Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Επιλογή από την ποιητική συλλογή "Κύπρον, ιν ντηντ", του Μίμη Σουλιώτη

Μπορείτε να διαβάσετε την παρουσίαση της "Κύπρον, ιν ντηντ" εδώ.


"ΘΑ ΜΠΩ ΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ"

"Απόψε εννά μπω της Λάρνακας στις οχτώ"
σαν "Θα μπαίνω μέσα σου όλη νύχτα" μού ακούστηκε
η φίνα διατύπωση που ψάρεψα στην καφετέρια - 
αντί για κολόκες αρπαχτές απ' την παράδοση.
Αυτή η σύνταξη με την παρωχημένη δοτική μέσα
με φαντασιώνει με την Λάρνακα πλαγιασμένηνα,
γερτή στην γενική της κατάκλιση
μαυροβρυού, αραχνοΰφαντη, μεσογειακή,
μόλις λιγότερο ανάλαφρη από αιγαιακή,
να με περιμένω να της μπω, Παναΐα μου,
απ' όπως την γυροφέρνω με το αεροπλάνο.

(Άσχετο μα σχετικό:
Μαχαιράς σαν πυκνή σκοτεινή σοκολάτα - κάρβανος αιθός
που για να την γευτείς πρέπει να ν' αντέχεις - όχι Κορνάρος
         γάλακτος,
όχι φραπέδες καλοχτυπημένοι με ζαχαρόγαλα·
η Νήσος έχει φως περισσότερο απ' το κανονικό,
την ξασπρίζει ένας στασιμοπληθωρισμός φως,
μια ντάλα σαν μπλόφα στα σκότη,
οι σκιές πήζουν κάργα στο μαύρο.)

--------------------------------------------------------------------------


ΡΙΖΟΚΑΡΠΑΣΟ

Επιστρέφαμε από το Ριζοκάρπασο
που έχει τον πιο καθαρό αέρα,
ο Πιερής τούς σκηνοθέτησε το Άσμα του Γιοφυριού
και μες στο πούλμαν του γυρισμού οι φοιτητές χαλάρωναν
λεξιπαίζοντας με το αγρινόν - μουφλόν
τύπου "Η πύλη του Αγριανού", "Τον Αράπη κι αν τον πλύνεις
το αγρίνι σου χαλάς", "Καρέλια Αγρινίου", "την επάγριον",
"Αγρίνια κι αγρινάκια μου" και τέτοιες παρεκφορές
που εκτροχίαζαν τις σημασίες και τόνωναν το κέφι.

Στο δείπνο είχαν παρακαθήσει και δύο διακριτικοί με
       πολιτικά
που αποχώρησαν λίγο προτού ανεβούμε να φύγουμε,
περάσαμε το τελωνείο χωρίς καθυστέρηση
και φτάσαμε στην πλατεία Ελευθερίας, απαλά.

Στη διάρκεια της παράστασης είχε ακουστεί ο μουεζίνης·
τα φώτα σβήσαν και οι ηθοποιοί ανέστειλαν με ταμπλό βιβάν,
οι θεατές παρέμειναν στις θέσεις τους ανεκδήλωτοι και μετά,
αμέσως, η παράσταση συνεχίστηκε και περαιώθηκε.
Να την δείτε, ωραία παράσταση.

--------------------------------------------------------------------------


ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΣΤΑ ΙΣΙΑ

Όπως το 1821 ή το Μακεδονικό, έτσι και το Κυπριακό
είναι ζόρικο να κουβεντιαστεί στα ίσια
χωρίς αυτονόητα, εμμονές και παπαριές.
Η τακτική της παραίσθησης αντί της αίσθησης
αξίζει όσο η μονόχειρη ενασχόληση αντί για συνουσία:
για να τα λέγαμε φάτσα-φόρα και σταράτα
έπρεπε να είχαμε το ήθος του Καραϊσκάκη
ή του Καπετάν Κώττα, που δεν το έχουμε.
Δεν το διαθέτουμε
επειδή έχουν προηγηθεί οι ενδόμυχες απεμπολήσεις,
      οι αποφάσεις,
επειδή τρομπάρουμε τα μυαλά μας με "μειοδότες" και
      "προδότες"
αντί να κατανοήσουμε με πραγματικούς όρους
και να επιδοθούμε σε συμφέροντα έργα.
Ή αλλιώς, έστω και τριτευόντως,
επειδή στήσαμε την προτομή του Τόκα κολλητά στου Μόντη
λες και είναι καλλιτεχνικά ισάξιοι, δύο δύο σαν τους Χιώτες,
καλά που δεν τους βάλαμε κι αντικριστούς
να κοιτιούνται στο διηνεκές· ή, επίσης,
εκείνο το δυσεξήγητο μνημείο κοντά στο Χίλτον.

Και όταν γράφω "Εμείς" υπονοώ "Εσείς",
εμείς δηλαδή και εσείς,
εμσείς.

--------------------------------------------------------------------------


ΚΑΦΕΣ ΜΕ ΚΑΤ' ΟΥΣΙΑΝ ΑΜΜΟΧΩΣΤΙΑΝΗ

Και πάνω που είχα αρχίσει να την φέρνω στα νερά μου
κι εκείνη δεν το απέκλειε,
ίσως και για να φανεί απλώς ευγενική, επιλέξιμη,
όπως είχαμε στρωθεί και μιλούσαμε για διάφορα
το 'φερε η κουβέντα και μου το σκάει
ότι σκότωσαν έναν πολύ δικό της λίγο πριν το Πραξικόπημα
- μικρή αυτή, στην μέση του δρόμου -
τότε αναχαιτίστηκα, την είδα με διαφορετικό μάτι,
της είπα κάτι όπου υπερτερούσε η άχνα της τρυφερότητας
γιατί το είχε αφηγηθεί τόσο αφτιασίδωτα που την σεβάστηκα,
σπάστη και σίγησα, και μετά επανήλθα
αμέσως, σαν να έκαμνα κανονική επανεκκίνηση
όπου τώρα την γούσταρα πιο πολύ
αλλά από μακριά και σαν εξακολουθητικά,
σαν από φθίνουσα απόσταση.

--------------------------------------------------------------------------


ΦΩΤΟΓΡΑΦΗΣΕΙΣ

Την νυοστή φορά που κατέβηκα στην Νήσο
αποτόλμησα να φωτογραφήσω
ό,τι είχα εντοπίσει, πρόσωπα, ποδηλάτες, δρόμους,
γούβες σοκακιών, σπίτια και τοπία ζησμένα,
τα εμπέδωνα και καθιστικά και βάδην
αντικρισμένα, της επίμονης πραγματικότητας.
Άλλοι φωτογραφούν κι από το φινιστρίνι
με τις πρόωρες ευαισθησίες τους,
δοσμένοι σε μάνες και σε συγγενείς μία ζωή
παίρνουν τις καντρίλιες με τις λέξεις δήθεν στα σοβαρά,
αυτές τις επιψαύστριες τις θεωρούν τάχαμου τέχνη,
τις ωραίες κι εκλεκτές εικόνες -
χωρίς φίλους, χωρίς συναισθήματα
ιδικής τους παραγωγής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου