Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Έφυγε ο Μίμης Σουλιώτης


Στις 26 Νοεμβρίου, πριν από τρεις μέρες δηλαδή, έφυγε από τη ζωή ο γνωστός και αξιόλογος ποιητής, πανεπιστημιακός και συγγραφέας, Μίμης Σουλιώτης.

Όπως γράφει η Καθημερινή (φύλλο της 27/11/2012) "το πιο ιδιάζον χαρακτηριστικό της ποίησής του, από τις πρώτες ακόμα εκδόσεις του ως την τελευταία είναι η οξύτατη παρωδία προσώπων, ηθών και φαινομένων της σύγχρονης ελληνικής δημόσιας ζωής, προπάντων του πανεπιστημιακού χώρου αλλά και του κύκλου των λογοτεχνών και των διανοουμένων. Η ειρωνική και παιγνιώδης οπτική του είναι εμφανής και σε πολλά από τα σχόλια και μελετήματά του".

Η τελευταία του ποιητική συλλογή, Κύπρον ιν ντηντ (Μεταίχμιο, 2011) είναι μία από τις υποψήφιες για το κρατικό βραβείο ποίησης 2012. Αντιγράφουμε από αυτήν ένα χαρακτηριστικό ποίημα που αντανακλά και το στίγμα του blog:

Ανθολογία κυπριακής ποίησης

Έπηξα από «θάμπη», «χρυσομέλισσες», «πανέμνοστους»,
γάνιασα από «ανθόκρημνα»,
από ανούσιες επιδαψιλεύσεις που ενοχλούν το συναίσθημα
και το στουπώνουν, ενώ το μόνο σύγχρονο που έχει η Ανθολογία
είναι οι χρονολογίες γέννησης των ανθολογουμένων:
ανιαροί λεξιθήρες, τζάμπα το ξάκριζα,
ελάχιστα δεν είναι για τον Καιάδα.
- Θεούλη μου, όταν θα έχω πεθάνει κι εγώ όπως τόσοι,
ας μην ακούγονται τόσο μπόσικα και βαρετά τα δικά μου,
όχι όλα τουλάχιστον, κι όχι πληκτικά,
κάμε ν’ ακούγονται σαν εξωποιητικά μα ενδιαφέροντα –
φώτισέ με, Θεούλη, κι αν μου μέλλεται να το πάθω
κάλλιο να κόψω το συνήθειο από σήμερα.

Είναι βέβαιο ότι ποτέ δεν ακούγονταν "μπόσικα και βαρετά" τα ποιήματά του, ούτε όταν ζούσε, ούτε τώρα…

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Αντανάκλαση

Από τις -προς το παρόν- ημιτελείς "Ανατάσεις" 

Αντανάκλαση

Αυτό που αναζητήσαμε παιδιά
ζωγραφιστά σχεδόν
ήρθε στην αγκαλιά μας και ανέτειλε.

Αυτό που για μια στιγμή ελπίσαμε
χρόνους πολλούς πριν
για χρόνους πολλούς μετά
απέγινε τώρα καυτή αλήθεια, εγκλωβισμένη
κάτω απ’ τον συρμάτινο ήλιο.

Μια στιγμή γλυκιάς αδυναμίας ήταν
το παραμιλητό ενός φθόνου
που μας έκανε να κοιτάξουμε πίσω από το φόβο
για ένα τόσο δα δευτερόλεπτο, συνεπαρμένοι
και να αντικρύσουμε σχέδια του μέλλοντος, απαγορευμένα
αγγίγματα που ξεσηκώνουν το δέρμα.

Τα έτη όμως πια πληρώθηκαν και λύθηκαν, άξαφνα
όπως ανοίγει τη βεντάλια του ο άνεμος
και αυτά που είδαμε και αυτά που αγγίξαμε
μέσα από την παιδική ανυπομονησία
έφτασε η ώρα τους να κοιταχτούν από τα μάτια
και να σωθούν απ’ τις αναίτιες επιθυμίες.

Τι θα κάνουμε άραγε
τι θα αποφασίσουμε
τώρα που αυτό το οποίο αναζητήσαμε κρυφά
αναζητάει με τη σειρά του ορίζοντα για να απλωθεί
γη για να ανθίσει;

Ηλίας Θ. Παππάς



Reflection

What we sought of when kids
as if drawing it almost
came into our arms and dawned.

What for one moment we hoped in
many years ago
many years since
now became a burning truth, caged
under the wire sun.

A moment of sweet weakness it was
the raving of some envy
which made us glimpse behind fear
for just a split second, carried away,
and see future plans, forbidden
touches that shudder the skin.

The fullness of the time came and was undone, suddenly
like a gasp of wind shooting out its fan
and what we saw and what we touched
with child-like impatience
now it’s time to look it in the eye
and rescue it from causeless wishes.

What will we do
what will we decide
now that what we secretly sought
seeks in turn of a horizon to expand
a piece of land to thrive?


Elias T. Pappas



(Translated by Christina Linardaki)

Το Βιβλίο των Ημερών

Σήμερα, για πρώτη φορά, το Βιβλίο της Ζωής
που είχα χρόνια στο κομοδίνο δίπλα μου
μάζεψα ό,τι κουράγιο είχα και τ' άνοιξα.
Δεν είχε σούπερμαν μέσα, δράκους, πεντάμορφες,
ιστορίες γενναιότητας και ιπποσύνης.
Είχε μονάχα παροράματα.

Έτρεξα τότε στο τυπογραφείο να προλάβω
μα σώθηκε, μου 'παν, το μελάνι της μηχανής
τυπώνοντας άχρηστα τεύχη.
Μόνο που σώθηκαν κι οι ήρωες.

Ας σβήσει λοιπόν κάποιος τούτο το λευκό χαρτί
που ρίχνει το φως του πάνω μου σαν προβολέας,
με περιπαίζει να ξαμολήσω την ψυχή μου,
να καταδυθώ –βιάσου, μου λέει – δίχως φιάλες ή σκάφανδρο
σε εικόνες ξεχασμένες,
πρόσωπα χαμένα από καιρό,
να υποδυθώ ρόλους θολούς
ανάμεσα στο σπουδαίο και το μαρτύριο
σα να 'μουνα βασίλισσα ή αγία.

Οι βασιλιάδες κι οι γενναίοι χρεοκόπησαν.
Τα σύμβολα τα ξεκρεμάσαμε όλα.
Απλοί άνθρωποι κρυμμένοι στη σιωπή
τις σελίδες ας σκεπάσουν σα χιόνι.


Χριστίνα Λιναρδάκη

Η θεματική του θανάτου στη λογοτεχνία (σύντομο σημείωμα)


Ένα από τα βασικά καθήκοντα της λογοτεχνίας είναι να επιβάλλει μια δομή στη ζωή και στον θάνατο, νοηματοδοτώντας και τα δύο. Προσπαθεί δηλ. η λογοτεχνία, όπως ακριβώς η επιστήμη, να κατανοήσει και να εξηγήσει τον κόσμο στον οποίο ζούμε, αλλά και να ερμηνεύσει το ρόλο μας ως μετέχοντες στην ανθρώπινη κατάσταση.

Δεν είναι λοιπόν παράξενο που το λογοτεχνικό έργο στο οποίο εμφανίζεται για πρώτη φορά η θεματική του θανάτου είναι και το αρχαιότερο. Μιλάμε για το έτος 2000 πΧ και το σουμερικό Έπος του Γκιλγκαμές. Ακολουθούν η Παλ. Διαθήκη (λίγο μετά τον 9ο αι. πΧ) με τη δολοφονία του Άβελ από τον Κάιν, ο θάνατος του Πάτροκλου στην Ιλιάδα (στα 700 πΧ) και  του Σωκράτη στον Φαίδωνα του Πλάτωνα (στα 400 πΧ) και, φυσικά,  αμέτρητοι ήρωες και έργα μέχρι την εποχή μας.

Στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, η θεματική του θανάτου πρωτοεμφανίζεται κυρίως τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. σε ιστορικά μυθιστορήματα όπως της Πηνελόπης Δέλτα ή του Ηλία Βενέζη, οι οποίοι εμπνεύστηκαν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Βαλκανικό Έπος και τη Μικρασιατική καταστροφή. Το ίδιο περίπου μοτίβο ακολουθείται και στη μεταπολεμική περίοδο (1945-1960) και μόνο αργότερα, στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, βλέπουμε θέματα άμεσα ή έμμεσα συνδεδεμένα με εμπειρίες θανάτου να είναι απαλλαγμένα από τον διδακτισμό των προηγούμενων περιόδων και να σχετίζονται με άλλου είδους, πιο σύγχρονα προβλήματα, όπως η τεχνολογία, το περιβάλλον, η μοναξιά ή τα αδιέξοδα των προσωπικών σχέσεων.

Στις μέρες μας, οι λογοτεχνικοί ήρωες δεν χάνουν τον χρόνο τους πεθαίνοντας. Οπωσδήποτε πεθαίνουν – αν δηλ. έπρεπε να βγάλουμε από τα ράφια ενός βιβλιοπωλείου τα έργα τα οποία περιέχουν τουλάχιστον έναν θάνατο, τα ράφια θα έμεναν άδεια – όμως στην εποχή μας, η οποία εστιάζεται με αφύσικη ένταση και έπαρση στη νεότητα, την ομορφιά και την επιτυχία, ο θάνατος φαίνεται να έχει μπει στο περιθώριο, σαν απαραίτητο αλλά αγνοήσιμο κακό...

Χ. Λιναρδάκη

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Διαβάσαμε...

Δύο συν δύο ίσον πέντε. Πώς αλλιώς να εξηγείται η Τέχνη που ευδοκιμεί σε περιόδους κρίσης; Η οικονομία καταρρέει, η κοινωνία αποσυντίθεται, τα κρατικά ταμεία αδειάζουν, όμως το Άνευ ξεχειλίζει από συνεργασίες ανθρώπων που αντιστέκονται, ελπίζουν, δημιουργούν. Είναι ακτίνες φωτός που διαπερνούν τη μαυρίλα και κάποια στιγμή θα την αναχαιτίσουν.

Περισσότερο από χρήματα, κονδύλια και προϋπολογισμούς, το έλλειμμα στον τόπο μας είναι ηθικό και πνευματικό. Έχουμε αναλογικά πολλούς πτυχιούχους, πόσοι όμως επιδιώκουν τη μόρφωση, την Παιδεία; Και ποιοι τελικά αναδεικνύονται στις θέσεις που καθορίζουν τη ζωή μας; Εκτός εξαιρέσεων, επικρατούν οι μέτριοι στην καλύτερη περίπτωση, σε μια ανίερη συμμαχία με κύριο στόχο την παραμονή τους στην εξουσία. Οι άξιοι και ανιδιοτελείς παραμερίζονται και όσοι προσπαθούν για κάτι καλύτερο απογοητεύονται και εγκαταλείπουν νωρίς.

Έφτασε η ώρα για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο που θα ξανακτίσει σε στέρεες βάσεις την πολιτεία μας. Τριακόσια χρόνια μετά τη γέννηση του Jean-Jacques Rousseau χρειαζόμαστε ένα νέο Διαφωτισμό. Η Τέχνη και οι πνευματικοί άνθρωποι έχουν το δικό τους ρόλο σε αυτή την προσπάθεια. Με κάποιο τρόπο οι λέξεις, οι προβληματισμοί, τα οράματά μας πρέπει να μετουσιωθούν σε έργα. Όταν τα καταφέρουμε, δύο συν δύο θα ισούνται με το άπειρο.

Άνευ, Πρόλογος, καλοκαίρι 2012