Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2019

Μικρό αφιέρωμα για την παγκόσμια ημέρα ποίησης

Το στίγμα λόγου συνεχίζει τον εορτασμό της παγκόσμιας ημέρας ποίησης, με ποιήματα από τις νέες ποιητικές συλλογές των ποιητών Φιλέα Τετράζη Το χρηματοκιβώτιο της μνήμης και Ανδρέα Καρακόκκινου Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό.

Φιλέας Τετράζης

Στη νέα ποιητική συλλογή του ο Φιλέας Τετράζης μιλάει για τα τιμαλφή που διαφυλάσσει στο χρηματοκιβώτιο της μνήμης, τις αγαπημένες συνήθειες, τη μοναξιά, τον έρωτα και φυσικά την ποίηση, με τη γνωστή εξομολογητική του διάθεση.


Η ΡΟΥΤΙΝΑ
Πάρκαρε το αυτοκίνητο δεξιά
περπάτησε μέχρι την παραλία
η θάλασσα πάντα χρώμα μπλε βαθύ.
Άφησε δυο τρία αποτυπώματά του
στη βρεγμένη άμμο
να γυρίσει πίσω είναι νωρίς για μεσημέρι
κι ώσπου να πάρει την απόφασή του
ένα μικρό κύμα που έπαιζε στο γιαλό
του έβρεξε τα παπούτσια
και
«Κάτσε καλά» του είπε θυμωμένος
Πηδώντας ένα βήμα πίσω στα στεγνά.

Μετά έριξε ένα λοξό βλέμμα
στη θάλασσα που’ χε χρώμα μπλε βαθύ
και αναστέναξε ευχαριστημένος
ωραία βόλτα σήμερα σκέφτηκε
έσπασα την πεζή ρουτίνα
και ψιθύρισε πικρά μετανιωμένος
«Λάθος μου να μαλώσω το μικρό κύμα
που ‘θελε με τα παπούτσια μου να παίξει».


ΤΙΠΟΤΕ ΔΕΝ ΠΡΟΣΜΕΝΩ 
Τίποτε δεν προσμένω πια
κάθε μέρα κάτι χάνω
ένα γεγονός, ένα φίλο, μια ανάμνηση.
Γίνομαι πιο μοναχικός, θα έλεγα
μίκρυνα τόσο που καμμιά φορά
σαν περπατώ στην πόλη
κανένας δεν με βλέπει.
Μου’ ρχεται να φωνάξω «Ε, υπάρχω».

Μπορεί να είναι φαντασίες όλα
νομίζω πάντως πως κάποιος με κρυφοκοιτά
ο αδελφός του Ύπνου ίσως
παμπόνηρος ως είναι γυροφέρνει
και πάντα του αρέσει να αιφνιδιάζει.

Αλλά εγώ τον γελοιοποίησα μια μέρα
άσε το κρυφτούλι του είπα
κι έλα σπίτι όποτε θέλεις
να σε κεράσω ένα κρασί
και μιλάμε για τις διαφορές μας ντόμπρα.


ΤΟ ΚΕΡΙ
                  Στην Άννα
Τόσα χρόνια πέρασαν
και το κερί στο μανουάλι της καρδιάς της
είναι ακόμα αναμμένο
σημάδι αναμφισβήτητο πως μ’ αγαπά.
Το είχα εγώ με θαύμα ανάψει
Όταν μπορούσα τότε
που ήμουν είκοσι χρονών.
Θα σβήσει κάποτε
αναρωτήθηκα με δέος ένα βράδυ!
Διαισθάνθηκε το ερώτημα εκείνη
και «όχι» μου είπε αποφασιστικά
στρέφοντας σε μένα τη ματιά της.

Για τη γυναίκα μου σας λέω
που ήρεμη κάθεται και ονειροπολεί
Χριστουγεννιάτικα
με τη φωτογραφία των εγγονιών στο χέρι
στο ζεστό μας τζάκι δίπλα.


ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΟΚΙΒΩΤΙΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ
Κι αν γέρασα
τίποτε δεν μ’ εμποδίζει να θυμάμαι
στο χρηματοκιβώτιο της μνήμης εξάλλου
φυλάω τον θησαυρό μου.

Ένα περίπατο στην Ακρόπολη
την σελήνη με το κίτρινο φουστάνι
τα κορίτσια που αμίλητα σαν τις Καρυάτιδες
μας μοίραζαν προσδοκίες τον Απρίλη
τα χρόνια
που απροσδόκητα μας πρόδωσαν
και απέδρασαν τόσο ξαφνικά.

Τίποτε αληθινά δεν μ’ εμποδίζει
να θυμάμαι
φυλαγμένα καλά ως είναι όλα
στο χρηματοκιβώτιο της μνήμης.


ΚΑΚΟΒΟΥΛΕΣ ΔΙΑΔΟΣΕΙΣ
Παραπαίει η Ποίηση διαδίδουν
σαν μεθυσμένος που βγαίνει από ταβέρνα
μεσάνυχτα να πάει σπίτι.

Άλλοτε σπαθί κρατούσε κοφτερό
στον πόλεμο σαν έκανε γιουρούσι
και ήταν αυτή που σήκωνε ψηλά
τη ματωμένη μας σημαία όταν
έπεφτε από τα χέρια του νεκρού σημαιοφόρου.
Οι παλιοί την θυμούνται αντάρτισσα
και οι νέοι ακόμα στο πλευρό των πληγωμένων.

Εγώ τη γνώρισα μετά τον πόλεμο
ως έμορφο σεμνό κορίτσι
πουλούσε λουλούδια στους περαστικούς
στους ερωτευμένους τα χάριζε χαμογελώντας.
Μου εξομολογήθηκε μια νύχτα
που αγρυπνούσα
πως ζει μαζί μας τρεις χιλιάδες χρόνια
είναι ελληνικής καταγωγής
φίλη της Σαπφώς και του Αισχύλου.

Γι’ αυτό σας λέω
μην ακούτε κακόβουλες διαδόσεις
η Ποίηση στέκει ορθή, δεν παραπαίει.


Ανδρέας Καρακόκκινος

Η ποίηση του Ανδρέα Καρακόκκινου έχει έναν μοντέρνο ρομαντισμό που πηγάζει από αρχαίες ρίζες, εκεί που γεννήθηκαν οι πρώτοι όρκοι και οι έννοιες παραμένουν ατόφιες. Ο ποιητής, θαρρείς λαθρεπιβάτης σε πειρατικό, τις νύχτες κλέβει από τους πειρατές της ζωής τους θησαυρούς εκείνους που δίνουν στην ύπαρξη μας νόημα. Στην ποίησή του πρωτοστατεί ο έρωτας εκείνος που δοξάζει τη στιγμή, ακυρώνει το θάνατο και ξεγελάει το χρόνο. Το όραμα του ποιητή είναι να εκκινήσει απαρχής τον κόσμο.


ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΕΣ ΣΕ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ ΚΑΡΑΒΙ
Τις νύχτες ταξιδεύουμε
λαθρεπιβάτες σε πειρατικό καράβι
κρυμμένοι πίσω από ξύλινα βαρέλια
περιμένουμε τους πειρατές
ν’ απλώσουν τα κλεμμένα
στο κατάστρωμα.

Ψάχνουμε στα σκοτεινά για κείνα
τα χαμένα όνειρα, το γέλιο μας
και το ασημένιο δαχτυλίδι,
τ’ αστέρια που έπεσαν
τις καλοκαιρινές βραδιές
και το μεταξωτό μαντήλι της κόρης.

Πριν το ξημέρωμα κατεβαίνουμε στ’ αμπάρι
αναζητούμε χάρτες με το νησί των θησαυρών
κι εκείνο το παλιό βιβλίο ποιημάτων.

Ύστερα κλέβουμε ρακί
μεθάμε μάταιες ελπίδες
και κοιμόμαστε στο ίδιο όνειρο λαθρεπιβάτες.


TANGO ARGENTINO
Κόκκινη φλόγα
στροβιλίζεται στους ρυθμούς
ενός tango argentino
και φλεγόμενες καρδιές
καίγονται
στους εξώστες του μεσονυκτίου.
Εσύ αιωρείσαι αγέρωχη
πύρινη οπτασία.

ΜΕΣΟΝΥΧΤΙ
Ένα βιβλίο ανοιχτό
στα πόδια σου
κι εσύ ταξιδεύεις
σ΄απόκρυφους πολιτισμούς
παίζοντας με τις λέξεις.
Μια πεταλούδα πολύχρωμη
κάθεται στα μαλλιά σου
νομίζοντας είσαι η άνοιξη.
Κάπου μακριά ένα ακορντεόν
Στολίζει τις σελίδες
κι ένα φως αχνό
χορεύει στα μάτια σου
στη ράχη της βελόνας
που δείχνει μεσονύχτι.


ΑΝΤΙΦΕΓΓΙΣΜΑ
Το αντιφέγγισμα
της εικόνας σου
ένα αστέρι ροδοπέταλο
που ξημερώνει ανατολή
πριν γεννηθεί ο ήλιος
το πρώτο φιλί
στα χείλη του καλοκαιριού
πριν χαράξει η μέρα
το σκίρτημα
του ερωτευμένου ονείρου
που αναζητά το φως
πριν ανοίξουν τα μάτια.

Το αντιφέγγισμα
της εικόνας σου
ένα ασημένιο δάκρυ
σε νυχτερινή πολιορκία
που κυλά στις χορδές του ουρανού
και αφήνει ήχους μουσικούς
να γίνουν κελάδισμα αηδονιού
τραγούδι εωθινό και μελωδία
αέναο σφιχταγκάλιασμα
σ’ ένα μοναδικό χορό
αρχέγονο, ερωτικό
στο πλάτωμα του Αποσπερίτη.


ΚΟΚΚΙΝΗ HARLEY
Απόδραση
μ’ ένα όνειρο στη τσέπη
σε μια Harley κόκκινη
να γίνω ένα με τον αγέρα.

Σε μια διαδρομή
χωρίς προορισμό κι υποχωρήσεις,
χωρίς το ανελέητο κυνηγητό
των πεπραγμένων.

Στην άσφαλτο
που θα κοχλάζει ερωτηματικά
σαν καζάνι της κόλασης,
απάντηση καμιά.

Σε δυο ρόδες
θ’ αναζητήσω την ταχύτητα
που έχει το φως
πριν έρθει το σκοτάδι.

Η ελευθερία της ψυχής
σε μια βελόνα του καντράν
που όλο ανεβαίνει ν’ αγγίξει
τέρμα της ζωής.

Επιλογή για το στίγμαΛόγου:
Κατερίνα Τσιτσεκλή

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2019

"Στο τέλος μιας προσημειωμένης μέρας" της Ιωάννας Διαμαντοπούλου

Δεν είναι πολύς καιρός που έγραψα για τη συλλογή της Ιωάννας Διαμαντοπούλου Στρατός ξυπόλητων λέξεων που περιείχε μόλις 21 ποιήματα, εκφράζοντας την επιθυμία να διαβάσω επόμενη συλλογή της. Και να που στην αρχή του 2019 όντως κυκλοφόρησε η επόμενη συλλογή της Διαμαντοπούλου με τίτλο Στο τέλος μιας προσημειωμένης μέρας και 37 ποιήματα αυτή τη φορά. Ιδιαίτερος ο τίτλος αυτής της νέας συλλογής, παραπέμπει στην έννοια της προσημείωσης που αποτελεί ένα είδος υποθήκης υπό αίρεση. Και δημιουργείται αμέσως στον αναγνώστη η απορία: υπέρ ποιου άραγε προσημειώνεται η μέρα;

Η απάντηση δεν είναι ξεκάθαρη ούτε έρχεται αβίαστα. Τα ποιήματα δεν είναι οργανωμένα γύρω από συγκεκριμένους θεματικούς άξονες, αρχικά δίνουν την εντύπωση της τυχαιότητας, δεν αργεί όμως να καταλάβει ο αναγνώστης ότι τα θέματα εναλλάσσονται: η μνήμη, ο φόβος, ο θάνατος, η απώλεια. Τελικά, μάλλον η προσημείωση αφορά πολλές συνθήκες της ζωής, συγχρόνως. Τα θέματα στα ποιήματα όχι μόνο εναλλάσσονται, αλλά αναδεικνύονται και μέσα από τα αντίθετά τους, καθώς οι ιστορίες που αφηγείται η Διαμαντοπούλου στα ποιήματά της (η ποιήτρια παραμένει αφηγηματική και σε αυτή τη συλλογή, είναι προφανώς ο δικός της τρόπος γραφής) οργανώνονται σε δίπολα: λέξεις-σιωπή, απώλεια-παρουσία, θάνατος-ζωή, ψέμα-αλήθεια.

Έτσι, στο ποίημα «Οι τελευταίες επιθυμίες του κυρίου Π.», για παράδειγμα, μόνο ο τίτλος και ο τελευταίος στίχος μαρτυρούν ότι ο κύριος Π. πέθανε, ενώ στο ποίημα «Κάτω από στέγαστρα σιωπής», από το οποίο το ακόλουθο απόσπασμα, όλοι μιλάνε:

Μιλάνε.
Σιωπή!
Μιλάνε συνοδεύοντας το νερό
Και με γλυκιά φωνή μου φαίνεται νουθετούν τον άνεμο.
Να ‘ναι τραγούδι;

Μα δε θέλω να ακούσω
Και καταφεύγω κάτω από στέγαστρα σιωπής.
Για ασφάλεια. Πάντα όταν τελειώνει ακόμα μια μέρα.
Και εδώ τελειώνει ακόμα μια μέρα.
Με την έλευση σιωπής.
Στον κόρφο της πρόλαβα κι έκρυψα χρυσό
Το απόγευμα.


Η μητέρα και η μητρική φιγούρα έχουν έντονη παρουσία, όπως π.χ. στους στίχους «μια φωνή τύπου μητρική/ τύπου ελλείψει μητέρας την επινοούμε» του ποιήματος «Μια καθαρή ανάμνηση» και ολόκληρο το ποίημα «Ταύτιση κόρης και πεθαμένης μητέρας» που παρατίθεται στο τέλος της ανάρτησης.

Επειδή ίσως ζει στη Γερμανία, η Διαμαντοπούλου στην ποίησή της εμφανίζει με ένταση και την πατρίδα, όπως στο ποίημα «Πατριδοπαράπονο» ή το ποίημα «Ελληνικά καλοκαίρια», απ’ όπου το ακόλουθο απόσπασμα:

Κάθε μέρα εδώ μπροστά ξεφορτώνει η ζωή
Τελάρα περαστικών, τελάρα εικόνων,
Έναν λαό που έφαγε την ιστορία του
Και του κάθισε βαριά.
Το παραβλέπουμε.

Έναν λαό που στο μυαλό του
Ανθίζουν μπουκαμβίλιες και πορτοκαλιές
Χαρές και στενοχώριες που νανουρίζουν τις θάλασσες
Έναν τρελό λαό που αναμετριέται με τον χρόνο
Και ολοένα λιγοστεύει
Θάβει τα ταλέντα του
Γυαλίζει την αμηχανία του και τη νομίζει όπλο
Έναν λαό που κάποτε επαναστάτησε και τώρα τι τον νοιάζει
Και ψηλώνουν και ομορφαίνουν τα παιδιά του
Και παίρνουν αέρα τα μυαλά του
Και αφέθηκε σαν ορφανό στα χέρια του Ιδρύματος


Πέρα από τα βαθιά νοήματα και τα ευρέα εκφραστικά μέσα, η ποίηση της Διαμαντοπούλου χαρακτηρίζεται από αποφθεγματικότητα: «Μεγάλα λόγια/ κάτι σαν σκιές μικρών πράξεων» («Φωτογραφίες»), «Καθημερινώς μάχες δίνονται για μια θέση στην ανυπαρξία» («Για μια θέση στην ανυπαρξία»), «μεγάλα φτερά για μικρές πτήσεις» («Μάρτιοι ειδοί»), κ.ά.

Οι περιγραφές των χαρακτήρων στα ποιήματά της είναι επίσης εκπληκτικές, είτε αφορούν μεμονωμένα άτομα («Μαρία», «Σε ‘λέγαν Άννα») είτε ομάδες ανθρώπων («Φωτογραφίζονται.. παντού φωτογραφίζονται»):

...δεν είχε ηλικία
Ένας αριθμός πτυσσόμενος ανοιγόκλεινε
Όταν την κοιτούσες
Κι έλεγες
Εδώ ήταν κάποτε άνθρωπος κι εκεί οι πληγές του.

Ξέρω μια Μαρία με ζωή αδέξια
Κι επιδέξια αγκαλιά
Με όχι πρόσωπο μα βλέμμα

(«Μαρία», απόσπασμα)

Γυναίκες που η ζωή τις ξέπλυνε από επιθυμίες
[...] ένα βεβιασμένο χαμόγελο
Ο συμβιβασμός κρύβεται κάπου στα μάτια
Η έλλειψη
Στη ρινική κοιλότητα
Η ελπίδα κάπου εδώ
Προς το παρόν αγνοείται

(«Φωτογραφίζονται... παντού φωτογραφίζονται», απόσπασμα).

Τέλος, στους στίχους υπάρχουν σπαράγματα μιας ερωτικής ιστορίας με όχι αίσιο τέλος, μιας ιστορίας που σημάδεψε αλλά και πλήγωσε το ποιητικό υποκείμενο («Καλπάζοντας πάνω σε πλάσματα μιας μέρας», «Αεράκι στο επίνειο της νύχτας», «Είναι νωρίς», «Δεκαεπτά κανάτια νερό»). Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από τα «Δεκαεπτά κανάτια νερό»:

Ήμουν
Κάτεχα
Είχα στην κατοχή μου
Δεκαεπτά κανάτια νερό
Μα τα πάγωσε ο θάνατος.
Στους αιώνιους πάγους
Πλέουν κομμάτια της μορφής σου.


Καθώς κλείνω το βιβλίο, στο μυαλό μου μένουν λίγοι στίχοι από το ποίημα «Για μια θέση στην ανυπαρξία»: Σαν πούσι η σκιά του χρόνου/ πάνω στις μέρες.

Χριστίνα Λιναρδάκη 



Ακολουθούν δύο ποιήματα από τη συλλογή:

ΤΑΥΤΙΣΗ ΚΟΡΗΣ ΚΑΙ ΠΕΘΑΜΕΝΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ
Παραφράζοντας τη Μαρία Βοναπάρτη...

Η μαμά μου, λένε όλοι,
Είναι χρόνια νεκρή.

Εγώ όμως ξέρω
Πως είναι κάπου ημιλιπόθυμη μέσα μου,

Μερικά βράδια ξεδιπλώνει μόνη της τα μέλη της
Και με εκλιπαρεί να την αφήσω να πεθάνει.

Θα ‘ναι καλύτερα έτσι και για τις δυο, μου λέει για να με πείσει.

Εγώ όμως, συνεχίζω τον αγώνα κατά της λήθης,
Μεγαλώνοντας τους φόβους της, σαν να’ ταν δικοί μου.


Ο ΦΟΒΟΣ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ (απόσπασμα)

ΙΙ. Ο φόβος να αφήσεις μόνο τον εαυτό σου με τον Θεό
Γιατί είναι Θεός
Και αρχίζει με ερωτήσεις
Μπορεί να ξεκινήσει απλά
Με το πώς βρίσκετε σήμερα τη θερμοκρασία των νερών
    Του ποταμού Neckar
Ζητώντας ίσως μια επιβράβευση για το έργο του..
Κανείς όμως δεν ξέρει πώς τέτοιες κουβέντες εξελίσσονται
Κι αν καμιά φορά φθάσουν
Στον Κάιν που είναι ο αδελφός σου
Κάπως ταράζεσαι κι ας ήξερες την απάντηση
Κι είσαι αυτόματα πότε φονιάς πότε αδιάβαστος μαθητής
Με ένα βάρος στην καρδιά
Που πότε με ένα κερί για τους ζωντανούς
Πότε για τους νεκρούς,
Πας να το απιθώσεις
Σ’ έναν βωμό κρίσεως
Σαν νεογέννητο παρατημένο
Που δεν θα το ‘θελες να μεγαλώσει στα χέρια σου.

Ο καιρός σήμερα στην πόλη μας εκπληκτικός
Ο ουρανός κι η γη
Μοιράζοντας δίκαια το άρωμα της μέρας
Το ποτάμι πλέει
Συμπαρασύροντας
Αλήθειες και ψέματα
Φλογερές ματιές εραστών
Πλην όμως στιγμιαίες,
Φτυσιές αστέγων...
Στις όχθες ξενιτεμένα θαλασσοπούλια κι εγώ.
Μετρώ τη θερμοκρασία των υδάτων,
Τη βρίσκω κανονική
Και πνίγω μέσα μια ιστορία μου.

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2019

"Μαρία Πολυδούρη" στο θέατρο Αλκμήνη

Τι πιο φυσικό από το να πάει μία φαν της ποίησης σαν εμένα να παρακολουθήσει μια θεατρική παράσταση με θέμα την Πολυδούρη (και να τραβολογήσει την Κατερίνα Τσιτσεκλή και την Ήλια Λούτα μαζί της)! Να σημειώσω ότι το έργο παίζεται στη μικρή σκηνή του Αλκμήνη ("The secret room") η οποία χωράει περίπου 50 άτομα και ότι, το απόγευμα της Τετάρτης που πήγα, ήταν ζήτημα να υπήρχαν 2-3 κενές θέσεις.

Η συγκεκριμένη παράσταση βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο της Βιβής Κοψιδά-Βρεττού που κυκλοφόρησε πέρυσι από τις εκδόσεις vakxikon. Το βιβλίο περιέχει το κείμενο στο οποίο βασίστηκε η παράσταση, καθώς και σκηνοθετικές οδηγίες, ενώ προβλέπει πέντε πρόσωπα επί σκηνής. Όπως σημειώνει η συγγραφέας, ήθελε να δώσει "ρόλο πρωταγωνιστή στη Μαρία αυτήν τη φορά. Και τον άξιζε, τον δικαιούταν, η απίστευτη δύναμή της να ενθουσιάζεται και να υποφέρει. Ν' αγαπά και ν' απορρίπτει. Να ψηλώνει την αλήθεια της μέχρι ν' ακουστεί...".Το κείμενο είναι "ένα πυκνό ελεγείο, γραμμένο με την αυθεντική φωνή της ηρωίδας, με θραύσματα από δικά της κείμενα και αισθαντικές εξομολογήσεις σ' επιστολές και στα ημερολόγιά της". Αυτό εξηγεί την αποσπασματικότητα που χαρακτηρίζει τα επιμέρους στοιχεία του, η οποία στο βιβλίο δεν ξενίζει, γιατί υπάρχει διάκριση με τις πράξεις και τις σκηνές - μια διάκριση που στην παράσταση χάνεται και έτσι βλέπουμε ξαφνικά την πρωταγωνίστρια, εκεί που αφηγείται κάτι, να γυρίζει αδικαιολόγητα το κεφάλι και να αρχίζει να αφηγείται κάτι εντελώς διαφορετικό. Αυτή βέβαια δεν είναι η μόνη ασυμβατότητα μεταξύ βιβλίου και παράστασης.

Στην παράσταση παίζουν  δύο μόνο ηθοποιοί, η Φωτεινή Φιλοσόφου (Μ. Πολυδούρη) και ο Νίκος Γιάννακας (Κ. Καρυωτάκης). Εμφανίζεται επί σκηνής όμως και ο σκηνοθέτης, ο οποίος κρατά τον ρόλο του αφηγητή, μένοντας όρθιος πίσω από ένα αναλόγιο καθ' όλα τα 75 λεπτά που διαρκεί η παράσταση και αφηγούμενος, κατά διαστήματα, βιογραφικά και πραγματολογικά στοιχεία που αφορούν την πρωταγωνίστρια, όπως ακριβώς στο βιβλίο. Το πιο αξιοσημείωτο όμως είναι ότι μεταξύ των τριών ανθρώπων που βρίσκονται στη σκηνή, κυρίως δε των δύο ηθοποιών, η διάδραση είναι ελάχιστη! Η Πολυδούρη δεν υποδύεται ακριβώς τον εαυτό της, μάλλον παρουσιάζεται απλώς να αφηγείται τη ζωή της, κάνοντας ουσιαστικά έναν απολογισμό. Το ίδιο και ο Καρυωτάκης. "Τρέχουν", επομένως, τρεις παράλληλες αφηγήσεις επί σκηνής, κάτι που ξενίζει αρκετά.

Φταίει γι' αυτό η πηγή του υλικού με το οποίο δούλεψε η Βιβή Κοψιδά-Βρεττού. Τα αποσπάσματα από τα ημερολόγια και τις επιστολές διασώζουν μεν την "αυθεντική φωνή της ηρωίδας", της στερούν όμως τη δυνατότητα να ζωντανέψει τη ζωή της επί σκηνής, μια και αυτό που εντέλει κάνει η πρωταγωνίστρια είναι να αφηγείται τη ζωή της, αντί να τη ζει, με τον ίδιο αποστασιοποιημένο τρόπο που αναστοχαζόμαστε όταν γράφουμε μια επιστολή ή ένα ημερολόγιο. Το σημείο εκκίνησης δηλαδή δεν είναι η ζωή που βιώνεται, αλλά ο απολογισμός της. Αυτό είναι που ευθύνεται στην παράσταση για το έντονα απόκοσμο στοιχείο, την έλλειψη αλληλεπίδρασης και το στιλιζαρισμένο αποτέλεσμα. Επιπλέον, το γεγονός ότι η Φιλοσόφου δεν κλήθηκε να παίξει έναν "ζωντανό" ρόλο, αλλά μάλλον να ερμηνεύσει μια αφήγηση, έχει ως αποτέλεσμα να προβαίνει σε πράξεις που μοιάζουν παράλογες. Για παράδειγμα, στο τέλος, που η Πολυδούρη έχει προσβληθεί από φυματίωση και είναι ετοιμοθάνατη, διατηρεί την ίδια στεντόρεια φωνή όπως στην αρχή του έργου που ήταν ακόμη κοριτσάκι! Ένας άνθρωπος που έχει καταβληθεί από μια τόσο σοβαρή ασθένεια, όμως, δεν μπορεί να έχει τη δύναμη να μιλάει έτσι...

Ωστόσο, είναι μια καλή παράσταση. Η υποκριτική δεινότητα και το εκφραστικό βάθος της Φιλοσόφου σώζουν το στοίχημα και διευκολύνουν τον θεατή, ο οποίος δεν μπορεί να μην προσέξει ότι ηλικιακά η ηθοποιός δεν μπορεί να αντιστοιχεί στην Πολυδούρη. Πολύ περισσότερο, ο Γιάννακας δεν μπορεί να αντιστοιχεί στον Καρυωτάκη, όχι μόνο ηλικιακά αλλά και ιδιοσυγκρασιακά. Ο Καρυωτάκης ήταν πολύ χθόνιος (τόσο που τελικά τον ρούφηξε άκαιρα η γη), ενώ ο Γιάννακας είναι αέρινος και αποστασιοποιημένος. Παρ' όλ' αυτά, ο θεατής φεύγει ευχαριστημένος και χορτάτος από το θέατρο...

Όσο για το βιβλίο σαν βιβλίο, είναι πολύ καλό (για όσους τους αρέσει να διαβάζουν θεατρικά κείμενα). Ο λόγος της συγγραφέως, η οργάνωση των αποσπασμάτων, ο σεβασμός προς τις δύο πρωταγωνιστικές προσωπικότητες και εν γένει η καλλιέπεια που το χαρακτηρίζουν, αποτελούν στοιχεία που το καθιστούν όχι μόνο ελκυστικό κι ενδιαφέρον, αλλά ένα εξαιρετικό τεκμήριο του χαρακτήρα της Μαρίας Πολυδούρη, η οποία "ήξερε να πράττει την ομορφιά, να μεταμορφώνει την ποίηση σε ηθική, υπερβαίνοντας με τόλμη ό,τι η εποχή της ήταν ανάπηρη να δεχτεί και να κατανοήσει". Αυτό ήταν το δυνατότερο ποίημά της... Γιατί, τι άλλο είναι η ποίηση παρά "ο άνθρωπος στρατευμένος στην αλήθεια";



Χριστίνα Λιναρδάκη


Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2019

Η πρώιμη ποίηση της Χάννα Άρεντ (Hannah Arendt)

Hannah Arendt

Σαράντα χρόνια μετά τον θάνατο της Χάννα Άρεντ (1906-1975) ανακαλύψαμε κάποιες πλευρές της που δεν γνωρίζαμε. Σε γενικές γραμμές, γνωρίζουμε την Άρεντ ως Γερμανοεβραία διανοουμένη και πολιτική φιλόσοφο. Είναι κυρίως γνωστή χάρη στα σημαντικά έργα της για τον ολοκληρωτισμό, την πολιτική φιλοσοφία, την εβραϊκή της ταυτότητα και την «κοινοτοπία του κακού». Πριν από [τέσσερα] χρόνια όμως εκδόθηκε στα γερμανικά μια συλλογή ποιημάτων της με τίτλο Ich selbst, auch ich tanze (Κι εγώ, κι εγώ χορεύω). Η Άρεντ είναι εδώ μια λυρική ποιήτρια, που αφήνει χώρο στα αισθήματα, την αμφισβήτηση και τον σπαραγμό, στοιχεία που σχεδόν δεν υπάρχουν στον φιλοσοφικό της στοχασμό. Από τη συλλογή ποιημάτων της μαθαίνουμε επίσης για την τόσο περίπλοκη προσωπικότητα αυτής της μεγάλης διανοουμένης.

Μετά το Ολοκαύτωμα, σε αντίθεση με φίλους της που υιοθέτησαν τον σιωνισμό, η ίδια πήρε διαφορετική θέση. Έγραψε για τους πρόσφυγες και την προσφυγιά, αλλά επέλεξε να μην κάνει τη σύνδεση με την προσωπική της εμπειρία, την εμπειρία μιας Εβραίας που μετά την άνοδο του Χίτλερ επέδρασε από τη Γερμανία. Στο Παρίσι έμαθε εβραϊκά και έκρυψε στο διαμέρισμά της στελέχη της οργάνωσης για τη μετανάστευση στην Παλαιστίνη. Όταν όμως μετανάστευσε στην Αμερική, στράφηκε σε πιο διεθνιστική κατεύθυνση.

Θεωρούσε πάντα πως ήταν Εβραία. Και αυτός ίσως είναι ο λόγος που στην παρατήρηση του Γκέρσον Σόλεμ, ότι δεν έχει σταγόνα Ahavat Israel (αγάπης προς τον λαό του Ισραήλ), απάντησε:

«...Ποτέ δεν προσποιήθηκα ότι είμαι κάτι άλλο από αυτό που είμαι, δεν ένιωσα όμως και την τάση να συμπεριφερθώ έτσι… πάντα έβλεπα την εβραϊκή μου ταυτότητα ως ένα πραγματικά αναμφισβήτητο στοιχείο, και ποτέ δεν ένιωσα την ανάγκη να αλλάξω κάτι σχετικά με αυτό… δεν μπορείς να με ρωτάς αν έχω αγάπη προς τον λαό του Ισραήλ…, όπως δεν μπορείς να με ρωτάς αν αγαπώ τον εαυτό μου. Είμαι Εβραία και ποτέ δεν το αρνήθηκα…».

Κράτησε όμως αποστάσεις από τον ενθουσιασμό που επικρατούσε για το σιωνιστικό όραμα του κράτους: «Παραδέχομαι πως είναι μια θέση που είναι δύσκολο να την αφομοιώσεις, και, κατά κάποιον τρόπο, δεν μπορείς ούτε να την ανεχτείς». Ήταν ένα θύμα του πολέμου που επέζησε, και έβλεπε τα πράγματα απ’ έξω, και ίσως αυτός να ήταν ο τρόπος της να επιβιώσει.

[…] Εβδομήντα ένα ποιήματά της βρέθηκαν μετά τον θάνατό της στο αρχείο της. Ένα μέρος από αυτά ήταν συνδεδεμένα στα φύλλα του ημερολογίου που έγραφε επιμελώς επί είκοσι χρόνια (από τη δεκαετία του 1950 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1970), ενώ άλλα είχαν επισυναφθεί σε επιστολές που έστελνε στους φίλους και τους αγαπημένους της. Μέχρι σήμερα δεν είναι σαφές αν σκόπευε να τα δημοσιεύσει και να τα εκδώσει ή να τα κρατήσει ως προσωπική πνευματική ιδιοκτησία.

[…] «Η ποίηση είχε πάντα μεγάλη σημασία στη ζωή μου», είπε η Χάννα Άρεντ, σε τηλεοπτική συνέντευξή της στον Γκίντερ Γκάους, το 1964. […] Η μεγάλη της αγάπη για την ποίηση δεν αποτελούσε μόνο μια πλευρά του έργου της, αλλά ένα θεμελιώδες συστατικό στοιχείο της, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από τα λόγια της: «Μόνο από τους ποιητές περιμένουμε την αλήθεια, όχι από τους φιλοσόφους, από τους οποίους περιμένουμε τη σύλληψη της αληθινής έννοιας».

Η Άρεντ έγραψε τα πρώτα της ποιήματα μεταξύ 17 και 20 χρονών, τα έτη 1923-1926. […] Όλα της τα ποιήματα τα έγραψε στη μητρική της γλώσσα (Muttersprache) [τα γερμανικά]. Στα πρώιμα ποιήματά της διατηρεί την ομοιοκαταληξία και μια κλασική ποιητική δομή με ρομαντικά στοιχεία, όχι όμως με ερμητικό τρόπο. Στα ποιήματά της για τη φύση και τον έρωτα αντανακλάται πολλές φορές το συναίσθημα της απώλειας και του αποχωρισμού. Διαβάζοντας αυτά τα ποιήματα, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι τα έγραψε τόσο νέα, αφού το βλέμμα της στον κόσμο είναι πολύ ώριμο, βαθύ και οδυνηρά νηφάλιο. Τα χρόνια εκείνα, που μόνο λίγοι προέβλεπαν τι επρόκειτο να ακολουθήσει, έγραψε:

Δεν υπάρχει λέξη που σκίζει το σκοτάδι
Δεν υπάρχει Θεός που σηκώνει το χέρι του
Όπου κοιτάξω
Στοιβάζεται γη.

Δεν υπάρχει σχήμα που ξετυλίγεται μόνο του
Δεν υπάρχει σκιά που αιωρείται.
Και ακόμα ακούω:
Πολύ αργά, πολύ αργά. 

Ίσως ο αργός θάνατος του πατέρα της από σύφιλη, όταν εκείνη ήταν ακόμα παιδί, να της προκάλεσε τη βαθιά εμπειρία της έλλειψης κάποιου προστάτη, και ίσως μια διαρκή αναζήτηση εναλλακτικού πατρικού προτύπου. […] Παράλληλα, τα πρώιμα ποιήματά της αντανακλούν την πίστη μιας νέας κοπέλας, ασυγκράτητης στον έρωτα, με δυνατό πόθο για στενή και προσφιλή επαφή, χωρίς τον αρνητικό χαρακτήρα ενός αναμενόμενου αποχωρισμού. […] Η Χάννα Άρεντ ήταν, παρά τη νεαρή ηλικία της, πολύ ρεαλίστρια. Η πρώιμη εμπειρία του απαγορευμένου έρωτα [με τον καθηγητή της, Γερμανό φιλόσοφο Μάρτιν Χάιντεγκερ] συνοδεύτηκε από μεγάλο πόνο και βάσανα, που βρήκαν την έκφρασή τους στα πρώιμα ποιήματά της:

Καλοκαιρινή ώριμη αφθονία
Τα χέρια μου θα αφήσω να αιωρούνται
Προς μια σκούρα, βαριά γη,
Τα μέλη μου μέχρι πόνου διαστέλλονται.

Αγροί λυγίζουν, θροΐζουν,
Το δάσος χύνεται στα μονοπάτια
Όλα προστάζουν σιωπή:
Να ερωτευόμαστε, ενώ υποφέρουμε.


Πέρα από την αγάπη και τον πόνο της, η ποίησή της ασχολείται και με ερωτήματα ταυτότητας και ένταξης, και σε μερικά από τα ποιήματά της σκιαγραφεί την αυτοπροσωπογραφία της. Κάποτε περιγράφει εμπειρίες απενσωμάτωσης και διάλυσης και ακραία αισθήματα αποξένωσης, όπως στο ποίημα «Βυθισμένη στον εαυτό μου»:

Όταν κοιτάζω τα χέρια μου
– μέλη ξένα κοντινά μου –
Στέκομαι στο πουθενά,
Σε κανένα εδώ και τώρα
Σε τίποτε αυτονόητο.

Ιακώβ Σίμπη 



Σημ.: Απόσπασμα από το άρθρο «Η ποίηση της Χάννα Άρεντ» που δημοσιεύθηκε στο τεύχος Οκτωβρίου 2018 της Athens Review of Books και συζητά την ποίηση της Άρεντ στο σύνολό της. Ο Ιακώβ Σίμπη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και μετανάστευσε στο Ισραήλ το 1964. Έχει μεταφράσει Ισραηλινούς συγγραφεἰς απευθείας από τα εβραϊκά.


Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2019

Δύο ποιήματα της Ενέσα Μάχμιτς


Η Ενέσα Μάχμιτς (Enesa Mahmić, 1989) εμπνέεται από τα ταξίδια και είναι μέλος του Κέντρου PEN της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά, τουρκικά, σλοβενικά, αλβανικά και ουγγρικά, και έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες, όπως: Social Justice and Intersectional Feminism, University of Victoria (Καναδάς),  I am strenght (ΗΠΑ), αντιπολεμική και ειρηνευτική ανθολογία IFLAC (Ισραήλ),  QUEEN Global voices of 21th century female Poets (Ινδία), Writing Politics and Knowledge Production (Ιρλανδία/Ζιμπάμπουε), Διαχύστε ποίηση, όχι φόβο (Σλοβενία), Ποιητές από ξύλο (Κροατία), Le Voci della poesia; Imagine & Poesia (Ιταλία), World for peace, World Institute for Peace (Νιγηρία) κ.α. Έχει επίσης λάβει διεθνή βραβεία: χρυσό μετάλλιο Neigbour of your shore 2017 καλύτερης ποίησης για τους μετανάστες, Ratković's Evenings of Poetry 2016, και Aladin Lukač Award 2016 καλύτερης πρώτης ποιητικής συλλογής.



SHE EXISTS
There is an invisible history
Hipparchia, the wife of the Crates of Thebes
Life without property, without conventions
Naked bodies in the squares 
Disturbing as the truth itself
In the squares mobs are lynching 
Hypatia of Alexandria 
Peeling off her flesh and skin with sharp shells 
Sinestus, 
You can not question your beliefs 
I have to.
Conical sections, neoplatonic books 
Vanishing in flames 
Rosa Parks refuses to get up on the bus 
For a White man
There is a violent history
Life and death in Sorghaghtan's hands
Great Emirs and Mongolian troops
They were not allowed to step out of the line
Which she set out.
Ahhotep, empress of all lands
She guarded the soldiers, returned the deserters,
Transformed the prisoners
Zoe with the poison
Lucrezia Borgia, more poison
Magic, revenge and meaningless fights
The latest archaeological discoveries
The bones of a mighty Viking warrioress
Age: 30 years, Height: 170 cm
There is an unwritten history
Saartie Baarkman, Venus Hotentotkin
An exotic behind exposed
In the cage, in London
Black skin, myths of savages
Woman cunt
All possibilities vanish
All she could have been
Before they pushed her into the cage
There were human gardens
In Brussels in 1958
Nineteen fifty-eight!
Like a monkey, a child tries
To get milk from a skinny tit.
The elite observes
The ticket is cheap.
There is Nadia Anjuman
Verses alienated by the hands of a husband
Professor of Literature
Without any penalty and judgment.
There is my courage
To live as if I did not know anything
To shake hands with people as if
Any human never harmed another.



ΕΚΕΙΝΗ ΥΠΑΡΧΕΙ
Υπάρχει μια αόρατη ιστορία
Η Ιππαρχία, σύζυγος του Κράτη του Θηβαίου
Ζωή χωρίς περιουσία, χωρίς συμβάσεις
Γυμνά κορμιά στις πλατείες
Ενοχλητικά όπως η αλήθεια
Στις πλατείες ο όχλος λιντσάρει
Την Υπατία από την Αλεξάνδρεια
Γδαίρνοντας τη σάρκα και το δέρμα της με αιχμηρά κοχύλια.
Σίνεστε,
Δεν μπορείς να αμφισβητήσεις τις πεποιθήσεις σου
Εγώ πρέπει να το κάνω.

Κωνικές τομές, νεοπλατωνικά βιβλία
Χάνονται στις φλόγες
Η Ρόζα Παρκς αρνείται να σηκωθεί στο λεωφορείο
Για έναν λευκό
Υπάρχει βίαιη ιστορία
Ζωή και θάνατος στα χέρια της Σοργκακτάν
Μεγάλοι Εμίρηδες και μογγολικά στρατεύματα
Δεν επιτρεπόταν να φύγουν από τη γραμμή
Που εκείνη όριζε.
Η Αχοτέπ, βασίλισσα όλων των εδαφών
Αστυνόμευε τους στρατιώτες, γύριζε πίσω τους λιποτάκτες
Μεταμόρφωνε τους αιχμαλώτους
Η Ζωή* με το δηλητήριο
Η Λουκρητία Βοργία, περισσότερο δηλητήριο
Μαγεία, εκδίκηση και ανούσιες μάχες
Οι πιο πρόσφατες αρχαιολογικές αποκαλύψεις
Τα οστά μιας τρομερής πολεμίστριας των Βίκινγκ
Ηλικία: 30 ετών, Ύψος: 170 εκ.
Υπάρχει άγραφη ιστορία
Σάρα Μπάρτμαν, Βένους Χότεντοτ,
Εξωτικά οπίσθια εκτεθειμένα
Σε κλουβί, στο Λονδίνο
Μαύρο δέρμα, μύθοι περί αγρίων
Καριόλα
Όλες οι πιθανότητες εξαφανίζονται
Όλα όσα θα μπορούσε να είχε γίνει
Προτού τη χώσουν στο κλουβί
Υπήρχαν ζωολογικοί κήποι με ανθρώπους
Στις Βρυξέλλες το 1958
Χίλια εννιακόσια πενήντα οκτώ!
Σα να ’ταν μαϊμού, ένα παιδί προσπαθεί
Να πιει γάλα από ένα αποστεωμένο βυζί.
Η άρχουσα τάξει παρατηρεί
Το εισιτήριο είναι φτηνό.
Υπάρχει η Νάντια Άνζουμαν
Στίχοι αποξενωμένοι από τα χέρια ενός συζύγου
Καθηγητή Λογοτεχνίας
Χωρίς καμιά ποινή και δίκη.
Υπάρχει το κουράγιο μου
Να ζω σαν να μην ξέρω τίποτα
Να δίνω το χέρι μου σε ανθρώπους σαν
Κανένας άνθρωπος να μην έχει κάνει ποτέ κακό σε κανέναν.


*


LETTER FROM SYRIA
My friend,
One complately plain morning
While drinking tea and carelessly reading the newspaper
The dogs of war knocked on my door

From that moment on there are no newspapers
No bread, no tea on my desk anymore
The laughtter of my children is gone

Now
In the middle of the chaos we are constantly trying to find
New survival tactics

Here-
        Death steadily increase
There -
          Heartless politicians
          And academics bury their heads in the sand.


ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΡΙΑ
Φίλε μου,
Ένα εντελώς κοινό πρωινό
Ενώ έπινα τσάι και διάβαζα αμέριμνος εφημερίδα
Τα σκυλιά του πολέμου χτύπησαν την πόρτα μου

Από εκείνη τη στιγμή δεν υπάρχουν πια εφημερίδες
Ψωμί, τσάι στο τραπέζι μου
Το γέλιο των παιδιών μου χάθηκε

Τώρα
Στη μέση του χάους προσπαθούμε συνέχεια να βρούμε
Νέες τακτικές επιβίωσης

Εδώ-
       Ο θάνατος συνεχώς αυξάνεται
Εκεί-
       Άσπλαχνοι πολιτικοί
       Και ακαδημαϊκοί κρύβουν τα κεφάλια στην άμμο.


Μετάφραση:
Χριστίνα Λιναρδάκη

Σημ.: Οι μεταφράσεις πρωτοδημοσιεύθηκαν στο τεύχος αρ. 44 του vakxikon.gr.



* Αναφέρεται στη Zωή την Πορφυρογέννητη.