Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

"Δεν είναι όμως έτσι" του Φιλέα Τετράζη

Φιλέας Τετράζης, κατά κόσμον
Λύσανδρος Αντωνόπουλος


Ο Φιλέας Τετράζης είναι το φιλολογικό όνομα του δικηγόρου Λύσανδρου Αντωνόπουλου, ο οποίος δικηγόρησε στην Αθήνα από το 1996 έως το 2008. Ο ποιητής εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά γράμματα με δύο ποιήματά του που δημοσιεύτηκαν το 1954 στο λογοτεχνικό περιοδικό Πνευματική Ζωή του Μελή Νικολαΐδη. Δημοσίευσε εν συνεχεία ποιήματα σε ένα μεγάλο αριθμό περιοδικών, Αθηναϊκά Γράμματα (1957), Φιλολογική Βραδυνή, Επιθεώρηση της Τέχνης (1960), Αιολικά Γράμματα, Ομπρέλα και αλλού. Έχει εκδώσει έως σήμερα εννέα ποιητικές συλλογές: Γνωμοδότηση (1987), Απογευματινό τσάι (1995), Πρωινή συνάντηση (2006), Ανθίσανε οι ζίνιες (2012), Επιλεγμένα ποιήματα (2013), Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω (2014), Η πέρα βρύση (2015), Η μπαλάντα του Ζήκου (2016), Δεν είναι όμως έτσι (2017).

Ο  συγγραφέας εμπνεύστηκε το φιλολογικό όνομά του από το βουνό Τετράζι που αντίκρυζε από το παράθυρο του κάθε πρωί, τότε που κατοικούσε στην  ιδιαιτέρα του πατρίδα, στο χωριό Κάτω Μέλπεια  Μεσσηνίας. Η ποίησή του αντλεί θαρρείς από το βουνό τη δύναμή της αλλά και από μια βαθύτερη κατανόηση του κόσμου.
Ποίηση δωρική, σκαλίζει τις εικόνες της στην πέτρα και αιχμαλωτίζει τα παιχνιδίσματα του φωτός. Aν και μοντέρνα, γραμμένη σε ελεύθερο στίχο, με εσωτερικό ρυθμό, έχει συχνά στοιχεία από το δημοτικό τραγούδι και κάτι από τη γοητεία των μύθων του Αισώπου. Γνωρίζει πώς να συνδιαλέγεται με τα στοιχεία της φύσης, να μιλάει τη γλώσσα του ανέμου, να δίνει ανθρώπινη φωνή στα δέντρα, στα φυτά, στα πουλιά, να καλωσορίζει τη βροχή, να πιάνει τις διαθέσεις της μικρής πλατείας του χωριού, να δίνει γυναικεία υπόσταση σε μια πόλη, σε μία χώρα. Με το δικό της ιδιαίτερο τρόπο θαυμάζει το ελληνικό τοπίο:  Ο ήλιος έγνεψε κομψά στη νύχτα/ ν’ αποσυρθεί αθόρυβα/ κι εκείνος/ αφού κοντοστάθηκε πάνω στον Ταΰγετο/ για λίγο μόνος/ όπως πρέπει σ’ ένα Άρχοντα/ έριξε τ’ απαλό του πρώτο φως στην Καλαμάτα/ κι εκείνη/ αγουροξύπνησε θυμωμένη μουρμουρίζοντας/ γιατί δεν τα μπορεί του ήλιου τα τερτίπια/ ξενυχτισμένη ως είναι γλεντοκόπος./…
Όταν η ποίησή του έχει παιγνιώδη διάθεση, ο ποιητής σκηνοθετεί μικρές ιστορίες στις οποίες συχνά πρωταγωνιστεί και ο ίδιος: Έπαιζα στη βεράντα φυσαρμόνικα/ όταν ο κότσυφας στάθηκε στο περβάζι/ και είπε χαμογελαστός φάλτσο το πας!/… Άλλες φορές πάλι είναι ο τρόπος του να διασκεδάσει απλώς τη μοναξιά του: Ο ίσκιος μου κι εγώ/ όλο τον Ιούνιο κάναμε καλή παρέα./ Τη μια με ακολουθούσε κατά πόδας/ την άλλη περπατούσε δίπλα μου καμαρωτός/ κι όταν εγώ χτυπούσα/ με τη γκλίτσα μου το χώμα/ το ίδιο και καλύτερα αυτός/ σαν τέλειος μίμος πούναι./…
Ο Φ. Τ. γράφει όπως αναπνέει, η ποίηση είναι η δεύτερη φύση του, εκφράζει τις διαθέσεις και τα συναισθήματά του. Έτσι, άλλοτε γίνεται νοσταλγική και εξομολογητική, όταν τις ώρες της μοναξιάς αναλογίζεται το παρελθόν: Κόκκινα άλογα λευκά άλογα/ οι αναμνήσεις του καλπάζουν/ και δεν αφήνουν το ντελικάτο γεροντικό μυαλό του/ να αποδράσει από τα γεγονότα… Άλλοτε αποτυπώνει την ευγένεια της φιλίας όταν απευθύνεται σε ένα φίλο: Οι ευχές σου φορούν σανδάλια/ όπως ο Ιησούς/ και δεν κρατούν ομπρέλα/ ν’ αντισταθούν στην πρωινή βροχή/ γι αυτό είναι καλοδεχούμενες./.... και άλλοτε γέρνει από το βάρος της συγκίνησης και ενός παράλογου θυμού, όταν αποχαιρετά ένα φίλο των παιδικών χρόνων: Ας μην ακούσω πάλι ν’ απορείτε/ «άρα τις έστιν βασιλεύς ή στρατιώτης»./ Εγώ ξέρω σίγουρα πως είναι/ ένας μικρός άγγελος που΄χασε τα φτερά του/Μην παραπονιέστε γιατί/ όσο πάει και λιγοστεύουν τα χερουβείμ που παίζανε μαζί μας/ στις αλάνες των φτωχών μας συνοικιών./ Ο Νικόλας είναι, τον είδα σας λέω,/ που δεν μας άντεξε άλλο/ κι επιστρέφει χαρούμενος με καινούργια φτερά/ κι ένα ηλιοτρόπιο στο χέρι/ ένθα ουκ έστι πόνος για κανένα!/....  Άλλοτε πάλι κάνει μια βόλτα στην εξοχή της εφηβείας, …τότε που αρκούσε μια κόκκινη δύση/ στα βουνά της Αίγινας/ ή ένα ξαφνικό φιλί απ’ το κορίτσι του/ να γαληνέψουν τα κύματα/ που πάλευαν στο βάθος των ματιών του!
Ο ποιητής απολαμβάνει τις στιγμές της οικογενειακής θαλπωρής και η χαρά του λαμπυρίζει σαν ένα μπουκέτο ηλιαχτίδες μέσα στο ποίημα! Τότε οι στίχοι του γίνονται ποιήματα σατυρικά και παραμύθια για να διασκεδάσουν τα αγαπημένα του εγγόνια αλλά και τον αναγνώστη. Ωστόσο στις πιο πολλές ιστορίες, η πραγματικότητα βρίσκει μια χαραμάδα για να εισχωρήσει και να δώσει τη δική της εκδοχή και το δικό της τέλος, σαφώς αντιποιητικό:
Όταν διαβάζω τις νύχτες που κοιμούνται όλοι/ γίνεται κάτι μαγικό στο δωμάτιό μου/ και σαν αρχαίο ναό το βλέπω/ και νιώθω αναπνοές Θεών στο ημίφως/ και πνεύματα με πρωτεϊκές μορφές ανθρώπων/ και ακούω απλές φωνές σαν μελωδία/ με νόημα που συνεπαίρνει την καρδιά μου…
…Ο κόσμος το πρωί μεταμορφώνεται/ σε θόρυβο, κορναρίσματα, βοή/ και τηλεόραση με φρικτές ειδήσεις./ Πόσο ν’ αντέξεις το βάσανο να είσαι όρθιος/ και να ισορροπείς σαν ακροβάτης/ την πάσα ημέρα όλη τη ζωή σου!
Η ποίηση του, όταν αναφέρεται σε ζητήματα κοινωνικά, έχει το βάθος μιας λόγιας απλότητας που αντλεί από μια ανεξάντλητη δεξαμενή γνώσεων. Από εκεί προέρχεται η άνεσή της να συνδιαλέγεται σε ενεστώτα χρόνο με την αιωνιότητα, να συναντά μέσα στο ποίημα μορφές από την ιστορία, τον Κολοκοτρώνη, τον Παπαφλέσσα, τον Καραϊσκάκη…και να τις καταθέτει ως παραδείγματα για το σήμερα. Έμπρακτα να αποδεικνύει πως το πνεύμα της αρχαία Ελλάδας έχει φωνή που ηχεί μέσα μας αρκεί κάποιος να έχει τη θέληση να το αφουγκραστεί, να το ακούσει. Τα πολιτικά του ποιήματα ανοίγουν διαύλους επικοινωνίας με το παρελθόν, με την ιστορία, δίνουν ζωή σε μια ιδεατή Πνύκα που εδρεύει στην καρδιά του, πυροδοτούν το διάλογο.
Τον χαρακτηρίζει η ίδια ευγένεια ψυχής και ασπάζεται τα ίδια ιδανικά για την πατρίδα, την ελευθερία και τη δικαιοσύνη με τον Κάλβο, το Σολωμό, τον Παλαμά, αγαπημένους του ποιητές που τα ονόματά τους συχνά εμφανίζονται στα ποιήματά του.
Το ποίημα «Δεν είναι όμως έτσι», το οποίο δίνει και τον τίτλο του στη συλλογή, είναι ένα μικρό μάθημα ιστορίας που μας υπενθυμίζει πόσους αιώνες ήμασταν χωρίς πατρίδα ελληνική. Επισημαίνει ότι η πατρίδα έχει και τώρα την ανάγκη μας! Στο ποίημα καταγγέλλει τους νεοβαρβαρισμούς και το ρατσισμό: …τους απαίδευτους ροπαλοφόρους που ρίχνουν μαύρες μπογιές στα όμορφα αγάλματα… αλλά και τους Κλέονες αυτού του τόπου και τη ρητορική που αντί να ενώνει διχάζει προς ίδιον όφελος. Γράφει: Αν αγαπάτε ό,τι απόμεινε ελληνικό/ βάλτε πλάτη και στηρίχτε τη μεγάλη αλήθεια/ όλα τα χρώματα χωρούν στο ουράνιο τόξο/ που την πεντάμορφη στολίζει χώρα./ Οι νέοι Κοτζαμπάσηδες αρπάζουν πάλι/ τις εθνικές γαίες απ’ των φτωχών τα χέρια/ γιατί νομίζουν η πατρίδα τους ανήκει./ Δεν είναι όμως έτσι…
Ακολουθεί το ποίημα «Μετανάστες 2016 μ.Χ.». Η ποίησή του εδώ μεταβάλλεται σε εστία υπεράσπισης των αδικημένων αυτής της γης, γίνεται μια συλλογική ψυχή που μιλάει με τη φωνή των προσφύγων. Απευθύνεται στους ηγέτες της Βίζεγκραντ για να ανοίξουν επιτέλους τα σύνορα, δίνει φωνή στην απελπισία… Συνεχίζει με το ποίημα «Ένα παιδί που πεινάει»: Ένα παιδί που πεινάει/ δεν είναι λεπτομέρεια σε μυθιστόρημα/ ή ψεύτικο ζήτημα/ όπως το Ομηρικό των φιλολόγων./ Μπορεί να διαβρώσει τα θεμέλια της Πόλης,/ σαν ξερό κλαδί να σπάσει τον άξονα του κόσμου,/ μέγας κίνδυνος να πέσουνε συντρίμμια/ Παρθενώνες, Σινικά τείχη, Πυραμίδες/…
…Ένα παιδί που πεινάει δεν είναι λεπτομέρεια καθόλου.
Οι σκοτεινές σκέψεις βαραίνουν την ψυχή του ποιητή: Ξεχάστηκε στη βεράντα να κοιτά/ το μεγάλο βουνό/ που χώριζε στα δυό τον ουρανό του./ Κι αυτός ο δυτικός αγέρας/ τάραξε την αμέριμνη καρδιά του/ ώσπου κατάλαβε τον κίνδυνο/ να του σαρώσει τα αισθήματα όλα/ τα σύν τα πλήν/ και τις μικρές δόξες της ζωής του./
Ας πάω μέσα, είπε και σηκώθηκε/ όχι όμως έγκαιρα/ γιατί το ηλιοτρόπιο της καρδιάς του/ βρέθηκε λυγισμένο απ’ τον άνεμο./…

 Κατερίνα Τσιτσεκλή


Σημ.: Το βιβλίο Δεν είναι όμως έτσι κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Polaris.

Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

"Ανάμεσα στους τοίχους" του Γιώργου Μπράμου



13 διηγήματα αποτελούν τη συλλογή του Γιώργου Μπράμου Ανάμεσα στους τοίχους, και μάλιστα ετερόκλητα. Εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον. Υπάρχει όμως μια κοινή ατμόσφαιρα. Αυτό είναι το δεύτερο στοιχείο που όσο προχωράει το διάβασμα αποκτά όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα. Η αποστασιοποίηση μαζί με την αίσθηση του τετελεσμένου και του οριστικά χαμένου χρόνου είναι οι δύο πυλώνες που θα οριοθετήσουν την πορεία τόσο του συγγραφέα όσο και των ηρώων του σε ένα ταξίδι που κατά τα φαινόμενα τουλάχιστον θα διεξαχθεί χωρίς ανατροπές. 

Ένας ρεαλισμός που δεν «φωνάζει» αλλά διαγράφει σταθερή πορεία στο σύνολο της συλλογής, συμβάλλει στην παραγωγή μιας αίσθησης οικειότητας και μιας δυναμικής αρκετά στιβαρής ώστε να σηκώσει το βάρος της έλλειψης πρωτοτυπίας. Το διήγημα πάντα πίστευα ότι έχει ανάγκη την ανατροπή. Για την ακρίβεια τρέφεται απ’ αυτήν και εξασφαλίζει το ενδιαφέρον που ο αναγνώστης συχνά δεν μπορεί να στηρίξει σε κείμενα μικρής έκτασης. Στο Ανάμεσα στους τοίχους αυτό το στοιχείο λείπει, με αποτέλεσμα η συλλογή να στερείται ενός βασικού συστατικού: της έκπληξης. 

Ο Εμφύλιος και κάποιες τουλάχιστον από τις διαστάσεις του αποτελεί έναν από τους θεματικούς άξονες των διηγημάτων: οι μεν και οι δε, φυλακές, κρατούμενοι, δηλώσεις μεταμέλειας, συνέπειες των πράξεων και της αδράνειας, παράπλευρες απώλειες μιας πολιτικής κατάστασης της οποίας οι προεκτάσεις δεν φαίνεται να σβήνουν. Όλα αυτά σε ένα βιβλίο που εκδόθηκε φέτος από έναν άνθρωπο που γεννήθηκε το ’52. Υποθέτω τα περιθώρια πρωτοτυπίας είναι εξαρχής στενά.

Παρόλα αυτά, ο Γιώργος Μπράμος βάζει στην σκηνή ζωές λιωμένες και κατακρεουργημένες από τις σκυνθήκες και τις αλλαγές που οι άνθρωποι δεν μπόρεσαν ή δεν θέλησαν να προβλέψουν, και το κάνει με την αυτοπεποίθηση του μη-εμπαθούς παρατηρητή. Οι ήρωες είναι παράπλευρες απώλειες ενός συστήματος (ή περισσότερων) που κατέρρευσε αφήνοντάς τους ημιθανείς στο πεδίο της μάχης. Κάποιοι σηκώθηκαν έρποντας και συνέχισαν έτσι, κάποιοι άλλοι έμειναν εκεί, κλειδωμένοι στην ενδιάμεση κατάσταση των πρώην ζωντανών αλλά ακόμα όχι πεθαμένων. Όσο για τις δεύτερες ευκαιρίες, αυτές έχουν προ πολλού εξαντληθεί. 

Το τελευταίο κείμενο είναι κατά τη γνώμη μου το πιο ενδιαφέρον, κυρίως λόγω της χρήσης του: είναι η προσπάθεια του συγγραφέα να εξασφαλίσει ένα σύντομο μέλλον στους ήρωές του, και να δώσει στον αναγνώστη του την ευκαιρία να φανταστεί μια συνέχεια. Στο τέλος λοιπόν οι άνθρωποι που κινήθηκαν στις προηγούμενες σελίδες αποκτούν μια παράδοξη μυθιστορηματική διάσταση, ένας είδος διάρκειας που ξεπερνάει τα στενά –πώς να το κάνουμε, αφηγηματικά όρια του διηγήματος ως φόρμα.

Οι άνθρωποι του Γιώργου Μπράμου είναι διακριτικοί και διαγράφουν αχνές πορείες. Εμφανίζονται σε ένα διήγημα, λένε την ιστορία τους διστακτικά σχεδόν, και μετά φέυγουν χωρίς θόρυβο. Ο συγγραφέας τους ξαναγυρίζει στην προηγούμενη ερημιά τους. Το τελευταίο κείμενο της συλλογής ίσως παίζει αυτον ακριβώς τον ρόλο: του συνεκτικού υλικού, της τρυφερότητας και ίσως τελικά της οριστικής αποδοχής. 

Κρις Λιβανίου

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

"Οι τίγρεις των δωματίων" του Λεωνίδα Κακάρογλου

Οι τίγρεις των δωματίων, η πιο πρόσφατη ποιητική συλλογή του Λεωνίδα Κακάρογλου που κυκλοφόρησε τον περασμένο Μάιο από τις εκδόσεις της Εστίας, μπορεί να διαβαστεί και αντισυμβατικά - όχι σαν βιβλίο, αλλά σαν χάρτης: ένας χάρτης εννέα σημείων του εσωτερικού και εξωτερικού χώρου, στα οποία εκτυλίσσονται τα ψυχικά γεγονότα του κόσμου του ποιητή.

Πρώτο σημείο του χάρτη: το σπίτι. Το σπίτι είναι ο κυρίαρχος τόπος και η σκηνή πλείστων όσων λαμβάνουν χώρα στο βιβλίο. Το σπίτι σαν έννοια περισσότερο παρά σαν πραγματικός χώρος. Ο τόπος που είναι ο δικός μας, εκείνος στον οποίο επιστρέφουμε για να βρούμε τα σημεία αναφοράς μας, να νιώσουμε ασφαλείς ή να αναμετρηθούμε με τις ανασφάλειές μας. Το σπίτι που κατοικεί κάποιος είναι επέκταση του εαυτού του: αυτός το χρωματίζει με τις ιδιαιτερότητές του και εκείνο σε αντάλλαγμα τον αγκαλιάζει στοργικά και του προσφέρει καταφύγιο από τις απειλές του έξω κόσμου. Εντέλει το σπίτι είναι ένας χώρος τον οποίο κατοικούμε εμείς ή είναι εκείνο που μας κατοικεί; Ανήκουμε σε αυτό ή μας ανήκει; Τέτοιου είδους ερωτήματα προκύπτουν από την ποίηση του Κακάρογλου. Το σπίτι περιλαμβάνει και αφανείς ενοίκους που μερικές φορές διαφεύγουν την προσοχή, όπως τα μυρμήγκια που κατοικούν «τη γωνιά του δωματίου», όπως γράφει ο ποιητής, ή «διασχίζουν το τραπέζι με τα βιβλία». Άλλες φορές πάλι, οι αφανείς ένοικοι επιτάσσουν την προσοχή, όπως στην περίπτωση των πεθαμένων «που κατοικούν τα όνειρα». Το σπίτι όμως πιο συχνά είναι άδειο, είναι φορέας μοναξιάς: «το σπίτι ερήμωσε», γράφει ο ποιητής, έγινε ο χώρος όπου η απουσία είναι πιο ηχηρή από την παρουσία: «τα πάντα τρίζουν στο σπίτι, όπως και στη ζωή μου», όπως λέει.

Το σπίτι είναι ο χώρος από τον οποίο προσεγγίζουμε το δεύτερο σημείο του χάρτη: τη μνήμη. «Να φτιάξω τη μνήμη από την αρχή», εύχεται ο Κακάρογλου. Να την ξαναχτίσει δηλαδή ψηφίδα-ψηφίδα για να μην πονάει τόσο. Η μνήμη κάνει την ποίησή του γεμάτη αγκάθια, μα την ίδια στιγμή τρυφερή και παράξενα γαλήνια. «Η ζωή μας ένα έγκλημα μνήμης μέσα σ’ όλα τα εγκλήματα», ομολογεί. Πράγματι η μνήμη μπορεί να διαπράξει έγκλημα, μπορεί να μας λυπήσει, μπορεί να μας στιγματίσει, μπορεί να μας εξαπατήσει ή και να μας προδώσει. Η μνήμη μπορεί να μας πονέσει περισσότερο από καθετί. Μα ο Κακάρογλου φαίνεται να την έχει αποδεχθεί, γι’ αυτό και παραμένει γαλήνιος παρόλο το παράπονο. Αλλού, πάλι, λέει «Υδροχαρές φυτό η μνήμη».

Και έτσι μας οδηγεί στο τρίτο σημείο του χάρτη: το νερό. Γιατί η ποίηση του Λεωνίδα είναι κατ’ εξοχήν ποίηση του νερού. Το διαπιστώνουμε αυτό και σε τούτη την ποιητική συλλογή που δεν φειδωλεύεται τις αναφορές στη βροχή και τα άλλα είδη υγρασίας, είναι μια συλλογή που στάζει και πάλι νερό. Νερό, τη ζωοποιό δύναμη που όμως έχει την ικανότητα να βυθίσει τον ποιητή στη μελαγχολία και ενίοτε να γίνει συνώνυμο της μοναξιάς: «χάθηκαν οι φίλοι, μόνο κάποια βροχή με επισκέπτεται, αφήνει θαμπάδες στα τζάμια».

Σε τούτη ωστόσο τη συλλογή κάνει έντονη την παρουσία του και ένα άλλο στοιχείο, που είναι ταυτόχρονα και το τέταρτο σημείο του χάρτη: ο αέρας, που είναι αλληγορία για το όνειρο. Πότε ελάχιστος και αναζωογονητικός «όταν μπήκες ήταν σαν βραδινό αεράκι να φύσηξε» και πότε σαρωτικός «με πήρε ο αέρας κι έγινα κι εγώ όνειρο». Τελικά, «ποιον άνεμο χάιδεψες», αναρωτιέται ο ποιητής. Ο αέρας γίνεται το όχημα ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο, ανάμεσα στο έχω και στο θέλω.

Και ο αέρας βέβαια φυσά μέσα στην πόλη, που ορίζει και το πέμπτο σημείο του χάρτη. Η πόλη είναι ο ευρύτερος χώρος μέσα στον οποίο κινείται ο ποιητής και εδώ συμβαίνει κάτι παράξενο: όσο συμπαγές και στέρεο μοιάζει το σπίτι, τόσο η πόλη φαντάζει ένας χώρος πλαστικός, με όρια εκτατά και αεί διαμορφώσιμα. «Ονειρευόσουν μια πόλη δικιά σου», λέει, «να τη νανουρίζεις, να τη διασχίζεις, να τη θυμάσαι, να τη διηγείσαι». Ίσως είναι αυτή η αστάθεια της μορφής της, αυτό το αναποφάσιστο όσο την αφορά, που κάνει τον Κακάρογλου να την αντιμετωπίζει με αμφιθυμία στην ποίησή του. Η πόλη είναι για κείνον κάτι που παραμένει απροσπέλαστο στην όραση, κάτι θολό: «την πόλη την είδαμε νύχτα και το πρωί το γαλάζιο μας τύφλωσε». Μένει αθέατη στην ποίηση του Κακάρογλου η πόλη, ίσως επειδή βιοπορίστηκε αποτυπώνοντας και διαμορφώνοντάς την ως πολιτικός μηχανικός που υπήρξε. Εκείνος στην ποίησή του νιώθει οικειότητα σε μικρότερα μέρη, όπως στο σπίτι που είδαμε ή στο κορμί.

Γιατί το κορμί, το έκτο σημείο του χάρτη, έχει κι αυτό τους δικούς του δρόμους, τις δικές του γωνίες που αφυπνίζουν τη μνήμη και συγκρατούν το όνειρο, τους δικούς του ιδιωτικούς τόπους που μπορεί κάποιος να εσωτερικεύσει. «Μα και το κορμί σου λέξη στο χαρτί έγινε, γραμμούλα από φως που πάει να συναντήσει τον ορίζοντα».

Γραμμούλα από φως… Ένα παιχνίδι που παίζεται πολύ έντονα στις Τίγρεις των δωματίων είναι το παιχνίδι ανάμεσα στο φως και τη σκιά, που αποτελεί το έβδομο σημείο του χάρτη. Πλήθος οι αναφορές στα ποιήματα, όπως «φοβάμαι να κλείσω το φως», «μια φωτεινή γραμμή κάτω από την πόρτα ξεσκίζει το σκοτάδι», «μια ψιχάλα φως πολιορκεί τη μνήμη».

Υπάρχουν κι άλλα τέτοια δίπολα στη συλλογή, όπως η ομιλία/ο ψίθυρος και η απόλυτη σιωπή: «ένας ψίθυρος σαν μιλιά μερεύει τη μοναξιά». Όμως οι λέξεις, από τις οποίες δομείται ο ψίθυρος και αποτελούν και το όγδοο σημείο του χάρτη, είναι απρόβλεπτες, χτυπούν πάνω στους τοίχους του σπιτιού και επιστρέφουν σαν μπούμερανγκ, τραυματίζοντας τον ποιητή. Στο τέλος τις ελευθερώνει, τις αφήνει να τις πάρει ο άνεμος για να πάψουν να τον πληγώνουν. Κι όπως φεύγουν μακριά τον πληγώνουν ξανά, αυτή τη φορά με το κενό που αφήνουν: «Μόνο σκόρπιες λέξεις σέρνονται στη σκόνη που τραβολογά ο αέρας».

Δεν είναι μόνο χωρικά τα σημεία που αφήνουν έντονα το αποτύπωμά τους στη συλλογή, είναι και χρονικά. Ο πανταχού παρών χρόνος είναι το ένατο και τελευταίο σημείο του χάρτη: «ο χρόνος πέρασε αργά σαν σιγανή βροχή» ή «δεν παίζουν με τις μέρες, αν τις μαζέψεις λες πάνε τα χρόνια μα στη ζωή σου για πόσα ηλιοβασιλέματα μίλησες». Ο χρόνος μπορεί να λυτρώσει, κομίζοντας τη συμπονετική λήθη, όμως ταυτόχρονα κυλά ανελέητα προς τα μπροστά, δεν μπορεί να ανασταλεί ούτε να ανακτηθεί και συχνά χάνεται μέσα από τα χέρια όπως το νερό. Χάνεται στα δωμάτια του σπιτιού ή στους δρόμους της πόλης. Χτίζει τη μνήμη από την αρχή κι αφήνει σημάδια στο σώμα.

Κάπως έτσι μπορούν να χαρτογραφηθούν οι Τίγρεις των δωματίων. Τα εννέα σημεία σίγουρα δεν είναι τα μόνα που υπάρχουν στη συλλογή, είναι όμως αρκετά για να σκαρώσει κάποιος πάνω τους λίγη ποίηση, ίσως και μια ολόκληρη ζωή. Με φαντασία και ταπεινότητα, με ευαισθησία και θλίψη. Με τον τρόπο του Λεωνίδα Κακάρογλου, του ποιητή των μεγάλων μικρών πραγμάτων.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Αυγή, στο φύλλο της 6.8.2017, με τον τίτλο "Τα μικρά και τα μεγάλα". Η πολύ καλή αυτή συλλογή παρουσιάζεται στην Αθήνα αύριο, ώρα 18.00, στο Polis Art Cafe.

Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

Οι "Βάκχες" του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Έκτορα Λυγίζου στην Επίδαυρο

Όταν, κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, αναβίωνε στις ευρωπαϊκές σκηνές το αρχαίο δράμα, ήταν αρκετά δύσκολο για τους ανθρώπους του θεάτρου αλλά και για τους απαιτητικούς θεατές να αποδεχθούν την τελευταία και «προβληματική» τραγωδία του Αθηναίου τραγικού Ευριπίδη, τους "Βάκχες" του. Πώς είναι δυνατόν σε μια κοινωνία όπου ανθεί η βιομηχανική επανάσταση και παγιώνονται οι αξίες του αστικού κράτους, οι ιδέες της προόδου και της τεχνολογίας ευρίσκονται στο κορύφωμά τους, να αποδεχθεί κανείς έναν ήρωα που ζητεί επιστροφή στον πρωτογονισμό ή τον θεό της ευθυμίας, της οινοποσίας και των οργίων, που τεμαχίζει τον αντίπαλό του Πενθέα, βασιλιά των Θηβών, φύλακα του νόμου και της τάξης; Από τους χρόνους εκείνους έως την εποχή μας μεσολαβούν κοσμοϊστορικά γεγονότα, νέα ιδεολογικά ρεύματα, ριζοσπαστικά κινήματα, τεχνολογικές επαναστάσεις, που δημιουργούν στο σύγχρονο άνθρωπο νέα ηθικά διλήμματα. Οι «Βάκχες», μια τραγωδία «προβληματική», αμφιλεγόμενη, θρησκευτικής έμπνευσης του ορθολογιστή Ευριπίδη, προσεγγίζεται καλύτερα από τους σημερινούς σκηνοθέτες και το θεατρόφιλο κοινό.

Η τελευταία τραγωδία του Ευριπίδη γράφεται το 406 π.Χ., στην αυλή του ελληνολάτρη βασιλιά της Μακεδονίας Αρχέλαου, λίγα χρόνια πριν τον θάνατο του Αθηναίου ποιητή. Δεν είναι τυχαίο που το δράμα αυτό, εγράφη σε μία χώρα της αρχαίας Ελλάδας, όπου κυριαρχεί ο πρωτογονισμός, ο μυστικισμός και λατρεύεται με ζήλο ο θεός Διόνυσος.

Η πλοκή των «Βακχών» αναφέρεται στον ερχομό του θεού Διονύσου στην πόλη των Θηβών από τη μακρινή Μ. Ασία, με στόχο την εγκαθίδρυση στη Βοιωτική γη της νέας του θρησκείας. Η πολιτική εξουσία, όμως, του το απαγορεύει πεισματικά και αυτός εκδικείται μετατρέποντας τις γυναίκες της πόλης σε μαινάδες και στέλνοντάς τες στο βουνό του Κιθαιρώνα να επιδοθούν σε οργιαστικές τελετές. Ανάμεσα στις μαινάδες, βρίσκεται και η μητέρα του Θηβαίου βασιλιά Πενθέα, Αγαύη, η οποία θα κατασπαράξει με τα ίδια της τα χέρια τον γιο της, όταν αυτός, παρασυρμένος από τις προτροπές του μεταμφιεσμένου σε ξένο Διονύσου, επιχειρεί να κατασκοπεύσει τις Θηβαίες γυναίκες. Το «κύκνειο άσμα» του Ευριπίδη καταλήγει στην όψιμη συνειδητοποίηση των ενόχων για το βαρύ σφάλμα που διέπραξαν και τη συνακόλουθη σκληρή τιμωρία που τους επιβάλλει ο θεός. Το σώμα του Πενθέα ανασυντίθεται. Θάβεται με τιμές και η βασιλική οικογένεια ακολουθεί την οδό της εξορίας.            

Ο Έκτορας Λυγίζος επιχειρεί μία «αιρετική» προσέγγιση αλλά και ανάγνωση σε σχέση με ό,τι μέχρι σήμερα έχει καθιερωθεί να παίζεται στα αρχαία θέατρα με την ονομασία «Βάκχες» του Ευριπίδη. Παρακάμπτει προκλητικά τον χορό της τραγωδίας με τις μαινάδες, ρίχνει το βάρος στους λόγους των επεισοδίων και στους ηθοποιούς που υποδύονται τους ρόλους. Στις προηγούμενες «Βάκχες» του Έ. Λυγίζου (Θέατρο Τέχνης του Νέου Κόσμου) οι ηθοποιοί ήταν τρεις και αποτελούσαν τη βάση επάνω στην οποία εξελίσσεται η ριζοσπαστική του παράσταση, πρόταση για το μεγάλο θέατρο της αρχαίας Επιδαύρου.

Έχει καθιερωθεί να βλέπουμε τη συλλογικότητα στην αρχαία τραγωδία αποκλειστικά μέσα από την παρουσία του χορού, ο Λυγίζος ωστόσο προσπάθησε να ανατρέψει αυτές τις σταθερές - δυστυχώς χωρίς επιτυχία. Ο σκηνοθέτης κατάφερε σε αυτή την παράσταση να διαλύσει την μορφή της αρχαίας τραγωδίας και να την ανασυγκροτήσει με τρόπους που χαρακτηρίζονται πειραματικοί χωρίς νόημα.

Αισθητικά, οι καινοτομίες που πρότεινε ο σκηνοθέτης ήταν: 1) Να στολίσει την ορχήστρα της Επιδαύρου με τρία κομμάτια τάπητα μωβ χρώματος. Ο μωβ τάπητας συμβόλιζε τον τόπο που κέρδισε στη Θήβα ο νέος θεός Διόνυσος, 2) Οι ενδυμασίες των ηθοποιών, όπως σωστά παρατήρησαν αρκετοί κριτικοί του αρχαίου θεάτρου, θύμιζαν αυτές των ιθαγενών Ινδιάνων της Β. Αμερικής.

Δραματουργικά, ο Λυγίζος έσπασε τους πρωταγωνιστικούς ρόλους σε δύο-τρία πρότυπα, αποστερώντας με αυτόν τον τρόπο από τους ηθοποιούς τη δυνατότητα να πλάσουν χαρακτήρες.

Στις «Κατά Λυγίζον Βάκχες» του Ευριπίδη, τον Ιούλιο του 2017 στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, σε μετάφραση του ποιητή Γ. Χειμωνά, δεν ακούστηκε ο λόγος του Ευριπίδη. Ούτε παρουσιάστηκε μια ολοκληρωμένη νέα προσέγγιση στο κείμενο αυτής της «δυσνόητης» τραγωδίας του Ευριπίδη.

Η κομμένη κεφαλή του Πενθέα καρφωμένη επάνω στο θύρσο της Αγαύης, συνιστά ένα από τα πιο φρικτά θεάματα της παγκόσμιας δραματουργίας. Η σκηνή που αντικρίσαμε είναι απαξίωση όλων αυτών των δεδομένων. Τα θεώρησε ανάξια λόγου, αλλά ούτε καν επεδίωξε να καλύψει το θεατρικό και ψυχολογικό κενό που άφησε στον θεατή. Τελικά μάλλον αδυνατούσε να το καλύψει.

Στο αρχαίο θέατρο της μεγάλης Επιδαύρου παρακολουθήσαμε μια ρηχή, εύκολη παράσταση η οποία επισκίασε και τα όποια θετικά της σημεία και κατέληξε σε ένα άδοξο τέλος, με τους υποκριτές να αναγγέλλουν επί 10 λεπτά το τέλος της τραγωδίας. Ο Έκτορας Λυγίζος πειραματίζεται ώστε οι «Βάκχες» του να μην έχουν χορό, να μην βάζει στο θεατή το πνεύμα της Βακχείας, της έκτασης της ιερής μανίας. Στοιχεία που διακρίνουν την διονυσιακή λατρεία, στοιχεία έντονα στο δράμα του Ευριπίδη.

Η πολύκροτη συνέντευξη του σκηνοθέτη για «παράσταση μέσα στη παράσταση» με «σκηνοθέτη» τον θεό Διόνυσο δεν έλαβε σάρκα και οστά. Αλλά ούτε και ο στόχος του να ενοποιήσει τους υποκριτές σε έναν κοινό μονόλογο έως την πλήρη επικράτηση της λατρείας του νέου θεού Διόνυσου.

Οι ηθοποιοί εξαφανίστηκαν. Διασώθηκε ο Αργύρης Πανταζάρας, ο οποίος έδειξε μόνος του στην αρχή της παράστασης το ταλέντο του, δηλαδή στο όσο περιθώριο του άφησε ο Λυγίζος να παίξει μόνος του. Η κορυφαία Ανέζα Παπαδοπούλου και η ταλαντούχος Μαρία Πρωτόπαππα στο δίδυμο ρόλο της Αγαύης που τους ανέθεσε ο σκηνοθέτης, σημείωσαν μία αποτυχία στην θεατρική τους σταδιοδρομία. Ο Βασίλης Μαγουλιώτης, αγαπητός στους θεατές του θεάτρου της Επιδαύρου για τις επιτυχίες σε παλαιότερες παραστάσεις του αρχαίου δράματος, τη βραδιά εκείνη του Ιουλίου έδειξε την παρουσία του απαγγέλλοντας μερικούς στίχους από τις «Βάκχες» του Ευριπίδη. Αρκετοί γνώστες της αρχαίας τραγωδίας μετά το τέλος της παράστασης αναρωτήθηκαν γιατί ο Έκτορας Λυγίζος «έκαψε» τόσο επιτυχημένους ηθοποιούς για μία παράσταση, ενώ θα ήταν δυνατόν να αναθέσει ρόλους σε φερέλπιδες νέους των δραματικών σχολών.

Λουκάς Θεοχαρόπουλος




Τετάρτη, 11 Οκτωβρίου 2017

"Ασφαλής Πόλη" της Ηρώς Νικοπούλου



22 διηγήματα απαρτίζουν την συλλογή της Ηρώς Νικοπούλου Ασφαλής Πόλη, 22 αφορμές για ενδοσκόπηση των ηρώων αλλά και του αναγνώστη εξίσου. Πρέπει να αναφέρω ήδη από τη αρχή την πολύ καλή ισορροπία του συνόλου της συλλογής γιατί παίζει πρωταρχικό ρόλο στην οικοδόμηση ολόκληρου του -ετερόκλητου- σύμπαντος της συγγραφέα. Γιατί αν στο μυθιστόρημα καλώς ή κακώς υπάρχει ο χώρος και ο χρόνος για να στηθεί η ζητούμενη ατμόσφαιρα, σε μια συλλογή διηγημάτων τα πράγματα δυσκολεύουν αισθητά: η εκ φύσεως αποσπασματικότητα του είδους όπως και να το κάνουμε δεν βοηθάει. 

Η ατμόσφαιρα λοιπόν στα διηγήματα εδώ είναι νουάρ και urban, αναμενόμενη φαντάζομαι ήδη από τον τίτλο. Υπάρχει η αίσθηση που αφήνει το σκοτάδι όταν δεν αναφέρεται ξεκάθαρα με λέξεις αλλά παρόλα αυτά γεμίζει τον χώρο, και η αναπάντεχη αίσθηση του εκτυφλωτικού φωτός χάρη στα προσεγμένα twists στο τέλος των κειμένων. Είναι δύσκολο, τουλάχιστον στην αρχή, να εντοπίσει κανείς την πηγή αυτής της ιδιόμορφης σκληράδας που πολλές φορές κατακλύζει το κείμενο: δεν είναι η τελική ισοπέδωση των ανθρώπων από το βάρος των καταστάσεων ούτε η αίσθηση του τετελεσμένου αλλά ίσως η ισορροπία ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο, με τον ήρωα να στέκεται έκπληκτος ανάμεσά τους με τον χρόνο παγωμένο στο αμέσως προηγούμενο «πριν». 

Η Ηρώ Νικοπούλου φτιάχνει τις ιστορίες της με ανθρώπους ραγισμένους, κλειδωμένους στο καλειδοσκοπικό είδωλό τους σαν σε σπασμένο καθρέφτη, χωρίς να τους δίνει δυνατότητα διαφυγής ούτε λύτρωσης: ολόκληρη η δυναμική των διηγημάτων έγκειται όχι στην προσπάθεια που θα καταβάλλουν ή όχι για να απελευθερωθούν, αλλά στην έκπληξη που βιώνουν και που είναι τόσο ισχυρή που τους παγώνει στην θέση τους στο διηνεκές. Από την άλλη μεριά ο ρόλος της εικόνας, τόσο ο ρεαλιστικός όσο και ο συμβολικός, εξελίσσεται σταδιακά σε κεντρικό άξονα ανάγνωσης και πάλι χωρίς να αναφέρεται ευθέως, χωρίς καν να υπογραμμίζεται, παρά την παντοδυναμία του πάνω στους ανθρώπους. Η συγγραφέας συνδέει με ανεπαίσθητες αφηγηματικές κλωστές την εικόνα με τον εσωτερικό και τον εξωτερικό χρόνο, ακόμα και τον πλαστικό και παγωμένο χρόνο του botox, για να της δώσει στο τέλος την θέση που κατείχαν μέχρι τότε οι άνθρωποι: την βάζει σε πρώτο πλάνο και τους παραγκωνίζει στο δεύτερο. Ταυτόχρονα, τους αφαιρεί χειρουργικά την τόσο σημαντική τρίτη διάσταση: οι ήρωες ξαφνικά βρίσκονται όχι απογυμνωμένοι αλλά μάλλον χωρίς βάθος, με τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις τους εκτεθειμένα στο πρόσωπο. Σε ένα πρόσωπο που μετά βίας αναγνωρίζουν.

Το υπερφωτισμένο παρόν ρίχνει τη σκιά του σε ό,τι προϋπήρχε στις ζωές των ηρώων, αλλά και σε ό,τι πιθανότατα θα έρθει καλύπτοντάς τα με ασάφεια και σκόνη, αφήνοντάς τους έρμαιους και μόνους σε ένα χωρόχρονο που διαρκώς στενεύει για να τους εγκλωβίσει τελικά σε μια πραγματικότητα που πρέπει να ανακαλύψουν από την αρχή. Η βιαιότητα λοιπόν είναι εξωγενής και οι άνθρωποι τελικά μαριονέτες, που όμως θυμούνται ακόμα πολύ καλά την εποχή που κινούνταν μόνες τους. Άνθρωποι φτιαγμένοι από το υλικό των καθαρών ηρώων.



Κρις Λιβανίου