Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Μέθεξις - Χρήστος Κουτσοκλένης (αποσπάσματα)

ΕΧΩ 

Ἒχω στά χέρια μου μιά χούφτα ἡλιαχτίδες κι ἒχω εύθύς ὃλο τό φῶς δικό μου. Ἒχω στά χείλη μου τή γεύση τοῦ φιλιοῦ της κι ἒχω εύθύς ὃλον τόν ἒρωτα δικό μου. Ἒχω στό βλέμμα μου τά ἂνθη τῆς πλατείας κι ἒχω εὐθύς ὃλον τόν κόσμο δικό μου. Ἀκούω τό τραγούδι τοῦ κότσυφα, ὀσφραίνομαι τῆς θάλασσας τήν αὒρα καί ὃλα εἶναι μιά ἐκδρομή στά πέρατα τοῦ ὀνείρου.

***


ΥΦΑΝΣΗ

Ἒκοβα βόλτες στήν πλατεῖα σάν τόν ταξιδιώτη πού ἒχει χάσει τόν δρόμο του καί ὃλο ξαναγυρνᾶ στό ἲδιο σημεῖο. Διαβάτες γύρω μου μόνο οἱ σκιές τοῦ παρελθόντος καί τά χίλια πρόσωπα τῆς μοναξιᾶς. Ποῦ νά πήγαν ὃλοι; Καί ποῦ νἆναι ἆραγε οἱ ἀλῆτες πού ξέρουν τόν δρόμο; Σ’ ἓνα προσήλιο στάθηκα νά ὑφάνω μέ τά νήματα τῶν ἀχτίδων μιά καινούργια ρότα σέ τούτη δῶ τήν παγωμένη γῆ.

***


ΚΑΠΟΙΑ ΔΕΙΛΙΝΑ

Κάποια δειλινά, ὃταν τά ἀργά του βήματα τόν ἒφερναν στήν πλατεῖα, κοντοστεκόταν καί κύτταζε δεξιά καί ἀριστερά σάν κάτι νά ἒψαχνε νά βρεῖ, πού τόσα χρόνια τὂχε χαμένο. Καί σέ λιγότερο ἀπό ὃσο κρατάει μιά ἀναπνοή, ξεκινοῦσε πάλι στοιβάζοντας μές στό ἑρμάρι τῆς ψυχῆς του πίκρα καί ἐρημιά. Δέν φανταζότανε ποτέ του πώς ὃ,τι εἶχε ὀνειρευτεῖ κάτω ἀπό τό χῶμα τῆς πλατείας οἱ ἀργυρώνητοι τὂχαν θαμμένο.

***


ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ

Ἂδεια ἡ πλατεία. Μονάχα ἡ παγωνιά ἀπό τήν ἀπουσία καί ἡ ἠχώ ἀπό τή βουή τῶν περασμένων. Τό ὃραμα πού κείτεται καταγῆς μέ πόνους φρικτούς αἱμορραγεῖ. Λίγα φεϊγ-βολάν, ἀπό μέρες σκορπισμένα, πασχίζουν, μέ τή βοήθεια τοῦ ἀνέμου, νά κλείσουν τίς πληγές του. Μιά παρακαταθήκη γιά ‘κείνους πού θέ νά ξαναρθοῦν, νά’ χει ἀπομείνει.

***


ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ


Τό πηγάδι, πού κάποτε τροφοδοτοῦσε τήν πλατεῖα μέ νερό, ἀπό τήν ἀνυδρία εἶχε στερέψει ἐδῶ καί χρόνια. Τώρα, ὃμως, στράγγισαν σ’ αὑτό θάλασσες δάκρυα καί αἷμα. Καί ἒτσι λύθηκε το πρόβλημα πώς θα ποτίζεται ὃ,τι καινούργιο σπάρθηκε σ’ αὐτόν τόν τόπο.

***


ΧΡΕΟΣ

Στον Γρηγόρη Μιχαηλίδη

Ἂδικος κόπος. Ναι, ἂδικος κόπος νά ἀρνούμαστε τήν πραγματικότητα. Τά δάκρυα δέν ὠφελοῦν. Καί οἱ μεμψιμοιρίες δέν ὠφελοῦν. Ἁπλῶς, ὀφείλουμε σάν συνετή ὁμήγυρις νά ξεχωρίσουμε τό διαυγές ἀπ’ τό θολό καί νά συνεχίσουμε τό ταξίδι χωρίς ὑπερβολές καί ἀνόητους θρήνους. Ἒτσι, σάν χρέος πρός τοὐς ἑπόμενους νά καλλιεργοῦμε εὐλαβικά ὃ,τι ὂμορφο ἡ ἰδέα τῆς πλατείας ἒσπειρε στήν ψυχή μας.


(Μέθεξις, εκδ. Έρεισμα, Χανιά, 2012)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου