Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2013

Εκδήλωση - Πού εξαφανίστηκε η ποίηση; Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014, ώρα 19.30



Tο ιστολόγιο στίγμαΛόγου σας προσκαλεί στην πρώτη του εκδήλωση με θέμα «Πού εξαφανίστηκε η ποίηση;».

Ενάντια στο γενικότερο πνεύμα των ημερών που δείχνει να επικροτεί την απανταχού άνθιση νέων ποιητών, το στίγμαΛόγου προσπαθεί να δηλώσει κάτι διαφορετικό: ότι η ποίηση έχει σχεδόν εξαφανιστεί μέσα από αυτήν την ακατάπαυστη εξάπλωση του ποιητικού λόγου.

Η ταπεινή μας εκδήλωση θα φιλοξενήσει ποιητές και ποιήτριες που θα καταθέσουν τη δική τους άποψη για τη σύγχρονη ποίηση, σε μια προσπάθεια να εντοπίσουμε τα ίχνη της αλλά και τη σχέση της με το αναγνωστικό κοινό.

Είναι η αχαλίνωτη πρόσβαση που διαθέτουμε σήμερα μέσω των κοινωνικών δικτύων; Η έλλειψη κριτικής; Η έλλειψη φιλοδοξίας; Τι ακριβώς ισχύει και η ποίηση διογκώνεται μα σβήνει συνεχώς, σαν αποτυχημένο πυροτέχνημα;

Μπορεί όλα αυτά, μπορεί και τίποτα από αυτά. Ούτως ή άλλως, ένα τέτοιο θέμα δε γίνεται να ξεκαθαριστεί σε μία και μόνο εκδήλωση, αλλά, αν είστε εκεί στην αρχή, να αφήσετε το στίγμα σας, τότε θα έχουμε διανύσει ήδη τη μισή απόσταση.

Η ομάδα του στίγμαΛόγου (Χριστίνα Λιναρδάκη, Κρις Λιβανίου και Ηλίας Θ. Παππάς) σας περιμένει με την παρουσία των ποιητών Αγγελικής Σιδηρά, Λάμπρου Σπυριούνη και Θωμά Τσαλαπάτη την Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014 στο βιβλιοκαφέ Έναστρον και ώρα 19.30.

Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013

Η ποίηση του Νίκου Καββαδία - παράδοξος παραμορφωτικός καθρέπτης διαθέσεων

Μπορεί η ποίηση να αποτελέσει καθρέπτη για τον δημιουργό της και αν ναι, σε ποιό βαθμό...; Αυτό θα μπορούσε να είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα για την ποίηση του Καββαδία, δεδομένου ότι ούτως ή άλλως ο αυτοβιογραφικός χαρακτήρας είναι αναμφισβήτητα παρών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το εγώ του κειμένου με το εγώ του ποιητή είναι –και ευτυχώς υποθέτω- δύο απολύτως διακριτά πράγματα, όμως σε μια τόσο προσωπική ποίηση όπως αυτή του Καββαδία είνια λογικό να περιμένει κανείς να διαγράφονται αναλογίες.

Ο Καββαδίας τόσο στα ποιήματά του όσο και στην πρόζα του έχει τον ρόλο του αφηγητή: είναι αυτός που διηγείται την ιστορία, που βάζει τους πρωταγωνιστές της επί σκηνής, που ενίοτε επιχειρεί να κατευθύνει τη σκέψη του αναγνώστη του. Αυτό είναι που καθιστά την ποίησή του σε τέτοιο βαθμό προσωπική, σε συνδυασμό με το γεγονός της θεματολογίας βέβαια. Είναι αλήθεια ότι στοιχειοθετώντας ένα συγκεκριμένο προφίλ, ο ποιητής παρέχει στον εαυτό του ως άτομο αλλά και ως δημιουργό τις συνθήκες για μια δεύτερη ευκαιρία: επανασυστήνεται στον εαυτό του και στους άλλους. Τα στοιχεία αυτής της «αυτοπροσωπογραφίας» κινούνται σε ένα συνδυασμό αντιθέσεων: περιγράφεται ένας άνθρωπος ή έστω ένας λογοτεχνικός ήρωας με βάση στοιχεία που αυτοαναιρούνται, και τελικά η προσωπικότητα συνεχίζει να κινείται στο ημίφως και στα όρια.
Θεέ μου! είμαι μονάχα δεκαεννιά χρονών,
κι έχω σε μέρη μακρινά πολλές φορές γυρίσει.
Θεέ μου! έχω μιαν άκακη, μια παιδική καρδιά,
Αλλά πολύ έχω πλανηθεί, κι έχω πολύ αμαρτήσει. [1]
Το εγώ στην ποίηση του Νίκου Καββαδία είναι ένας καθρέπτης που κοιτάζουν ταυτόχρονα ο ίδιος και οι αναγνώστες του: ο μεν ποιητής για να συμφιλιωθεί με το είδωλο, οι δε αναγνώστες με την αυταπάτη ότι θα ψιλαφήσουν τον άνθρωπο.

Για τον Καββαδία η εικόνα του εγώ, όσο παραμορφωμένη και να είναι, αποσκοπεί στη συγχώρεση και στη λύτρωση έστω την πλασματική: είναι μια απόπειρα να ξεφορτωθεί το βάρος των επιλογών, των δικαιολογημένων ή αδικαιολόγητων τύψεων. Και σε μια κίνηση ανεπαίσθητου αυτοσαρκασμού, αφήνει να διαφαίνεται ότι η ζωή του θα συνεχίσει να ξελίσσεται μέχρι το τελευταίο μπάρκο χωρίς να αλλάξει πορεία, επειδή την συγχώρεση δεν υπάρχει κανείς να του την δώσει:
Πόρνος... Άφησε στις δούλες του από εκατό λίρες και τις όρκισε να πηγαίνουν μια φορά την βδομάδα να κατουράνε πάνω στο μνήμα του. Τον ήξερες καλά; Πριν του αποκριθώ, τον είχε φωνάξει ο καπετάνιος. Ποιός θα με συχωρέσει;...[2]

Κρις Λιβανίου


[1] Νίκος Καββαδίας, «Ένας δόκιμος στη γέφυρα εν ώρα κινδύνου», in. Μαραμπού, εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1990, στ. 13-16, σελ. 14.
[2] Νίκος Καββαδίας, Βάρδια, εκδ. Άγρα, Αθήνα, 1986, σελ. 110.

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

Ο Διονύσης Μαγκλιβέρας μιλά στο στίγμαΛόγου για τα κρατικά βραβεία λογοτεχνίας, το ΕΚΕΒΙ και άλλα

Χριστίνα Λιναρδάκη: κ. Μαγκλιβέρα, συναντηθήκαμε τελευταία φορά στην παρουσίαση του πρόσφατου βιβλίου σας «Το τέρμα και η αρχή». Εντέλει είναι κοντά το τέρμα αυτής της εποχής και, συνακόλουθα, η απαρχή μιας νέας, καλύτερης, φωτεινότερης, όπως γράφετε στο βιβλίο σας;

Διονύσης Μαγκλιβέρας: Θεωρώ ότι τον 20ό αι. έληξε ή πρέπει να έχει λήξει η περίοδος του νεοελληνικού κράτους που άρχισε το 1821. Αυτό είναι το τέρμα. Και από τον 21ο αι. πρέπει να είναι η αρχή του να συμμετάσχουμε στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Πρέπει πια να κοιτάξουμε προς τα έξω, διατηρώντας όμως την ιστορία μας και την ταυτότητά μας. Αυτό που ο Ντε Γκωλ είχε πει: «η Ευρώπη των πατρίδων». Εκεί φαίνεται ότι θα οδηγηθούμε νομοτελειακά κι εκεί πρέπει να είμαστε παρόντες οι Έλληνες, δυνατοί, με την ιστορία μας και τον πολιτισμό μας. Δεν μπορεί να είμαστε με τις δομές της κοινωνίας και τις καταβολές του 1821. Τελειώσαμε μ’ αυτό. Να ανοίξουμε προς τα έξω τα μάτια μας, προς το ελπιδοφόρο ευρωπαϊκό μέλλον.

Χ.Λ.: Έχετε εκδώσει, εκτός από τα επιστημονικά, 12 ατομικά βιβλία δοκιμίων και έχετε συμμετάσχει και σε 9 συλλογικά έργα. Πέρα από το τελευταίο σας, είχα τη χαρά να διαβάσω δύο ακόμη, το «Η αξιοπρέπεια του ανθρώπου» και το «Ο άνθρωπος ως ενότητα». Σε όλα σας τα έργα ασχολείστε με τον άνθρωπο όχι ως μια γενική και αφηρημένη έννοια, αλλά ως πνευματικό-ηθικό και ψυχοσωματικό σύνολο που ζει και δημιουργεί σήμερα εδώ. Θέλετε να μας πείτε κάτι για τη διαδικασία συγγραφής των βιβλίων σας; Ξεκινάτε να γράφετε επειδή θέλετε οπωσδήποτε να πείτε κάτι και να προσφέρετε μια λύση ή έστω μια παραμυθία;

Δ.Μ.: Εμένα με ενδιαφέρει ο άνθρωπος όπως ζει μέσα στην κοινωνία: αυτού τα προβλήματα προσπαθώ να εξετάσω. Και όχι μόνο ο άνθρωπος, αλλά και ο περιβάλλοντας χώρος. Π.χ. χθες το βράδυ άρχισα να γράφω ένα δοκίμιο για τον θάνατο της οδού Σταδίου, διότι είναι ο χώρος μέσα στον οποίο κινείται ο άνθρωπος. Αυτό είναι το ένα μου θέμα, το δεύτερο είναι πάλι ο άνθρωπος μέσα στην κοινωνία, αλλά αυτή τη φορά ως πολίτης. Πιστεύω ότι ο Έλληνας πολίτης δεν έχει τα δικαιώματα που του ανήκουν. Ενώ τα πάντα κατά το Σύνταγμα εξαρτώνται και πηγάζουν από τον ίδιο, στην ουσία τα πάντα γίνονται ερήμην του ιδίου. Σε σύγκριση με τους πολίτες των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, ο Έλληνας είναι πολύ πίσω σε θέματα της πολιτικής και της κοινωνικής παιδείας. Θεσμοί που υπήρχαν από χρόνια στο εξωτερικό, τώρα αρχίζουν να έρχονται στην Ελλάδα και δεν έχουν ακόμη ούτε καν αναγνωριστεί. Π.χ. ο θεσμός του συμβούλου του καταναλωτή. Τι κάνει; Και ποιος προσφεύγει σ’ αυτόν; Και τι δικαιώματα έχει αυτός; Και πώς εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τον καταναλωτή; Ή αυτός ο θεσμός της προστασίας των προσωπικών δεδομένων: τι, ποιον υποστηρίζει; Τον εγνωσμένο δολοφόνο που έχει ομολογήσει την πράξη του και του καλύπτουμε το πρόσωπο και δεν τον λέμε με το όνομά του αλλά τον αναφέρουμε με την ηλικία του; Αυτό είναι αστείο πράγμα. Κάτι άλλο, περισσότερο σημαντικό, πρέπει να είναι η προστασία των προσωπικών δεδομένων.

Σ’ αυτούς τους δύο άξονες, βασικά στον άνθρωπο στην κοινωνία και στον πολίτη στην κοινωνία, περιστρέφονται τα περισσότερα από τα βιβλία μου. Διότι θεωρώ ότι ο Έλληνας στερείται της αντίστοιχης παιδείας κι αυτό επειδή τον έχουμε αφήσει επίτηδες χωρίς να του έχουμε εξηγήσει τα δικαιώματά του κατά τρόπο συμμετοχικό, δηλ. έχεις αυτά τα δικαιώματα, επειδή έχω κι εγώ αυτά τα δικαιώματα, επειδή έχει και ο άλλος αυτά τα δικαιώματα, δεν τα έχεις μόνον εσύ. Μεγάλη είναι η έλλειψη παιδείας στα θέματα αυτά… Πάρτε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Στην εποχή τη δικιά μου έξω από κάθε υπουργείο κι από κάθε δημόσια υπηρεσία υπήρχε ένας κατά κανόνα ανορθόγραφος αιτησιογράφος, τον οποίο πλήρωνες για να σου κάνει την αίτηση. Εγώ πάλι, επειδή το επώνυμό μου είναι και λίγο δύσκολο, καθόμουν μόνος μου και έγραφα την αίτηση, αυτός μετά κολλούσε το χαρτόσημο και έπαιρνε τα χρήματα. Δεν μπορούσα να έχω χαρτόσημο να το κολλήσω μόνος μου, έπρεπε να περάσω μέσω αυτού.

Μια άλλη σύγχυση την οποία προσπαθώ να καταπολεμήσω είναι να εξηγήσω ότι το κράτος είμαστε όλοι εμείς. Αυτό δεν το έχει καταλάβει κανένας. Ο Έλληνας ζητάει από το κράτος, απαιτεί από το κράτος, χωρίς όμως να καταλαβαίνει ότι το κράτος είμαστε οι ίδιοι. Ο Έλληνας έχει κάνει αναγωγή της έννοιας του κράτους στην έννοια πολιτικό κόμμα. Επομένως, για τον Έλληνα το κράτος είναι το πολιτικό κόμμα που είναι στην εξουσία και άρα ο σκοπός μου, η προσπάθειά μου, είναι να είμαι ενταγμένος σε ένα πολιτικό κόμμα για να μπορέσω να σταθώ. Έχω γράψει ένα δοκίμιο σε παλιότερο βιβλίο μου «Το δράμα του ανένταχτου ανθρώπου». Δεν έχει να κάνει πού είσαι ενταγμένος. Βάλε μια ταμπέλα, έστω «αναρχικός». Σε σέβονται. Μην τυχόν κυκλοφορήσεις χωρίς ταμπέλα, όμως! Αυτό είναι το δυστύχημα. Βέβαια, το καλό είναι να είναι η ταμπέλα ενός κόμματος εξουσίας, εννοείται.

Επίσης θέλω να ασχολούμαι και με μικρά πράγματα της καθημερινής ζωής, τα οποία μας επηρεάζουν χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε. Ένα κείμενό μου έχει τον τίτλο «Το σπασμένο παράθυρο». Σε ένα εγκαταλελειμμένο κτήριο π.χ. που είναι κλειστό, από τη στιγμή που θα σπάσει ένα παράθυρο, αρχίζει η κατάρρευση. Όχι η κατάρρευση τεχνικά, αλλά θα αρχίσουν να μπαίνουν μέσα ποντίκια, κατσαρίδες, η βροχή, ό,τι μπορεί να το καταστρέψει. Η έννοια του «σπασμένου παράθυρου» επίσης είναι ότι σε κάθε ρωγμή που υπάρχει στην ανθρώπινη κοινωνία, αν δεν την καλύψουμε, αν δεν την αντικαταστήσουμε με κάτι άλλο, η ρωγμή γίνεται πληγή. Όντας πάντοτε σ’ αυτόν τον χώρο της πόλης, κάθομαι και σκέφτομαι μικρά πράγματα που μας κάνουν τη ζωή καλύτερη, χωρίς να μας ζητάνε τίποτα και δεν τα προσέχουμε. Για παράδειγμα, έχω γράψει για κάτι μικρά λουλουδάκια που φυτρώνουν μόνα τους στα πεζοδρόμια. Είναι μια παρουσία επαναστατική της φύσης που σου λέει: «εδώ είμαι, να με προσέξεις, να με σεβαστείς κι εμένα».

Η όλη μου προσπάθεια είναι, αν μου επιτρέπεται, να εκπαιδεύσω τον Έλληνα. Πονάω δηλαδή για την αδύναμη θέση του Έλληνα. Γράφω στο τελευταίο βιβλίο μου «Το τέρμα και η αρχή» πως όταν πήγα νέος να σπουδάσω στην Ελβετία, ο Έλληνας ήταν κάτι το σημαντικό, κάτι το ιερό, ήταν τιμή για τους Ευρωπαίους να είναι στην παρέα ένας Έλληνας. Γράφω επίσης για έναν ηλικιωμένο Ελβετό, καθηγητή της φιλολογίας, που όταν με συνέστησαν μου πήρε το χέρι μου και μου το κρατούσε με συγκίνηση επί ώρα. Αυτός μάλιστα είχε γράψει κι ένα βιβλίο “La Grèce éternelle”. Πώς καταντήσαμε την Ελλάδα; Δεν μιλάω για την οικονομική κρίση κ.λπ. Πώς αφήσαμε τον πολιτισμό στη μπάντα κι επειδή οι ίδιοι δεν ξέραμε πολιτιστικά τι αντιπροσωπεύουμε, περάσαμε στον πολιτισμό του Ζορμπά, του mousaka και του συρτάκι και αυτόν μεταδώσαμε, καταποντίζοντας τον πραγματικό ελληνικό πολιτισμό; Μόνοι μας καταστρέψαμε την εικόνα και την ουσία αυτού του τόπου.

Χ.Λ.: Πιστεύετε ότι υπάρχει έλλειμμα δοκιμιακού λόγου, κ. Μαγκλιβέρα; Θα έπρεπε στις μέρες μας να είναι περισσότερος και καλύτερος;

Δ.Μ.: Διαβάζω από ένα άρθρο που έχω γράψει: «Για κανένα άλλο είδος της λογοτεχνικής πεζογραφίας δεν έχουν γίνει προκύψει τόσες συζητήσεις ως προς τη φύση και το περιεχόμενο, όπως συμβαίνει με το δοκίμιο. Αυτό γίνεται γιατί το περιεχόμενο του δοκιμίου είναι ευρύτατο, αφού μπορεί να περιλαμβάνει θέματα κοινωνικοοικονομικά, ιστορικά, φιλοσοφικά, αισθητικά, πολιτιστικά, φιλολογικά, κριτικά κατά τρόπο που να απευθύνεται στους κοινούς αναγνώστες αλλά και να ενδιαφέρει ειδικευμένες κατηγορίες αναγνωστών». Είναι δύσκολο το δοκίμιο, είναι πάρα πολύ δύσκολο. Αλλά εδώ έχει επικρατήσει, όπως σε πολλά άλλα θέματα, σύγχυση: μπλέκουν το δοκίμιο με το χρονογράφημα και την επιφυλλίδα. Η επιφυλλίδα έχει περιεχόμενο φιλολογικό, κριτικό, είναι μια μαρτυρία, το χρονογράφημα υπηρετεί την επικαιρότητα. Το δοκίμιο παίρνει ένα θέμα, το εξετάζει χωρίς να το εξαντλεί, το συζητά. Δεν είναι πραγματεία όπου έχω μια άποψη και θέλω επιστημονικά να την προβάλλω. Το δοκίμιο συζητά. Αν δεν μπορέσει να συζητήσει, να προκαλέσει αντιδράσεις, να προκαλέσει αντιθέσεις, δεν πετυχαίνει. Το δοκίμιο θέλει διάλογο για να μπορέσει να πλησιάσει τον αναγνώστη. Γι’ αυτό ο δοκιμιογράφος δίνει έναυσμα σε κάποιες ιδέες, τις οποίες ο αναγνώστης εξετάζει, συμφωνεί, διαφωνεί, προσθέτει, αφαιρεί. Το δοκίμιο είναι δύσκολο (έχει δικιά του γραφή, προσιτή προς τον αναγνώστη).

Χ.Λ.: Επομένως, θα θέλατε καλύτερα δοκίμια.

Δ.Μ.: Ναι, καλύτερα – πραγματικά, όμως – δοκίμια. Να συμπληρώσω σε ό,τι είπα πριν μια ρήση του Μπεργκσόν: «Η αξία ενός κειμένου δεν βρίσκεται στις γνώσεις που περιέχει αλλά σε ό,τι κινεί τον αναγνώστη να σκεφτεί».

Χ.Λ.Είστε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του PEN (Poets, Playwrights, Editors, Essayists, Novelists). Ποιο είναι το έργο του στην Ελλάδα και, κατ’ επέκταση, το δικό σας;

Δ.Μ.: Το PEN Ελλάδος δεν είναι ανεπτυγμένο. Από παλιά δεν ήταν σε χέρια αντιπροσωπευτικά και τα τελευταία χρόνια δεν διαθέτει οικονομικά μέσα. Έχουμε 3-4 χρόνια να στείλουμε τη συνδρομή μας και πιστεύω ότι θα μας διαγράψουν, παρότι στο PEN παίζονται και εθνικά θέματα. Σε μια τελευταία γενική συνέλευση του ΡΕΝ ετέθη π.χ. από την Τουρκία εντελώς απρόβλεπτα, χωρίς να είναι στην ημερήσια διάταξη, θέμα ονομασίας των Σκοπίων: να γίνει δεκτό το ΡΕΝ Σκοπίων ως ΡΕΝ Μακεδονίας. Και ευτυχώς που ήταν ο Έλληνας εκπρόσωπος εκεί και το απέτρεψε. Από τότε όμως δεν έχουμε ξαναπάει σε γενική συνέλευση, ελλείψει χρημάτων. Το ΡΕΝ, κατά το Καταστατικό του, δεν μπορεί να έχει παραπάνω από 70 μέλη στην Ελλάδα. Δεν νομίζω όμως να ενδιαφέρονται και πολλοί. Είναι σχεδόν σε ανυπαρξία. Ήταν και λίγο ελιτίστικο, πάντως το ΡΕΝ της Ελλάδος δεν έχει τη δραστηριότητα που έχει σε άλλες χώρες ανά τον κόσμο. Μία δραστηριότητά του που διατηρείται είναι ότι δίνεται ένα βραβείο δοκιμίου κάθε χρόνο. Φέτος η απονομή θα γίνει στις 11 Δεκεμβρίου. Και πρέπει να πω ότι, αν δεν είχαμε βρει δωρεάν αίθουσα, στην Ένωση Δημοσιογράφων Ιδιοκτητών Περιοδικού Τύπου, στη Βασ. Σοφίας 25, δεν θα μπορούσε να γίνει η απονομή. Προσπαθούμε πάντως να το κρατήσουμε στην επιφάνεια.

Χ.Λ.: Διατελέσατε επίσης αντιπρόεδρος στο ΕΚΕΒΙ. Παραιτηθήκατε μάλιστα τον περασμένο Μάιο, έγραψαν οι εφημερίδες. Θέλετε να μας διηγηθείτε αυτή την ιστορία;

Δ.Μ.: Όχι, δεν έχω παραιτηθεί. Να σας πω την ιστορία. Μία από τις δραστηριότητες του ΕΚΕΒΙ είναι το πρόγραμμα Φιλαναγνωσίας. Είναι ένα πρόγραμμα ΕΣΠΑ που, μεταξύ των άλλων, προβλέπει αγορά παιδικών βιβλίων και αποστολή σε σχολικές βιβλιοθήκες. Με το παλιό Δ.Σ. έγινε η κατά τον νόμο επιτροπή αγοράς βιβλίων, αλλά τα μέλη της επιτροπής αγόρασαν βιβλία δικά τους ή της γυναίκας τους. Αυτό το βρήκε ως αφορμή ο τότε υπουργός Πολιτισμού για να βγει και να πει «διαλύω το ΕΚΕΒΙ». Εγώ ήμουν γενικός γραμματέας στο ΕΚΕΒΙ από το 2004 και μέχρι το 2009.

Στις 12 Νοεμβρίου 2012, έναν χρόνο πίσω δηλαδή, ο υπουργός απέλυσε το τότε συμβούλιο και τη διευθύντρια και άφησε τους υπαλλήλους απλήρωτους και το ΕΚΕΒΙ χωρίς διοίκηση. Διόρισε διοίκηση μετά τέσσερις μήνες, τον Φεβρουάριο του 2013. Σ’ αυτή τη διοίκηση είμαι ο αντιπρόεδρος – εκτελώ και καθήκοντα Συντονιστή – Διευθυντή, άνευ μισθού φυσικά, εθελοντικά. Αναλαμβάνοντας βρήκαμε υπαλλήλους απλήρωτους επί τέσσερις μήνες, ένα κέντρο διαλυμένο αφού δεν υπήρχε διοίκηση και έχοντας μπροστά μας να κάνουμε τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης τομ Μάιο του 2013. Το πρώτο που κάναμε ήταν να βρούμε να πληρώσουμε τους υπαλλήλους που ήταν μήνες απλήρωτοι και πέσαμε με τα μούτρα να ετοιμάσουμε την Έκθεση Θεσσαλονίκης, προσπαθώντας σε κάθε βήμα να μην πατήσουμε τις νάρκες που μας έβαζε το επιτελείο του τότε υπουργού. Τέλος πάντων, με πολύ κόπο, κυρίως ψυχολογικό, οι 31 υπάλληλοι του ΕΚΕΒΙ (τόσοι είναι) δούλεψαν με την καρδιά τους και βγάλαμε την Έκθεση Θεσσαλονίκης κατά τρόπο άριστο, όπως γράφτηκε. Μετά την Έκθεση Θεσσαλονίκης, και ως απόρροιά της, είχαμε χρήματα μέχρι το τέλος Ιουνίου και πληρώναμε τους υπαλλήλους.

Αυτή την ώρα έχουμε πάλι υπαλλήλους απλήρωτους, έλλειψη χρημάτων για τα βασικά λειτουργικά έξοδα, ενώ πρέπει εντατικά να αρχίσει η προεργασία για την 11η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης (Μάιος 2014) και το Πρόγραμμα Φιλαναγνωσίας στα σχολεία έστω από το β΄ εξάμηνο του 2014.

Χ.Λ.: Επομένως δεν έχετε παραιτηθεί από το ΕΚΕΒΙ.

Δ.Μ.: Όχι. Όπως σας περιέγραψα την κατάσταση, πρόκειται για ένα ιδιότυπο καθεστώς! Το ΕΚΕΒΙ είναι ένα πτώμα, έγραψε ένα πολύ ωραίο άρθρο η Κρημνιώτη στην «Αυγή», ένα πτώμα. Οι διαβεβαιώσεις πάντως από το γραφείο του υπουργού είναι συνεχείς: «ο υπουργός θέλει να συνεχίσει το ΕΚΕΒΙ κ.λπ». Η μία πρόταση η δικιά μου είναι να κάνουμε μία press conference όπου να θέσουμε τα θέματα. Η δεύτερη πρότασή μου είναι να κλειδώσουμε το κτίριο και να πάμε να παραδώσουμε τα κλειδιά στο υπουργείο. Υπ’όψιν ότι, σύμφωνα με τον νόμο, το ΕΚΕΒΙ δεν μπορεί να διαλυθεί παρά μόνον εάν το Διοικητικό του Συμβούλιο διαπιστώσει ότι το Κέντρο δεν μπορεί να εκπληρώσει τον ρόλο του. Βεβαίως, μπορεί να διαλυθεί με άλλον νόμο που να τροποποιεί τον συγκεκριμένο ή να το βάλουν στις ΔΕΚΟ που πρόκειται να διαλύσουνε.

Χ.Λ.: Έχετε πολλές διακρίσεις, αναφέρω ενδεικτικά το χρυσό μετάλλιο της πόλης των Αθηνών και τρεις βραβεύσεις από την Ακαδημία Αθηνών για την πνευματική σας προσφορά και τον δοκιμιακό σας λόγο, αντίστοιχα. Πιστεύετε στα βραβεία;

Δ.Μ.: Πιστεύω στον δραστικό περιορισμό των βραβείων. Όσο λιγότερα βραβεία, τόσο περισσότερη σημασία αποκτούν. Αυτή τη στιγμή στον λογοτεχνικό τομέα η Ελλάδα έχει πάρα πολλά βραβεία. Εκτός από τα βραβεία της Ακαδημίας Αθηνών και τα κρατικά, έχει βραβεία από περιοδικά, από συλλόγους, από ομίλους, έχει βραβεία από συνοικίες... Πιστεύω λοιπόν στον περιορισμό των βραβείων και στην άνοδο του επιπέδου τους.

Χ.Λ.: Είστε στη φετινή επιτροπή κρίσης των κρατικών βραβείων λογοτεχνίας. Πώς βλέπετε αυτόν σας τον ρόλο;

Δ.Μ.: Από δύο συνεδριάσεις μέχρι τώρα της Επιτροπής (ολομέλεια), γιατί ο καθένας μας προετοιμάζεται μόνος του, νομίζω ότι μπορεί να γίνει καλή δουλειά, αν δεν επικρατήσουν οι γνωστές, πίσω από κάθε βραβείο, ομάδες και φιλίες.

Χ.Λ.: Πώς γίνεται η επιλογή των προς κρίση βιβλίων;

Δ.Μ.:Υπάρχει ο κατάλογος των βιβλίων που έχουν κατατεθεί την αντίστοιχη χρονιά στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Η Εθνική Βιβλιοθήκη, όταν της καταθέτουν ένα βιβλίο, κάνει από μόνη της διαχωρισμό σε είδη: μυθιστόρημα, δοκίμιο, ποίηση, κ.λπ. Πολλές φορές σε θέματα συναφή, όπως είναι το δοκίμιο και η μαρτυρία που είπαμε πριν, κάνει λάθη, βέβαια... Τα μέλη της Επιτροπής έχουν χωριστεί, καθένας έχει αναλάβει έναν τομέα, είπαμε, ποίηση, διήγημα, δοκίμιο,... Από τον κατάλογο της Εθνικής Βιβλιοθήκης κάθε μέλος επιλέγει τα βιβλία που, κατά την κρίση του, πρέπει να διαβάσει, κάνει μια μικρή εισήγηση στην Επιτροπή και γίνεται η long list που είναι, ανάλογα, 20-30 βιβλία και από κει γίνεται συζήτηση για να καταρτιστεί η short list για τον κάθε τομέα όπου ψηφίζουν όλα τα μέλη της Επιτροπής γι’ αυτήν, με κύριο τον κατά θέμα εισηγητή.

Χ.Λ.: Επομένως, υπάρχουν περιθώρια για να λειτουργήσουν κλίκες, φιλίες και, φυσικά, προσωπικές προτιμήσεις…

Δ.Μ.: Βεβαίως, βεβαίως. Προσωπικά, ας πούμε, σε όλες τις Επιτροπές βραβείων στις οποίες έτυχε να έχω συμμετάσχει – όχι σ’ αυτήν εδώ, γιατί αυτή μόλις ξεκίνησε – έχω μιαν αδυναμία στους δημιουργούς της περιφέρειας. Υπάρχει π.χ. ο Γιάννης Ανδρικόπουλος στο Αίγιο, που γράφει απ’ όταν ήμουνα μικρό παιδί. Δεν κρίνω την ποίησή του, αλλά έχει γράψει 50 βιβλία. Δώσ’ του το χέρι, πες του μια καλημέρα, αναγνώρισέ τον. Αν ήταν στην Αθήνα θα είχε αναγνωριστεί, επειδή είναι στην περιφέρεια δεν του δίνουμε σημασία. Το έλεγα σαν παράπονο και στην αείμνηστη Γαλάτεια Σαράντη, τη φίλη ακαδημαϊκό. Μια και για μιλάμε για την Ακαδημία: υπάρχουν τα βραβεία που δίνει η Ακαδημία και είναι τιμητικά. Υπάρχουν και τα βιβλία των κληροδοτημάτων, για τα οποία έχει αφήσει κληροδότημα κάποιος κύριος δείνα, κύριος τάδε, ένας άλλος που έχει θεσπίσει βραβείο επ’ ονόματι «Λάμπρος Πορφύρας»... Αυτά τα δίνει η Ακαδημία με χρηματικό έπαθλο, χωρίς όμως να έχουν την αίγλη των βραβείων της Ακαδημίας, τα οποία δεν έχουν χρήματα. Και βεβαίως εδώ γίνεται σύγχυση. Διότι αυτός που πήρε το βραβείο τάδε Ματράγκα, λέει ότι πήρε βραβείο της Ακαδημίας.

Χ.Λ.: Μια ερώτηση για να κλείσουμε. Τι γνώμη έχετε για τη λογοτεχνική παραγωγή σήμερα;

Δ.Μ.: Όταν παλαιότερα υπήρχαν τα λογοτεχνικά περιοδικά, τα οποία ήταν λιγότερο ή περισσότερο έγκυρα, το όνειρο κάποιου που έμπαινε στον λογοτεχνικό στίβο ήταν να μπορέσει να δημοσιεύσει σε κάποιο από τα περιοδικά το διήγημά του, κάποιο ποίημά του, κάποια νουβέλα κ.λπ. Μετά πήγαινε στον εκδότη να αξιοποιήσει αυτή του την εργασία, δείχνοντάς του ότι είχε αναγνωριστεί μέσω των λογοτεχνικών περιοδικών και κυρίως αν ήτανε η «Νέα Εστία». Σήμερα που ο καθένας διαθέτει 1.000 και 1.500 ευρώ μπορεί να πάει να εκδώσει ένα βιβλίο – διότι όλοι σχεδόν οι εκδοτικοί οίκοι βγάζουν πια βιβλία επί πληρωμή – γι’ αυτό έχουμε και τη σημερινή μεγάλη «άνθηση» της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αποκορύφωμα της οποίας είναι 600 ποιητικές συλλογές το 2012! Κάποτε έπαιρνες τα χειρόγραφά σου και πήγαινες και έλεγες: «να, έχει δημοσιευθεί αυτό κι εκείνο και τ’ άλλο». Τώρα απλά πας, πληρώνεις και πιστεύεις ότι έτσι καθιερώνεσαι!

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

"Νέα νυκτιφανή" του Μάρκου Καλεώδη

Για το βιβλίο πρωτοδιάβασα σε ένα άρθρο του Αντώνη Ζέρβα στην Καθημερινή.Κι επειδή δίνω βάρος στη γνώμη του, το προσέγγισα με περιέργεια και μεγάλες προσδοκίες, οι οποίες δεν επαληθεύθηκαν σε μια πρώτη ανάγνωση που του έκανα. Στη συνέχεια, το σκέφτηκα και το ξανασκέφτηκα το θέμα, κυρίως επειδή έχω προϊστορία. Τι θέλω να πω: στο τελευταίο εξάμηνο της Σχολής μου (Αγγλική Φιλολογία Παν/μίου Αθηνών) είχαμε έναν καθηγητή που ζει πια στη Νέα Υόρκη πολλά χρόνια τώρα. Είχε τότε στήσει ένα εργαστήρι λογοτεχνίας με θέμα τον μεταμοντερνισμό. Μελετήσαμε λοιπόν διάφορους συγγραφείς, τον Thomas Pynchon, την Iris Murdoch και πολλούς άλλους, όλους ταγμένους στην απελευθέρωση της γλώσσας και στην περιφρόνηση του ο,τιδήποτε μπορούσε να θεωρηθεί κλισέ ή κατεστημένο. Η εργασία που έγραψα στο τέλος του εξαμήνου είχε τίτλο “Postmodernism stands for love” και κεντρικό επιχείρημα το ότι η κατάφωρη απόρριψη ενός πράγματος καταντά τελικά να το αναδεικνύει. Ήταν, είναι, η προσέγγιση ενός φιλολόγου, ενός θεωρητικού της λογοτεχνίας που ψάχνει και αναδιφεί και δεν ησυχάζει αν δεν ανακαλύψει αυτό που θεωρεί ότι είναι η κρυμμένη πρόθεση του συγγραφέα. Ένα ωραίο mind game.

Τι είναι η ποίηση όμως; Μια θεωρία; Ένα έργο τέχνης που γράφεται προς τέρψιν του συγγραφέα και του ίδιου του έργου (η περίφημη «τέχνη για την τέχνη» δηλαδή); Ένα έργο που απευθύνεται σε φιλολόγους και θεωρητικούς ή μήπως κάτι που ξεκινά να ψαύσει το αθέατο και το άρρητο, να το φέρει στο φως, να το προσδιορίσει και να το εκφράσει, κάτι που απευθύνεται δυνητικά σε όλους;

Και με αυτόν τον προβληματισμό επανέρχομαι στα «Νέα Νυκτιφανή» του κ. Καλεώδη. Η συλλογή διαρθρώνεται σε τέσσερα μέρη. Από αυτά, το τέταρτο δρα πυροσβεστικά των υπολοίπων, αφού έχει κανείς πρώτα αναρωτηθεί, διαδοχικά, αν γράφει κάποιος gay που βιώνει θανάσιμο φθόνο του αιδοίου (στο α΄ μέρος) ή αν πρέπει να κάνει εμετό, ιδίως αν είναι γυναίκα (στο β΄ μέρος – καλά, επιτρέπεται στην εποχή μας να χρησιμοποιείται η διαστροφή ως μέσο δημιουργίας εφέ;) ή τι να κάνει με τους άνευρους διαλόγους μεταξύ Σέρλοκ Χολμς και Γουάτσον του γ΄ μέρους. Η πυρόσβεση λοιπόν του δ΄ μέρους, το οποίο σηματοδοτεί την επιστροφή στην κανονικότητα, τι σκοπό έχει από το να μας δείξει ότι όλα ήταν ένα στημένο έργο και ότι η αναζήτηση του νοήματος είναι τελικά μάταιος κόπος; Απλά να μας επιβεβαιώσει ότι μπορεί ο ποιητής να γράψει και νορμάλ;

Ναι, εντάξει, υπάρχει σχέδιο το οποίο εκτελείται καλά. Ναι, εντάξει, υπάρχει δύναμη, αλλά αυτή μάλλον εξαντλείται στην τεχνική της γρήγορης επικράτησης, στην τεχνική του σοκ. Ναι, εντάξει, κάποια επιμέρους ποιήματα είναι πραγματικά καλά. Όμως, τι μου μένει αφού έχω διαβάσει τη συλλογή; Τι με βοήθησε να κατανοήσω;

Η «απελευθέρωση του στίχου από τη στροφή» που είναι βασικό αίτημα του ποιητή, όπως μας πληροφορεί ο εκδότης του «Περισπωμένη», πώς και δεν μπορεί να συντελεστεί, αφελώς αναρωτιέμαι, απλά με την ανοικείωση (τον βασικό δηλ. ποιητικό μηχανισμό); Τι άλλο (πρέπει να) είναι; Γιατί πρέπει να προσφύγει κανείς σε τεχνικές του σοκ για να την επιτύχει;

Παραείμαι ίσως ρομαντική. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι παίρνει κανείς να διαβάσει ποίηση επειδή θέλει να καταλάβει. Επειδή θέλει να ακουμπήσει την ψυχή του πάνω σε ένα άλλο βίωμα, να κατανοήσει μέσα από εκείνο τι είναι αυτό που του συμβαίνει. Επειδή θέλει να αγγίξει κάτι το υψηλό. Κι αυτό είναι δικαίωμα κάθε αναγνώστη, φιλόλογου και μη.

Αυτό που θέλω πραγματικά είναι να ξανασυστηθεί η ποίηση με τον κόσμο και να μπορέσουν να βρουν τα παιδιά μου, οι φίλοι μου, όσο περισσότεροι μπορούν, το δρόμο να την εκτιμήσουν από την αρχή, να εκφραστούν μέσα από κείνη, να βρουν σ’ αυτήν κάτι από τον εαυτό τους. Τι είδους εαυτό θα βρουν σε μια συλλογή σαν τα «Νέα νυκτιφανή» είναι κάτι που θα έπρεπε ίσως να αναρωτιόμαστε.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Ακολουθούν ορισμένα ποιήματα από τη συλλογή:

ΩΣΑΝ

Τὸ ἀγκάθι ἐκεῖνο ποὺ τὴν τρύπησε
Ὃταν ἐπειγόμενη ἡ ὡραία
Ἂθελα τὰ χείλη της πλησίασε
Πολὺ σιμά του

Καὶ δὲν ἢθελες πιὰ νὰ σηκωθεῖς

Μὰ ἂν τὴ μέρα ἐλησμόνησες
Ὓπνωττες - κι ὀνειρευόσουν
Ἀκόρεστα βυζαίνοντας
Μὲς στὸ ἀγκάθι

Τὴν πιὸ βαθειά στοιβάδα τῆς ἁφῆς


Η ΚΕΡΑΥΝΟΧΤΥΠΗΜΕΝΗ

Κοιμισμένη πρέπει νά 'ναι.
Τὴν είδα κι ἂλλοτε να ἰσορροπεῖ
τὴ νύχτα -χρόνια πάνε - ἐπάνω σὲ γυαλιά

γυμνά. Σὰν ἡ σελήνη. - "Ὂχι δά

γυμνή: ξυπόλυτη" διευκρινίζει ἐκείνη
μὰ δὲν ἀκούω: βρέχει, καὶ ἡ λάμψη
τῆς ἀστραπῆς διευκρινίζει λιγότερα

ἀπ' ὃσα προδίνει. Φιλαλήθεια δὲν ἒχει.

Τέτοιο φῶς οὐρανόθεν σὲ χτύπησε
κι ἡ ψυχή σου καπνίζουσα ἀκόμη
τρέχει στριγγλίζοντας νὰ σβήσει τὴν κόμη

νὰ πνίξει τὸ ἒγκαυμα σὲ μελάνι.

Κρύο κάνει. Κι οὒτε ἂνθος

ἀκόμα. Θὰ τρέμει τώρα τὸ σῶμα της
σὰν τὸ σπουργίτι, κι ἡ κρατημένη πνοή της
βουβά τῆς μούσας χνωτίζει

τὸ τζάμι. Χτυπᾶ ποὺ καὶ ποὺ μὲ τὸ ράμφος.

Νύμφη τοῦ ὑγροῦ ποὺ δακρύζεις
μολαταῦτα λιγότερο τώρα
κάθε ποὺ ἀναπολεῖς σὲ καινὴ χώρα

τὸ  πρῶτο σου σπίτι.


ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ

Χ

Ἡ ποίηση ἒρχεται ἀπὸ 'κεῖ

Είναι ἓνα αἰώρημα, μιὰ μηχανή
Ἐνάντια στὴν ἀνία - ἓνα παιχνίδι

Ποὺ δίνει τὴν ἐξήγηση χωρὶς νὰ πεῖ
Σὲ ποιὰν ἀνήκει ἀπορία

Καὶ πρέπει ἐσὺ νὰ τὶς ἀντιστοιχίσεις

Γιατί ἡ ποίηση

Ἡ ἀληθινή

Δίνει μονάχα ἀπαντήσεις

ΧΙ

Ἡ ποίηση - σὰν τὸ ρυάκι
Δίνει μονάχα ἀπαντήσεις

Κι ἡ ἐμπειρία είναι ἓνα κοριτσάκι

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

Ολόκληρη η ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη στην Ακαδημία Αθηνών


Ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη κατά την τελετή υποδοχής του ως επίτιμου μέλους της Ακαδημίας Αθηνών (Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013)


Η ΜΟΝΗ ΛΥΣΗ

κ. Πρόεδρε της Ακαδημίας Αθηνών,
κ. Γενικέ Γραμματέα της Ακαδημίας Αθηνών,
Κυρίες και κύριοι Ακαδημαϊκοί,
Κυρίες και κύριοι,

Κατ’ αρχήν θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμότατα τον κ. Πρόεδρο και τον κ. Γενικό Γραμματέα για όσα είπαν προηγουμένως, αλλά και όλα τα μέλη της Ακαδημίας για τη μεγάλη τιμή που μου έκαναν να μου προσφέρουν τη δυνατότητα να ομιλώ αυτή τη στιγμή από το βήμα του Ανώτατου Πνευματικού Ιδρύματος της χώρας μας, της Ακαδημίας Αθηνών.

Όταν, κύριε Πρόεδρε, πριν από χρόνια, στη συνεργασία μας στις Χοηφόρες προσπαθούσαμε να αποδώσουμε τον ζόφο των στίχων του Αισχύλου για «της γενιάς το βαθύριζο κακό», για τα «πολυστέναχτα κι αβάσταχτα δεινά», την «αιματόεσσαν πλαγάν», τον «πόνο που τελειωμό δεν έχει», «τη μια συμφορά» που έρχεται «καταπάνω στην άλλη», δεν φανταζόμασταν ότι σήμερα, τόσα χρόνια μετά, οι στίχοι αυτοί θα ήταν τόσο τραγικά επίκαιροι.

Ίσως όμως ακριβώς γι’ αυτό δεν μπορούμε να μοιρολογούμε διαπιστώνοντας την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε, αλλά ως κληρονόμοι ενός μοναδικού Πολιτισμού είμαστε υποχρεωμένοι πάντα να αναζητούμε την προοπτική, το Όραμα.

Ασφαλώς πολλοί θα έχουν διερωτηθεί για τη σημερινή παρουσία μου στο βήμα της Ακαδημίας Αθηνών, κυρίως λόγω του προκεχωρημένου της ηλικίας μου. Συνήθως για τα εξαιρετικά γεγονότα χρησιμοποιούμε μια εύκολη λέξη, τη λέξη «σύμπτωση».

Όμως εγώ βαθειά μέσα μου γνωρίζω ότι διάφορες χθόνιες και ουράνιες δυνάμεις συνωμότησαν ώστε να μου δοθεί η ευκαιρία να διαλαλήσω μία και μόνη λέξη που θα ακουστεί στη συνέχεια, λέξη-κλειδί, που οδηγεί από το Χάος στην Αρμονία.

Για να συλλάβει κάποιος το μέγεθος και τη σημασία της Ελλάδας, πιστεύω ότι θα πρέπει να μπορέσει αν τη δει διαχρονικά σε κοσμογονικές διαστάσεις και σε ιστορικά μεγέθη.

Ο πολθρυμματισμός της που ειδικά σήμερα έχει ξεπεράσει κάθε όριο, μας οδηγεί σταθερά στο να γίνουμε ένας λαός χωρίς Πατρίδα. Όπως ένα φύλλο αποκομμένο από τον κορμό των δέντρων, έρμαιο στην οργή των ανέμων.

Γι’ αυτό το λόγο και για να πάρει μέσα μας το βάρος και τη μορφή της ΑΚΕΡΑΙΗΣ Ελλάδας, η λέξη που θα ειπωθεί προϋποθέτει μια γιγάντια προσπάθεια από όλους τους συμπολίτες μας να γίνουν αντάξιοι αυτής της Ακέραιης Ελλάδας, πριν να είναι αργά. Πριν ξεπεράσουμε την κόκκινη γραμμή της μη επιστροφής.

Ας μου επιτραπεί λοιπόν, αντί τυπικής ομιλίας, να σας υποβάλω μια πρόταση που πιστεύω ότι βρίσκεται μέσα στα πλαίσια ενός Πνευματικού Οδηγού, όπως είναι η Ακαδημία Αθηνών, και συνάμα εκφραστή της εθνικής μας συνείδησης και πρωτεργάτη των συμφερόντων του λαού και της χώρας μας.

Η πρότασή μου συνοψίζεται σε μία μόνο λέξη: ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ. Και ένα Όραμα: η Ελλάδα να γίνει η Ελβετία του Πολιτισμού και της Ειρήνης. Με σύμβολα την Ακρόπολη των Αθηνών, παγκόσμιο σύμβολο Πολιτισμού, την Ολυμπία και τους Δελφούς, παγκόσμια σύμβολα της Συναδέλφωσης μεταξύ των Λαών και της Ειρήνης.

Πιστεύω ότι ήρθε ο καιρός να αναγνωρίσει έμπρακτα η διεθνής κοινότητα τον ιστορικό ρόλο της Ελλάδας στη διαμόρφωση του Παγκόσμιου και πιο ειδικά του Δυτικού Πολιτισμού. Καθώς και τη συμβολή και τις θυσίες του λαού μας στο βωμό της Ελευθερίας.

Εκτός όλων των άλλων, το διεθνές καθεστώς της Ουδετερότητας θα ολοκληρώσει το Όραμα των αγωνιστών του 1821, που πάλεψαν για την κατάκτηση της Ελευθερίας, χωρίς όμως να επιτευχθεί η ολοκλήρωσή της με την κατάκτηση της πλήρους Εθνικής Ανεξαρτησίας. Ελευθερία είναι η αποτίναξη του ξένου ζυγού. Η Ανεξαρτησία είναι η απαλλαγή από την καταλυτική ανάμιξη των ξένων στα εσωτερικά της χώρας.

Ένας λαός, όπως και ο κάθε άνθρωπος, ολοκληρώνεται μόνο εάν κατορθώσει όχι μόνο να γίνει αλλά και να λειτουργεί ως υπεύθυνος πολίτης απέναντι σε κάθε μείζον θέμα που αφορά τον ίδιο και τη χώρα του. Υπεύθυνος σημαίνει Ελεύθερος να αποφασίζει και να συναποφασίζει με τους συμπολίτες του για όλα τα προβλήματα που συνθέτουν τη ζωή και τον ελεύθερο βηματισμό της πατρίδας του.

Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

H ποίηση των... "σταρ": Thom Yorke


Ο Thom Yorke πρόκειται για έναν από τους πιο ενδιαφέροντες ποιητές στη σύγχρονη μουσική σκηνή, έστω και αν είναι μέλος της εδώ και 25 περίπου χρόνια.

Καχεκτικός, σχεδόν τυφλός από το ένα μάτι, γεμάτος φοβίες και ψυχαναγκασμούς, ο Yorke ξεκίνησε την καριέρα του ως τραγουδιστής των Radiohead, εξοπλισμένος μόνο με ένα ανεπανάληπτο φαλτσέτο.

Τα πρώτα του τραγούδια δεν είχαν ούτε καν καλούς στίχους, σε γενικές γραμμές (πόσο μάλλον ποίηση), και ακολουθούσαν ένα μουσικό πρότυπο βασισμένο στην εντελώς καταθλιπτική πλευρά της βρετανικής ποπ.

Εντούτοις η ιδιοφυΐα του Yorke, και κατ’ επέκταση των υπόλοιπων Radiohead, δεν άργησε να φανεί. Και αιτία δεν στάθηκε, πρωτίστως, η στιχουργική του ωρίμανση αλλά η μουσική του εξερεύνηση και η αστείρευτη έμπνευση της μπάντας.

Ήταν σαν να έπρεπε οι στίχοι να… φτάσουν τη μουσική και να ταιριάξουν και όχι το ανάποδο.

Αυτό σιγά σιγά έδωσε στον Yorke τη δυνατότητα να πειραματιστεί στιχουργικά, ξεκινώντας από τραγούδια με αρχή, μέση και τέλος, ενώ, σιγά-σιγά - ιδιαίτερα από το ΟΚ Computer και έπειτα - να φτάσει σε μια ένωση στιχουργικών θραυσμάτων και νοήματος που συναντάμε συχνά στη σοφία των αποφθεγμάτων.

Η ποίησή του έτσι συνέλαβε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, όταν επιτέλους  βρήκε τον εαυτό της, το σύγχρονο κόσμο: θρυμματισμένο και απεγνωσμένο, όπου οι δυνάμεις του κακού τρέφονται και εξαπλώνονται πάνω στις φοβίες και την ατολμία του μέσου ανθρώπου.

Εντούτοις ο Yorke δεν παρέμεινε εκεί και κατάφερε, εν τέλει, να ενοποιήσει την απελπισία με την ελπίδα, όπως κάνουν όλοι οι μεγάλοι ποιητές.

Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που οι Radiohead θεωρούνται συγκρότημα-σταθμός στην ιστορία της μουσικής και παραμένουν, μέχρι και σήμερα, το βαρόμετρο του ποιοτικού πενταγράμμου, όπου κάθε κυκλοφορία τους αντιμετωπίζεται ως ένα καλλιτεχνικό γεγονός και όχι ως ένας ακόμα δίσκος.

Και όλα αυτά επιτυγχάνοντας πωλήσεις εκατομμυρίων.

Ακολουθεί ένα ελάχιστο δείγμα γραφής:

Rows of houses, all bearing down on me
I can feel their blue hands touching me
All these things into position
All these things we'll one day swallow whole
And fade out again and fade out

This machine will, will not communicate
These thoughts and the strain I am under
Be a world child, form a circle
Before we all go under
And fade out again and fade out again

Cracked eggs, dead birds
Scream as they fight for life
I can feel death, can see its beady eyes
All these things into position
All these things we'll one day swallow whole
And fade out again and fade out again

Immerse your soul in love

Transport Motorways and tramlines
Starting and then stopping
Taking off and landing

The emptiest of feelings
Disappointed people clinging onto bottles
And when it comes it's so
so disappointing

Let down and hanging around
Crushed like a bug in the ground
Let down and hanging around

Shell smashed, juices flowing
Wings twitch legs are going
Don't get sentimental
It always ends up drivel

One day I am gonna grow wings
A chemical reaction
Hysterical and useless
Hysterical and

Let down and hanging around
Crushed like a bug in the ground
Let down and hanging around

You know, you know where you are with
You know where you are with
Floor collapsing, floating
Bouncing back and one day 
I am gonna grow wings, a chemical reaction
Hysterical and useless, hysterical and

Let down and hanging around
Crushed like a bug in the ground
Let down and hanging around

I slipped away
I slipped on a little white lie

We got heads on sticks
You got ventriloquists
We got heads on sticks
You got ventriloquists

Standing in the shadows at the end of my bed

Rats and children follow me out of town
Rats and children follow me out of town
Come on kids...

Reckoner, you can't take it with you
Dancing for your pleasure

You are not to blame for
Bittersweet distractors
Dare not speak its name
Dedicated to all human beings

Because we separate
Like ripples on a blank shore
In rainbows
Because we separate
The ripples on a black shore

Reckoner, take me with you
Dedicated to all human beings

Sleight of hand

Jump off the end

Into a clear lake
No one around

Just dragonflies
Fantasize
No one gets hurt
You’ve done nothing wrong

Slide your hand
Jump off the end
The water's clear and innocent
The water's clear and innocent



Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

Κωνσταντίνος Καβάφης: Ένας οικουμενικός ποιητής

Σε λιγότερο από ένα μήνα  εκπνέει το 2013 και μαζί η χρονιά που, σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργείου Παιδείας, είναι αφιερωμένη στον Κ.Καβάφη. Πολλές οι εκδηλώσεις που έγιναν και εξακολουθούν να γίνονται προς τιμήν του, αν και ο αληθινός ποιητικός λόγος προσπερνά κάθε επετειακό χαρακτήρα, κάθε χρονικό όριο και περιορισμό και αγγίζει την αθανασία, αφού πρώτα έχει κατακτήσει την ανθρώπινη σκέψη και συνείδηση. Όπως συνέβη με τον Καβάφη, έναν από τους πιο πολυμεταφρασμένους ποιητές παγκοσμίως. Είναι ο μοναδικός που  από την ποίηση του εμπνεύστηκαν άλλοι ομότεχνοί του, σε αντίθεση με τον Λόρκα και τον Μαγιακόφσκυ που σημείο και πηγή έμπνευσης γι' άλλους ποιητές αποτέλεσε ο θάνατός τους.

Ποια είναι όμως εκείνα τα στοιχεία στην ποίηση του Καβάφη που τον καθιστούν οικουμενικό ποιητή; Ο ποιητικός του λόγος, πεζολογικός, είναι απαλλαγμένος από λυρισμό, καλολογικά στοιχεία και λεκτικές ωραιοποιήσεις. Είναι λιτός, δωρικός με κυρίαρχο χαρακτηριστικό την υποδόρια ειρωνεία να ελλοχεύει παντού, να υπονομεύει και να αποδομεί πρόσωπα και καταστάσεις ώστε να αποκαλύπτεται με ρεαλισμό η πραγματικότητα του ποιήματος απαλλαγμένη από κάθε περιττή συνθήκη και υπερβολή. Συνοδευόμενος (ο λόγος) από τη ματαιότητα, τη ματαίωση, την αποδοχή της φθοράς και της θνητότητας του ανθρώπου ως φυσική συνέπεια και κατάληξη μη αναστρέψιμη, με όλη τη δραματικότητα που αυτή στοιχειοθετεί. 

Η απομυθοποίηση και η παρουσίαση των εκφάνσεων της ζωής συνηγορούν με ρεαλισμό και απαντώνται στη σύγχρονη εποχή με τον τρόπο που τις εμφανίζει ο Καβάφης. Όλα τα ανωτέρω χαρακτηριστικά διευκολύνουν τη μεταφραστική απόδοση των ποιημάτων του σε άλλες γλώσσες και διαφορετικές κουλτούρες. Αν και καλός γνώστης των τεχνοτροπιών της εποχής του (ρομαντισμός, παρνασσισμός, συμβολισμός, αισθητισμός), δεν τις ακολουθεί, αλλά διαμορφώνει ένα δικό του ποιητικό ύφος και έκφραση, πρωτοποριακό, φέροντας το δικό του ποιητικό στίγμα. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι ιδιότυπη, ένα κράμα από καθαρεύουσα, δημοτική με πολίτικους ιδιωματισμoύς λόγω της καταγωγής του από την Κωνσταντινούπολη. Ο τρόπος που πραγματεύεται τη θεματολογία των ποιημάτων του αγγίζει, αφορά τον σύγχρονο άνθρωπο. Αυτό φαίνεται από την απήχηση που έχει. 

Τα υπαρξιακά του ποιήματα, με κορυφαία την Ιθάκη, την Πόλη, τα Τείχη μιλούν για την κοινή μοίρα του ανθρώπου, τα αδιέξοδα που συναντά, το επίγειο ταξίδι, τις διαδρομές του με προορισμό και κατάληξη την Ιθάκη, αυτό το αιώνιο σύμβολο της υπαρξιακής αναζήτησης, ενώ στην Πόλη η αγωνία συμπλέει με τις άκαρπες και μάταιες προσπάθειες του θνητού ανθρώπου, για αλλαγή, για διαφυγή, προκειμένου να ξεφύγει από αδιέξοδες καταστάσεις. Τα Τείχη περιγράφουν με τον πλέον συγκλονιστικό και πραγματιστικό τρόπο τον κοινωνικό αποκλεισμό, τον διαχωρισμό του ανθρώπου από το υπόλοιπο κοινωνικό περίγυρο, που μπορεί να συμβαίνει για διαφορετικούς λόγους κάθε φορά αλλά έχει το ίδιο αποτέλεσμα. Ποίημα διαχρονικό και επίκαιρο για την εποχή μας την οποία εκφράζει πολύ (κοινωνικός ρατσισμός προς την διαφορετικότητα, τον άλλον τον ξένο). Τα ποιήματά του συνδυάζουν τον στοχασμό, τη φιλοσοφική διάθεση και τον συμβολισμό, ενώ η αλληγορία είναι παρούσα και έντονη στα ιστορικά του ποιήματα.

Οι εποχές που επιλέγει να τοποθετεί την ποίησή του ο Καβάφης είναι οι ελληνιστικοί χρόνοι, η ελληνορωμαική αρχαιότητα και το Βυζάντιο, χωρίς βέβαια να λείπουν ποιήματα με μυθολογικές αναφορές. Eίναι περίοδοι παρακμής - που τόσο μοιάζoυν με τη δική μας χρονική περίοδο που βιώνουμε τώρα - με πολλά κοινά σημεία, ενώ οι ήρωές του είναι ηττημένοι. Πέρα από τις διαφορετικές γλώσσες και τις πολιτισμικές διαφορές, η ποιητική γλώσσα του Καβάφη είναι οικουμενική: μιλά με σημερινούς όρους, συνομιλεί με τον αναγνώστη του, προκαλεί και προσκαλεί, συνεχίζει να ερμηνεύει και να εμπνέει με τη μοναδική γοητεία που διαθέτει. Ίσως εξαιτίας αυτών των λόγων να ονομάζεται "the poets' poet", ο κορυφαίος ποιητής της εποχής μας.


Φανή Αθανασιάδου

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2013

H ποίηση των... "star" - Eddie Vedder


Όταν ο Eddie Vedder ξεκίνησε την πορεία του κανένας δεν περίμενε να πάρει αυτή την τροχιά. Πόσο μάλλον ο ίδιος.  

Με βαριά οικογενειακά τραύματα έφυγε νεαρός από το σπίτι του, βρίσκοντας εργασία σε ένα βενζινάδικο και ψάχνοντας μουσικούς για τη δημιουργία ενός συγκροτήματος. 

Η μοίρα το έφερε να έρθει σε επαφή με ένα συγκρότημα από το Seattle, που μόλις είχε χάσει τον τραγουδιστή του από υπερβολική δόση ηρωίνης. Ο Vedder τους έστειλε μία κασέτα με τρία τραγούδια που είχε γράψει. Το όνομα αυτής: «mammason».

Έτσι δημιουργήθηκαν οι Pearl Jam, ένα από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα παγκοσμίως και σύμβολο της γενιάς του 1990, όπου συνετελέσθη μια σύγχρονη επανάσταση για το χάος προς το οποίο οδηγείται η κοινωνία, εκφραζόμενη μέσα από την οργή των νέων για τη συρρίκνωση των ευκαιριών έκφρασης και την εμπορευματοποίηση των πάντων. 

Ο Vedder έγινε πολύ γρήγορα το σύμβολο που πάνω του κρεμάστηκαν κυριολεκτικά εκατομμύρια νέοι, προσπαθώντας να βρουν διέξοδο για τις κατεστραμμένες τους οικογένειες αλλά και ένα τρόπο να κραυγάσουν την εναντίωσή τους σε ένα σύστημα που, πια, είχε κάνει δεύτερη φύση του την περιθωριοποίηση όσων ήταν ενάντια σε αυτό. 

Η ποίηση του Vedder πότε ανέβαινε σε ονειρικά τοπία και πότε κάτω χαμηλά, δίπλα στους δρόμους και στους σκουπιδοτενεκέδες. Θέλοντας ο ίδιος, πρώτα απ' όλα, να σωθεί από τους δικούς του δαίμονες, δημιούργησε ένα σύμπαν που πήγαινε ενάντια στο κατεστημένο αλλά και στην καταπίεση των προσωπικών ελευθεριών, την οποία ο Vedder έβρισκε ως αιτία για τη ραγδαία άνοδο των αυτοκτονιών στους νέους. 

Πότε με σκληρό ροκ, πότε με άναρθρες κραυγές, πότε με εξοντωτική απαλότητα και ηρεμία, η μουσική των Pearl Jam ήταν μια ποίηση της πόλης που επιθυμεί να σπάσει τα δεσμά της και οι στίχοι του Vedder μια ποίηση του σύγχρονου ανθρώπου που αναζητά την ελευθερία. 

Οι live συναυλίες τους έχουν μείνει στην ιστορία για την τρομερή τους ένταση και τις αυτοκτονικές τάσεις του Vedder να σκαρφαλώνει σε σκαλωσιές πολλά μέτρα ψηλά στον αέρα κατά τη διάρκεια των τραγουδιών.

Μετά από 20 χρόνια οι Pearl Jam παραμένουν μαζί και ο Vedder, αν και αποφάσισε να ακολουθήσει πιο ήπια στιχουργικά μονοπάτια, πιο απλά και τραγουδιστικά, έχει αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι του ως ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές-τραγουδιστές και performer της δεκαετίας του '90.

Ακολουθεί μια ελάχιστη επιλογή της γραφής του:

Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

«Χειρόγραφη πόλη» της Ελευθερίας Κυρίτση

Πόσες φορές πρέπει να διαβάσει κανείς μια ποιητική συλλογή για να πει ότι την κατάλαβε; Βάλτε ό,τι αριθμό θέλετε και, για την «Χειρόγραφη Πόλη»της Κυρίτση, προσθέστε τουλάχιστον άλλη μία φορά. Όχι ότι είναι κακό για μια ποιητική συλλογή να σε βάζει να σε σκέφτεσαι περισσότερο – ίσα-ίσα! Πρέπει όμως να σε διευκολύνει να βγάζεις νόημα αντί να σε μπερδεύει. Υπάρχουν ποιήματα στη συλλογή που φέρνουν τον αναγνώστη σε αμηχανία από αυτή την άποψη, όπως π.χ. αυτό της σελ. 26 (“Basso continuo”), και άλλα που περιέχουν τόσες πολλές εικόνες που τελικά μπερδεύουν τον αναγνώστη, όπως ο «Εξώστης υπαίθριων χώρων». Υπάρχουν επίσης ποιήματα γραμμένα με στόμφο ή άλλα που οι μεταφορές είναι μάλλον ατυχείς, κυρίως επειδή οι συνδυασμοί λέξεων που επιλέγονται παρουσιάζουν «εξαιρετική συμφραστική αντίσταση». Ένα ποίημα που συνδυάζει και τα δύο αυτά στοιχεία είναι το «Ωμέγα», ίσως το πιο αδύναμο της συλλογής.

Νομίζω ότι ο βασικός λόγος που δεν είναι εύκολο να βγάλει κανείς αβίαστα νόημα σε πολλά ποιήματα, είναι η πληθωρικότητά τους: είναι πάρα πολλές οι εικόνες, πάρα πολλές οι μεταφορές, πάρα πολλά τα συμπεράσματα που συνωστίζονται σε κάθε ποίημα. Πράγμα εντυπωσιακό, από την άλλη, αν αναλογιστεί κανείς πόση ένδεια παρατηρείται στον αντίποδα – ωστόσο έχει το κόστος του από πλευράς ροής.

Η αλήθεια είναι ότι η Κυρίτση έχει πολλά δυνατά στοιχεία. Είναι αποφθεγματική – πράγμα δύσκολο να κατακτήσει ένας νέος ποιητής, αφού προϋποθέτει πολλή και ώριμη σκέψη («Οι τελευταίοι περαστικοί που/Νομίσαμε ότι γίνεται να/Συναντηθούμε στα ψίχουλα της πραγματικότητας», από το καλό ποίημα «Θερινό σινεμά») και αλλού: «Στη μικρή αυλή δημιουργούνταν οι ώρες του φθινοπώρου» και «Δεν ήθελα οι λέξεις να τρομάξουν την αναμονή» (στο πραγματικά καλό ποίημα «Εποχές ποίησης», στο οποίο ο Δον Κιχώτης-σύμβολο της φαντασίας προσπαθεί να συναντήσει τον Οδυσσέα-σύμβολο του νοήματος που ψάχνει με τη σειρά του την Ιθάκη, δηλ. τον προορισμό του – εννοείται πως δεν καταφέρνουν να συναντηθούν κι αυτή η ματαίωση μεγεθύνει δραματικά τη δυναμική του ποιήματος, άλλωστε για τις ήττες της αξίζει τελικά η ανθρωπότητα, όπως είχε γράψει ο Τερζάκης, ενίοτε και τα ο ποιήματα, θα συμπλήρωνα εγώ).

Υπήρξαν φορές που, διαβάζοντας τα ποιήματά της, «άκουγα» άλλους ποιητές να μιλούν από μέσα, μπορούσα να τους ψηλαφίσω, να τους αγγίξω σχεδόν: Ελύτη, Λειβαδίτη, Δημουλά… πράγμα που, κατά την ταπεινή μου άποψη, δεν είναι προσόν για μια ποιητική συλλογή, ωστόσο προκαλεί μια οικεία αίσθηση.

Με την πόλη να οριοθετεί τις θεματικές και τη νοσταλγική διάθεση από το φευγαλέο της μουσικής να τις συνοδεύει, η Κυρίτση αναμετράται στον ποιητικό στίβο με πολύ καλές προοπτικές, γιατί έχει μεγάλες δυνατότητες. Εάν μάλιστα καταφέρει να απλοποιήσει τα νοήματά της και να βελτιώσει τη ροή του λόγου της, είναι βέβαιο ότι θα κερδίσει πολύ καλή θέση.

Χριστίνα Λιναρδάκη



Ακολουθούν δυο πολύ ωραία ποιήματα της συλλογής:

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Η ποιητική της λεξιπλασίας στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη

Σάββατο πρωί και στα χέρια μου πέφτει τυχαία το βιβλίο «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» του Νίκου Καζαντζάκη, προσφορά κάποιας εφημερίδας ως τιμή για τα επετειακά 130 χρόνια του συγγραφέα. Αποφασίζω λοιπόν να ξαναθυμηθώ τα αναγνώσματα άλλων, πιο νεανικών χρόνων και ξεκινώ να το διαβάζω. Και ω!! του θαύματος αισθάνομαι ξαφνικά σαν τον εξαντλημένο από δίψα νομάδα που στη μέση της ερήμου ανακαλύπτει μια όαση γάργαρου νερού, κελαρυστού, άφθονου και κατακάθαρου νερού.

Λέξεις, υπέροχες, εύηχες, ξομπλιαστές, ευρηματικές που με κατακλύζουν και αρχίζουν να ξεδιψούν την δίψα μου και να χορταίνουν την πείνα μου για αυτές.

Αλλά, φευ, ταυτόχρονα ενδυναμώνουν μέσα μου τη συνειδητοποίηση της ένδειας του σημερινού λόγου, κάθε είδους λόγου με τις ίδιες, απελπιστικά ίδιες, λιγοστές, άηχες, άοσμες λέξεις που τις σούρνουμε νυχθημερόν σαν πολυφορεμένα παπούτσια στα λόγια μας στις σκέψεις μας και τέλος στην ψυχή μας, χωρίς να καταλαβαίνουμε πόσο μας ενοχλεί η στέγνια τους.
Μοναστραπίς,

Αποταυρίστηκε, 
Δακτυλιδώνεται,

Πολυπλάνητο,
Αναθίβανε,

Γαλαχτώνεται,

Λιγνομεσάτος.
Λέξεις που έχεις την αίσθηση ότι ακούς τον απόηχό τους στην ποίηση του Σεφέρη και του Ελύτη, που σε ξαναγυρίζουν στα Ομηρικά μονοπάτια και που σου θυμίζουν κάθε στιγμή ότι έχεις μια ευλογημένη γλώσσα που έχει τη δυνατότητα να ελίσσεται και να εξελίσσεται χωρίς να χάνει σε τίποτα από την αρχική της δύναμη κι εσύ την κουτσουρεύεις, τη λοιδορείς, τη μισεύεις μαζί με τα κομμάτια της ψυχής σου που είναι άρρηκτα κομποδεμένα μαζί της.

Άραγε θα καταφέρουμε να αναστήσουμε αυτόν τον ζωτικό - ζωντανό λόγο κάποια στιγμή ή θα επιμένουμε να τον σταυρώνουμε και να τον ξανασταυρώνουμε χωρίς ελπίδα σωτηρίας;

Μαρία Γενιτσαρίου
Καλλιγράφος


Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Ο ποιητής και η κότα του

Διαβάζοντας το πρόσφατο σχόλιο της Χριστίνας στο editorial του ΤΕΦΛΟΝ, μου γεννήθηκαν διάφορες απορίες που έχουν να κάνουν με τη σύγχρονη υπόσταση των ποιητών. Όχι, δεν αναφέρομαι σε κάποια εξωκοσμική υπόσταση, αλλά σε αυτή που είναι παρούσα στην καθημερινότητα, ως αναπόσπαστο, επίμονο μέρος της.

Από τη μία το ΤΕΦΛΟΝ ωρύεται ότι η γλώσσα είναι δέσμια στην εξουσία, αν και σπάνια στην ιστορία ήταν ποτέ κάτι άλλο, ενώ από την άλλη υπερασπίζεται την ανάγκη να σπάσουν οι φραγμοί της, κατά πάσα πιθανότητα σοκάροντας τον αναγνώστη ώσπου αυτός να… ξυπνήσει.

Αυτή η ανάγκη για «απελευθέρωση» της γλώσσας δεν είναι κάτι καινούριο, φυσικά. Όλοι όσοι γράφουμε ποιήματα ή ασχολούμαστε γενικότερα με την ποίηση, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έχουμε περάσει από το στάδιο της «γλωσσικής επανάστασης», διαστρεβλώνοντας προς όφελος της βλακείας μας την χαοτική ικανότητα της ποίησης να σημαίνει πάντα κάτι, όπως και να τη χρησιμοποιούμε.

Έτσι, όταν θέλουμε να αντισταθούμε στην εξουσία και να κάνουμε επανάσταση, πρέπει τα ποιήματά μας να στάζουν αίμα και κόπρανα, τα γαμήσια μας να είναι διονυσιακά και τα νοήματά μας τουλάχιστον μέρος μιας Γραμμικής Χ.

Δίχως σκέψη, λοιπόν, ή καν μιαν ανάλυση χαμηλού επιπέδου, αραδιάζουμε στο χαρτί έναν κυκεώνα-αποπαίδι του πάλαι ποτέ υγιούς υπερρεαλισμού, δίνουμε μια συνέντευξη ως αναμαλλιασμένοι ήρωες σε ένα από τα εκατοντάδες blog ή περιοδικά και ανακοινώνουμε την ποιητική επανάσταση της εβδομάδας.

Διαμηνύουμε την κατάντια της σύγχρονης ποίησης και αιωρούμενοι στο κενό αναφλεγόμαστε με την αύρα της μεγαλοσύνης, βέβαιοι πως οι Θεοί μάς έχουν μεγεθύνει με το ματογυάλι τους.

Όλα αυτά, εντούτοις, γίνονται επειδή ακριβώς είμαστε τόσο εξαρτημένοι από τα κόμπλεξ μας έναντι άλλων ποιητικών γενεών που δεν έχουμε το θάρρος να αναμετρηθούμε μαζί τους, ούτε νοηματικά ούτε γλωσσικά.

Είναι εύκολο, λοιπόν, να αναγάγουμε τη γλώσσα σε κυρίαρχο ποιητικό πυρήνα από εργαλείο, που στην ουσία είναι, τρέχοντας να κρυφτούμε από όποιες ανάγκες ιδεών ή οραμάτων μας φορτώνει αυτός ο κόσμος. 

Μα είναι δυνατόν πρώτα να φτιάχνεις το τυρί κι ύστερα το γάλα;

Το μόνο που μας μένει είναι η αποδόμηση και η ανάκληση της ποιητικής μας παράδοσης σε αφιερώματα, posts στο facebook, ψευτο-θεωρητικά κείμενα και τα λοιπά, που σκοπό έχουν μόνο την προσωπική μας ποιητική ματαιοπονία. 

Οι λίγοι που αλήθεια νοιάζονται και που αλήθεια προσπαθούν, φυσικά, είναι θαμμένοι στην αφάνεια.

Ο λόγος για τη δειλία μας δεν είναι ιδιαίτερα περίπλοκος, μηχανικά τουλάχιστον, αλλά ενέχει πολλαπλά στάδια ποιητικού κομπλεξισμού. Δεν μας ενδιαφέρει να ρωτήσουμε σε ποιον απευθυνόμαστε, μια ερώτηση που οι μεγάλοι μας ποιητές στο μεγαλύτερο ποσοστό τους δεν σταμάτησαν ποτέ να κάνουν, αλλά ποιος θα μας υπηρετήσει ή ποιον ανταγωνιζόμαστε. Κυρίως δε επειδή μέσα μας ξέρουμε ότι το πραγματικό μας ταλέντο έχει μόνο ελάχιστα γραμμάρια καθαρού χρυσού.

Πιστεύουμε ότι σκοπός μας είναι να αναδειχτούμε και όχι να αναδείξουμε και, δίχως άλλο, γελάνε και οι πέτρες μαζί μας. Και είναι περίεργο, κατά την ταπεινή μου άποψη, να κρυβόμαστε τόσο δεινά από τον εαυτό μας, σε μια εποχή που κραυγάζει για ποίηση και για αφύπνιση. 

Τις νύχτες κοιταζόμαστε στον αέρα και το είδωλο στη φαντασία μας είναι αρκετό. 

Άρα, που να τρέχω τώρα; Άσε που έχω και παρουσίαση.




Ηλίας Θ. Παππάς

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

Ένα editorial κι ένα σχόλιο - διαβάσαμε... στο Τεφλόν που κυκλοφορεί (αλλά δεν μας τα λέει καλά!)

Διαβάστε στη σημερινή ανάρτηση το editorial του τελευταίου Τεφλόν (τεύχος 9, καλοκαίρι-φθινόπωρο 2013) και στη συνέχεια κάποια σχόλια:

Εγώ θέλω να μιλάω την πραγματική γλώσσα
Άρης Πορτοσάλτε, ΣΚΑΙ 100,3


Γεννιόμαστε. Εκφέρουμε φθόγγους, αρθρώνουμε συλλαβές, μαθαίνουμε λέξεις, σκαρώνουμε προτάσεις, σκεφτόμαστε, κάνουμε τη σκέψη λόγο, επικοινωνούμε. Απλά καθημερινά πράγματα. Αγνά και παρθένα. Παράγουμε λόγο, τον απευθύνουμε στον/στη δείνα, γινόμαστε αποδέκτριες λόγου και τούμπαλιν. Λέμε τα νέα μας και τα παλιά μας, ανταλλάσσουμε απόψεις, αφηγούμαστε ιστορίες του πριν και του μετά, λογομαχούμε, παρεξηγούμαστε, βρίζουμε, τα βρίσκουμε, εκφράζουμε ιδέες, δικαιολογούμε, προτείνουμε, επιχειρηματολογούμε. Και όλα τα συναφή και τ’ αντίθετα σε ποικίλες περιστάσεις ανεπίσημης ή επίσημης χροιάς. Συχνά αγνοώντας ότι κάθε γλωσσική επιτέλεση είναι μια πράξη κοινωνική.

Σε ποιον ανήκει όμως ο λόγος που αρθρώνουμε; Ποιοι είναι οι «ιδιοκτήται» του λόγου που τίθεται σε κυκλοφορία; Και, για να το κάνουμε πιο λιανά, ποιος κρύβεται πίσω από τις λέξεις, αν όχι ο Αλέξης;

Εν έτει 2013, δίχως περιττά καλολογικά μέσα και φραστικές συστολές, απαντάμε ότι μέσα στη γλώσσα περιπολεί η αστυνομία με αποστολή να πατάξει κάθε αντί-λογο, να καταστείλει την ανυποταξία των λέξεων, να μπουζουριάσει τις μετανάστριες λέξεις, εκείνες που μετοίκησαν στη γλώσσα από μέρη λιγότερο ή περισσότερο μακρινά.

Η εξουσία, λοιπόν, έχει αναθέσει στη γλώσσα τη φροντίδα να διαφυλάξει την τάξη και την κοινωνική ειρήνη, το καθήκον να μεταδίδει τα μηνύματά της και να εκφράζει τις σκέψεις της, ένα διαρκές ψέμα που επιβάλλεται ως καθολική αλήθεια. Πρόκειται για μια γλώσσα φορέα του λόγου των αφεντικών. Μια γλώσσα νοθευμένη. Μια γλώσσα πατριαρχική, σεξιστική, ρατσιστική. Μια γλώσσα αιχμάλωτη των ΜΜΕ, του εκπαιδευτικού συστήματος, της γραφειοκρατίας, της συντηρητικίλας των δημοσιογράφων, των πολιτικάντηδων, των λεφτάδων. Μια γλώσσα που παραμορφώνει εξωραϊστικά – ή, καλύτερα, αντιστρέφει – την πραγματικότητα. Μια γλώσσα μέσο χειραγώγησης, πλύσης εγκεφάλου, αποχαύνωσης, αδιαφάνειας, διαπλοκής, προπαγάνδας, προσηλυτισμού, ελιτισμού. Μια γλώσσα οικονομικής συναλλαγής και αποφοράς κέρδους. Μια γλώσσα κοινωνικά και πολιτικά ένοχη. Μια γλώσσα που μόνο για γλείψιμο κάνει.

Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, η αφυπνισμένη ποιήτρια αισθάνεται την καταπίεση από τη γλώσσα ακόμα πιο έντονα. Δέσμια στο ίδιο της το εργαλείο, δεν παραδίδει τα όπλα, περνά στην αντεπίθεση. Απομυθοποιεί τη γλώσσα, την καίει και την αναδομεί, χτίζοντας νέα σημαινόμενα. Ο ποιητικός λόγος στρέφεται ενάντια σε κάθε εξουσία, γλωσσική ή άλλη. Ο Στέφαν Ντέρινγκ ορθώνει το ανάστημά του απέναντι στη γλώσσα-θηρίο, ορμάει να απελευθερώσει τις λέξεις. Υπογραμμίζει τη σχέση του κειμένου με το σώμα, προτείνει μια νέα γραμματική και εισάγει νέα σύμβολα. «Ένας ποιητής είναι εκτελεστής μιας πράξης», γράφει ο Κάι Πολ, γιατί εντέλει η ποίηση είναι πράξη, υποταγής ή εξέγερσης. «Η ποίηση δεν είναι η αλήθεια, είναι η πραγματικότητα που ανατρέπει την αλήθεια».


*

Τι editorial κι αυτό! Πράγματι, η γλώσσα στις μέρες μας χρησιμοποιείται ως μέσο χειραγώγησης, αποχαύνωσης και ό,τι άλλο. Μα πόσοι είναι πια αυτοί που τη χάφτουν έτσι όπως τους δίνεται; Πόσοι από τους σύγχρονους ανθρώπους; Το να διαγράψουμε ολοκληρωτικά τη γλώσσα όπως χρησιμοποιείται, επειδή τάχα μου είναι συμβιβασμένη ή τα έχει κάνει πλακάκια με την εξουσία, συνιστά ανεπίτρεπτο ολίσθημα και στηρίζεται σε μια επιχειρηματολογία που μπάζει νερά. Και συμβαίνει αυτό επειδή όλοι θέλουν να γράψουν ποίηση, χωρίς να έχουν διαβάσει τίποτε άλλο πριν (π.χ. δοκίμιο) και χωρίς να έχουν προβληματιστεί. Καθόλου δεν τους εμποδίζει αυτό από το να επαναστατήσουν, ωστόσο. Όμως, τι σημαίνει επαναστατική γλώσσα εντέλει; Τι σημαίνει ποίηση ως πράξη εξέγερσης; Σημαίνει ότι πετάω όλα τα σκουπίδια μου μέσα; Έτσι εξεγείρομαι; Έτσι την απελευθερώνω;

Παιδιά, σας έχω νέα: η γλώσσα δεν χρειάζεται την κηδεμονία κανενός, γιατί είναι ζωντανή και χωρίς πρόθεση. Τη χρωματίζουν με την πρόθεσή τους αυτοί που τη χρησιμοποιούν, αυτούς πυροβολήστε - όχι τη γλώσσα. Και ακριβώς επειδή είναι ζωντανή οφείλουμε να αποτρέψουμε την κακοποίησή της. Ούτε και μπορούμε, για να αποφύγουμε το συμβιβασμό της να πάμε στο άλλο άκρο και να καταργήσουμε ό,τι αυτή δομεί. Δεν ασπάζομαι την άποψη του Βαγγέλη Κούτση, ούτε είμαι υπέρ του εξαγνισμού του λόγου, αλλά ναι, δεν αντέχω να βλέπω ούρα και άλλες σωματικές απεκκρίσεις ή αναπαραγωγικά όργανα μέσα στα ποιήματα, τα βρίσκω φτηνό τέχνασμα που προσπαθεί να επιτάξει την προσοχή των αναγνωστών. Ε, λοιπόν όχι, δεν το έχουμε ανάγκη! Αρκετή μαυρίλα έχει η ζωή μας, δεν χρειάζεται να την έχει και η ποίησή μας. Ας είναι λίγο πιο φωτεινή, ας είναι το κομμάτι μας που θα περισώσουμε, που θα διαφυλάξουμε.

Ίσως κάποιοι βρουν την παρατήρησή μου ελιτίστικη. Κι όμως. Χρειάζεται να διαφυλάξουμε κάτι - ας είναι η ποίηση αυτό το κάτι - και όσοι δεν κατανοούν την ανάγκη μιας τέτοιας διάσωσης δεν έχουν ιδέα του τι σημαίνει χρονική συνέχεια και ιστορική ευθύνη. Δεν έχουν πιθανώς βρεθεί στη ζωή τους σε στιγμή που ανοίγουν οι ασκοί του Αιόλου και χρειάζεται να επιστρατεύσεις ό,τι είσαι και ό,τι έχεις. Κι αν έχουν βρεθεί, τότε βρυχώνται ορμώμενοι από ένα σημείο θυμού. Χρήσιμος και ο θυμός, όταν όμως κατευθύνεται δημιουργικά, όχι όταν μας καταργεί στο όνομά του.

Το είπε και ο Τάσος Λειβαδίτης στο Βιολί για μονόχειρα: «ακριβώς όπως ένας άνθρωπος, ίσως, μπορεί να παίξει και μ' ένα χέρι βιολί, όταν με τ' άλλο πρέπει να κρατήσει τη ζωή του». Όταν με το ένα χέρι παίζουμε βιολί (γράφουμε ποίηση, μαγειρεύουμε, ερωτευόμαστε ή πάμε στη δουλειά μας), με το άλλο χέρι κρατάμε τη ζωή μας: δεν την φτηναίνουμε, δεν την ξεφτιλίζουμε ούτε την ξεπουλάμε υπέρ μιας ιδέας, ενός συναισθήματος ή για προσωπικό όφελος (κι αυτό καλύπτει όλο το φάσμα, από τη μία άκρη ως την άλλη). Είμαστε πάντα αυτοί που είμαστε: άνθρωποι με όλη τη σημασία της λέξης.


Χριστίνα Λιναρδάκη

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

Δημοτική ποίηση - στο φως και στο σκοτάδι

Σε μια ανθρωποκεντρική και φυσιολατρική ποίηση όπως η δημοτική είναι αναμενόμενο η μέρα και η νύχτα να κατέχουν ιδιάζουσα σημασία τόσο σε ρεαλιστικό όσο και σε συμβολικό και μεταφυσικό επίπεδο. Η πορεία του ήλιου στον ουρανό οριοθετεί ημέρες και καταστάσεις, κάνει το πέρασμα του χρόνου μετρήσιμο μέγεθος: ο δημοτικός ποιητής στηρίζεται σ’αυτήν για να αποδώσει με την απαραίτητη ακρίβεια το πλαίσιο της ιστορίας.

Το φως και το σκοτάδι ως αυτοτέλειες, αλλά και ως συνδυασμός, αλληλεπιδρούν και αλληλοεξουδετερώνονται, συνυπάρχουν όμως σε μια δυναμική ισορροπία που καθιστά το δημοτικό τραγούδι πιστευτό και λειτουργικό. Η εναλλαγή της μέρας και της νύχτας προδιαθέτει το ακροατήριο για το ύφος του τραγουδιού και του επιτρέπει να ενταχθεί στο σύμπαν της διήγησης. Η παντελής απουσία του ήλιου και του φωτός γενικότερα, στα μοιρολόγια παραδείγματος χάριν, είναι ένα καταλυτικό στοιχείο όχι μόνο ατμόσφαιρας αλλά και συγκεκριμένων συνθηκών, κατατοπίζει τον νεκρό αλλά και όσους μένουν πίσω σχετικά με την νέα πραγματικότητα που τους περιμένει. Στα μοιρολόγια ειδικότερα, το μόνιμο σκοτάδι μετατρέπεται γρήγορα από περιγραφικό στοιχείο σε ένα ισχυρό σύμβολο: όπως δεν υπάρχει πια φως, έτσι δεν υπάρχει πλέον ίχνος ζωής και ελπίδα, η ατέλειωτη νύχτα είναι η νέα πραγματικότητα τόσο εξωτερικά όσο και ψυχολογικά. Η διαρκής νύχτα στον Άδη επιδρά και σε ένα άλλο επίπεδο: παγιώνει τον χρόνο σε μια λυμφατική κατάσταση, οι νεκροί μένουν στάσιμοι σε αυτή τη νέα πραγματικότητα που δεν έρχεται καμία ανατολή για να διαλύσει.

Ο κάτω κόσμος είν’κακός γιατί δεν ξημερώνει
Γιατί δεν κράζει ο πετεινός δεν κελαδεί τ’αηδόνι.
Εκεί νερό δεν έχουσι και ρούχα δε φορούσι,
Μόνο καπνό μαειρεύουσι και σκοτεινά δειπνούσι.[1]

Στα κλέφτικα τραγούδια η νύχτα είναι συνυφασμένη με την αβεβαιότητα και την αγωνία. Ο ύπνος είναι κατά κανόνα προάγγελος κακών και τα όνειρα των πολεμιστών δεν είναι η ανάπαυλα της μέρας, αλλά το αντίθετο: τα όνειρα και η νύχτα μεταφέρουν αμφίσημα μηνύματα, δεν καταλαγιάζουν τον φόβο της μάχης και καθιστούν έναν ούτως ή άλλως επικείμενο θάνατο μια σχεδόν αναπόφευκτη πραγματικότητα. Από την άλλη μεριά το κιβούρι του κλέφτη, ο μοναδικός τάφος στο νεοελληνικό φαντασιακό που βρίσκεται πάνω στη γη και όχι μέσα στο χώμα, δίνει την δυνατότητα στον νεκρό να συνεχίσει έστω και πλασματικά να έχει μια ζωή κατά τη διάρκεια της μέρας, όπως οι σύντροφοι που άφησε πίσω: μια κίνηση που συνδέει το φως του ήλιου με την μόνη δυνατή και έστω κατ’επίφαση εφικτή υπέρβαση του θανάτου. Είναι λοιπόν ο άνθρωπος των δημοτικών τραγουδιών καταλυτικά «ηλιοκεντρικός», και παρόλο που περιμένει το σκοτάδι της νύχτας ως συνέπεια της μέρας, του αναγνωρίζει ιδιότητες θανάτου και φόβου: το σκοτάδι έρχεται να αλλοιώσει τα περιγράμματα και να δώσει μια πρόγευση του Άδη.

Είδα απόψε στον ύπνο μουκ’είδα και στ΄όνειρό μου,
είχα μια γούνα κόκκινη κ’ένα πισλί γαλάζιο.
- «Ξήγα το Γιώργη μ’, ξήγα το, τί’ναι τ’όνειρό μου;»
- «Τί να σού ειπώ, Αντώνη μου, τι να σου μολοήσω.
Το κόκκινο είναι αγλήγορο και το πισλί φαρμάκι!»[2]

Κρις Λιβανίου

[1] Guy Saunier, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Τα μοιρολόγια.εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1999, σελ. 324.
[2] Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια (εκλογή), εκδ. Ακαδημία Αθηνών, σελ. 202.

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Σιωπή και ποίηση

"Η γλώσσα της μεγάλης λογοτεχνίας φέρνει τον λόγο σύρριζα στο δικό του θάνατο, τη σιωπή – ή κάποιο είδος σιωπής", όπως είπε ο Γιώργος Χειμωνάς. Νομίζω ότι προσωπικά αγάπησα τόσο βαθιά την ποίηση, επειδή δεν κατάφερα να μάθω μουσική. Κι αυτό γιατί η ποίηση μεταχειρίζεται τις σιωπές-θαυμαστικά που προκαλεί στον νου του αναγνώστη, καθώς τον αιφνιδιάζουν τα νοήματά της, ακριβώς όπως η μουσική.

Πέρα από αυτό, όμως, η ποίηση έχει στενή σχέση με τη σιωπή. Προτού να γεννηθεί άλλωστε, εκεί ζούσε. Και, ως ένα βαθμό, ζει πάντα εκεί: «Η ποίηση είναι ορφανό της σιωπής. Οι λέξεις ποτέ δεν καταφέρνουν να γίνουν ένα με την εμπειρία που βρίσκεται πίσω τους», ισχυρίζεται ο Ντούσαν Σίμιτς. Ίσως γιατί «είμαστε απ’ την ύλη που ‘ναι φτιαγμένα τα όνειρα. και τη ζωούλα μας την περιβάλλει ολόγυρα ύπνος» (Σαίξπηρ), οπότε δουλειά της ποίησης «είναι να καθαρίσει την παραμορφωμένη με λέξεις πραγματικότητα δημιουργώντας σιωπές γύρω από τα πράγματα» (Μαλαρμέ) ή «να διακόπτει τη συνηθισμένη κατάσταση, την κοινή ζωή, σχεδόν σαν ένας ελαφρύς ύπνος, για να μας ανανεώσει» (Νοβάλις).

Ο ύπνος αυτός αντιστοιχεί ίσως σε έναν άλλον κόσμο, αληθινό πλην αθέατο, έναν τόπο όπου λέξεις, σκέψεις και ιδέες περιφέρονται, συγκρούονται και συγχωνεύονται. «Το βλέμμα του ποιητή», λέει ο Σαίξπηρ, «στριφογυρίζοντας σε μια έξοχη μανία / ατενίζει από τον ουρανό στη γη, από τη γη στον ουρανό / και καθώς η φαντασία ενσαρκώνει / μορφές άγνωστων πραγμάτων, η πένα του ποιητή / τα μετατρέπει σε σχήματα, και δίνει στο αερικό τίποτα /εντόπια κατοικία κι όνομα».

Η ποίηση, όπως η μουσική, όπως κάθε καλλιτεχνική δημιουργία, γεννάται στο κενό, μέσα στη σιωπή, και εκεί οικοδομείται χρησιμοποιώντας εργαλεία της γλώσσας. Είναι «μια δαγκωματιά στο σώμα του Αρρήτου και η προσφορά του ως ζεστό ψωμί». Μετατρέπει δηλαδή η ποίηση τη σιωπή σε λόγο, όμως σε έναν λόγο που παραπέμπει πίσω στη σιωπή.

Χριστίνα Λιναρδάκη



Πηγή: “The Athens Review of books”, τεύχος 45, Νοέμβριος 2013.


Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

Σημειώσεις στη μετάφραση από την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ του βιβλίου «Αυτό που όλα στοχεύουν» του Michael March (εκδ. Άγρα, 2013)

Το Δεκέμβριο του 2008 ο Βασίλης Βιτσαξής, Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Μεταφραστών Λογοτεχνίας, έγραφε στα Τετράδια Πολιτισμού του ΥΠΠΟ: «Λέχτηκε (ΣΣ: από τον Νάσο Βαγενά), και πολύ εύστοχα, πως η λογοτεχνική μετάφραση είναι ‘συνάντηση δύο ευαισθησιών’, εκείνης του συγγραφέα και εκείνης του μεταφραστή. […]. Η συνάντηση τούτη θυμίζει πολύ εκείνη του τρένου με τους σταθμούς του. Ο συρμός-πρωτότυπο μένει πάντα ο ίδιος μέσα στην πορεία του. Οι μεταφράσεις, οι σταθμοί, καθένας με τις ιδιαιτερότητές του κρατούν πρόσκαιρα μόνο τον συρμό. Εφήμερη, όπως η σπίθα της φωτιάς, η μετάφραση θα χαρίζει στο πρωτότυπο πρόσκαιρα μόνο φτερά για να υψωθεί σε χώρους που δεν μπορεί να φτάσει η ίδια».

Έχοντας επίγνωση των παραπάνω, είδα λίγο πιο εξεταστικά τη μετάφραση της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ σαν δεύτερο μεταφραστικό μάτι. Η μετάφρασή της είναι καλή σε γενικές γραμμές, υπάρχουν όμως σημεία στα οποία προσωπικά θα έκανα διαφορετικές επιλογές. Θα συζητήσω εδώ τρεις μόνο περιπτώσεις απ’ όσες εντόπισα, τις πιο «χτυπητές». Η πρώτη αφορά το ποίημα της σελ. 28:

“The past rotting in the future”
“Carnival of dead leaves”
At best – mischievous
Because it’s not enough


Μετάφραση της κας Ρουκ:

«Το παρελθόν σαπίζει μες στο μέλλον»
«Καρναβάλι φύλλων μαραμένων»
Στην καλύτερη περίπτωση με κακές προθέσεις
Γιατί τίποτα δεν είναι αρκετό


Η συγκεκριμένη μετάφραση ενσωματώνει σε αρκετά σημεία την ερμηνεία της ποιήτριας, ενθέτοντας λέξεις που δεν υπάρχουν στο πρωτότυπο. Οι δικές μου επιλογές θα με έφερναν πιο κοντά στο πρωτότυπο χωρίς, πιστεύω, να διακύβευα τα νοήματά του, αντιθέτως:

«Το παρελθόν που σαπίζει μες στο μέλλον»
«Καρναβάλι φύλλων μαραμένων»
Στην καλύτερη περίπτωση επιβλαβές
Επειδή 
τίποτα δεν είναι αρκετό

Ειλικρινά πιστεύω ότι η δική μου εκδοχή βγάζει καλύτερο νόημα.

Βέβαια, το πραγματικό Βατερλώ του μεταφραστή (οποιουδήποτε, όχι μόνο της κας Ρουκ) τον περιμένει στο ποίημα της σελ. 46:

Where no one stood
He understood
Where no one went
He underwent
the vastness of
his lies


Είναι πάρα πολύ δύσκολο να μεταφέρει κανείς στα ελληνικά τις επαναλήψεις της μορφής (stood-under/stood, went-under/went) και του μοτίβου (under στο ρήμα των ζυγών στίχων) και η αναπόφευκτη επιλογή είναι να τις αγνοήσει. Η κα Ρουκ έχει μεταφράσει το ποίημα ως εξής:

Εκεί που κανείς δεν στάθηκε
κατάλαβε
Εκεί που κανείς δεν πήγε
ένιωσε
την απεραντοσύνη
του ψέματός του


Αν δεν υπήρχει το «του» στο τέλος, η μετάφραση θα αντιμετώπιζε ένα θεμελιώδες μεταφραστικό πρόβλημα που, όπου παραβλέπεται, κάνει τη μετάφραση άτεχνη: θα χανόταν το γένος του προσώπου που μιλάει. Εδώ το «του» λοιπόν λύνει το πρόβλημα αναίμακτα, παρόλα αυτά πιστεύω πως ένα «αυτός» στον δεύτερο και τον τέταρτο στίχο επιστρέφει στο ποίημα, διά της ισχύος της επαναλήψεως της λέξης, λίγη από την ένταση που χάνεται αφού δεν μπορούν να επαναληφθούν η μορφή και το μοτίβο. Για κάποια από τα ρήματα θα προτιμούσα επίσης παραπλήσιες σημασίες κι έτσι στη δική μου εκδοχή το ποίημα θα μεταφραζόταν έτσι:

Εκεί που κανείς δεν άντεξε
αυτός κατάλαβε
Εκεί που κανείς δεν έφθασε
αυτός ένιωσε
την απεραντοσύνη
του ψέματός του


Και, για το τέλος, ένα μεταφραστικό λάθος που εντόπισα. Στη σελίδα 64 διαβάζουμε:

“No thing – no side of a thing – shows itself except by actively hiding the others.”

το οποίο έχει μεταφραστεί:

«Κανένα πράγμα, καμιά πτυχή κανενός πράγματος, αποκαλύπτεται, παρά μόνο όταν δραστήρια κρύβονται οι άλλες.»

αντί του σωστού:

«Κανένα πράγμα - καμιά πτυχή κανενός πράγματος - δεν αποκαλύπτεται, παρά μόνο όταν δραστήρια κρύβει τις άλλες.»

Στα ελληνικά χρησιμοποιούμε πάντα διπλή άρνηση και θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι το νόημα αλλάζει δραματικά όταν το ρήμα γίνεται ενεργητικό.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

Michael Stipe & R.E.M. - Η ποίηση των... "σταρ"

Σχεδόν ποτέ ένας στιχουργός-τραγουδιστής δεν έχει γίνει αποδεκτός ως ποιητής. Ιδιαίτερα δε όταν η επιτυχία του ξεφεύγει από τα στενά σύνορα μιας αγοράς και αγκαλιάζει εκατομμύρια κόσμο.

Ακόμα και καλλιτέχνες όπως π.χ. ο Jim Morrison, ο Bob Dylan, o Roger Waters ή ο Neil Young, ενώ κατεξοχήν ποιητές, έχουν αντιμετωπίσει μεγάλες δυσκολίες όσον αφορά στην κατηγοριοποίηση του έργου τους.

Όχι ότι τους νοιάζει, βέβαια. Για καλλιτέχνες τέτοιου βεληνεκούς έχουν άλλα πράγματα σημασία, πέρα φυσικά από την προσωπική τους αγωνία για έκφραση. 

Μάλιστα, κανένας από αυτούς δεν έχει φανερά αποδεχτεί τον όρο «ποιητής», σε αντίθεση με όλα τα... ψώνια, εγχώρια και εξωτερικού, που βλέπουμε να εκδίδουν ποιητικά βιβλία και να αποκτούν αυτόματα την οίηση της βλακείας στο αίμα: "είμαι ποιητής και σ' όποιον αρέσει". 

Προσωπικά πιστεύω ότι η απήχηση σε εκατομμύρια κόσμο είναι το μεγαλύτερο φράγμα μπροστά στην ποιητική αξία ενός στιχουργού. Οι ποιητές δεν είναι σταρ, δεν έχουν γκρούπις, δεν γεμίζουν στάδια και σίγουρα δεν είναι πλούσιοι. Ό,τι περνούν το περνούν μόνοι με το έργο τους. Έχουν αυτή την πολυτέλεια.

Από την άλλη, καλλιτέχνες όπως π.χ. ο Michael Stipe των R.E.M., για τον οποίο θα γράψω μερικά πράγματα παρακάτω, βρίσκονται στο μάτι του κυκλώνα, πάντα κάτω από ένα μικροσκόπιο που μεγεθύνει κάθε ασήμαντη λεπτομέρεια για λογαριασμό, και μόνο, μιας ευρείας κατανάλωσης. 

Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, το έργο του να θεωρηθεί ως σημαντική ποιητική σελίδα στη λογοτεχνία, όταν δεν ταιριάζει στα παραδοσιακά καλούπια της ποιητικής σύνθεσης;

Φυσικά, ο Stipe, όπως και οι υπόλοιποι που ανέφερα στην αρχική παράγραφο είναι τραγουδιστές και μουσικοί, οπότε η ποίησή τους έχει ρυθμικά και νοηματικά όρια, καθώς απευθύνεται εκ των προτέρων σε ακροατές και όχι σε αναγνώστες. 

Σε αντίθεση με την ποίηση των «κανονικών» ποιητών, οι στιχουργοί-ποιητές δεν γίνεται να κρυφτούν στις αγκαλιές κολάκων που τους εξυμνούν για ό,τι χαζομάρα γράφουν, αλλά εκτίθενται στις συμπληγάδες του κοινού και των media, σπάνια επιβιώνοντας.

Εκείνο όμως που μετράει για αυτόν που θέλει να δει πίσω από τα λαμπερά φώτα είναι το ποιητικό σύμπαν και η συνοχή του, αν υπάρχει, καθώς και το πόσο πιστός μένει σε αυτό ο καλλιτέχνης.

Ο Michael Stipe, ο πρώτος που θα παρουσιάσω σε ένα μικρό αφιέρωμα για κορυφαίους «τραγουδιστές-ποιητές» (ακολουθούν ο Eddie Vedder των Pearl Jam και ο Thom Yorke των Radiohead), έχει ένα εντελώς ξεχωριστό ποιητικό σύμπαν. Φυσικά, οι στίχοι του περιλαμβάνουν και κλασικές pop προσεγγίσεις, όπου εξυπηρετούν τη mainstream δίψα, αλλά σε πολλά του τραγούδια η ποίηση είναι έμφυτη και πάντα υπάκουη στους νόμους που τίθενται βάσει της ψυχοσύνθεσής του αλλά και των μουσικών διαδρομών του συγκροτήματος: αυτό που λέμε "έργο".

O Stipe από τη δεκαετία του 1980 έχει δημιουργήσει ένα ποιητικό κόσμο που βασίζεται στη νοσταλγία, στο γενικότερο συναίσθημα της απώλειας και στην αμφισημία του έρωτα. Παράλληλα έχει καταπιαστεί ιδιαίτερα με κοινωνικά θέματα, αν και πάντα καλά μεταμφιεσμένος. Αυτή η μεταμφίεση έχει συχνά προκαλέσει και παρεξηγήσεις, όπως με το κλασικό Losing my Religion, μια εμμονή για την απώλεια πίστης σε ένα πρόσωπο (και κατ’ επέκταση στον άνθρωπο) όπου παρερμηνεύτηκε ενίοτε ως ύμνος για τους gay ή ως αφιέρωμα στον John Lennon.

Η πένα του Stipe ξέρει και βρίσκει έντονα συναισθήματα, τα ξεγυμνώνει, τα αποτελειώνει και προσπαθεί να τα αναστήσει. Με ιδιαίτερα πολύπλοκο λεξιλόγιο και εντυπωσιακές στιχουργικές αλχημείες, η ποίησή του πολλές φορές διαβάζεται εκτός ρυθμού του τραγουδιού, αν και είναι εντυπωσιακά ακριβής νοηματικά στις αλλαγές του. 

Βασικό στοιχείο είναι η έλλειψη ξεκάθαρου ρεφρέν, καθώς ο Stipe προτιμάει πότε πότε μια ροή με αρχή, μέση και τέλος, δίχως να εγκλωβίζεται στη μάντρα της επανάληψης για να αποδώσει συναίσθημα. 

Το αποτέλεσμα, για όποιον πρώτα διαβάζει και μετά ακούει, είνα μια ποιητική έκφραση που μας έχει δώσει ορισμένα αριστουργήματα τις τελευταίες 3 δεκαετίες. 

Ακολουθούν μικρά δείγματα από ορισμένα τραγούδια του. Φυσικά, σας προτείνω να τα ακούσετε κιόλας πατώντας στον κάθε τίτλο ξεχωριστά:

Ηλίας Θ. Παππάς