Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Γιώργος Σαραντάρης

Η παρουσία του Γιώργου Σαραντάρη στην πρώτη γραμμή του Αλβανικού Μετώπου θα ήταν αρκετή απόδειξη για την φιλοπατρία του. Ως ένας από τους σχετικά αφανείς πνευματικούς ήρωες της γενιάς του '30, όμως, ο Σαραντάρης εξέφρασε την αγάπη του για την Ελλάδα και το μέλλον της σκεπτόμενος και γράφοντας με έναν πρωτοποριακό ποιητικό τρόπο, επηρεάζοντας τους συγχρόνούς του.

Ο Οδ. Ελύτης του δίνει τους "Προσανατολισμούς" για να ζητήσει τη γνώμη του (και αργότερα τον απαθανατίζει στο ποίημα "Γιώργος Σαραντάρης"), και οι υπόλοιποι, φίλοι και γνωστοί, μιλούν για έναν άνθρωπο με βαθιά γνώση της φιλοσοφίας, αλλά και μια ποιητική πένα που κρατάει από τον Μαλαρμέ, περνάει από τον Guiseppe Ungaretti  και φτάνει μέχρι τους πρόποδες του Υπερρεαλισμού, ίσως και πιο πέρα.

Η ποίηση του Σαραντάρη είναι μοντέρνα και μελωδική στις εικόνες της, διαποτισμένη συχνά από έντονη πικρία, απογοήτευση και απορία. Η ικανότητά του να στοχάζεται μέσα στην ποίησή του δίχως να πέφτει θύμα του διδακτισμού ή της ρητορείας, μαρτυρεί ένα γνήσιο ενδιαφέρον για τον άνθρωπο αλλά και αυθεντικό ταλέντο, άξιο μελέτης.

Ακούραστος, τόσο στη συγγραφή φιλοσοφικών δοκιμίων (όπου ασχολήθηκε με μια μορφή πρώιμου υπαρξισμού ακόμα και πριν τον Jean-Paul-Sartre) όσο και στη συγγραφή κριτικών και ποιημάτων, ο Σαραντάρης ήταν γεννημένος για τη λογοτεχνία, ένας αυθεντικός άνθρωπος του πνεύματος, ανίκανος μάλιστα να εργαστεί σε μια τυπική, ημερομίσθια εργασία (προκαλώντας πολλά προβλήματα έτσι σε αυτόν και την οικογένειά του).

Έμελλε να βρει το θάνατο από τύφο, επιστρέφοντας στην Αθήνα μετά τη θητεία του, και αφού είχε πολεμήσει ενάντια στην Ιταλία, τη χώρα στην οποία μεγάλωσε.


Ἄλλοτε η θάλασσα...
 Ἄλλοτε ἡ θάλασσα μᾶς εἶχε σηκώσει στὰ φτερά της
Μαζί της κατεβαίναμε στὸν ὕπνο
Μαζί της ψαρεύαμε τὰ πουλιὰ στὸν ἀγέρα
Τὶς ἡμέρες κολυμπούσαμε μέσα στὶς φωνὲς καὶ τὰ χρώματα
Τὰ βράδια ξαπλώναμε κάτω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ τὰ σύννεφα
Τὶς νύχτες ξυπνούσαμε γιὰ νὰ τραγουδήσουμε
Ἦταν τότε ὁ καιρὸς τρικυμία χαλασμὸς κόσμου
Καὶ μονάχα ὕστερα ἡσυχία
Ἀλλὰ ἐμεῖς πηγαίναμε χωρὶς νὰ μᾶς ἐμποδίζει κανεὶς
Νὰ σκορπᾶμε καὶ νὰ παίρνουμε χαρὰ
Ἀπὸ τοὺς βράχους ὡς τὰ βουνὰ μᾶς ὁδηγοῦσε ὁ Γαλαξίας
Καὶ ὅταν ἔλειπε ἡ θάλασσα ἦταν κοντὰ ὁ Θεός

Τῆς Ὕπαρξης
Ὕπαρξη,
Δῶρο στὴν ἁγνή μας οὐσία
Γέλιο ποὺ χαράζει
Τὴν παντοτινὴ νύχτα
Πάνω στὶς λεῦκες
Ἀπαράτησε τὸ στεφάνι σου
Φέρε στὸ κοιμισμένο δάσος
Τὸ θρόισμα τοῦ ὀνείρου,
Ποὺ ἐμᾶς τοὺς σιωπηλοὺς
Ἐξύπνησε

Νὰ κοιμᾶσαι νηστικός
 Νὰ κομᾶσαι νηστικός σὲ μία σοφίτα
Νὰ εἶσαι ὁ τεμπέλης τοῦ σπιτιοῦ
Νὰ γίνεσαι σκουπίδι
Ὅταν ἀνοίγεται ἕνα λερωμένο στόμα
Θὰ σηκώσω τὸ γιακὰ
Γιὰ νὰ φύγω σὰν ἕνας λῃστὴς
Ἀπὸ τὸ δικό μου σπίτι
Θὰ κοιμηθῶ στοὺς δρόμους
Γιὰ νὰ νιώσω ὁλάκερη τὴν πολιτεία
Νὰ τουρτουρίζει μαζί μου
Στὸ παλτό μου ἔχω ἕνα λεκὲ
Ἀλλὰ εἶναι καλὸ ποὺ δὲν τὸν βλέπω
Θὰ τὸ ξαπλώσω χάμω
Καὶ θὰ στρωθῶ πάνω του
Νὰ πιῶ λίγη βραδυὰ
Στὴ γωνιὰ τοῦ ἔρημου κήπου
Θὰ αἰστανθῶ τὴ σελήνη
Ὅπως δὲν αἰστάνθηκα τίποτε
Στὴ ζωή μου
Θὰ τὴν αἰστανθῶ στὰ χείλια μου
Σὰν ἕνα ἀχλάδι
Στὰ μάγουλα
Σὰν ἄλλα μάγουλα.

Ἀκόμα δὲν μπόρεσα...
Ἀκόμα δὲν μπόρεσα νὰ χύσω ἕνα δάκρυ
πάνω στὴν καταστροφὴ
δὲν κοίταξα ἀκόμα καλὰ τοὺς πεθαμένους,
δὲν πρόφτασα νὰ δῶ πὼς λείπουνε
ἀπὸ τὴ συντροφιά μου,
πὼς ἔχασαν τὸν ἀέρα ποὺ ἐγὼ ἀναπνέω
καὶ πὼς ἡ μουσικὴ τῶν λουλουδιῶν,
ὁ βόμβος τῶν ὀνομάτων ποὺ ἔχουνε τὰ πράγματα
δὲν ἔρχεται στ᾿ αὐτιά τους·
ἀκόμα δὲν χλιμίντρισαν τ᾿ ἄλογα
ποὺ θὰ μὲ φέρουν πλάι τους.
Νὰ τοὺς μιλήσω,
νὰ κλάψω μαζί τους
καὶ ὕστερα νὰ τοὺς σηκώσω ὄρθιους·
ὅλοι νὰ σηκωθοῦμε σὰν ἕνας ἄνθρωπος,
σὰν τίποτα νὰ μὴν εἶχε γίνει
σὰν ἡ μάχη νὰ μὴν εἶχε περάσει πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας.

Πρόλογος
Στοὺς φίλους μου
Κόβεται ἡ δική μας ἀναπνοή,
χάνεται ὁ χρόνος, παιδιά·
σὲ φωνὴ μοιάζει
ποὺ ζύγωσε
μᾶς προσπέρασε
μὰ δὲν ἀκούστηκε,
κι ἕνας ἀπὸ μᾶς, ὁ πιὸ καλός,
ἐλπίζει ἀκόμα
ἀλλὰ ντρέπεται νὰ τὸ πεῖ...

Πάλι...
Πάλι ὁ οὐρανὸς ἀνοίγει ἐδῶ τὴν πύλη
Πάλι σηκώνει τὴ σημαία
Ἐμεῖς μπαίνουμε χωρὶς φόβο
Τὰ μάτια τὰ πουλιὰ μαζί μας μπαίνουν
Ἀστράφτει ἡ πολιτεία ἀστράφτει ὁ νοῦς μας
Ἡ φαντασία τοὺς κήπους πλημμυράει
Εἶναι παιδιὰ ποὺ στέκονται στὶς βρύσες
Κορυδαλλοὶ στοὺς ὄρθρους ἀκουμπᾶνε
Στὶς λεμονιὲς ἄγγελοι χορτάτοι
Εἶναι ἀηδόνια ποὺ παντοῦ ξυπνᾶνε
Φλογέρες παίζουν ἔντομα βουίζουν
Εἶναι τραγούδια ἡ στάχτη τῶν νεκρῶν
Κι οἱ νεκροὶ κάπου ἀναγεννιοῦνται πάλι
Ὁλοῦθε μᾶς μαζεύει ὁ Θεὸς
Ἔχουμε χέρια καθαρὰ καὶ πᾶμε





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου