και τα αδημοσίευτα ποιήματα της Λένας Παππά που μας παραχώρησε κατά αποκλειστικότητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου