Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

Η κριτική των κριτικών

Σε κάποιο σημείο του μνημειώδους θεατρικού έργου του Σάμουελ Μπέκετ Περιμένοντας τον Γκοντό, οι δυο κεντρικοί ήρωες, ο Εστραγκόν και ο Βλαδίμηρος, αρχίζουν να βρίζονται. Μετά από μερικές βρισιές εκατέρωθεν, ο Εστραγκόν αποκαλεί τον Βλαδίμηρο «κριτικό λογοτεχνίας»! Ο Βλαδίμηρος λέει: «Ωωχ!», κατεβάζει τα αυτιά και γυρίζει από την άλλη μεριά ηττημένος.1 Ο χαρακτηρισμός του από τον Εστραγκόν δεν εκλαμβάνεται ως μια απλή βρισιά, αλλά ως η πιο δυνατή προσβολή, που κάνει τον αντίπαλο να μην έχει κάτι να του αντιτάξει.

Πιθανότατα ο Μπέκετ να είχε αντιμετωπιστεί και ο ίδιος από κριτικούς που να έθαβαν το έργο του ή, στην καλύτερη περίπτωση, το αντιμετώπιζαν με σκεπτικισμό, γιατί εκείνη την εποχή οι κριτικοί λογοτεχνίας είχαν τη δυνατότητα να στρέψουν το αναγνωστικό κοινό μακριά από ένα έργο, που δεν τους άρεσε, τους ξένιζε ή τους φαινόταν διαφορετικό από τις νόρμες της εποχής. Όμως, μέχρι και οι πιο γνωστοί κριτικοί λογοτεχνίας έκαναν λάθη, με την ιστορία να δικαιώνει τελικά έργα, τα οποία εκείνοι είχαν απαξιώσει.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η απαξιωτική γνώμη του Κωστή Παλαμά για την ποίηση του Καβάφη: «Μα για ποιητής;… Δεν ξέρω, ίσως να κάμνω λάθος… Μάλλον για ρεπορτάζ μοιάζουν τα γραφτά του, λες και φροντίζει να μας δώσει ρεπορτάζ από τους αιώνες! […] Είναι μερικά από τα σημειώματά του αυτά που παν να μοιάσουν σκίτσα ιδεών, που πρόκειται να γίνουν καλά τραγούδια. Μα που ο εργάτης των τ’ αφήνει μόνο σε σχέδια» και αλλού: «Φτάνω στο συμπέρασμα: Τα έργα του Καβάφη, στίχος, γλώσσα, έκφραση, μορφή και ουσία, μου φαίνονται σα σημειώματα που δεν μπορούν ή που δεν καταδέχονται να γίνουν ποιήματα».2 Για την ποίηση του Καβάφη εκφράστηκαν και άλλοι με παρόμοιο τρόπο, όπως ο Τίμος Μαλάνος, που την χαρακτήρισε ως «έργο εγκεφαλικό»3 και ο Τέλλος Άγρας, που χαρακτηρίζει όλους του πολυσύλλαβους στίχους του Καβάφη κακούς.4

Απαξιωτική ήταν η στάση των κριτικών λογοτεχνίας και για τον Καρυωτάκη και αυτή στάθηκε μια από τις πολλές αιτίες, για την απόφασή του να αυτοκτονήσει. Πού καταλήγουμε; Σήμερα ο Καβάφης και ο Καρυωτάκης διαβάζονται περισσότερο από τον Άγρα και τον Παλαμά.

Στις μέρες μας, οι κριτικοί λογοτεχνίας χωρίζονται σε δύο κύριες κατηγορίες.

Η πρώτη κατηγορία είναι οι αναγνωρισμένοι κριτικοί λογοτεχνίας, που γράφουν σε πολυδιαφημισμένα έντυπα ή ηλεκτρονικά μέσα και προσπαθούν να διαμορφώσουν την κοινή γνώμη υπέρ ενός λογοτεχνικού έργου. Δεν κάνουν κριτική, αλλά παρουσίαση. Δεν βρίσκουν ποτέ ψεγάδια σε ό,τι κρίνουν. Όμως, αν ένα έργο δεν θέλουν να το διαφημίσουν δεν το αναφέρουν. Πολύ απλά οι αναγνωρισμένοι κριτικοί λογοτεχνίας αγνοούν ό,τι θα απαξίωναν οι παλιότεροι.

Η δεύτερη κατηγορία είναι φίλοι λογοτεχνών, που γράφουν για τον κύκλο τους, για την παρέα τους και συνήθως διαβάζονται από έναν πολύ κλειστό περίγυρο και περιορίζονται στο να αυτοθαυμάζονται. Το διαδίκτυο δίνει τη δυνατότητα ενός μεγαλύτερου ανοίγματος, όμως και πάλι οι κριτικές διαβάζονται από ελάχιστους διαδικτυακούς φίλους, που θα έχουν τον χρόνο και τη διάθεση να τις διαβάσουν. Γι’ αυτούς τους λόγους η εν λόγω κατηγορία είναι εντελώς ανώδυνη. Δεν κάνει κακό σε κανέναν, γιατί δεν καθιερώνει λογοτέχνες, όπως η πρώτη κατηγορία.

Υπάρχουν και λίγοι κριτικοί λογοτεχνίας, που επιμένουν, όταν γράφουν για ένα βιβλίο να αναφέρονται, τόσο στις αρετές, όσο και στα ελαττώματα του έργου. Αν δεν τους αρέσει κάτι, θα το πουν, αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο λεκτικών επιθέσεων από τους λογοτέχνες και το κοινό τους.

Κανένας, όμως, από τους κριτικούς λογοτεχνίας δεν μπορεί να καταστήσει διαχρονικό ένα λογοτεχνικό έργο. Τους πραγματικά σπουδαίους λογοτέχνες, τους δικαιώνει η ιστορία. Όπως, φτάσαμε τόσα πολλά χρόνια από το θάνατο του Καβάφη να τον διαβάζουμε και να τον θαυμάζουμε ακόμα και σήμερα, έτσι και μετά από άλλα τόσα χρόνια μπορεί να μνημονεύουμε έναν λογοτέχνη του καιρού μας, που οι αναγνωρισμένοι κριτικοί λογοτεχνίας της εποχής μας, είτε τον απαξίωσαν, είτε τον αγνόησαν.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος



1) Σάμουελ Μπέκετ: «Περιμένοντας τον Γκοντό», μετάφραση: Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου, εκδόσεις: «Ύψιλον», σελ. 84.
2) Επτά μελετήματα για τον Καβάφη, εκδόσεις: Μανδραγόρας», σχόλιο των Βασιλικής Κύρκου, Γεώργιου Στεφανίδη: «Η αρνητική κριτική στον Καβάφη», σελ. 108.
3) Ό.π., 109.
4) Ό.π., 109.


      
      


Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

«Τουριστικός οδηγός» του Κωστή Παπακόγκου


Ο Τουριστικός οδηγός του Κωστή Παπακόγκου κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1970 στα σουηδικά από τις εκδόσεις Τετράδια του Ρήγα, που συστάθηκαν από τον καθηγητή νεοελληνικών σε σουηδικά πανεπιστήμια Αντώνη Μυστακίδη (1908-1989), με στόχο την αντίσταση στη δικτατορία του 1967. Πολλά από τα ποιήματα της συλλογής, η οποία γράφτηκε για τον ίδιο ακριβώς σκοπό. είχαν πρωτοδημοσιευθεί στον σουηδικό και λοιπό σκανδιναβικό Τύπο. Η συλλογή κυκλοφορεί τώρα μεταφρασμένη στα ελληνικά και με κάποια ποιήματα αναθεωρημένα.

Ο Τουριστικός οδηγός είναι απολύτως ενδεικτικός της προσπάθειας των Ελλήνων του εξωτερικού να κρατήσουν ζωντανό το αντιδικτατορικό κίνημα στην Ευρώπη. Οι κινητοποιήσεις για το τουριστικό μποϊκοτάζ της Ελλάδας λόγω του δικτατορικού καθεστώτος της εποχής ήταν ένα από τα πιο δραστικά όπλα τους – και εξηγεί και τον τίτλο της συλλογής.

Σε αντίθεση με άλλες συλλογές του ποιητή, όπως π.χ. Η έβδομη λιαχτίδα,  ο Τουριστικός οδηγός χαρακτηρίζεται από αξιοσημείωτη συνοχή – γεγονός που εξασφαλίζεται από το θέμα. Ωστόσο, ο Παπακόγκος είναι ούτως ή άλλως μαχητικός και η ποίησή του στρατευμένη. Η σοσιαλιστική αντίληψη είναι η κόκκινη κλωστή που διαπερνά ολόκληρο το έργο του, όπως γράφει για εκείνον ο Σουηδός κριτικός Τσελ Βερν.

Στους στίχους του Παπακόγκου σε αυτήν τη συλλογή συναντάμε στρατιώτες, απεργούς, ανέργους, φοιτητές. Όλοι ονειρεύονται την ελευθερία και όλοι πολεμούν γι’ αυτήν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Η Ελλάδα είναι ο τόπος της μάχης και το έπαθλό τους· η Αθήνα, η Πίνδος, η Γιούρα, όλα εκείνα τα μέρη όπου κρίνεται το διακύβευμα του αποτελέσματος.

Όσο όμως κι αν πασκίζουνε
Πάνω μας να βιδώσουν
Ένα κρανίο πλαστικό
‘μεις απαντάμε με το αίμα μας
Στους δρόμους της Αθήνας:
Ο φασισμός δεν θα περάσει!

Σ’ αυτούς τους δρόμους άλλοτε
Γυρίζαμε
Μ’ ένα κλαδί ελιάς στα χείλια
Και η νύχτα ήταν στις πλάτες μας
Ένα τσουβάλι μ’ όνειρα

[…] Η Ελλάδα
Γυρίζει αποκεφαλισμένη
Πανάρχαιο φάντασμα ιερό
Στις πολιτείες του κόσμου
Χτυπάει τις πόρτες σας –
Ανοίχτε!

[…] τώρα που ο Παρθενώνας έσφιξε
Τα δόντια καρτερώντας
Την κάθαρση της αστραπής…

(σπαράγματα από το ποίημα «Ένας λαός αποκεφαλισμένος»)

Εντύπωση προκαλεί το πάθος και η σφοδρότητα με την οποία διατυπώνεται ο λόγος του ποιητή. Βέβαια, η συλλογή πρωτογράφτηκε 48 χρόνια πριν και ο ίδιος τότε ήταν νέος και αποφασισμένος. 
Πέρα απ' αυτό, ο Παπακόγκος γράφει καλά. Η ποίησή του του είναι στρωτή, έχει ποιητικότητα, ρυθμό, καλλιέπεια: «Στη μάχη τραγουδάμε/ κάτι πρωτόγονους ρυθμούς/ σαν χλιμιντρίσματα ριπών». Στο ποίημα «Είκοσι χρόνια κάτω απ’ τη βροχή» διαβάζουμε:

Κι όταν πάνω απ’ τους ουρανούς αφήσαν
Ραγδαία μια βροχή από σφαίρες
Κι άρπαξε η θύελλα στην ορμή της
Σα φύλλα τους συντρόφους μας –

Το δέντρο απέμεινε γυμνό
Χέρι τρεμάμενο ζητιάνου
Στραμμένο στους λαούς του κόσμου

[…] Μόνο τα βράχια ψήλωσαν απότομα
Και φέγγουν σαν χαυλιόδοντες απάνω
Απ’ τα λιβάδια που διαβαίνουν τα βουβά
Δαμάλια της ομίχλης.

[…] Στ’ ανταριασμένα διάσελα της Πίνδου
Το φεγγάρι είν’ ανοιχτή πληγή
Λαδοκάντηλο που αργοκαίει τις νύχτες

Πέρα από την ποιητική αξία, η έκδοση της συγκεκριμένης συλλογής ικανοποιεί το αίτημα της συμπερίληψης στο σώμα της νεοελληνικής ποίησης ποιημάτων που αποτελούν ιστορικά τεκμήρια. Άλλωστε, ο Ταξιδιωτικός οδηγός είναι διαχρονικός: θα μπορούσε να είχε γραφτεί σήμερα για την Ελλάδα της κρίσης. Το είδος των προβλημάτων μόνο άλλαξε, ο πολύπαθος τόπος παραμένει δυστυχώς ο ίδιος.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

Όταν το Ωραίο συνάντησε το Υψηλό: Οι «Ανάδοχοι καιροί» της Πηνελόπης Γιώσα


...βιάζεσαι ν' ανοίξεις τη καρδιά σου
μη σε προλάβει η ξενιτιά και την αλλάξει.[1]


Μολονότι η συλλογή είναι του 2016 και συνήθως στο στίγμαΛόγου ασχολούμαστε με συλλογές του τρέχοντος έτους και του αμέσως προηγούμενου, ήταν αδύνατο να μη γράψει για τους Ανάδοχους καιρούς. Η συλλογή είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα δείγματα ποίησης που έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό.

Κατ΄αρχάς, αυτό που εντυπωσιάζει είναι η πληθωρικότητα των εννοιών, των λέξεων, των εικόνων και των (ανα)παραστάσεων. Ακόμη κι αν το θέμα της Γιώσα είναι ένα ταπεινό δέντρο, όπως η συκιά, η ποιήτρια επιστρατεύει υποδειγματική καλλιέπεια και με γενναιοδωρία σκορπά όμορφες εικόνες, όπως η ακόλουθη:
Έι εσύ συκιά,
Κυρά του περβολιού
Γεννοβολάς ετοιμόγεννα πουγκιά ηδυπάθειας
Μικρά χαρτζιλίκια του ελεήμονος Θεού
Να βαραίνουν λαθραία τις τσέπες των παιδιών
Τον Αύγουστο καβάλα στα ποδήλατα
Και να δοξάζουν τη γινωμένη νιότη.
(«Η συκιά»)

Ήλιοι, φυλλώματα, σκιές, βροχή, ο άνεμος, θάλασσες, πουλιά, λουλούδια –αυτά και πολλά ακόμη στοιχεία της φύσης και της καθημερινότητας χρησιμοποιούνται σαν σύμβολα στους στίχους της Γιώσα:
Έχει μια λύσσα απόψε ο άνεμος
Λες και μύρισε τη μοναξιά μου
Κι όρμησε στο κατόπι της.
(«Ψυχανέμισμα»)

Το όνειρο και οι μνήμες, καθώς και η μελαγχολία δίνουν πολλές φορές τον τόνο στη συλλογή, η οποία επισκέπτεται πρόσωπα της μυθολογίας («Ο Πολύφημος»), αλλά και της Βίβλου («Σημεία των καιρών) και των παραμυθιών («Θα σου πω ένα παραμύθι»). Κάποιες εικόνες επαναλαμβάνονται σταθερά και μία από αυτές είναι η εικόνα της φόδρας. Η φόδρα αναφέρεται συχνά-πυκνά στα ποιήματα, είναι αυτό που δεν φαίνεται, όμως υπάρχει για να δίνει όγκο και για να απομονώνει· πρόκειται για ένα κομμάτι ύφασμα που συγκρατεί το ρούχο και δημιουργεί πτυχώσεις, π.χ. μια τσέπη. Δυστυχώς, βέβαια, μερικές φορές η φόδρα είναι  τρύπια:
Κι είναι πάντα αυτά που δεν προλάβαμε
Απλήρωτο χρέος που εκκρεμεί
«μονέδα που έμεινε για χρόνια»[1]
Να βαραίνει την τρύπια φόδρα
Του λεπτοδείκτη χρόνου.
(«Αποχαιρετισμοί»)

Μια άλλη εικόνα είναι η φλέβα, ο αγωγός του αίματος που θέλει να ενωθεί με την ποίηση:
Αυτή τη μικρή φλέβα στα δεξιά του καρπού
Πώς να την πειθαρχήσω
Που έξαλλη τινάσσεται και χτυπά
Κάθε φορά που σμίγει με την πένα;
Απελπισμένα λαχταρά να κάνει έρωτα μαζί της
Να στάξουν μελάνι στο χαρτί
Να γεννηθεί η ποίηση
Ολάκερη η ύπαρξη πίσω απ’ τις λέξεις.

Πέρα όμως από αυτήν την πρώτη ανάγνωση, που αποφέρει απλόχερα την πληθωρικότητα, την καλλιέπεια και τη θαυμαστή εικονοποιΐα της συλλογής, στοιχεία τα οποία συντείνουν στην έννοια του Ωραίου, υπάρχει και μια δεύτερη ανάγνωση, που παραπέμπει στην έννοια του Υψηλού. Σκύβοντας κανείς πάνω από τα ποιήματα, ανακαλύπτει μια άλλη αγωνία. Είναι μια αγωνία μεταφυσική, που εμπλέκει την ψυχή. Από πού ήρθε η ψυχή και πού πηγαίνει; Τι είναι εκείνο που τη βαραίνει και, αντίστροφα, τι μπορεί να είναι εκείνο που την απελευθερώνει;

Η Βιβλική Αποκάλυψη επικρέμεται σαν σπάθη πάνω από τους στίχους, ενώ ο Θεός εικονίζεται ως δίκαιος τιμωρός και ταυτόχρονα ως Παράκλητος, σαν δύναμη ενεργητική και όχι σαν απλή παρουσία, ακόμη κι όταν η βεβαιότητα της αμαρτίας ρίχνει βαριά τη σκιά της στα ποιήματα… Το ποιητικό υποκείμενο αναγνωρίζει την ανθρώπινη, και άρα ευάλωτη και διαβλητή, διάστασή του, μα δεν την απαρνιέται, ίσα-ίσα:
Μια αρμαθιά πουλιά
Ξεκλειδώνουν τις θύρες του παραδείσου
[…] Κύριε, γιατί μας έδωσες τον ουρανό;
Όσο κι αν τεντώνομαι στις μύτες των ποδιών μου
Όσες κλίμακες κι αν ανεβώ
Πάντα εμμένω στη χθόνια φύση μου
Χους, νερό και φωτιά
[…] Την ομοίωση ακόμα προσδοκώ.
(«Εικόνα δειλινού»)

Το ποιητικό υποκείμενο, που αρκετές φορές μοιάζει να ταυτίζεται με την ποιήτρια, π.χ. στα ποιήματα που αναφέρονται στη γενέθλια πόλη («Γιάννινα»), μιλά συχνά αναιρώντας τον εαυτό του, εξίσου συχνά αναιρώντας και τους άλλους, σε μια κίνηση πλήρη ειρωνείας, όπως στα γειτονικά ποιήματα “Merry Christmas” και «Αμαρτωλές πολιτείες». Η υπονόμευση του εαυτού, που παράγεται με αυτόν τον τρόπο, αφηγείται την πορεία της ψυχής μέσα από στενά, δύσβατα μονοπάτια που θα έπρεπε να οδηγούν στον παράδεισο, αλλά μάλλον απομακρύνουν από αυτόν. Τελικά, η λύτρωση ίσως να μην έρθει.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Ακολουθεί το αγαπημένο μου ποίημα «Αυτός ο έρωτας»:

ΑΥΤΟΣ Ο ΕΡΩΤΑΣ

Αυτός ο έρωτας
Δε θα γνωρίσει ποτέ την Άνοιξη
Ζει μες στο Φθινόπωρο,
Κάτω από κουμπωμένα πανωφόρια
Και τραγιάσκες που καλύπτουν το μέτωπο.

Δε θα μάθει ποτέ πώς κοιμάσαι και πώς κοιμάμαι
Αν απλώνω τα κρύα μου πόδια τη νύχτα
Στα δικά σου
Αν μ’ αρέσει να πλαγιάζω ανάσκελα
Σε στάση προσοχής προς τον ουρανό
Προβάροντας την αιώνια ανάπαυση
Ή αν προτιμώ την ευάλωτη στάση εμβρύου
Γιατί κι οι δυο αρκούμαστε
Σ’ ένα γοργό συναπάντημα των χνώτων
Σε μια συνεύρεση επιπόλαια, βιαστική
Διασχίζοντας μονοπάτια κακότραχαλα κι επικίνδυνα
Αφήνοντας τις λεωφόρους να μένουν ορθάνοιχτες
Για τους ρομαντικούς και τους ονειροπόλους.








[1] Στίχοι από τον «Τελευταίο σταθμό» του Γιώργου Σεφέρη.

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

"Το βουνό των πελαργών" του Μίροσλαβ Πενκόφ

Ένας νεαρός Βούλγαρος, φοιτητής στην Αμερική, επιστρέφει στην πατρίδα για να βρει τον παππού του, που εδώ και χρόνια έχουν χαθεί τα ίχνη του, και να πουλήσει τα χωράφια του. Η αναζήτησή του τον οδηγεί σε ένα μικρό χωριό στα σύνορα με την Ελλάδα και την Τουρκία, ψηλά στα βουνά της Στράντζας, ένα μυστηριώδες μέρος όπου επιβιώνουν οι αρχαίες παγανιστικές παραδόσεις, όπου χορεύουν κάθε άνοιξη οι αναστενάρηδες και όπου μαύροι πελαργοί φωλιάζουν στις θεόρατες βελανιδιές. Εκεί θα εμπλακεί στον αγώνα του παππού του για τη διάσωση του χωριού, θα ερωτευτεί το λάθος κορίτσι και θα βυθιστεί σε έναν κόσμο που ανήκει στο παρελθόν, είναι όμως ακόμη ζωντανός.

Αυτή είναι η περιγραφή του βιβλίου στο οπισθόφυλλο και αυτό είναι ακριβώς που θα διαβάσει κανείς αν το αγοράσει. Βάσει της περιγραφής, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι άλλο ένα στην ατέλειωτη σειρά βιβλίων που μιλούν για μέρη όπου η ιστορία δεν έχει αφήσει ποτέ σε ησυχία, όπου τα σύνορα και οι φυλές δεν είναι σταθερά, όπου οι θρησκείες μαλώνουν η μία με την άλλη για τα μεταθανάτια εύσημα και όπου ένα αγόρι ερωτεύεται το λάθος κορίτσι.

Όμως ο Πένκοφ δεν φτιάχνει άλλο ένα τέτοιου είδους αφήγημα. Στο δικό του αφήγημα, η ιστορία δεν είναι πραγματική, παρ' όλα αυτά από την αρχή ως το τέλος του βιβλίου είσαι πεπεισμένος ότι είναι. Το ανύπαρκτο χωριό του θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα χωριό στα σύνορα Ελλάδας, Τουρκίας και Βουλγαρίας και οι κάτοικοί του θα ήταν μουσουλμάνοι ή χριστιανοί - θα ήταν το ίδιο σε οποιοδήποτε χρονικό κομμάτι της ιστορίας αν τους τοποθετούσες, μιας και ο χρόνος είναι μία απόλυτα σχετική έννοια μέσα στο κείμενο. 

Αυτό που έχεις διαρκώς την αίσθηση ότι παραμένει σταθερό και πραγματικό είναι το βουνό, οι πελαργοί και η φλόγα των αναστενάρηδων, που στην ουσία ορίζει τον κύκλο του χρόνου. Ακόμη και ο έρωτας εντάσσεται σε κύκλους, στον κύκλο της φωτιάς και τον κύκλο μετανάστευσης των πελαργών. Συνειδητοποιείς ότι δεν έχει σημασία αν μιλάς για τη Λενιώ ή την Ελίφ, αν ακούς τον χριστιανό παπά ή τη φωνή του ιμάμη, αν οι εικόνες των αναστενάρηδων έχουν πάνω τον "Αι Κόστα" και την Αγία Ελένη ή κάποιους άλλους, αλλά αν αυτός ο κύκλος θα σπάσει ή θα συνεχίσει να επαναλαμβάνεται αέναα, όπως σε όλα τα παραμύθια. 

Και στην ουσία αγωνιάς γιατί σε κανένα παραμύθι δεν θες ένα κακό τέλος, όμως το τέλος είναι πάντα κακό, γιατί το τέλος προϋποθέτει πάντα την αλλαγή και η αλλαγή δεν είναι πάντα καλή για τους μύθους. Και ο μύθος στο βουνό των πελαργών είναι εκεί από την αρχή, κυρίαρχος και ριζωμένος, ίσως πιο ριζωμένος από τις θρησκείες, αξεχώριστος από την πραγματικότητα και ασυνείδητα συνακόλουθος της ιστορίας και του έρωτα. 

Στο τέλος, μένεις να αναρωτιέσαι αν ο κύκλος έσπασε τελικά ή όχι και αν τα σπίτια που γκρεμίστηκαν για να γίνουν ανεμογεννήτριες είναι το τέλος ή ή αρχή ενός άλλου κύκλου, φαινομενικά διαφορετικού αλλά στο βάθος όμοιου. Γιατί πάντα κάποιοι θα καίγονται, όταν πατούν τη φωτιά, και κάποιοι άλλοι όχι, γιατί πάντα οι πελαργοί θα ξαναγυρίζουν, ένας άλλος νεαρός θα αγαπήσει μία άλλη λάθος κοπέλα και ένας παππούς θα λέει φανταστικές ιστορίες (ή πραγματικές ιστορίες που θα μοιάζουν φανταστικές) στο εγγόνι του σε όποιο σημείο της γης κι αν θα είναι αυτό.

Μαρία Γενιτσαρίου

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2018

"Άχρονη μετάβαση" του Γρηγόρη Σακαλή


Σε αυτήν τη νέα του ποιητική συλλογή, ο Γρηγόρης Σακαλής ασχολείται με δύο βασικούς θεματικούς άξονες: ο ένας είναι το άτομο ως οντότητα, με τα πάθη, τα θέλω και τα πρέπει του· ο άλλος είναι το κοινωνικό σύνολο και ο ρόλος του ατόμου μέσα σε αυτό, προκειμένου το σύνολο να μπορεί να λειτουργεί εύρυθμα, ισόνομα και με δικαιοσύνη.

Στον πρώτο θεματικό άξονα, διαπιστώνουμε τον ιδιαίτερα όμορφο τρόπο του ποιητή να αφηγείται πλήρεις ιστορίες μέσα στην έκταση ενός ολιγόστιχου ποιήματος, τον οποίο είχα επισημάνει και στην ανάγνωσή μου της προηγούμενης συλλογής του. Αναφέρω χαρακτηριστικά το ποίημα «Διαδρομή», από το οποίο παραθέτω λίγους στίχους:
Δρόμοι στενοί
Είναι οι δρόμοι μας
Τοίχοι γεμάτοι
Με παλιές αφίσες
Σπίτια ετοιμόρροπα
Στεγάζουν την ιστορία μας
Ματωμένα και σκισμένα ρούχα
Απ’ τη δουλειά
Απ’ τους αγώνες
Είναι στην γκαρνταρόμπα μας

Τα ποιήματα της συλλογής που εντάσσονται σε αυτόν τον άξονα χαρακτηρίζονται από ανεπαίσθητη θλίψη γι’ αυτό που χάθηκε και που δεν είναι άλλο από τον χρόνο, την ευκαιρία ή τη νεότητα. Ο ποιητής οραματίζεται ουτοπίες, όπως στο ποίημα «Όνειρο»:
Οι στρατοί διαλύθηκαν
Και οι φαντάροι βγάλαν το χακί
Γύρισαν σπίτια τους
Να οργώσουν τη γη
Ν’ αγαπήσουν
Όμορφα νεαρά κορίτσια

Ορισμένες φορές γίνεται αφηγηματικός, υπακούοντας στην ανάγκη ή τη βούλησή του να παραθέσει την ιστορία του ανεπτυγμένη. Ωστόσο, διατηρεί τα ποιήματά του απλά, φροντίζοντας να τους προσδώσει βάθος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αρκετά ποιήματά του αναδύονται ως ψυχικά ενσταντανέ της καθημερινότητας – μεταξύ αυτών και το «Ένα πλάσμα», όπου η ομορφιά της νεότητας προβάλλει ως κάτι το απροσπέλαστο, γεγονός που ωθεί τον ποιητή να βιώσει την απόρριψη. Το ίδιο συμβαίνει και στο ποίημα «Άρωμα». Τα ποιήματα αυτά αποκαλύπτουν επίσης την προσωπική του αίσθηση του χρόνου, ως μιας δυνατότητας που χάθηκε ανεπιστρεπτί. Και βέβαια, ως συνέπεια αυτής της αίσθησης, μια μοναχικότητα πλανάται στον αέρα...

Η προσωπική αίσθηση του χρόνου του ποιητή είναι όχι απλά βιωμένη, αλλά επιγεγνωσμένη: ο Σακαλής έχει πλήρη επίγνωση του χρόνου που κύλησε και χάθηκε. Σε ορισμένα ποιήματα, όπως το «Κοντά στο τέλος», η επίγνωσή του αυτή γεννά τη ματαίωση, σε άλλα όμως ποιήματα, όπως το ομότιτλο της συλλογής, η επίγνωση γίνεται η αφετηρία για αναβάπτισμα και μια νέα αρχή. Αυτού του είδους η αμφιθυμία είναι διάχυτη στη συλλογή: ο ποιητής συχνά βλέπει τα πράγματα και από τη φωτεινή και από τη σκοτεινή τους πλευρά και γι' αυτό φταίει ίσως η διάθεση της στιγμής ή τα «συμφραζόμενα», οι συνθήκες μέσα στις οποίες γράφεται το ποίημα. 

Όσον αφορά τον δεύτερο θεματικό άξονα της συλλογής, ο ποιητής εμφανίζεται ιδιαίτερα μαχητικός, όπως για παράδειγμα στο ποίημα «Ανάγκη για τη ζωή»:
Οι λύσεις
Δεν θα πέσουν απ’ τον ουρανό
Άνθρωποι θα τις βρουν
Σαν εσένα
Σαν εμένα
Σαν όλους μας
Καιρός να το καταλάβουμε

Εμφανίζεται επίσης ιδιαίτερα ευαίσθητος και αφυπνισμένος σε θέματα όπως αυτό της διαφορετικότητας, όπως π.χ. στο ποίημα «Οι άλλοι»:
Είναι μερικοί άνθρωποι
Ίσως οι περισσότεροι
Που ζουν για να βασανίζονται.
Παιδιά που δουλεύουν
Γυναίκες κακοποιημένες
Απλήρωτοι εργάτες
Άνεργοι
Τοξικομανείς
Φυλακισμένοι για τις ιδέες τους
Δεν έχει τέλος ο κατάλογος.

Ορισμένες φορές δεν αποφεύγει έναν διδακτικό τόνο, όπως στο ποίημα «Ελπίδα». Άλλες πάλι βλέπει τη φωτεινή πλευρά των πραγμάτων, όπως στο ποίημα «Διαδρομή», απ’ όπου οι ακόλουθοι στίχοι:
Τους στόχους μας δεν πετύχαμε
Μα κάτι καταφέραμε
Δώσαμε στη ζωή μας νόημα
Βάψαμε τα όνειρά μας
Με έντονα χρώματα
Και το ψωμί γλύκανε.

Τη συλλογή κλείνει ένα ποίημα από την κοινωνική συνιστώσα, με τίτλο «Το νόημα της ζωής»:
Δεν θέλουμε συμβουλές
Δεν θέλουμε άδικες θυσίες
Δεν θέλουμε να μας μιλούν
Με πατρικό ύφος.
Θέλουμε τη ζωή
Ελευθερία κι αξιοπρέπεια
Να χτίσουμε το δικό μας παράδεισο
Επί της γης.

Η συλλογή δεν περιέχει κλισέ και αυτό τη διαφοροποιεί σημαντικά από την προηγούμενη συλλογή του ποιητή, το Κυτίο κρυφών ονείρων. Είναι σημαντικό ότι δεν μίλησα πουθενά για ποιητικό υποκείμενο, αφού η συλλογή δημιουργεί στον αναγνώστη τη βεβαιότητα ότι παντού μιλά ο ίδιος ο ποιητής. Από αυτήν την άποψη, η όποια ανάγνωσή της ταυτίζεται μαζί του και το ποίημα δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεξάρτητα από αυτόν.

Τεχνικά, θα ήθελα οι στίχοι να είχαν δουλευτεί περισσότερο, για παράδειγμα οι λέξεις να ήταν πιο προσεγμένες, γιατί αυτό θα συνέτεινε σε ένα αρτιότερο αποτέλεσμα. Έστω κι έτσι, όμως, ο Σακαλής διατηρεί στο ακέραιο την ικανότητά του να συγκινεί.

Χριστίνα Λιναρδάκη