Τετάρτη, 22 Μαΐου 2019

"Γεωγραφίες των Φριτς και των Λανγκ" του Θωμά Τσαλαπάτη

Αιφνιδιασμός· αυτό είναι το κυρίαρχο στοιχείο της νέας ποιητικής συλλογής του Θωμά Τσαλαπάτη, που εισάγει τον αναγνώστη στο νέο, αναπάντεχο σύμπαν μιας sui generis λογικής – τετράγωνης, μα και ανώφελης, σε ίσες ποσότητες.

Καθένα από τα τέσσερα τμήματα στα οποία χωρίζεται το βιβλίο εκπορεύεται από την ανατροπή, στην οποία και επιστρέφει. Στα κλασικά ποιήματα, αλλά και τα πεζοποιήματα του Τσαλαπάτη, οι Φριτς και οι Λανγκ μοιάζουν με ανθρωπόμορφους συμβιωτικούς οργανισμούς, οι οποίοι στην αρχή του βιβλίου βρίσκονται σε κατάσταση αμοιβαίας αποδοχής και ειρήνης. Τους παρακολουθούμε ωστόσο να κάνουν πράγματα χωρίς νόημα, π.χ. να «ονειρεύονται, συνεχώς ονειρεύονται τις τόσες διαδρομές», τις οποίες κάνουν νοερά ακίνητοι μέσα στα αμάξια τους, για να αλλάξουν αμάξι και να επιστρέψουν σπίτι αμέσως μόλις «ακίνητοι φτάσουν στον προορισμό». Η ζωή τους είναι μία μυσταγωγική σχεδόν ενορχήστρωση τέτοιων άσκοπων συνηθειών, χωρίς νόημα εθίμων και κινήσεων που οδηγούν σε μια ατέρμονη ακινησία (αφού, για παράδειγμα, «συνεχώς μεταμορφώνονται/ σε αυτό που ήδη είναι»). Είναι τόσο έντονο αυτό, που οι αναγνώστες δεν μπορούν να μην υποψιαστούν ότι ο ποιητής συνθέτει μια φαύλη, εξωφρενική ενίοτε, μα δίκαιη προσωπογραφία του σύγχρονου ανθρώπου.

Στη δεύτερη ενότητα, αρχίζει η καμπή. Ο ποιητής δείχνει τα αδιέξοδα, τις τιμωρίες, την απανθρωπιά που συνέχει αυτήν την κοινότητα ανθρωπόμορφων όντων, τα οποία είναι βυθισμένα στα βασικά τους ένστικτα, αναπτύσσοντας σποραδικά φαινόμενα κανιβαλισμού και αγνοώντας συστηματικά την έννοια της αγάπης. Όμως ο κόσμος τους πάντοτε διέπεται από την τετράγωνη λογική. Είναι βέβαια μια λογική του παραλόγου, όπως αυτή που συνέχει τον κόσμο μας («Και το τραπέζι υπάρχει για να αποδεικνύει το άλλο τραπέζι. Το κάθε άλλο τραπέζι. Και οι καρέκλες για να αποδεικνύουν πως το τραπέζι δεν είναι καρέκλα […] Χωρίς όλα αυτά, θα ήταν αδύνατο απόψε να φάμε μπριζόλες»). Πρόκειται για το είδος της λογικής η οποία, παρ’ ότι μοιάζει ακλόνητη, όχι μόνο δεν οδηγεί πουθενά, αλλά και δεν έχει τελικά κανένα νόημα.

Σιγά, αλλά σταθερά, το υποκείμενο αρχίζει να διασπάται: «Το σώμα σπάει. Κολλάς κομμάτια από την αρχή. Μα είσαι άλλος. Ψάχνεις το πρόσωπό σου στους τοίχους. Κολλάς τυχαία κομμάτια ακατάσταστα». Η ένταση κλιμακώνεται με αριστοτεχνικό τρόπο, καθώς οι Φριτς και οι Λανγκ αρχίζουν να υφίστανται και εξωτερικά πλήγματα, πέρα από τη διάσπαση του εαυτού: για παράδειγμα, κάποιοι ένα βράδυ κλέβουν όλες τις πόρτες της πόλης και μένουν «κτήρια ορθάνοιχτα, παραβιασμένη ιδιωτικότητα» ή «παντού στην επικράτεια» κυκλοφορούν «άνθρωποι χωρίς μέλη», οι οποίοι ήταν κάποτε αρτιμελείς, όμως κοιμήθηκαν με κάποιο μέλος έξω από το σεντόνι και «κατά τη διάρκεια του ύπνου/ ό,τι εξέχει/ κόβεται». Με τέτοιες φρικαλέες λεπτομέρειες, που εστιάζουν στις πράξεις, αγνοώντας συστηματικά τις συνέπειές τους και το συναισθηματικό τους φορτίο, φθάνουμε σε ένα σημείο όπου η σύγκρουση μοιάζει αναπόφευκτη: «Λεπίδα και αίμα στους Φριτς και τους Λανγκ».

Και κάπως έτσι, ανήσυχοι, εισαγόμαστε στην τρίτη ενότητα: τον πόλεμο. Οι Φριτς, των οποίων ο σωματότυπος τους τοποθετεί αυτόχρημα σε θέση ισχύος, αρχίζουν να ξεκάνουν τους Λανγκ.Τους θάβουν «μέχρι τη μέση στο κοκκινόχωμα. Ολόκληρος ο κορμός, τα χέρια, το πρόσωπο εξέχουν», κλαίγοντας και θρηνώντας τους, τη στιγμή που οι Λανγκ είναι ζωντανοί. Οι Φριτς επιστρέφουν, τους ποτίζουν, τους καλλωπίζουν. «Ενίοτε κλαδεύουν τη δυσθυμία τους». Φρίκη, μαρτύριο και φόνος. Η ανησυχία μεγεθύνεται και η ποιητική συλλογή μετατρέπεται σε ιστορία νουάρ ή θρίλερ, καθώς εμποτίζεται αργά μα σταθερά σε κάτι φρικτό, κάτι άγνωστο που αφήνει τα ανθρωπόμορφα αυτά όντα, τον ίδιο τον άνθρωπο, μονίμως εκτεθειμένο. Στο ποίημα «Στρατηγικές πολέμου», κάποιος σηκώνει το τηλέφωνο για να ακούσει την ίδια του τη φωνή να λέει το όνομά του, λες κι αυτός είναι κάποιος άλλος, κάποιος μη πραγματικός – ποιος είναι τελικά; Ποια είναι η πραγματικότητα; Υπάρχει έλεος; Τέτοιου είδους ερωτήματα διατρέχουν ολόκληρο το τρίτο μέρος.

Και στο τέταρτο, έρχεται το πρώτο πρόσωπο σαν άλλη πληγή. Όλα όσα μέχρι τώρα ήταν απλή τριτοπρόσωπη, ή έστω δευτεροπρόσωπη, περιγραφή καταρρέουν σε μια ατομική αφήγηση που συνιστά προσωπική μαρτυρία. Εκείνου που είναι «μισός άνθρωπος, μισός κτήνος» ή «μισός χώμα και μισός χώμα» ή «μισός μουγκρητό, μισός προπαίδεια». Τελικά, εκείνου που είναι «μισός Θησέας, μισός μινώταυρος/ κάτω απ’ το φεγγάρι». Παράλληλα, η ανώφελη λογική εξακολουθεί να διέπει τα πάντα και ο παραλογισμός να κυριαρχεί: «Και οι νεκροί. Συνεχίζουν τη ροή προς τη θάλασσα./ Τρεις ώρες μετά το δείπνο./ Να έχουν χωνέψει».

Τελικά, δεν υπάρχει σωτηρία.

Χριστίνα Λιναρδάκη


 Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο literture.gr με τίτλο "Σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες".

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2019

"Πορτατίφ" της Νιόβης Ιωάννου

κι εκείνο το λουλούδι 
μες στα αίματα 
ήθελε να πετάξει 


Υπάρχει ποίηση που απλώνεται στον χρόνο, τον σέβεται ή τον καθιστά διάτρητο, αναιρώντας τον. Υπάρχει και ποίηση που απλώνεται στον χώρο, όπως άκουσα έκπληκτη να λέει σε πρόσφατη συζήτησή μας τη φίλη Μαρία Γενιτσαρίου που γράφει καμιά φορά στο ιστολόγιο. Το Πορτατίφ της Νιόβης Ιωάννου ανήκει σε αυτήν τη δεύτερη κατηγορία. Τα ποιήματα που περιλαμβάνει τοποθετούνται πάντοτε σε κάποιον χώρο, ένα κάδρο: δεν είναι απαραίτητα ευρύ, πολλές φορές εξαντλείται σε ένα μόνο δωμάτιο, όμως είναι απαραίτητο να υπάρχει. Συχνά είναι η θάλασσα, άλλες φορές είναι απλώς ένα μονοπάτι που οδηγεί στο σπίτι. Και βέβαια το ίδιο το σπίτι. Το σπίτι της μνήμης ή το σπίτι που κατοικείται. Το σπίτι όπου θα ήθελε το ποιητικό υποκείμενο να κατοικεί.

Το σπίτι είναι κάτι περισσότερο από χώρος, είναι όλες οι δυνητικές του σημασίες – ιστορία, ταυτότητα, άνθρωποι:
το σπίτι που αφήσαμε
δυο λέξεις προσευχή
μπροστά από πιάτα λευκά
[...]
κάποιοι είπαν
πως ευθύνονται οι Κυριακές
το κυριακάτικο μπάρμπεκιου
τα κόκκινα ίχνη των αμνών
στις γάμπες των γειτόνων
η φωτιά που τσίριζε πάνω στο δέρμα
η ομπρέλα στο γρασίδι
που έμενε πάντα ανοιχτή
οι στάχτες
που σκέπαζαν τα καλοκαίρια μας

(«Το σπίτι που αφήσαμε»)

Ένα πρόσωπο που ολοένα επανέρχεται, η Μαρία -όνομα κοινότατο, ίσως και μοίρα- «περπατούσε χιλιόμετρα για να διανύσει την απόσταση ενός βλέμματος»:
...με λένε Μαρία ψιθύριζε
είναι δικό μου το καλοκαίρι
αν θες για λίγο
σ’ αφήνω ν’ ακούσεις τη θάλασσα

(«Με λένε Μαρία»)

Ή

Η Μαρία δεν έχει πρόσωπο να φοβάται
όταν βραδιάζει φοράει ένα φόρεμα λευκό
κρύβεται στις παλιές φωτογραφίες
χορεύει ανάμεσα σε ασπρόμαυρους ανθρώπους...

(«Κι έτσι περνάνε τα χρόνια»)

Αλλού, η Κατερίνα. Μαζί με «νεκρά σαλιγκάρια της βροχής», πουλιά, σκύλους και κάθε λογής άλλα ζώα, αναπάντεχα γεγονότα που βασανίζουν το ποιητικό υποκείμενο (και τον αναγνώστη) και βεβαιότητες που τίθενται συνέχεια εν αμφιβόλω ή αίρονται ολωσδιόλου:
...εχθές
κάποιος κρυμμένος άνθρωπος
της έκλεψε
τα μαλλιά και τα μάτια
το πρωί
όταν ξύπνησε
ο κόσμος δεν ήταν εκεί 

(«Κι εκείνο κλαίει»)

Η παιδική ηλικία μοιάζει ανατριχιαστική, στο πλαίσιο μιας φροϋδικής σχεδόν ερμηνείας:
...δε μάζεψα τα παιχνίδια σου απ’ το πάτωμα
τώρα που μεγάλωσα δε μ’ ενοχλεί η ακαταστασία
μόνο
τα στρατιωτάκια που αιμορραγούν
τρέχοντας στα δωμάτια
φοβάμαι

(«Στον Αλέξανδρο»)

Εξαιρετικό από αυτή την άποψη είναι και το ποίημα «Όμως εγώ» που παρουσιάζει τρεις γυναικείους ρόλους: τη μητέρα, την κόρη, την αδελφή. Παραθέτω ένα απόσπασμα, αποκαλυπτικό των δύο πρώτων:
ακούω τη μητέρα
απλώνει τα ρούχα της
τα μαλλιά της ανεμίζουν
κάποιος της ψιθυρίζει στο αυτί
εκείνη γελάει [...]
όμως εγώ
αρνούμαι να προδώσω τα μυστικά της
τυλίγομαι γύρω από ένα πράσινο κυπαρίσσι
φτιάχνω ρυτίδες με τα χέρια μου
να κρατηθώ
συλλαβίζω τα τακούνια της...


Η Ιωάννου αναπαριστά την πραγματικότητα σε διάθλαση («η πραγματικότητα φθίνει», όπως γράφει άλλωστε), σκαρώνοντας παιχνίδια μαζί της και με τον αναγνώστη:
τα δέντρα ευθύνονται
δε μένουν
ποτέ σταθερά
αλλάζουν τοπία
ρίζες
ονόματα
κι όταν νυχτώνει
κρύβονται
στους έρημους κήπους
των σπιτιών
κρυφοκοιτάζουν
απ’ τα σπασμένα παράθυρα
το φεγγάρι
τη μουσική που μόλις σταμάτης
τα παιδιά που στέκουν ασάλευτα
στο σαλόνι

(«Τα δέντρα»)

Στο δελτίο τύπου που συνοδεύει τη συλλογή αναγράφεται ότι το χρώμα που χαρακτηρίζει το βιβλίο είναι το κόκκινο, όμως το μαύρο και το άσπρο εμφανίζονται εξίσου συχνά. Το κόκκινο, βέβαια, είναι το χρώμα του αίματος και σαν στοιχείο με ροή σχετίζεται με τη Μαρία, που είδαμε πιο πριν. Το κεφαλαίο Μ αναπαριστά τα κύματα της θάλασσας, επομένως την ατέρμονη ροή του νερού, το υγρό στοιχείο. Η θάλασσα διαποτίζει τη συλλογή, είτε σαν ολότητα είτε σαν απειροελάχιστη μονάδα – μια σταγόνα:
να φοβάσαι τα καράβια
που επιστρέφουν σταγόνα-σταγόνα
αλλάζοντας τον άνεμο
στ’ άδεια μαντίλια των ματιών
κι όλο γδέρνονται και σωπαίνουν
σαν ομιλίες παλιές
ξεχασμένες
που αιμορραγούν τρυφερά στο σκοτάδ
ι
(«Ομιλίες παλιές»)

Η πληγή είναι πανταχού παρούσα συνθήκη. Οι ρίζες της βρίσκονται στην παιδική ηλικία ή σε κατοπινές καταστάσεις, σε πράγματα που συνέβησαν σχεδόν ανεπαίσθητα, χωρίς να μπορεί το ποιητικό υποκείμενο να αρθρώσει κάποια αντίσταση. Σαν αποτέλεσμα, η θλίψη διαπερνά τα πάντα:
...αυτό που δε νιώσαμε
ξέρει καλά την πληγή μας
ακίνητοι φεύγουμε
τόσο μικρός ο αέρας που ανοίγει την πόρτα
ίσως και να χωρέσουμε στο τράνταγμα του φύλλου
την ώρα που αγγίζει το χώμα

(«Ακίνητοι φεύγουμε»)

Πέρα από τη θεματολογία, αυτό που είναι εξαιρετικό στη συλλογή είναι η έκφραση, αφού οι μετασχηματισμοί είναι πραγματικά παραδειγματικοί και η ροή εξαιρετική, ενώ οι λέξεις και τα νοήματα συνδυάζονται αναπάντεχα, μα άψογα. Ωστόσο, η ποιήτρια δεν κραυγάζει, μάλλον ψιθυρίζει, σαν να αναστοχάζεται. Και είναι μέσα σε αυτόν τον αναστοχασμό που κρύβεται η ανάγκη για επικοινωνία, η έκκληση στην αθωότητα και η επίκληση ενός ονείρου που, αν και τραυματισμένο, επιμένει να υπάρχει. Για όλους αυτούς τους λόγους, το Πορτατίφ της Νιόβης Ιωάννου είναι μια αυθεντικά καλή ποιητική στιγμή.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Ακολουθούν δύο ακόμη ποιήματα από τη συλλογή:

ΕΔΩ ΘΑ ΜΕΙΝΩ 
εδώ θα μείνω 
μόνη και ξένη απ’ τον χρόνο 
με τ’ όνομά μου ανυπεράσπιστο στη γωνία 
απόδειξη πως κανένας δε με πρόφερε σωστά 
εδώ θα μείνω 
να καίω τ΄ απογεύματα 
λιβάνι γιασεμιού στις χούφτες μου 
κι ο θεός να γίνεται έγκαυμα γαλάζιο 
και ν’ αγαπάει στα ψέματα 
τον σκύλο που πρόφερε εύκολα τον θάνατο 
την ώρα που με κοίταζε στα μάτια 


[ΑΤΙΤΛΟ] 
κι εκείνο που νοστάλγησα 
ήτανε μια σελίδα λευκή 
ν’ αφήσω πάνω της 
ολομόναχο δικό μου 
το υδάτινο αποτύπωμα 
απ’ το ποτήρι που διψούσες 

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2019

Αζαλέες ανάμεσα στους βράχους - 12 ανοιξιάτικα ποιήματα της Izumi Shikibu (Ιαπωνία, 10ος αι.)

Η Izumi Shikibu (976 μ. Χ. - ;) ήταν μια θυελλώδης προσωπικότητα της μεσαιωνικής Ιαπωνίας. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στην αυτοκρατορική αυλή του Κιότο κι έχει περιγραφεί ως μοιραία γυναίκα, με αμέτρητους εραστές στο ενεργητικό της, εκτός από τους δύο συζύγους και τους δυο πρίγκιπες με τους οποίους είχε σχέσεις ερωτικές. H Shikibu έγραψε ποίηση waka χρησιμοποιώντας την ιαπωνική γλώσσα, σε αντίθεση με την παλιότερη μορφή (kanshi), που ήταν γραμμένη στην κλασική κινεζική γλώσσα. Οι ποιητικές αναμνήσεις της περιλαμβάνουν 647 (ή 902) ποιήματα και αποτελούν την σημαντικότερη εργασία του είδους που αφορά την μεσαιωνική Ιαπωνία. Τα ποιήματά της χαρακτηρίζονται από γυναικεία λεπτότητα, απλότητα και χρήση εννοιών και λέξεων γεμάτων με διφορούμενα νοήματα και λογοπαίγνια, πολλά από τα οποία δεν μπορούν να μεταφραστούν. Εκτός όμως από τις ερωτικές περιπέτειες που αποτέλεσαν την κύρια πηγή έμπνευσής της, η φύση, ιδιαίτερα την άνοιξη, έδωσε αφορμές στην Shikibu να συνθέσει πολλούς στίχους. 

Σε κάποιο μακρινό προσκύνημα που πραγματοποίησε σ’ ένα ορεινό μέρος,   την προσοχή της τράβηξαν κερασιές ανθισμένες:

Αν οι άνθρωποι της πόλης
Ρωτήσουν "Πώς ήταν;"
Θα προτιμούσα να τους δείξω
Τις κερασιές του βουνού εκεί πέρα
Όπου επιθυμώ μια πηγή μόνο.


Τοπία ορεινά συναντούμε κι αλλού στην ποίησή της:

Απ’ τους χείμαρρους του βουνού
Ανεβαίνει πλέον μόνο
Η ανοιξιάτικη ομίχλη
Απ’ τις σταλαγματιές στις ρωγμές των βράχων
Ήχοι ακούγονται.


Το ποίημα αυτό το συνέθεσε την πρώτη μέρα του τέταρτου μήνα (Deutzia) σύμφωνα με το γιαπωνέζικο ημερολόγιο (ο κούκος είναι ένα από τα αγαπημένα πουλιά των Ιαπώνων):

Ρούχα στο χρώμα
Της χλωμής ροζ κερασιάς
Βάζω στην άκρη και
Περιμένω τούτη τη μέρα
Τον κούκο του βουνού.
Το θέμα τούτου του ποιήματος (λύπη για τον αέρα που σκορπά τα λουλούδια τη2 κερασιάς) είναι εξαιρετικά σπάνιο σύμφωνα με τους ειδικούς:

Ελπίζω πως ο άνεμος
Δεν θα παρασύρει
Τα άνθη της κερασιάς του κήπου μου
Αν και πεσμένα, καθώς η άνοιξη
Κρατά, θα ξεκούραζα το βλέμμα μου πάνω τους.


Κάθε φορά η άνοιξη ξυπνούσε τα αισθήματα της. Εδώ οι αζαλέες της δίνουν έμπνευση :

Αζαλέες ανάμεσα στους βράχους:
Αυτές που έκοψες, που κράτησες, που είδες·
Ο αγαπημένος μου φορούσε
Τέτοια σκούρα βυσσινιά
Χρώματα.


Σε κάποια άλλα κομμάτια το θέμα είναι άγνωστο,  το σκηνικό πάντως είναι το ίδιο:

Μονάχα την Άνοιξη
Όταν ήμουν μόνη στο σπίτι μου
Άνθιζαν οι δαμασκηνιές
Τότε τουλάχιστον, αυτός που μ’ άφησε
Ίσως έρθει να τις κοιτάξει
.

"…ωσεί άνθος του αγρού, ούτως εξανθήσει", έγραψε ο Δαυίδ στους Ψαλμούς του κι εδώ βλέπουμε κάτι αντίστοιχο:

"Τώρα ζούμε αληθινά" είπες, όμως
Πώς μπορώ νάμαι σίγουρη;
Αυτόν τον φευγαλέο κόσμο
Τον ξέρουν καλά
Τα λουλούδια με τις καμπανούλες.


Κι ένα ακόμα ποίημα στο ίδιο ύφος, γραμμένο για κάποιον που δεν της χάρισε τίποτα άλλο εκτός από θλίψη:

Ασημένιες δροσοσταλίδες,
Όνειρα, αυτός ο φευγαλέος κόσμος
Ακόμα κι οι ψευδαισθήσεις
Αν ήταν να συγκριθούν με την αγάπη μας
Θα φαίνονταν αιώνια.


Ο νους της Γιαπωνέζας πριγκίπισσας με τα ερωτύλα μάτια, όπως η ίδια τα περιγράφει, στρεφόταν όλη την ώρα γύρω από τους άνδρες που σημάδεψαν τη ζωή της. Κάποιος απ’ αυτούς της έστειλε λουλούδια με το μήνυμα "Συγχώρα με που δεν σού' γραψα τίποτα τόσον καιρό". Η απάντηση της έχει το νόημα "Δεν σε πιστεύω!":

"Έλα να με δεις", μου μήνυσες
[Στέλνοντας αγριολούλουδα
Δε νομίζω πως αυτό εννοούσες
Στέλνοντας διπλά ανθισμένους τρόλλιους
Κι αν συμφωνούσα
θα ερχόσουν, αναρωτιέμαι;


Στον ίδιο άνδρα όμως αργότερα, όταν έμαθε ότι έρχεται από κάπου,  θα στείλει τα ίδια λουλούδια επισυνάπτοντας αυτό:

Σκέψεις δυσάρεστες
Γεμίζουν το μυαλό μου·
Ολομόναχη μες την ανία
βαστώντας ανθισμένα αγριολούλουδα απ’ το Ide
(εσύ είσαι ;).


(το Ide ήταν μια περιοχή νότια του σημερινού Κιότο, πασίγνωστη για τους τρόλλιους της - λουλούδι-σφαίρα, στα αγγλικά globeflower).

Εκτός από τα μεμονωμένα ποιήματα, περίφημο είναι και το ημερολόγιο των ετών 1002-1003,   όπου κατέγραψε την ερωτική της αλληλογραφία με τον πρίγκηπα Atsumitshi. Όταν αυτός της έστειλε άνθη πορτοκαλιάς (tachibana) για να δει την αντίδρασή της, η Izumi σκέφτηκε ένα παλιό ποίημα:

Η οσμή των λουλουδιών της πορτοκαλιάς τον Μάιο
Θυμίζει τα αρωματισμένα μανίκια αυτού που δεν είναι πια εδώ.


Όταν κατάλαβε ότι τα συναισθήματα του πρίγκιπα δεν ήταν ανάλογα με τα δικά της, απάντησε: "Παρακαλώ να με σκέφτεσαι σαν την ασταθή σταγόνα που δεν θα μπορούσε με τίποτα να υπάρξει δίχως το φύλλο που την βαστά", προσθέτοντας τους στίχους :

Είμαι μια στάλα δροσιάς
Κρεμασμένη απ’ το φύλλο ενός δένδρου
Όμως αυτό δεν μ’ αναστατώνει
Γιατί σε τούτο το κλαδί φαίνεται ότι υπήρχα
Πριν απ’ την γέννηση του κόσμου.


Απόστολος Σπυράκης

Πηγές: 
1. http://www.wakapoetry.net/poets/mid-heian-poets/izumi-shikibu/
2. https://en.wikisource.org/wiki/Diaries_of_Court_Ladies_of_Old_Japan/3
3. https://www.poetryfoundation.org/poets/izumi-shikibu


Τετάρτη, 15 Μαΐου 2019

"Στάση λυσσιατρείου" του Αντώνη Ζέρβα

Αλλά δεν ξέρω τι είναι αυτή 
η θέληση που θέλει να μη θέλει 
η νοσταλγία χωρίς σκοπό επιστροφής, 
η ορμή προς κάτι ανθρώπινο, 
όπου δεν μοιάζει με τίποτε ανθρώπινο. 

Συμβαίνει σπάνια πλέον, αλλά είναι ανακουφιστικό: το να γράψει κάποιος για ορισμένα βιβλία ισοδυναμεί με το να αναμετρηθεί μαζί τους και να νικήσει ή να ηττηθεί. Το πιο πρόσφατο, ολοκαίνουργιο πόνημα του Αντώνη Ζέρβα είναι ένα τέτοιο βιβλίο. Ο κεντρικός του άξονας είναι η «εκδιαίτηση» ή η φυγή από την αλήθεια: την παραδεδεγμένη αλήθεια, την αλήθεια μέσα στην οποία μεγαλώσαμε, την αλήθεια των πολλών – ή και των λίγων, πάντως την αλήθεια των άλλων, την ξένη αλήθεια, εκείνη που μας επιβάλλουν ή που – ακόμη χειρότερα – επιβάλλουμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας, μεταβαλλόμενοι σε «συλλογικό υποκείμενο, συλλογιστικό, παρελθοντοδεμένο». 

Παντρευόμαστε εντέλει την αλήθεια που μας μοιάζει πιο ποθητή και μετακομίζουμε στο σπίτι της, σώγαμπροι, αμελώντας να κρατήσουμε ένα δικό μας. Κατόπιν, υφιστάμεθα τα δεινά ενός γάμου που συνάπτεται πάνω στον ενθουσιασμό και τις παγίδες που κρύβουν οι μεγάλες διάρκειες. Διότι τελικώς αποδεικνύεται πως αυτή η ποθητή αλήθεια είναι μια πορνοστάρ σαν τη Βγενουσάν του βιβλίου, με «πολυθωπευμένα σκέλια» που επιδίδεται σε σεξ με ένα φίδι – τον παντοτινό φταίχτη που οδήγησε μεν τον άνθρωπο στη γνώση, όμως έγινε αιτία του διωγμού του από τον παράδεισο. 

Τω όντι αλήθεια είναι μόνο ο Ήλιος. Στο φως του όλα θαμπώνουν και ξεθωριάζουν, οι ορίζοντες συμπυκνώνονται, τα βουνά διαλύονται, οι αντανακλάσεις περισσεύουν. Όλα γίνονται διάφανα, ακόμη κι εμείς οι ίδιοι: «Στην κηδεία του παππού, η γιαγιά ήθελε να ‘μαι καλοντυμένος κι εμφανίσιμος, όπως εκείνος στα νειάτα του, για να καμαρώνει. Καμάρωνα κι εγώ στην κηδεία που ήμουν ένα εγώ του προγόνου. Έτσι με ζούσε η επιθυμία σώγαμπρο της αλήθειας μέσα στο πρέπον». 

Το πρέπον βέβαια συχνά ανατινάζεται. Με δυναμίτη τον έρωτα, κυρίως τον σαρκικό. Αυτόν, τον πιο δυνατό, που ωθεί πέρα από τις ντροπές και τις δυνατότητες. Η «τάση προς κοινογαμία», η κτηνοβασία, το πάθος που ξεπερνά τα φύλα: τέτοιες στιγμές σχίζουν το πέπλο της παραδεδεγμένης αλήθειας και αφήνουν να διαφανεί κάτι άλλο. Είναι άραγε κάτι πιο αυθεντικό ή απλώς πιο κοντινό στη ζωώδη μας φύση; 

Ας είναι ό,τι θέλει. Η γενική αισχύνη μέσα στην οποία ζούμε («σκέπτομαι όσους ανακουφίζονται με την κλάψα τους για τη ζωή/ την ασκούριαστη μηχανή που παράγει μικρούς μικρούς εσταυρωμένους εσαεί/ τους μηχανοποιούς των κοινωνικών επαναστάσεων καθώς ολοκληρώνεται σιχαμός τον σιχαμό»), καθώς και τα διαδοχικά ασβεστώματα του παρελθόντος και του παρόντος με νέες έννοιες και αλήθειες θα ήταν υπέροχο αν μπορούσαν να καούν στο «ωραίο τίποτε της φωτιάς μες στο τζάκι», όπου τα πάντα αναλώνονται. «Δεν μένει τίποτε στη φωτιά, ούτε καν η ίδια». Μια εξόχως απορροφητική τρύπα όπου μπορούμε ενδεχομένως να πετάξουμε τα πάντα, εκτός ίσως από τη μνήμη – τη μόνη πραγματική πατρίδα, εκείνη που δεν μεταβάλλεται ποτέ. 

Γιατί ακόμη και οι τόποι, όπου ζούμε ή ζήσαμε, αλλάζουν. Η Στάση Λυσσιατρείου είναι ένας απ’ αυτούς. Δεν αντιπροσωπεύει πια την prestigious περιοχή που ήταν κάποτε η Πατησίων: έχει μεταβληθεί σε ένα «πολύγλωσσο σημείο ανοχής», από ένα ρετιρέ του οποίου το ποιητικό υποκείμενο ατενίζει το όρος Αιγάλεω, τη μοναδική σταθερά της προσωπικής του κιβωτού μέσα στον χρόνο. 

Όλα αλλάζουν, ακόμη και η γλώσσα: τα νοήματά της, οι αλήθειες της, «αχρηστεύοντας κάθε ιδέα χρήσεως». Οι λέξεις «μένουν ίδιες χωρίς να λένε το ίδιο», γίνονται πεδίο βολής, όπου προσέρχονται οι φαντάροι για να ασκηθούν στην ευθυβολία. Οι περισσότεροι όμως είναι άστοχοι και τότε «μέγας ο τρόμος της αφιλόλογης γλώσσας, παγώνει τα σωθικά σαν ζωντανή ανθρωποφαγία». 

Ναι, το βιβλίο διαπνέεται από πικρία. Είναι η πικρία που γεννά η επίγνωση της ματαιότητας. Τι κι αν το ποιητικό υποκείμενο ήθελε να πάει «κόντρα στη ζωή, αγκιστρωμένος πάνω της»; Όταν περπατά στους δρόμους της γειτονιάς του, ακούγοντας γλώσσες που δεν ξέρει τι σημαίνουν, είναι «άγνωστος μεταξύ αγνώστων, εκεί όπου άρχιζε ο δρόμος του υποσχόμενου θριάμβου». Γιατί άρχιζε; Γιατί η γραφή του Ζέρβα δεν είναι απλά ρηξικέλευθη, είναι μοναδική – δεν μοιάζει με κανενός και γι’ αυτό είναι σαν να ξεκινά μια νέα παράδοση μέσα από την παράδοση. 

Όσο για τούτο το βιβλίο, αποτελεί ποίημα, χωρίς όμως να είναι με τον γνωστό τρόπο. Είναι ρυθμός και σκέψη αντισυμβατική: όλοι ψάχνουν να ριζώσουν, ενώ αυτό προκρίνει το ξερίζωμα στη ζωή και την τέχνη. 

Στο τελευταίο, δέκατο έκτο κείμενο, βλέπουμε το ποιητικό υποκείμενο να κάθεται στον κήπο του παλαιού Μουσείου και να παρατηρεί τα τρόλεϊ που περνούν. «Οι επιβάτες όλοι ξένοι, σαν κι αυτόν/ που πίστευε στο σόι, στη γλώσσα, στη φυλή». Η πίστη έχει ξεριζωθεί, όπως και καθετί γνωστό γύρω, την ίδια στιγμή που όλα παραμένουν ζωντανά, σε αυτό το έντονα αυτοβιογραφικό, ολοκαίνουργιο βιβλίο του Αντώνη Ζέρβα.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο literature.gr με τίτλο "Το χειρότερο θεριό της πόλης".

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2019

"Σώματα ασφαλείας" της Νένας Φιλούση

Σώματα ασφαλείας είναι ο τίτλος της νέας ποιητικής συλλογής της Νένας Φιλούση, εκδόσεις Κύμα 2019. Πρόκειται για το πέμπτο βιβλίο της, μετά από τρεις ποιητικές συλλογές και μία συλλογή διηγημάτων. Πρωτοεμφανίζεται στα γράμματα το 2002 με το ποιητικό έργο Μνημοροή. Το εξώφυλλο κοσμεί θαυμάσια σύνθεση από κυπριακά ειδώλια του Άκανθου, που μαζί με τον υπαινικτικό και διφορούμενο τίτλο Σώματα ασφαλείας μας προδιαθέτουν για τα 33 ποιήματα που ακολουθούν. Tα ποιήματα έχουν το δικό της προσωπικό στίγμα και αρκετά από αυτά είναι ανοιχτά σε πολλές ερμηνείες.

Το πρώτο ποίημα της συλλογής, ένα ποιητικό αφήγημα, με τον τίτλο «Αναμνήσεις» είναι κάτι σαν εισαγωγή και σηματοδοτεί το περιεχόμενο. Υπάρχει ο χώρος της Κύπρου, θίγει τον πόλεμο, τις παραδόσεις, τον γάμο, τη θέση της γυναίκας, τους άλλους που μας περιβάλλουν και μας πιέζουν, υιοθετεί τη γυναικεία ματιά.

Μια ζωή γεμάτη μικρά χαρτάκια που τα μεταφέρει ο άνεμος, κομμάτια της μνήμης και του γενέθλιου τόπου και σκιές, γενικά σκιές. Η ποιήτρια αποκαθηλώνει την πραγματικότητα, δεν την εξιδανικεύει, δεν την ωραιοποιεί. Θέλει να τη διαχειριστεί, μα συχνά εμποδίζεται από το γεγονός ότι πρόκειται για μια πραγματικότητα ανεπιθύμητη της φθοράς. Στο ποίημα «Ειδική προσφορά» γράφει: Με κάθε δυο θλίψεις παίρνετε ένα σίριαλ εντελώς δωρεάν… Και στο ποίημα «Salto mortale»: …Απίστευτο πόσα αδέλφια μας κυκλοφορούν/ με μαχαίρια στη ζώνη οριζόντια/ γυμνά σαν περισπωμένες… 

Αναμετράται με το χρόνο σε ένα ανελέητο ρεαλισμό τον οποίο η ποιήτρια υποσκάπτει: …οι βεβαιότητες βγάζουν τακούνια, πανωφόρια, κολιέ/και κάθονται μετά φόβου θεού στη βεράντα/… H ίδια βρίσκεται μέσα σε περίκλειστους χώρους και έχει πληγές, όπως διαφαίνεται στο ποίημα «Mύγες»: 
Ενοχλητικές σαν μνήμη πόνου
επιμένουν σε ανοιχτές πληγές 
απειλούν το δείπνο και την ειρήνη μας. 
Συχνά κολλούν τα ισχνά τους κάτω άκρα
σε άχρηστες συνήθειες
και τα μάτια τους από κληρονομιά θλίψης μεγάλα
μεταμορφώνονται σε πλαϊνά, τεράστια για το σώμα 
μάτια αντοχής. 
Η αρχηγός θορυβεί –δεν είναι πάντα η μητέρα, 
αντιθέτως μπορεί να είναι και η πλάνη της φυλής. 
Συνήθως τις ακολουθώ στο νέο πέταγμα μ’ εμμονή 
σ’ άδεια δωμάτια ζέστης 
αφύλακτα 
όπου όλοι κοιτάν αλλού 
και το φαΐ ζεστό, παρατημένο,
αχνίζει.

Δεν είναι τυχαίο ότι η ποίηση της είναι σαν ένα σώμα που κουβαλά φορτία που δεν του ανήκουν, μα τα χρεώνεται για πάντα σε μια αμετάκλητη πραγματικότητα. Η προσμονή και η προσδοκία είναι γεμάτες διαψεύσεις, όνειρα που εξανεμίζονται σε ένα κόσμο με αδιευκρίνιστες προθέσεις. Όπως λέει η ίδια, Όλες οι μέρες Μεγάλα Σάββατα τεράστιας διάρκειας... Αναμονή για μια Ανάσταση που δεν έρχεται.

Αυτή η ποίηση αρθρώνεται με ένα ιδιαίτερο τρόπο και λόγο που διακρίνεται για την ευρηματικότητά του. Μέσα από τη δική της φωνή τα πρόσωπα και τα πράγματα αφηγούνται την ιστορία τους με ένα τρόπο έμμεσο και συγκαλυμμένο. …Αγόρια από φωσφόρο σε μηχανάκια πιτσαρίας/ τρέχουν σ’ όλη την πόλη επειδή πεινάμε/ Νιάτα γεμάτα καφετέριες…

Στο ποίημα «I’d rather go real», παρατηρεί με σαρκασμό τα πρόσωπα που είναι κοντά της. Αυτά τα πρόσωπα θαρρείς συμβολίζουν το παρελθόν και το μέλλον, ενώ ταυτόχρονα αναιρούνται από ένα παρόν που φαίνεται να διαρκεί εις το διηνεκές. 
Ο από πάνω είναι ομορφάντρας, δυνατός ευγενικός 
ακούει μουσική
κολυμπά καταχείμωνο, τα χέρια του φτιάχνουν πράγματα 
χαμογελά στο κλιμακοστάσιο. 
Ο δίπλα είναι σοφός, ήσυχος, διδάσκει. Δεν μάθαμε πού
διαβάζει συνέχεια και περπατά τα απογεύματα 
για την υγεία της καρδιάς 
μας κοιτάει απαλά μέσα από κομψά γυαλιά. 
-Ααα, το μέλλον και το παρελθόν! είπαμε 
Μέχρι που έφτασε ο διαχειριστής (ψηφίζει εμμονικά έχει καταθέσεις) 
και ανακοίνωσε ότι δεν έχουμε γείτονες
και να πληρώσουμε τα κοινόχρηστα 
τώρα αμέσως.

Τα ποιήματά της είναι θραύσματα που συνθέτουν την εικόνα της φθοράς των πραγμάτων, φανερώνουν το τέλμα του σύγχρονου ανθρώπου. Άνθρωποι και καταστάσεις περνάνε μέσα από το προσωπικό βίωμα η τα βιώματα των άλλων. Αφήνουν κάτι σαν υπόλοιπο ένα ίζημα. Αυτό το ίζημα είναι το υλικό, η πρώτη ύλη της ποίησης της. Μετράει τις απώλειες σε αντιδιαστολή με το όραμα για μια καλύτερη ζωή.

Ποίημα είναι να φοράς ένα ρούχο πολυκαιρισμένο 
χαμένο απ΄όλες τις φρονιμάδες 
και γίνεται δέρμα. 
Το φοράς σαν πρωτόπλαστος 
το βγάζεις σαν αθώος 
και δεν είμαι καθόλυ προληπτική.[…] 
Μ΄άξαφνα βλέπω έναν εαυτό με προσδοκίες 
συγκινήσεις, ευρυαγγείες 
σχεδόν κοινωνικό…

Σ’ ένα ταξίδι μνήμης που περνάει μέσα από γενιές ολόκληρες, μιλάει για την ιστορία του τόπου της και φτάνει ως την σύγχρονη σκληρή πραγματικότητα. Μιλάει για την αλλοτρίωση του σύγχρονου ανθρώπου και για μια συνεχή διάψευση προσδοκιών. 
…Το καλοκαίρι βρίσκαμε κλαδιά και φύλλα 
από το δένδρο μας 
των Χριστουγέννων παντού 
και το χειμώνα κάτι ξεφτισμένα ψαθάκια 
απομεινάρια άλλης εποχής…

Η ποίησή της παρουσιάζει το χρόνο που τρέχει. …Οδηγώ ένα παλιό αμάξι με φτερά που φοβάμαι…

Μέσα από το προσωπικό βίωμα η ποίησή της αποκτά κοινωνικές διαστάσεις, επιστρατεύει συχνά το εμείς.

Η ποιήτρια διαθέτει οξυμένη όραση, λόγο σαρκαστικό και συχνά αυτοσαρκαστικό. Όπως στο ποίημα «Διπλωματικό σώμα», όπου με αυτοσαρκασμό δίνει εικόνες από τη θηλυκή παρουσία, σαν κόρη, σαν μητέρα, σαν γυναίκα…
Πάω στους γονείς μου, είναι μεγάλοι 
όταν γεράσετε λέω, επειδή φοβάμαι ότι τους φτάνω 
πάω στα παιδιά μου, όταν μεγαλώσετε λέω 
αφού ολοένα φεύγουν και δεν τα φτάνω 
ακούμε μαζί μουσική αλλά έρχονται και φεύγουν 
η μέση ηλικία μου τους πάει στο αεροδρόμιο 
ενώ στο βάθος κλαίει σαν προσφυγάκι 
πάω στο θέατρο, ξεχνώ εκεί το φουστάνι μου 
σταθμεύω σε κάθετα τείχη 
περνώ από μικρά νεκροταφεία 
αλλά μυρίζω ωραία, ξεγελώ τους τροχονόμους 
πάω στο φαρμακείο αγοράζω αλοιφές 
εξωτερική χρήση γράφουν 
για οσφυαλγίες, ρευματοπάθειες 
επιμένω κάθε φορά: σίγουρα δεν τρώγονται 
πάω στη δουλειά μου κάθε πρωί νέα 
με άλλο όνομα όμως 
και φεύγω γριά.

Μέσα από συνεχείς αντιθέσεις αποκαλύπτει τα προσωπεία της πραγματικότητας, τις συμβάσεις. Είναι σαν να τις ξεφλουδίζει για να ανακαλύψει αυτό που κρύβεται στο εσωτερικό τους, την ουσία τους. Αναφέρομαι στο πιο κάτω απόσπασμα που ταυτόχρονα διακρίνεται για την εξαιρετική εικαστικότητά του: 
...μήλο ή κεράσι που καίγεται στη γειτονιά
και ζουμί κόκκινο σαν αίμα
βάφει τα γυμνά μας πόδια
-στις παραλιακές πόλεις βλέπεις πολλά γυμνά πόδια-
αλλά μόνο οι ξένοι περπατάνε
και κοιταζόμαστε όλοι πολύ φοβισμένοι γιατί 
στο νησί ο ουρανός είναι πάντα λευκός 
πατικωμένος στις νεφέλες. 
Το δε αίμα, μια ανάμνηση που πάει να ξεθωριάσει. 

Η ποιήτρια παρατηρεί την πραγματικότητα υπό λοξή οπτική γωνία. Η ποίηση της πυροδοτεί την έκπληξη. Έχει δύναμη, πρωτοτυπία, ευρηματικότητα, είναι καινοτόμος. Σχολιάζει τα γεγονότα, συχνά με ειρωνική διάθεση, σαν μέσο άμυνας για την εποχή του παραλογισμού, σαν αντίβαρο και σαν αντίσταση στην απογοήτευση και τη μελαγχολία που αποπνέουν. Η ειρωνεία αυτή αρχίζει ήδη από τον τίτλο της συλλογής, με τους σωματοφύλακες να εξελίσσονται σε δεσμοφύλακες και αυτή η ειρωνεία κυριαρχεί ως το τέλος του βιβλίου: …όλες οι νύφες είχαν πράσινα μάτια η πράσινα βαμμένα μάτια/ Μια νύφη έκλαιγε πιο πολύ από τις άλλες./… και σε άλλο ποίημα: …Μεσάνυχτα ακούγεται το πιάνο μες στο άδειο σπίτι/ποντίκια, αράχνες, ιδέες κρατούν την ανάσα τους / γύρισε η Μαρία,/οι φωτογραφίες της σκόνης χαμογελούν…

Η ποίηση της Φιλούση έχει μια ατμόσφαιρα σκοτεινή, πένθιμη: …Γράφουμε ποιήματα σαν τα φαναράκια/ που μαζεύουν ήλιο/ για να ανάψουν μόνα τους το βράδυ, θα πει. …Είναι και τα ποιήματα των πεθαμένων φίλων/ κάνουν έφοδο μες στα μεσάνυχτα…

και αλλού: …Πιο θλιβερή από την ατολμία να φύγεις/ η σιωπή των γηροκομείων./Γι αυτό κρατούν μπαστούνια. Για να ακούγονται στο πάτωμα…

Ο λόγος της εκφράζεται με πλαστικότητα και ευελιξία ξαφνιάζει και προκαλεί μια απρόσμενη κατάληξη: …Μας βλέπουν μόνο οι μελλοθάνατοι/ ατάραχοι πια/ και οι βουβές γυναίκες/…

Ένα προσωπικό σύμπαν με στοχασμό τολμηρό και επίκαιρο διεκδικεί μια ύστατη δικαίωση. Αναζητώντας το αληθινό πρόσωπο της τέχνης, η ποίηση της Φιλούση είναι σαν μια παράσταση που εκτυλίσσεται κρυφά και φανερά, θέλει να δώσει ανάσα σε ό,τι θεωρείται ζωή.


Φροσούλα Κολοσιάτου 


Επισκέψεις
Η ποίηση σ’ ένα παράθυρο με ξύλο φαγωμένο
Όπου στέκομαι για ν’ ανασαίνω φτερουγίσματα ρυθμού
Ακούω τις εικόνες και αγγίζω τα θροΐσματα.

Όταν σιγεί από μέσα η πλάση
Τα δέντρα περιορίζονται στα καθιερωμένα:
φιλοξενίες πουλιών, αποδέσμευση οξυγόνου, τα γνωστά.
Έκανα ένα έτσι να πιάσω το ποίημα απ΄την ιδέα
Αλλά έμεινα με φτερά στα δάχτυλα.

Αργά τη νύχτα, ότι είχα πλύνει σώμα και πιάτα
χτυπά η πόρτα και μπαίνει η κυρία αμίλητη
με τις άγριες ματάρες της υγρές
και κάθεται.

Είμαι πολύ κουρασμένη όμως
κι έτσι, αμίλητες και οι δύο τρώμε ό,τι έμεινε απ΄ το μεσημέρι.