Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

Ελληνικό δημοτικό τραγούδι: ποίηση της σχέσης Θεού και Ανθρώπου

Η απόλυτη, καταλυτική ελευθερία του δημοτικού τραγουδιού ως μέσο εκφράσης είναι αυτό που διαφοροποιεί με τόσο καθοριστικό τρόπο την λαϊκή ποίηση από την ενυπόγραφη ποιητική δημιουργία.

Με άξονα λοιπόν αυτή την ιδιαιτερότητα ως προς τα συμβατικά δεδομένα της λογοτεχνικής παραγωγής, δίνεται η δυνατότητα για μια προσέγγιση ικανή να φωτίσει τη θεμελιώδη σχέση του ανθρώπου με τον Άνθρωπο και το Θείο, απαλλαγμένη από τις αναστολές της ενυπόγραφης δημιουργίας.

Η προφορική ποίηση για να διατηρηθεί πρέπει να αποτελεί απόλυτο σημείο σύγκλισης μεταξύ κοινού και τραγουδιστή. Αν αυτή η προϋπόθεση απουσιάζει, τότε η αναπόφευκτη κατάληξη του τραγουδιού είναι η λησμονιά.

Αυτή ακριβώς η απόλυτη ελευθερία του λόγου είναι που επέτρεψε στη δημοτική ποίηση να γίνει καθρέφτης της σχέσης του Θεού και του Ανθρώπου. Δεν είναι μόνο ο ελάχιστα χριστιανικός και ουσιαστικά παγανιστικός χαρακτήρας της που αποτέλεσε πόλο ενδιαφέροντος για φιλολόγους και λαογράφους, αλλά κυρίως ο τρόπος που απεικονίζεται η δυναμική σχέση του ανθρώπου με τις υπερφυσικές δυνάμεις που τον περιβάλλουν.



Ο άνθρωπος της δημοτικής ποίησης κοιτάζει τον θεό του στα μάτια. Αναμφισβήτητα του αναγνωρίζει την άνευ όρων υπεροχή που απαιτεί μια χριστιανική κουλτούρα αιώνων, όμως τον θέτει ενώπιον των υποχρεώσεών του απέναντι στον άνθρωπο, και αυτό ακριβώς το στοιχείο είναι που θεμελιώνει τον βαθιά επαναστατικό χαρακτήρα της και γίνεται τελικά μια εικόνα της ελευθερίας.

Στα δημοτικά τραγούδια Θεός και Άνθρωπος κινούνται σε ένα κοινό πλαίσιο, συνυπάρχουν και εξελίσσονται στο ίδιο σύμπαν. Οι ύστατοι νόμοι του δικαίου που διέπουν την κοινωνική ομάδα ισχύουν και για τις δύο πλευρές, και αυτό φέρνει συχνά τον Θεό υπόλογο στον άνθρωπο. Στα μοιρολόγια, αυτό το κατ’εξοχήν πεδίο φιλοσοφικής και υπαρξιακής αναζήτησης, η σχέση του Θεού και του Ανθρώπου οριοθετείται από το αμείλικτο γεγονός του θανάτου.

Η απώλεια αγαπημένων προσώπων, η διάσπαση της οικογένειας και το ωστικό κύμα που επιφέρει ο θάνατος στο σύνολο της κοινωνικής ομάδας αποτυπώνονται στην δημοτική ποίηση ως η ύψιστη αδικία και ταυτόχρονα καθορίζεται η συνυπαιτιότητα του Θεού ως συναυτουργού ή τουλάχιστον συνυπαιτίου.

Στα τραγούδια εκείνα όπου γίνεται λόγος χώρις περιστροφές για την ξεκάθαρη σύμπραξη του Θεού και του Χάρου με κοινό στόχο τον θάνατο του ανθρώπου, ο δημοτικός ποιητής κατανείμει ευθύνες και στιγματίζει συμπεριφορές. Δεν διστάζει να καταστήσει σαφές ότι η θεότητα και οι άνθρωποι αδιακρίτως, υπόκεινται σε κοινές αρχές δικαίου.

Δεν είναι ότι ο άνθρωπος δεν αποδέχεται την θεία υπεροχή, δεν διαπράττει ύβρη με την αρχαία έννοια του όρου. Αντίθετα, σηκώνει το ανάστημά του και διεκδικεί ό,τι θεωρεί δίκαιο ακριβώς επειδή πιστεύει βαθειά πως στην έννοια του δικαίου οφείλουν να υποτάσσονται όλοι ανεξαιρέτως.

Στη δημοτική ποίηση η ανθρώπινη φύση και ταυτότητα είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την χριστιανική παρουσία, η βαθεία θρησκευτικότητα του ανθρώπου δεν έχει αμφισβητηθεί ποτέ.

Η υπέρβαση έγκειται στο γεγονός ότι στο πλέον ανθρωποκεντρικό ποιητικό είδος της σύγχρονης λογοτεχνικής μας ιστορίας, ο άνθρωπος αποδεχόμενος το ατομικό και κοινωνικό του είναι, έχει την ειλικρίνεια να εντάξει την θεότητα στην πραγματικότητά του χωρίς ποτέ να υποδουλωθεί σ’αυτήν.

Κρις Λιβανίου
Δρ Φιλολογίας - Μοντέρνας  Λογοτεχνίας
του Παν/μίου της Σορβόννης (Paris IV)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου