Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

"Κύπρον, ιν ντηντ" του Μίμη Σουλιώτη


O Μίμης Σουλιώτης απεβίωσε στις 26 Νοεμβρίου 2012, μόλις 63 χρονών. Η τελευταία του συλλογή, «Κύπρον ιν ντηντ», κυκλοφόρησε από το Μεταίχμιο ένα χρόνο πριν και ήταν υποψήφια για το ετήσιο κρατικό βραβείο.
Ο Σουλιώτης είναι εύκολο να παρουσιαστεί αν ανατρέξουμε στις έκδηλες Καβαφικές καταβολές του, αλλά και να κατηγοριοποιηθεί μέσω κλασικών μοτίβων κριτικής (αν και o γράφων δεν είναι κριτικός), όπως ο σαρκασμός και η ειρωνεία, στοιχεία που πλημμυρίζουν τo ύφος του.

Παρόλα αυτά κάτι τέτοιο θα είχε λίγο νόημα και θα ήταν μάλλον η εύκολη λύση, διότι ο Σουλιώτης πραγματοποίησε μια ποιητική διαδρομή κατά τη διάρκεια της οποίας θέλησε συχνά να απαγκιστρωθεί από τις αναμενόμενες νόρμες, πόσο μάλλον όταν αυτές εμπεριέχουν όλα όσα προϋποθέτει το Καβαφικό ύφος.

Το κατάφερε ως ένα βαθμό (γεγονός ούτως ή άλλως αξιοσημείωτο όταν «αναμετράσαι» με τον Αλεξανδρινό) και η «Κύπρον, ιν ντηντ» επιστεγάζει αυτή του την προσπάθεια καθώς καταφέρνει να θεμελιώσει ακόμα πιο βαθιά το προσωπικό ύφος του Σουλιώτη, το οποίο με εκπληκτική ενίοτε ακρίβεια εντοπίζει στόχους που, σε άλλους ποιητές, θα είχαν το αντίκτυπο εικόνων δευτερότριτης σημασίας.

Με αυτή την ακρίβεια ζωντανεύει ένα ψυχολογικό ιδίωμα της Κύπρου, όπου μόνο κάποιος που την έχει παρατηρήσει απ’ έξω ως γείτονας ή ως τουρίστας ή ως μακρόχρονος επισκέπτης (ταιριάζει και το ηδονοβλεψίας) μπορεί να πραγματώσει.

Άνθρωποι σουλατσάρουν στις σελίδες, άνθρωποι άμοιροι, έρμαια των ξένων δυνάμεων, αποπαίδια της τουρκικής κατοχής αλλά και της ελληνικής μηχανορραφίας, άνθρωποι που βρίσκουν καταφύγιο μόνο σε κάποια ιστορικά στέκια και σε ξεχασμένους δρόμους, άνθρωποι που συντελούν ένα μωσαϊκό από «Ελληνο-Κύπριους, Τουρκο-Κύπριους, Αρμενο-Κύπριους» και ούτω καθεξής. 

Σταδιακά κάνουν την εμφάνισή τους πολιτικοί, ποιητές, ακαδημαϊκοί, γνωστοί δηλαδή στόχοι της ποιητικής σάτιρας του Σουλιώτη, που μέσω αυτών εκφράζεται η κατάντια, το παράπονο και η προδοσία ιδεών, οραμάτων και -της αγίας του ποιητή- της καθημερινότητας. 

Αυτός που διαβάζει λοιπόν τη συλλογή έχει την ευκαιρία να λάβει μια εικόνα που είναι στην ουσία ένα ψυχογράφημα, διεισδύοντας στην πιο αυθεντική πλευρά ενός διαστρεβλωμένου κόσμου. Και ο Σουλιώτης έχει τα κότσια να το παραδέχεται δίχως καμία σοβαρότητα. 

Βέβαια, αυτό είναι το προπέτασμα. Ο Σουλιώτης χρησιμοποιεί αυτό το στήσιμο των σοκακιών, των άνισων ανθρώπων, των απλών, παραμελημένων συναισθημάτων για να δημιουργήσει, στίχο-στίχο, ένα νυστέρι που κόβει όσο λίγα στη σύγχρονη ποίηση.

Με τα θέματά του να κυμαίνονται και να στριφογυρίζουν μέσα στην (ιστορική) κυπριακή καθημερινότητα, ο Σουλιώτης χειρουργεί το σύγχρονο άνθρωπο για να δει τι έχει απομείνει στο εσωτερικό. Και είναι πέρα για πέρα απολαυστικός, είτε όταν είναι κοινωνικός είτε προσωπικός είτε μοναχικός είτε κοινωνικο-πολιτικός (είναι και από αυτό).  

Σίγουρα η γλώσσα κάποιες φορές θα ξενίσει και θα μπερδέψει, αλλά σας προτείνω να μην ανατρέξετε σε λεξικά ή φιλολογικές κριτικές. Αφήστε τις λέξεις άγνωστες.

Μέρος της παραπάνω κάπως τρελής προτροπής και αναπόσπαστο κομμάτι της «Κύπρον, ιν ντηντ» είναι αυτό το εξωτικό συναίσθημα που μένει, αυτό το «φορτωμένος χαλούμια, φρούτα και φθαρτά /  που του ξεχειλίζουν απ’ τα πλάγια, πολύχρωμος /  με τις δεκαπέντε σακούλες ψώνια να φαφλατίζουν / σαν απ’ τα φυσερά πορτοπαράθυρα /  χαρμόσυνου ινδικού λεωφορείου» ή το «Και όταν γράφω «Εμείς» υπονοώ «Εσείς», εμείς δηλαδή και εσείς, εμσείς» ή το «Η Κύπρος έχει τους κανονικούς: κοντούς και γειωμένους, με τα άσπρα πουκάμισα και τα μαύρα Ινδο-Εγγλέζικα ποδήλατα» ή το «Τους ακούω τους Ινγκλιτέρ, τους Τέως Σάξονες στην Λήδρας / τουρίστες καλτσοπεδιλάτους και γυμνητές, τους Βλάχους του Βορρά / με την προφορά στο φουλ να προκαλούν κομφούζιο / για να πουν ένα απλό πράγμα σαν το refrigerator».

Μέχρι να το καταλάβει ο αναγνώστης ο Σουλιώτης έχει δημιουργήσει ένα τοπίο που είναι σκαμμένο για τα καλά, με τα αυλάκια του και τις αποκρημνιές του, τις ανωμαλίες του, την κατάντια του αλλά και το μεγαλείο του. Ένα τοπίο που, στην ουσία, πρόκειται για μια τομή στον ανθρώπινο ψυχισμό. 

Και εδώ είναι που αρχίζει να εμβαθύνει προχωρώντας πολλές φορές με κινηματογραφική ταχύτητα μέσα από τα θέματά του.

Ο σεξουαλισμός που επιδιώκει, για παράδειγμα, και όχι απλώς ο ερωτισμός είναι από την αρχή ξάστερος και αποφεύγει να κρύβεται πίσω από πλατωνικές όψεις. Με άλλα λόγια ο Σουλιώτης θέλει να μπει μέσα στο αντικείμενο του πόθου του όπως «προσγειώνεται στο αεροδρόμιο με το αεροπλάνο», ενώ εκεί που επιδιώκει μια πιο πνευματική εικόνα γρήγορα γρήγορα την ντύνει με «έκδηλη καύλα» και «μια χυσιά φως», ενώ άλλοτε έχει «Υγρασίες» από τις «καμπύλες του μπλουτζίν».

Αυτή η... καύλα, βέβαια, εν τάχει υποδουλώνεται από τις μοναχικές φιγούρες και τα ξεχασμένα καφενεία, που ούτε οι «Λευκωσιάτες δεν τα ξέρουν» κι έτσι, σύντομα, καταλήγει στο πνευματικό ράφι ως ένα ακόμα από τα «ευτυχισμένα περιστατικά της ζωής, σε ποικίλες εκδοχές», έχοντας παίξει το ρόλο της με πλάγιο, έμμεσο τρόπο, όπως όλα άλλωστε τα... «παιχνίδια» της «Κύπρον ιν, ντηντ.»

Η πολιτική του γραφή, παράλληλα, όταν έχει πιο συγκεκριμένους στόχους αναλώνεται στην ίδια της τη φλόγα. Δεν είναι αδυναμία αλλά ηθελημένη προσέγγιση, αφού φανερά κουρασμένος από οποιαδήποτε λογική αντιμετώπιση των πολιτικών δρώμενων, ο ποιητής προσπαθεί, όσο μπορεί, να τα αντιμετωπίσει με ανθρώπινο τρόπο. Αναπόφευκτα πέφτει στην «ανθρώπινη παγίδα» που θέλει να αποφύγει, για αυτό και τον συναντάμε εκνευρισμένο στο «Κυπριακό στα Ίσια», να στάζει χολή στο «Ριζοκάρπασο» ή να είναι... φευγάτος στο «Καφές με κατ' ουσίαν Αμμοχωστιανή».

Η προσπάθειά του να αντιδράσει, γενικά, είναι φανερή, αλλά ο δρόμος που παίρνει είναι καμουφλαρισμένος και επιλέγει τον στιχουργικό ανταρτοπόλεμο, σπάνια την μετωπική σύγκρουση. Ο Σουλιώτης τοποθετεί στίχους σε στρατηγικά σημεία που εκ πρώτης όψεως είναι άκακοι αλλά με μια προσεκτικότερη ματιά αναδεικνύουν καταστάσεις με έναν σχεδόν κατασκοπικό τρόπο.

Όταν στρίβει, ας πούμε, στην «άβολη γωνία» είναι σαν να τον βλέπουμε να στριτζώνεται να αποφύγει τον πόνο και την κούραση της επανάληψης, ενώ, άλλοτε, όταν τα φώτα σβήνουν στην θεατρική παράσταση και διακόπτεται, αφού έχει ακουστεί ο μουεζίνης, ο Σουλιώτης παίρνει μια βαθιά ανάσα και προσπερνάει το (πολιτικό) γεγονός, τελειώνοντας με το αφοπλιστικό «να την δείτε, ωραία παράσταση».

Αυτό το ντύσιμο των πάντων με το σαρκασμό και την ειρωνεία, αυτός ο ύπουλος ανταρτοπόλεμος γίνεται όχι μόνο λόγω ύφους αλλά (φυσικά) και λόγω άμυνας του ποιητή, ο οποίος προσπαθεί να προστατευτεί από μια βάναυση, ακατανόητη πραγματικότητα. Και είναι αυτό το ψυχολογικό άνοιγμα του Σουλιώτη, ο τρόπος βασικά που επιδιώκει να το κάνει, συχνά-πυκνά με επιτηδευμένη αφέλεια που, πάνω από όλα, πρέπει να δει και να σεβαστεί ο αναγνώστης, αλλά, κυρίως, να επιμείνει να ανακαλύψει: η «Κύπρος, ιν ντηντ» δεν είναι μασημένη τροφή. 

Αν η έκταση κουράσει (όχι άδικα, ίσως, αφού προς το τέλος φουντώνει η αίσθηση ενός ψυχολογικού σέσσιον που έχει ξεπεράσει την επιτρεπόμενη διάρκειά του), μη δώσετε ιδιαίτερη σημασία, απλά συνεχίστε.   

Κι αν δεν καταφέρνει εντελώς να ζωντανέψει μια σύγχρονη Αλεξάνδρεια, πάνω στα ερείπια μιας Κύπρου που ακόμα έχει παλμό ζωντανό, παλμό ηχηρό, ο Σουλιώτης φτάνει πολύ κοντά, γεγονός που αρκεί και μαγεύει τόσο για το αποτέλεσμα αλλά κυρίως για το τόλμημα.


Ηλίας Θ. Παππάς




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου