Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2019

Το ποίημα της Δευτέρας - "1050 χιλιόκυκλοι" και "Ο δρόμος" της Κωστούλας Μητροπούλου

Στον απόηχο της χθεσινής επετείου του Πολυτεχνείου, παραθέτουμε στο "ποίημα της Δευτέρας" δύο πολύ γνωστά ποιήματα της αείμνηστης ποιήτριας Κωστούλας Μητροπούλου, από την οποία πρόλαβε λίγο πριν από τον θάνατό της να πάρει συνέντευξη η Χριστίνα Λιναρδάκη (ήταν μάλιστα η πρώτη συνέντευξη που πήρε από επώνυμο). Η συνέντευξη θα αναδημοσιευθεί στο στίγμαΛόγου την επόμενη Δευτέρα.


1050 χιλιόκυκλοι

«Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο»!
Αυτή η φωνή που τρέμει στον αέρα,
δεν σού ‘στειλε ένα μήνυμα μητέρα,
αυτή η φωνή δεν ήτανε του γιου σου,
ήταν φωνές χιλιάδες του λαού σου.
«Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο»!

Μιλάει ένα κορίτσι κι ένα αγόρι,
εκπέμπουνε τραγούδι μοιρολόι,
χίλιες πενήντα αντένες η λαχτάρα,
σε στόματα μανάδων η κατάρα.
Και τα κορίτσια και τ’ αγόρια που μιλούσαν,
τρεις μέρες και τρεις νύχτες δεν μετρούσαν,
δοκίμαζαν τις λέξεις με αγωνία,
κι αλλάζανε ρυθμό στην ιστορία.

«Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο»!
Γραμμένα μένουν τα ονόματα στο αρχείο,
δεν αναφέρονται οι νεκροί που είναι στο ψυγείο,
λένε πως είναι τέσσερις κι είναι εκατό οι μανάδες,
πρώτα σκοτώθηκε η φωνή και σώπασαν χιλιάδες.


Ο δρόμος

Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία
κάποιος την έγραψε στον τοίχο με μπογιά
ήταν μια λέξη μοναχά ελευθερία
κι ύστερα είπαν πως την έγραψαν παιδιά

Κι ύστερα πέρασε ο καιρός κι η ιστορία
πέρασε εύκολα απ’ τη μνήμη στην καρδιά
ο τοίχος έγραφε μοναδική ευκαιρία
εντός πωλούνται πάσης φύσεως υλικά

Τις Κυριακές από νωρίς στα καφενεία
κι ύστερα γήπεδο στοιχήματα καυγάς
ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία
είπανε όμως πως την έγραψαν παιδιά…


Κωστούλα Μητροπούλου



Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2019

"Στη φλέβα της πέτρας" της Ειρήνης Παραδεισανού

Η ποίηση της Ειρήνης Παραδεισανού μιλά για την τραγικότητα της ζωής που ριζώνει μεταξύ του λίγου και του ελάχιστου, στο άγονο έδαφος ενός διχασμένου κόσμου. Επαναστατεί κατά του ελλείμματος ανθρωπιάς που υπάρχει στην εποχή μας και ενός συστήματος που το αναπαράγει, στρώνοντας χιόνι στα μάτια των ανθρώπων, φυλακίζοντας τους στα δάχτυλα της πέτρας. Η ποίησή της επιζητεί να σπάσει τα τείχη που κτίζει η πέτρα, να φτάσει στο ίζημα εκείνο της αγάπης που έκτισε τον κόσμο. Η αλληλεγγύη της ποιήτριας για τα δεινά του άλλου, ο θυμός και η αγανάκτησή της για τις τραγικές ειδήσεις που κάνουν τον γύρο του κόσμου είναι το υλικό και η κινητήρια δύναμη της ποίησής της.

Ειδήσεις που της βαραίνουν την καρδιά, της κόβουν την ανάσα, της τρυπούν σαν καρφιά τους κροτάφους, για έναν κόσμο που φλέγεται ντυμένος του Ιώβ την προβιά. Και από την άλλη πλευρά, άνθρωποι που θαρρείς υπνοβατούν γύρω της· με βαμβάκι στα μάτια, χωρίς συμπόνια για εκείνους που έχασαν την πατρίδα τους, χαμένοι στον μικρόκοσμό τους, αδιάφοροι για τα δεινά που ταλανίζουν την ανθρωπότητα. Μια καθημερινότητα χωρίς διέξοδο, την οποία η ποιήτρια βιώνει σαν φυλακή· ένα γκρίζο τοπίο που μέσα του η ψυχή του ανθρώπου φθείρεται, βουλιάζει σε τέλμα.
Η ίδια, με την ιδιότητα της φιλολόγου, διακρίνει καθημερινά τα σημάδια αυτής της φθοράς μέσα στις πνιγηρές αίθουσες διδασκαλίας, όπου βαριεστημένοι φοιτητές αναμασούν μια άνευρη διδακτέα ύλη που δεν ανάβει τη φλόγα του ενθουσιασμού στα μάτια τους. Οι αξίες των κλασικών έργων δεν βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στην ψυχή τους. Στο ποίημα της που απευθύνεται στον Κώστα Καρυωτάκη, γράφει μεταξύ άλλων:

Κι αν σε πουλήσαμε κι εσένα 
κι αν βγάλαμε απ’ το αίμα σου θεωρίες φιλολογικές 
που βαριεστημένοι φοιτητές σε αίθουσες πνιγμού αναμασούν
συγχώρα μας ποιητή
μα δεν ξέραμε τρόπον άλλο να υπάρξουμε… 
Εμείς οι φιλόλογοι
με τα γαριασμένα πετσιά
με την εμμονή στο ακέραιο καθήκον
με τα μάτια σταχτιά
εμείς που δεν θα πεθάνουμε ποτέ από αηδία
σε χαιρετούμε
ποιητή
μέσα από το βυθισμένο στη σκόνη
κλουβί μας.
Στο περιτείχισμα του σχολικού αυλόγυρου, το παιδί πρόσφυγας παρακολουθεί μέσα από τρύπια μάτια τα άλλα παιδιά να παίζουν αγνοώντας το σαν να είναι αόρατο, αντανακλώντας τις προκαταλήψεις και τις φοβίες των γονέων τους.

Σας κοιτώ μέσα απ’ τα τρύπια μάτια
ασάλευτους να βουλιάζετε στο περιτείχισμα του σχολικού κενού
αυτά τα τετράγωνα με τη μούχλα σφηνωμένη στο χάσμα.
Είστε μικροί φωναχτοί αστερίες.
Τα πλοκάμια σας σαλεύουν ανάστροφα
Με κλείνουν ολοένα πιο μέσα.
Μην πασχίζετε άλλο.
Αυτό το αιώρημα είναι μοναχά δικό μου.
Το δικό σας σάρκινο δέρμα νοιαστείτε.


Μια νέα εποχή βαρβαρότητας φαίνεται να απλώνει αργά αλλά σταθερά τη σκιά της πάνω από τον κόσμο, που στόχο της έχει να εξαφανίσει την ευαισθησία και την αθωότητα από τις παιδικές ψυχές…
Η σύγχρονη ποίηση φαίνεται να έχει επηρεαστεί και αυτή στα μάτια της ποιήτριας από τη φθορά της εποχής. Με ποιήματα αυτοαναφορικά που γράφονται από κάποιους ανθρώπους που στοχεύουν στην προσωπική προβολή, στους επαίνους και κλείνουν τα μάτια στην ασκήμια της πραγματικότητας. Μια ποίηση που γράφεται κυρίως προς τέρψιν των σαλονιών.

Η ποιήτρια θέλει η ποίησή της να είναι το μπουρίνι που λαχταρά να ξεσπάσει δίχως οίκτο στα αγέλαστα βράχια της θύμησης, το σφυρί που θα σπάσει την πέτρα που της βαραίνει το στέρνο, τον πάγο της αδιαφορίας των ανθρώπων. Είναι ο μόνος τρόπος που βρίσκει για να πάρει ανάσα.
Θα ουρλιάζω σκοπούς στα κλειστά σας ματάκια
άοκνοί μου εσείς
υμνητές της ευτυχίας
εσείς που δεν υποψιάζεστε
το τίμημα
που καλούμαι καθημερινά να πληρώνω
για τις στιγμές αυτές
που σχίζεται το πέπλο μπρος στα ολόφωτα μάτια μου.


Σημασία έχει για εκείνη το βλέμμα του άλλου. Γιατί χρέος του ποιητή είναι να απλώνει το χέρι να σχίσει το βαμβάκι που χτίζει τα βλέφαρα των ανθρώπων καθώς υπνοβατούν μπρος στα μάτια του… Όπως κάποτε το έκανε η Βιρτζίνια Γουλφ όταν έβλεπε τα σχέδια πίσω από το βαμβάκι, η Σύλβια Πλαθ, όταν έπεφταν τα πέπλα από τα μάτια της. Να δουν το σκελετωμένο παιδί που προσεύχεται στο στήθος του Θεού:

Σαλεύει στο δέρμα τ’ ουρανού
Σκελετωμένο το παιδί.
Τα χέρια του ακουμπούν στο στήθος του Θεού
«Δωσ’ μου Θεέ
τα μάτια του θεριού
ν΄ακουμπήσω μ’ αυτά την αντιπέρα όχθη
να σταλάξω στο ποτήρι των ανθρώπων που δεν είδαν
μια στάλα κρασί
απ΄τις κόρες των ματιών
που με καρφώνουν…

Να δουν με τα μάτια του μυαλού, το πρόσωπο του θεριού που κρύβεται πίσω από τους νεκρούς πρόσφυγες που μένουν ακδίκιωτοι, φορώντας στεφάνι υγρό στις ακτές της Μεσογείου. Όμοιο με εκείνο που κρυβόταν τότε πίσω από τον ασάλευτο δείκτη που χάραξε τη σχισμή στο μέτωπο των νεκρών του Πολυτεχνείου. Το ίδιο που δημιουργεί πολέμους. Nα δουν τον Μινώταυρο της οικονομίας του εικοστού πρώτου αιώνα που εξοντώνει τα παιδιά του και απομυζά τον πλανήτη.

Να ακούσει τη νότα χλευασμού στα χείλη του πνιγμένου που του θυμίζει ότι ο βυθισμένος δεν έχει χρεία απ’ οξυγόνο./ Εκεί που οι άλλοι ασθμαίνουν για φως/ ο βυθισμένος γελά

Να συγκλονίσει την καρδιά τους, όπως συγκλόνισε τη δική της το θλιβερό αναγγελτήριο, ότι δέκα χιλιάδες παιδιά πρόσφυγες έχουν εξαφανιστεί στην Ευρώπη...

(Δεν έχω πια φωνή να μιλώ.
Το στόμα μου γίνηκε μια λίμνη χώμα.
Σαλεύει ορθάνοιχτο στο μαύρο
και μια σμέρνα μου τρώει τη γλώσσα…
Δεν έχω πια σάλιο να φτύσω.
Ξερό το
χώμα που μασώ
κι έγινε πέτρα…)


Και αν η ποίησή της, τροφοδοτημένη από παρόμοιο θυμό με αυτόν του Αχιλλέα, απευθύνεται με γλώσσα αιχμηρή και ειρωνική στους άβρεχτους και τους χορτάτους, γίνεται λίμνη ευαισθησίας και τρυφερότητας, όταν μιλάει για τους πρόσφυγες και τα παιδιά.

Γίνεται το διάμεσο που σχίζει το πέπλο και ανοίγει μπροστά στα μάτια του αναγνώστη την αυλαία ενός παράλληλου κόσμου. Για να δει απέραντες εκτάσεις από άνυδρα τοπία φτιαγμένα από άμμο και αλάτι, δέντρα γυμνά από χυμούς, πόλεις ερειπωμένες... Στους δρόμους τους φυτρώνουν φύκια πλεγμένα από τα χέρια των παιδιών κι ένας άνεμος τα κρατά πετρωμένα στο χώμα... Θαρρείς και η σκληρότητα της ψυχής της μιας πλευράς του κόσμου αντανακλάται στην άλλη, δημιουργώντας υπερρεαλιστικές εικόνες απόλυτης καταστροφής. Ο ήχος των πολεμικών αεροπλάνων, μαζί με τον άνεμο της πεδιάδας και τον αχό των κυμάτων, είναι το ρέκβιεμ ενός κόσμου που χάνεται. Ένα εφιαλτικό παραμυθιού που ακούγεται από χείλη παιδικά.
Ο αχός των κυμάτων που σπάζουν στους κροτάφους
ένα σιγανό μουρμουρητό καμωμένο απ’ τον ήχο των φλεγόμενων πουλιών.
τα φτερά τους απλώνουν στον άνεμο
να στεγνώσουν τη γύμνια του κόσμου
κι αργοσαλεύουν στο φρύδι του θεού
που απαθής
μοιράζει τη φρίκη
στα μάτια των σερνάμενων υπηκόων του.

./..

Στον καπνό που ανεβαίνει απ’ τον άγνωστο κόσμο
στη σιωπή που καρφώνει με νύστα την πεδιάδα του ανέμου
στην ασημένια σμίλη του αλατιού που οργώνει τη θάλασσα
Πόση θλίψη
αγέννητη ακόμη
χαρίζουν τα πουλιά με τα ραμμένα ράμφη
στο βλέμμα του ασάλευτου ποιητή.


Ο ψυχικός πόνος της σχεδόν σωματοποιείται, παιδικά χέρια αναδύονται από τους πόρους του σώματός της, ή είναι η ποίηση που γίνεται σώμα για να υποδεχθεί τα νεκρά παιδιά, για να τους δώσει ένα τόπο για να υπάρξουν;

Στους πόρους του δέρματος φυτρώνουν χέρια.
Εκλιπαρούσαν για σάρκα τ’ άκαπνα μέλη.
Ρίζες ανάποδες
απ’ τις σχισμές που ανοίξαν στους άμαθους πόρους
τρεμοσβήναν τα βλαστάρια του νου του…

…Βρέφη γερμένα στην πηγή
ορθώνουν τον λαιμό που διψά
στο ουράνιο στερέωμα
μισανοίγουν το στόμα
και απλώνουν λεπίδες σκουριασμένες τα δόντια
λίγο πριν πέσουν λίπασμα
στη λάσπη των ανθρώπων

                  
Όταν κοιτάς από ψηλά, από το φρύδι του θεού που είναι τα σύννεφα, μοιάζουν μυρμήγκια οι ανθρώποι... Μυρμήγκια με κεραίες από σκόνη μπαινοβγαίνουν μέσα από την τρύπα που κάποτε ήταν το στόμα του Γκιούλιβερ. Με κοιτούν με μάτια κόκκινα/ μισόκλειστα γερτά στην ειρωνεία./ Εγώ ο Γκιούλιβερ στη χώρα των μικρών τεράτων/ καρφωμένος στη λάσπη των λιωμένων ανθρώπων/… λίπασμα για τα μικρά τέρατα…

Θα πεθάνει στο μέλλον ο δημιουργικός άνθρωπος με το ελεύθερο πνεύμα, που υπερασπιζόταν το δίκαιο και αγωνιζόταν για το όραμα ενός καλύτερου κόσμου; Θα χαθεί στη λήθη η πολιτιστική κληρονομιά του;

Θα 'ρθει καιρός που θα γίνει έρημος αυτός ο πλανήτης; Θα ’ρθει καιρός που τα παιδιά/ θα στρέφουνε της κόγχες των ματιών τους στον πατέρα/ κι εκείνος θα γέρνει ολοένα προς το χώμα/ μέχρι να γίνει κουκκίδα άμμου/ σε πέτρινη θάλασσα

Η ποιήτρια μιλάει για ένα παρόν που μοιάζει σαν μια αέναη ευθεία γραμμή, χωρίς παρελθόν, χωρίς μέλλον. Μια γκρίζα περιοχή που δεν είναι άλλη από το κενό που έχει δημιουργήσει το έλλειμμα ανθρωπιάς ενός διχασμένου κόσμου. Η ποίηση είναι το διάσελο που μπορεί να διασφαλίσει την ενότητά του, στο βάθος της λιμνάζει η ιστορία της ψυχής του ανθρώπινου πνεύματος. Σε καιρούς σκοτεινούς, είναι η εσωτερική πυξίδα του ανθρώπου για να φτάσει τον άλλο, να ενώσει τα χέρια σε αλυσίδα ευαισθησίας. Ο άνθρωπος θα μπορούσε τότε να δει, όταν πέσουν τα πέπλα μπροστά από τα ολόφωτα μάτια του, το κρυμμένο παιδί που σαν ένας μικρός γαλήνιος θεός αλαργινός, παραμονεύει πίσω από τις γρίλιες το φως της αγάπης.

Κατερίνα Τσιτσεκλή



Αυτή η φλούδα που ξεκολλά στο κρανίο μου
στρέφεται γύρω απ’ τα μάτια και χάσκει
τριγύρω
παιδιά κρατημένα σφιχτά στο λαιμό μου
με τραβούν προς το χώμα.
Κι ένα δέντρο υψώνεται στο μέρος που παίζαν.
Τα κλαδιά του σαλεύουν στα χέρια μου
και
υπαγορεύουν
το τελευταίο ποίημα.


Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2019

Όταν η κριτική συνθηκολογεί

Παλαιότερα, η συμπερίληψη ενός ποιητή ή ενός βιβλίου στη λίστα ενός ορισμένου οίκου από μόνη της λειτουργούσε ως πρόκριμα. Το ίδιο και οι επιλογές των σημαντικών λογοτεχνικών περιοδικών. Το αργότερο από την έναρξη της οικονομικής κρίσης, αυτό σε μεγάλο βαθμό έχει πάψει να ισχύει. Ακόμη και από γνωστούς και αναγνωρισμένους οίκους οι συλλογές που κυκλοφορούν τυπώνονται όλο και συχνότερα, εν όλω ή εν μέρει, εξόδοις του συγγραφέα τους. Οι εξαιρέσεις που υπάρχουν, δεν αποδυναμώνουν τον γενικό αυτόν κανόνα. Στην ουσία έχουμε δηλαδή το πλήρες αναποδογύρισμα του εμπορικού κύκλου: πελάτης του εκδότη δεν είναι πια ο αναγνώστης αλλά ο συγγραφέας. Ο εκδότης παρέχει απλώς τυποτεχνική επιμέλεια στο παραγόμενο προϊόν, χωρίς να εγγυάται την ποιότητα του περιεχομένου του - παρόμοια με τον βιβλιοδέτη ή τον σελιδοποιό. Καταναλωτής και παραγωγός εδώ εν τέλει ταυτίζονται. Και μπορεί οι εκδότες να μην είναι εντελώς αδιάφοροι για το προϊόν που τυπώνουν, δεδομένης όμως της κατάστασης στην αγορά θα ήταν άδικο ν' απαιτούμε να βγάλουν εκείνοι το φίδι από την τρύπα. Άλλωστε, τα βιβλία που παράγουν είναι, και ως προς το περιεχόμενό τους ακόμη, προτιμότερα από τις πολύ συνηθισμένες παλιότερα αυτοεκδόσεις, που πλέον υποχωρούν.

[...] [Στην] Ελλάδα, στις 7.909 εκδόσεις που καταγράφει για το 2016 η Βιβλιονέτ, τα 680 ποιητικά βιβλία που κυκλοφόρησαν αντιπροσωπεύουν το  8,6% του συνόλου, νούμερο διόλου αμελητέο για τους εκδότες και τους λοιπούς επαγγελματίες του κλάδου - χαρτεμπόρους, τυπογράφους, βιβλιοδέτες, ατελιέ. Αλλά και τα βιβλιοπωλεία, τα θέατρα, οι πολιτιστικοί χώροι που φιλοξενούν τις όλο και περισσότερες ποιητικές εκδηλώσεις, επίσης εξαρτώνται ως έναν βαθμό απ' αυτές και τα έσοδα που τους αποφέρουν.

Τι είναι η ποίηση σήμερα κοινωνικά, το βλέπει κανείς σε μια τέτοια εκδήλωση. Ένας ποιητής, που συνήθως έχει πληρώσει για το ολιγοσέλιδο βιβλίο του μία, δύο ή και περισσότερες χιλιάδες ευρώ στον εκδότη του, το παρουσιάζει μαζί με τρεις-τέσσερις ομότεχνους φίλους του, που μιλούν γι' αυτό ενώπιον ενός κοινού το οποίο στην πλειονότητά του αποτελείται επίσης από οικείους, φίλους και ομοτέχνους. Οι πωλήσεις που γίνονται στις εκδηλώσεις αυτές είναι συχνά και οι μόνες. Κατόπιν, τα κείμενα των ομιλιών, ως κριτικά σημειώματα πλέον, δημοσιεύονται στα λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα ή διαδικτυακά. [...] Στο εσωτερικό του κύκλου αυτού, η ποίηση δεν μετράει πλέον ως δραστηριότητα δημόσια, τα μέλη του δεν ενδιαφέρονται να προβάλλουν την εργασία τους παραπέρα ή να ενημερωθούν για την εργασία των ομοτέχνων τους που δεν γνωρίζουν προσωπικά, [...]

Προφανώς, τα κλειστά αυτά λογοτεχνικά οικοσυστήματα δεν έχουν να προσφέρουν δόξα ή οφέλη υλικά. Ωστόσο, τα όσα όντως προσφέρουν δεν είναι διόλου αμελητέα. Όλες οι άλλες τέχνες - τα εικαστικά, το θέατρο, ο κινηματογράφος, η μουσική - έχουν σημαντικό κόστος παραγωγής, οι εκθέσεις, οι παραστάσεις, οι συναυλίες, τα όργανα και τα υλικά στοιχίζουν. Ένα λογοτεχνικό είδος εκτενές πάλι όπως το μυθιστόρημα προϋποθέτει μακροχρόνια, συστηματική και απαιτητική εργασία. Η ποίηση απεναντίας είναι η πλέον προσιτή οικονομικά τέχνη. Αλλά και η πλέον βολική ως προς τις τεχνοτροπικές της απαιτήσεις. Κατά την κρατούσα αντίληψη, κάθε κείμενο μπορεί να τιτλοφορηθεί "ποίημα", εδώ και έναν αιώνα προϋποθέσεις τεχνικές-μορφολογικές δεν υπάρχουν. Άρα είναι μια καλλιτεχνική δραστηριότητα ιδεώδης για τις ανάγκες της μαζική παραγωγής, "φιλική" και κατάλληλη για όλους.

Με τον τρόπο αυτό, καταβάλλοντας δύο ή τρεις φορές κάθε δέκα χρόνια ένα σχετικά μικρό ποσό σ' έναν εκδότη και διοργανώνοντας μια-δυο εκδηλώσεις για τους φίλους του, εξασφαλίζει κανείς εύκολα τον τίτλο του ποιητή και πλουτίζει το βιογραφικό του. Η πιθανότητα το ποιητικό του βιβλίο να κριθεί δημοσίως αρνητικά είναι μηδαμινή. Ακόμη κι αν η τάδε ή δείνα λογοτεχνική συντροφιά ή εταιρία, το άλφα ή βήτα περιοδικό δεν τον κάνουν δεκτό ως μέλος ή συνεργάτη τους, εύκολα θα βρει μιαν άλλη ή ένα άλλο που θα τον δεχτούν. Για ένα άτομο που δεν είναι εντελώς ακοινώνητο, μια κάποια αναγνώριση είναι λοιπόν εξασφαλισμένη, άλλωστε η πλειονότητα των γραφόντων δεν τρέφει άλλη φιλοδοξία. [...]

Κώστας Κουτσουρέλης



Σημ. Απόσπασμα από το ομότιτλο κεφάλαιο του βιβλίου του Κ.Κ. Η τέχνη που αυτοκτονεί: Για το αδιέξοδο της ποίησης του καιρού μας, εκδ. Μικρή Άρκτος, 2019. Το βιβλίο περιλαμβάνει συνολικά 12 κεφάλαια και μία αποφώνηση που, εκτός από μια ανατομία της ποιητικής συνθήκης των ημερών μας, προτείνουν ακόμη τρόπους διάσωσης της ποίησης από τη σημερινή αλγεινή της κατάσταση, προκρίνοντας ως κύρια λύση την επιστροφή στον ρυθμό, την ομοιοκαταληξία και το μέτρο παλαιότερων περιόδων. 

Ταυτιζόμαστε σε μεγάλο βαθμό με όσα αναγράφονται στο βιβλίο, δεν μπορούμε ωστόσο να μην υποδείξουμε κάποια ολισθήματα, όπως την αντιδιαστολή, στη σελίδα 49, στίχου του Ελύτη ("Εσείς να δούμε τώρα", από το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου) με μια ρήση της Γώγου ("Τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε") με σκοπό τη μετρική σύγκριση παλαιότερων ποιητών με πιο σύγχρονους. Το τσιτάτο της Γώγου ωστόσο δεν είναι στίχος από ποίημά της, τουλάχιστον όχι από ποίημα δημοσιευμένο (προέρχεται από την ενότητα "Ημερολογιακά" στο βιβλίο Με λένε Οδύσσεια, που εκδόθηκε μετά τον θάνατό της, και είναι επομένως σημείωσή της που βρέθηκε στα συρτάρια της - έντεκα χρόνια αργότερα βέβαια οι εκδόσεις Καστανιώτη αποφάσισαν να τιτλοφορήσουν με αυτήν τη ρήση το σύνολο του ποιητικού της έργου), άρα δεν μπορεί να υπαχθεί σε μετρικές συγκρίσεις ούτε να στηρίξει επιχειρήματα του τύπου "ο χασμωδικός δωδεκασύλλαβος της Γώγου είναι πεζά, δημοσιογραφικά ελληνικά", αφού δεν προτάθηκε ως στιχούργημα. Τέτοια ολισθήματα δημιουργούν αμφιβολίες για τη στερεότητα των επιχειρημάτων συνολικά και είναι καλό σε ένα βιβλίο σαν αυτό να προβάλλονται μόνο εφόσον έχει προηγηθεί ενδελεχής έρευνα.

Όσο για τις νουθεσίες περί επιστροφής στην παράδοση, δηλαδή σε φορμαλιστικές πρακτικές, ως τρόπου διάσωσης της ποίησης, είναι μάλλον ανεδαφικές. Ευτυχώς ή δυστυχώς, τα ποτάμια δεν γυρίζουν πίσω...

Χ.Λ.


Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2019

"Χίλιες ανάσες" της Ιωάννας Καρυστιάνη

Το μυθιστόρημα της Ιωάννας Καρυστιάνη μας προδιαθέτει ήδη από τον τίτλο του ότι είναι ένα μυθιστόρημα για πολλούς ανθρώπους. Έτσι, ενώ η ιστορία ξεκινά με μια κεντρική ηρωίδα, με μια κινηματογραφική αντιμετώπιση της μυθοπλασίας, τα πρόσωπα που συμμετέχουν στη δράση ή απλά υπάρχουν στο γύρω περιβάλλον ολοένα και αυξάνονται σαν να απεικονίζουν τον παλμό, τη σκέψη και την ιδεολογία που θα μπορούσαν να ’χουν χίλιες ανάσες.

Πώς όμως ξεκινά η υπόθεση και τι θέματα πραγματεύεται η συγγραφέας; Αρχικά κάπου ένα μίλι στα ανοιχτά της Σύρας ένας ψαράς βρίσκει έναν άνθρωπο νεκρό τυλιγμένο στα δίχτυα του. Η Πηγή Βογιατζή αναγνωρίζει στο άμορφο κουφάρι το σύζυγό της που είχε εξαφανιστεί στις 27 Αυγούστου του 2015 από παράκτια περιοχή στη νήσο Κουκούτσι, όπου και κατοικούσε.

Από την αρχή της αφήγησης η Ι. Καρυστιάνη ορίζει στις δύο βασικές συντεταγμένες του χώρου και του χρόνου το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί. Επιλέγει την Ελλάδα των δύσκολων χρόνων της οικονομικής -και όχι μόνο- κρίσης, μια περίοδο πολύ κοντινή, που σχεδόν ταυτίζεται με το σήμερα, και ως τόπο δράσης ένα νησί επινοημένο, που θα το τροφοδοτήσει με τη ζωή μιας τοπικής κοινωνίας και τους ανθρώπινους σφυγμούς που πάλλονται πολύ κοντά ο ένας στον άλλο.

Ο νεκρός που η Πηγή αναγνώρισε ήταν πράγματι ο σύζυγός της; Στο Φουντωτό Βράχο στο νησί Κουκούτσι βρέθηκε το αυτοκίνητό του και μέσα σε αυτό προσωπικά του αντικείμενα. Τι να συνέβη άραγε; Ο απόηχος μιας παλιάς ιστορίας μοιάζει να έρχεται και πάλι στο προσκήνιο. Η Πηγή θα προσπαθήσει να διαβεί το χρόνο, να ανασκαλέψει το παρελθόν, να γυρέψει απαντήσεις από τους φίλους του. Και ανάμεσα στα ανεξιχνίαστα γεγονότα και τα καλά κρυμμένα μυστικά ή τα συμβάντα τα σκόπιμα χαμένα μέσα σε χρόνους σιωπής, κομβικό ρόλο στην υπόθεση έχει κι ένα μικρό φιλντισένιο κουμπάκι.

Γύρω λοιπόν από μια αποσιωπημένη ιστορία κι από ένα κουμπάκι - ενθύμιο περιπλέκεται όλη η ιστορία του μυθιστορήματος. Τι είχε συμβεί παλιά στο Φουντωτό βράχο και πόσο επηρέασε τις ζωές όλων των παρευρισκομένων;

«Αγχωμένα και απανωτά η γυναίκα τον άρχισε, δεν μου το βγάζει κανείς από το μυαλό ότι κάτι άλλο δείχνει ο Βράχος σας, κάποιος είπε στον Στέλιο αυτό που ακόμη δεν ξέρω και που τον βούλιαξε ξανά κι αυτός ο κάποιος δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με τον Σεπτέμβρη του ’75».

Ενώ όμως αρχικά το μυθιστόρημα μοιάζει να υπόσχεται αστυνομικό μυστήριο, το σασπένς παραχωρεί τη θέση του σε πιο βατές εξελίξεις και η υπόθεση εκτυλίσσεται μάλλον χωρίς πολλά απρόοπτα, ακολουθώντας περισσότερο τα μονοπάτια του κοινωνικού μυθιστορήματος. Έτσι χωρίς πολλές δραματικές ανατροπές, με λύσεις που έρχονται από εκμυστηρεύσεις καθημερινές, όχι τόσο εκκωφαντικές, αποκαλύπτεται το μυστικό του Βράχου. Ίσως η πιο σημαντική δραματική εξέλιξη να είναι η αναχώρηση της κόρης του ζεύγους για τη Σάμο ως εθελόντρια στο προσφυγικό. Εκεί που καιροφυλακτεί μια διαβολική σύμπτωση.

Το ύφος του λόγου στο μυθιστόρημα είναι άλλοτε σκόπιμα ανεπεξέργαστο, άλλοτε κοφτό με καθημερινούς διαλόγους και ορισμένες φορές λίγο πιο τραχύ, με τις λέξεις να διαχέονται οξύθυμα προς διάφορες κατευθύνσεις ως απόρροια μιας εσωτερικής οργής σε άμεση συνάφεια με τα αδιέξοδα της εποχής.

«Μα να ξεψαρίζει πτώματα από δίχτυα; Σαν του πατέρα της; Να κλείνει στον κόρφο της πνιγμένα μωρά; Γραμματέας στο γραφείο του Χάρου; Εκεί πιάσανε τόπο, τα πτυχία; Λέσβος, Χίος, Λέρος, Κως, Σάμος ανήκουνε πια στην εμπόλεμη ζώνη της Συρίας. Πώς την άφησες; Θα πάθει κορίτσι πράμα. Από την πρέζα των διαδηλώσεων θα περάσει στα πιο σκληρά, θα μπει στα ψυχοφάρμακα».

Η φύση, ωστόσο, συχνά απαλύνει την οργή και τα αδιέξοδα των ηρώων. Και τότε οι περιγραφές γίνονται πιο λυρικές. Εξάλλου η επιρροή της φύσης είναι διάχυτη μέσα στην καθημερινότητα των ανθρώπων του νησιού κι αυτό είναι ολοφάνερο με τις εικόνες που μοιάζουν να ενώνουν ανθρώπους και φύση σε ένα διαρκές νιτερέσο, σε μια σχέση συνεχούς και αναπόδραστης αλληλεπίδρασης.

«Τίναξε τις λάσπες από τις γαλότσες του κι ακούμπησε στην τσουγκράνα, στα δόντια της σάπια φύλλα».

«Ένιωσε έναν σφάχτη στην πλάτη. Όποτε είχε υγρασία, το βυσσινί τριαντάφυλλο λες και νοτιζόταν, η ουλή ζωντάνευε και την πονούσε, η σπονδυλική της στήλη γινόταν κοτσάνι με αγκάθια και της πατούσε βελονιές».

Σε γενικές γραμμές, πάντως, ο πολύ περιγραφικός λόγος, οι διάλογοι, οι λεπτομέρειες της καθημερινότητας και τα πολλά εμπλεκόμενα πρόσωπα στο σκηνικό της δράσης -πολλές φορές χωρίς δυναμική συμμετοχή- προσδίδουν στο στυλ της γραφής μια εμφανή και εκτεταμένη εξωστρέφεια . ‘Όλα περιστρέφονται γύρω από τις καθημερινές δραστηριότητες, την επικοινωνία, τις σκέψεις και τα μικροπροβλήματα των κατοίκων του νησιού. Άνθρωποι που δεν ξεφεύγουν από το μέσο όρο, χωρίς αποκλίσεις από την κανονικότητα, ζουν και κινούνται στους ιδιαίτερους ρυθμούς του νησιού, απαρτίζουν τον κόσμο του, χωρίς να κάνουν κάτι ιδιαίτερο που υπερβαίνει τα τετριμμένα.

Πολλές φορές μάλιστα αναλώνονται σε καθημερινούς και συνηθισμένους διαλόγους, συνήθειες και συναθροίσεις, ζώντας σε μια κλειστή κοινωνία. Εξάλλου κάποια πρόσωπα μέσα στο έργο λειτουργούν, θαρρείς, σαν κομπάρσοι που συμμετέχουν σε ταινία. Έτσι εμφανίζονται απλά ως παρουσίες, για παράδειγμα ο Γιάγκος Τριδήμας ο ναυαγοσώστης, η δις χωρισμένη Μαγδούλα Τρούλου, η κυρία Φράγκου, η πάλαι ποτέ μαία, ο νεαρός Παναγιώτης, ο παπα Διονύσης της Νέλλης, ο ταχυδρόμος, οι Εγγλέζες ψυχαναλύτριες και άλλοι άνθρωποι που ζουν εκεί .

Βέβαια το πλήθος αυτών των ανθρώπων καταγράφει την κοινωνική γεωγραφία του νησιού. Φωτογραφίζεται ο κοινωνικός σφυγμός, λείπει όμως, αυτή η κρυφή σύνδεση που σαν ομφάλιος λώρος δένει χωρίς πάντα εμφανή λόγο την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Με άλλα λόγια οι άνθρωποι ζουν και κινούνται περισσότερο ως μέλη μιας κοινωνίας, σε έναν εξωτερικό χώρο δράσης, χωρίς να είναι ιδιαίτερα προβεβλημένα τα εσωτερικά κίνητρα των πράξεών τους, η ποιότητα του χαρακτήρα τους, η βαθύτερη συνάφεια των σχέσεών τους, οι ουσιαστικές αναζητήσεις τους ή η βαθιά εσωτερικότητα που ταλαιπωρεί κάποιον, όταν είναι να πάρει μια απόφαση.

«Στη μεσόπορτα κοντοστάθηκε, γύρισε στη μάνα της, φεύγω για Σάμο, εθελόντρια στο προσφυγικό, ανακοίνωσε και μετά, γλυκά και καθησυχαστικά, πρόσθεσε, μη φοβάσαι, μαμά μου, έμαθα πως εκεί ο ουρανός του δειλινού γυαλίζει σαν μαρμελάδα βερίκοκο».

Στο φόντο της ιστορίας σκιαγραφείται βέβαια, εναργώς το «μωσαϊκό» της εποχής του 2015, με τους ανθρώπους ανταριασμένους, τα οικονομικά αδιέξοδα, το δημοψήφισμα, τους πρόσφυγες στα νησιά και τις ατέλειωτες ιστορίες πνιγμών, συχνά με ένα παιδί στην αγκαλιά, ενώ μέσα απ’ όλα αυτά αναφαίνεται και η ίδια η Ελλάδα με νωπή ιστορικότητα, σχεδόν αχαρτογράφητη ακόμη στη συλλογική συνείδηση, η Ελλάδα των συνεχιζόμενων αδιεξόδων, ορατών και αοράτων.

Ήλια Λούτα

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2019

Το ποίημα της Δευτέρας - "πανδημία Ερώτηση" από τον Ε. Μύρων



πανδημία Ἐρώτηση

κρατιέμαι ἀπ' τὸ Βιολὶ τ' οὑρανοῦ
όταν σολὰρει τὸ καθημερινὸ μου κ ρ ὰ χ
ταγμένος στὴ βίαιη ζαριὰ μου
γεννάω θάρρος κασκαντὲρ
γιὰ τ' ἀγρίμι εντὸς μου ποὺ μ' έχει κατοικίδιο.
μαὲστρος μέ πάρκινσον και λερναία η περιέργεια
γιατὶ ελάχιστο θείο επιζεί ακόμα
και ξεροκέφαλος οἰωνός ἡ Γλῶσσα -
τόσα Λάμδα γιὰ νὰ γλυκὰνει τὸ μίσος
κι ακόμα χάσκει χαώδης η χαράδρα

κληρονομιά το ζέσταμα της ελπίδας
            ο ίδιος σακάτης στο λαρύγγι:
θέλξη οθόνη χειρολαβή τσιγάρου
σκαλωσιά οπιούχα.
δράκος ὁ Κέρδος διαιτητεύει όραση
ακατέργαστο λουλούδι και μετεξεταστέοι
στο σαβουὰρ βιβρ του θανάτου, βέβηλοι.

ο καιρός Ὀνειροβγάλτης
γι αυτὸ πατρίδα νύχτα
χόρευε μπαλαρίνα σὰν αλγοθραυστικό



κρατιέμαι ἀπ' τὸ Βιολὶ τ' οὑρανοῦ
ὃταν σολάρει τὸ καθημερινὸ μου κ ρ ὰ χ
ταγμένος στὴ βίαιη ζαριὰ μου
γεννάω θάρρος κασκαντὲρ
γιὰ τ' ἀγρίμι ἐντὸς μου ποὺ μ' ἒχει κατοικίδιο.
μαέστρος μὲ πάρκινσον καὶ λερναία ἡ περιέργεια
γιατὶ ἐλάχιστο θεῖο ἐπιζεῖ ἀκόμα
καὶ ξεροκέφαλος οἰωνός ἡ γλῶσσα -
τόσα Λάμδα γιὰ νὰ γλυκάνει τὸ μῖσος
κι ἀκόμα χάσκει χαώδης ἡ χαράδρα

κληρονομιὰ τὸ ζέσταμα τῆς ἐλπίδας
            ὁ ἲδιος σακάτης στὸ λαρύγγι:
θέλξη ὀθόνη χειρολαβὴ τσιγάρου
σκαλωσιά ὀπιοῦχα.
δράκος ὁ Κέρδος διαιτητεύει ὃραση
ἀκατέργαστο λουλούδι καὶ μετεξεταστέοι
στὸ σαβουὰρ βὶβρ τοῦ θανάτου, βέβηλοι.

ὁ καιρὸς Ὀνειροβγάλτης
γι' αὐτὸ πατρίδα νύχτα
χόρευε μπαλαρίνα σὰν ἀλγοθραυστικό

Ε. Μύρων
1.10.2019
(αδημοσίευτο)


* Ο αντισυμβατικός τονισμός αποτελεί μέρος του ποιήματος.