Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

"Η πέμπτη εποχή" του Γιάννη Μαρτζούκου

Μερικές από τις παραδοχές που συνθέτουν το πλαίσιο της πραγματικότητας στο οποίο είμαστε συνηθισμένοι: Ο χρόνος έχει τέσσερις εποχές. Ένα στέρεο σώμα δεν είναι διάφανο ούτε μπορεί να μεταβληθεί σε υγρό μέσα σε μία στιγμή. Ο χρόνος κινείται γραμμικά. Οι πολιτισμοί είναι διακριτοί, αυτοτελείς και στεγανοί. Καμία από τις οποίες δεν ισχύει στην Πέμπτη εποχή κι αυτό επειδή πρόκειται για ένα βιβλίο που εντάσσεται στη λογοτεχνία του φανταστικού.

Στην Πέμπτη εποχή ο Γιάννης Μαρτζούκος θέλησε να ερμηνεύσει με τον δικό του τρόπο τη μεγάλη ελληνική αφήγηση περί ένδοξου παρελθόντος και να δει τι θα γινόταν, αν αυτό το παρελθόν αναβίωνε ξάφνου, δίνοντάς μας την προσωπική του εκδοχή, μια εκδοχή που διατρέχει πολλές εποχές, πολλούς μύθους, άλλους τόσους θρύλους, αλλά και μυστήρια που μόλις στις μέρες μας αρχίζει να διαφαίνεται η λύση τους.

Πριν από αυτό έκανε εμπεριστατωμένη έρευνα για τα πολλά επιμέρους πραγματολογικά στοιχεία, τα οποία επαληθεύονται ένα προς ένα. Ακόμη κι έτσι όμως, ακόμη κι αν τα στοιχεία που αναφέρει επαληθεύονται, δεν παύει να πρόκειται για μια φανταστική ιστορία, όσο καλά και να στηρίζεται στην πραγματικότητα.

Και παρακολουθούμε, κυριολεκτικά με κομμένη την ανάσα, έναν αρχαιολόγο, έναν πλούσιο που αγαπά τα μυστήρια και τον γιο του, μια μυστηριώδη αποκρυφιστική συμμαχία που τους εναντιώνεται και πολλούς δευτερεύοντες χαρακτήρες να υφαίνουν το γαϊτανάκι μιας συναρπαστικής ιστορίας με πυκνή πλοκή και σασπένς τέτοιο που δεν επιτρέπουν στον αναγνώστη να αφήσει κάτω το βιβλίο.

Οι χαρακτήρες του εξελίσσονται, όμως μόνο τόσο όσο είναι αρκετό για να βαθύνουν, χωρίς να βαρύνουν στην εξέλιξη της ιστορίας. Άλλωστε, το ζητούμενο στο βιβλίο του Γιάννη Μαρτζούκου δεν είναι ο χαρακτήρας του Οδυσσέα Νέζη ή αν αυτός θα προλάβει να βρει τις απαντήσεις που ψάχνει, αλλά ο οποιοσδήποτε Οδυσσέας, ο οποιοσδήποτε άνθρωπος και το πώς προσδιορίζεται σε σχέση με τον κόσμο. Ετούτος ο προσδιορισμός είναι το ζητούμενο. Αυτός και το κύρος του πεπερασμένου ανθρώπου που συνδιαλέγεται με έναν απέραντο κόσμο, ο οποίος τον ξεπερνά. Ένα πεπερασμένο που δεν θέλουμε να δεχθούμε και του αντιστεκόμαστε με διάφορους τρόπους, κυρίως όμως με τη λογοτεχνία και την τέχνη.

Μια τέτοια μορφή αντίστασης είναι και η Πέμπτη Εποχή. Ο Γιάννης Μαρτζούκος επισκέπτεται αστικούς μύθους για κρυμμένα ιερά, όπως το θρυλούμενο μέσα στον ιερό βράχο της Ακρόπολης και το επίσης θρυλούμενο τούνελ από εκεί μέχρι το Σούνιο. Για όσους δεν γνωρίζουν, υπάρχουν ερευνητές που βεβαιώνουν (σε μη επιστημονικά ωστόσο τεκμηριωμένες έρευνες) για την ύπαρξη όχι ενός, αλλά τριών ιερών μέσα στον βράχο της Ακρόπολης, αλλά και διαφόρων υπόγειων τούνελ που διατρέχουν την Αττική, μεταξύ αυτών και εκείνο που ενώνει τον βράχο με το Σούνιο.

Ο Μαρτζούκος χρησιμοποιεί αυτούς τους μύθους στο βιβλίο, αλλά και πολλούς άλλους, και καταφέρνει να μας μεταφέρει από το Σούνιο στην Αίγυπτο μέσα σε λίγα λεπτά, ενώ παράλληλα ερμηνεύει το μυστήριο του μηχανισμού των Αντικυθήρων ή εξερευνά θαύματα της φύσης, όπως η σπείρα που παράγεται από την ακολουθία Φιμπονάτσι. Παντού και πάντα περιγράφει έναν κόσμο αφανή, έναν κόσμο μεγαλείου, σε άμεση γειτνίαση με τον καθημερινό, έναν κόσμο αθέατο του οποίου είμαστε ανίδεοι πολίτες που δεν επιζητούν καν να εγγραφούν στα δημοτολόγιά του, επειδή πιστεύουν ότι δεν μπορούν – εάν γνωρίζουν ότι υπάρχει.

Εκτός από τα χρονικά όρια που καταργούνται στο βιβλίο, καταργούνται και τα χωρικά. Αντικείμενα και γεγονότα συνδέουν όχι μόνο τις εποχές αλλά και τους τόπους και τους πολιτισμούς: τις Αζόρες με την Αίγυπτο, τον ελληνικό πολιτισμό με τον αιγυπτιακό και με εκείνον των Μάγιας. Όλα είναι συμβατά, όλα μπορούν να συνυπάρξουν σε ένα φανταστικό μυθιστόρημα σαν αυτό εδώ που αποτελεί πραγματικά έναν «γενναίο, νέο κόσμο».

Χριστίνα Λιναρδάκη


ΥΓ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στη λέσχη ανάγνωσης Αυγούστου του vakxikon.gr


Παρασκευή, 8 Δεκεμβρίου 2017

Η πορνεία στη λογοτεχνία



…Στην αρχαιοελληνική γραμματεία έχουμε πολλές αναφορές στις λεγόμενες εταίρες, οι οποίες μάλλον είχαν την εκτίμηση της κοινωνίας. Την καλύτερη πηγή πληροφόρησης για την εκπαίδευση των αρχαιοελληνίδων εταίρων βρίσκουμε στους Εταιρικούς Διαλόγους του Λουκιανού. Γραμμένοι το 2ο μ.Χ. αιώνα, οι Εταιρικοί Διάλογοι είναι ένα σπαρταριστό κείμενο. Ο Λουκιανός, βαθύς ανατόμος της ανθρώπινης φύσης, αντιμετωπίζει με αγάπη και τρυφερότητα τους ήρωές του, κυρίως τις ηρωίδες του, παρουσιάζοντες τις ιστορίες τους, τον κόσμο τους, με πολύ χιούμορ, σαρκασμό, αλλά και βαθιά κατανόηση. Παρουσιάζει τη ζωή, τα προβλήματα, τους έρωτας, τα μικρά ή μεγάλα δράματα των εταίρων της αρχαιότητας, που λίγο διαφέρουν από τη σύγχρονη πραγματικότητα. […]

Με εμφανέστατη συμπάθεια προς το τραγικό πρόσωπο που λέγεται πόρνη γράφει η Γαλάτεια Καζαντζάκη στο συγκλονιστικό κοινωνικό της ποίημα «Αμαρτωλό»:

Στη Σμύρνη Λέλα, 
Ηρώ στη Σαλονίκη,
Στο Βόλο Κατινίτσα έναν καιρό…
Τώρα στα Βούρλα με φωνάζουν Νίκη…
Ο τόπος μου ποιος ήταν; Ποιοι οι δικοί μου;
Αν ξέρω, ανάθεμά με!
Σπίτι, πατρίδα μου έχω τα μπορντέλα…
Ως κι οι αθώοι χρόνοι οι παιδικοί μου
Θολές σβησμένες ζωγραφιές
Κι είναι αδειανό σεντούκι η θύμησή μου!
Το σήμερα χειρότερο απ’ το χτες
Και τ’ αύριο απ’ το σήμερα θε να’ναι…
Φιλιά από στόματα άγνωστα, βρισές
Κι οι πολισμάνοι να με τραβολογάνε…
Γλέντια, καβγάδες ως να φέξει,
Αρρώστιες, αμφιθέατρο του Συγγρού
Κι ενέσεις 606.
Πνιγμένου καραβιού σάπιο σανίδι
Όλη η ζωή μου του χαμού…
Μ’ από την κόλασή μου στο φωνάζω:
Εικόνα σου είμαι, Κοινωνία, και σου μοιάζω.


Στην πορνεία αναφέρεται και ο μεγάλος ποιητής Τάσος Λειβαδίτης σ’ ένα συνθετικό του ποίημα με θεατρική δομή, την «Καντάτα», όπου στηλιτεύει το παρακμιακό αυτό κοινωνικό φαινόμενο με θύματα τα φτωχά κορίτσια:

…Οι μισάνοιχτες πόρτες
Με τη μικρή ταμπέλα καρφωμένη απ’ έξω – αυτοί οι
Δημόσιοι αποχετευτικοί αγωγοί
Της θλιβερής αρσενικής κυριαρχίας –
Τα «κορίτσια» φοράνε φτηνές, μπαμπακένιες ρόμπες
Ή σορτς, ανάλογα με την εποχή.
Και μερικές δεν έχουν παρά πάνω απ’ τα χρόνια της κόρης σας,
Αξιότιμε κύριε…


Ο ποιητής Νίκος Καββαδίας ως εκ του επαγγέλματός του, ήταν ασυρματιστής σε ποστάλια, είχε μια «στενότερη» σχέση με την πορνεία, το κλίμα της οποίας συναντά κανείς στα έργα του. Αλλά και σε βιογραφικά γι’ αυτόν στοιχεία μπορεί κανείς να διαπιστώσει πως όσοι τον γνώριζαν έκαναν λόγο για έναν άνθρωπο ήπιο και γλυκομίλητο, που αγαπούσε τα αστεία, τα μπορντέλα και τα κορίτσια τους, όπως και τη ζωγραφική – στην καμπίνα του είχε κρεμασμένους τρεις πίνακες του Henri de Toulouse-Lautrec. Διάβαζε πάντα πολύ και του άρεσε ιδιαίτερα να απαγγέλλει ποίηση άλλων – άλλωστε γνώριζε πολλούς από τους μεγαλύτερους ποιητές της εποχής, όπως τους Βάρναλη, Σεφέρη, Ελύτη, Σικελιανό…


Άντρος Λυρίτσας



Σημ.: Απόσπασμα από το ομότιτλο άρθρο που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Άνευ, τεύχος 64, φθινόπωρο 2017. Το άρθρο είναι εκτενέστατο και πραγματεύεται, μεταξύ άλλων, και την πρόσληψη της πορνείας στην ευρωπαϊκή λογοτεχνική παραγωγή.

Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

Η Κρις μας

Αγαπητοί φίλοι του ιστολογίου μας,

H Κρις Λιβανίου θα σταματήσει να γράφει για λίγο καιρό καθώς ετοιμάζεται να γίνει μαμά! Της ευχόμαστε ολόψυχα να έρθει το παιδάκι της με το καλό και την περιμένουμε να επιστρέψει σύντομα κοντά μας...


Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Η λογοτεχνία του φανταστικού

Οι ρίζες της φανταστικής εξήγησης του κόσμου μέσα από τη λογοτεχνία είναι τόσο αρχαίες όσο και το ανθρώπινο είδος. Η πρώτη οργανωμένη μορφή λογοτεχνίας του φανταστικού ήταν η μυθολογία. Μυθολογία την αποκαλούμε εμείς σήμερα, όμως για τους αρχαίους Έλληνες ήταν ιστορία, τον καιρό που δεν είχαν ακόμη αρχίσει να ονειρεύονται την ιστορία. Το παρελθόν ήταν για κείνους μια ακατάληπτη μάζα από πολυάριθμα δεδομένα που δεν μπορούσαν να γίνουν κατανοητά, παρά μόνο εάν οργανώνονταν γύρω από ένα κεντρικό ήρωα ή ένα κεντρικό θέμα. Οι μύθοι επιτελούσαν αυτήν ακριβώς τη λειτουργία: οργάνωναν τα γεγονότα του παρελθόντος γύρω από κεντρικούς άξονες και καθιστούσαν το παρελθόν αντιληπτό.

Ωστόσο, η συγκέντρωση μαρτυριών από το παρελθόν και η χρήση τους ως πηγής παραδειγματισμού είναι ένα πράγμα και η ιστορία, ως συστηματική μελέτη, ως πειθαρχία, είναι ένα άλλο. Απόδειξη ότι ο μύθος, όπως διασώθηκε π.χ. μέσα στο έπος, κινείται μέσα στο άχρονο. Τα γεγονότα είναι ολότελα απομονωμένα και δεν μπορεί ποτέ κάποιος να πει πότε ακριβώς συνέβησαν: συνέβησαν «μια φορά κι έναν καιρό». Το άχρονο το διαπιστώνουμε πολύ ανάγλυφα στους ίδιους τους ήρωες, που μένουν αναλλοίωτοι στον χρόνο: βλέπουμε για παράδειγμα έναν Οδυσσέα που επιστρέφει στην Ιθάκη το ίδιο ακμαίος όσο έφυγε, μια Πηνελόπη που τον υποδέχεται επίσης ακμαία η ίδια – σαν να μην τους αγγίζει ο χρόνος, σαν να μην τους αφορά.

Δεν είναι μόνο ο Όμηρος: ψήγματα φανταστικού υπάρχουν και στην ορφική παράδοση, αλλά και σε συγγραφείς όπως ο Λουκιανός, ο Ησίοδος ή ο Αριστοφάνης. Χαρακτηριστικά παραδείγματα φαντασίας στην αρχαιότητα είναι οι φοβεροί αριστοφανικοί Όρνιθες ή η ανάβαση του Τρυγαίου στον Όλυμπο πάνω στο σκαθάρι του στην επίσης αριστοφανική Ειρήνη. Τα περισσότερα τέτοια έργα ήταν έμμετρα, γραμμένα δηλαδή σε στίχους, και γι’ αυτό πιστώθηκαν στην ποίηση, ενώ κάποια άλλα κατατάχθηκαν στο θέατρο – ελάχιστα και στην ιστορία.

Το ζητούμενο στη λογοτεχνία του φανταστικού είναι ο προσδιορισμός του πεπερασμένου ανθρώπου που συνδιαλέγεται με έναν απέραντο κόσμο, ο οποίος τον ξεπερνά. Η αναμέτρηση του ανθρώπου με τον κόσμο βρίσκεται άλλωστε στον πυρήνα της λογοτεχνίας του φανταστικού. Τα έργα που εντάσσονται σε αυτήν δανείζονται στοιχεία από την πραγματικότητα και τα μετουσιώνουν, κατασκευάζοντας άλλους, πιθανούς ή απίθανους κόσμους. Ουσιαστικά εφευρίσκουν εκ νέου τη γνώριμή μας πραγματικότητα με τις δυνατότητες και τις ελευθερίες που επιτρέπει η φαντασία. Αυτή η εκ νέου εφεύρεση όμως υπονομεύει και υποσκάπτει τη γνώση μας για τα πάντα γύρω, αναδεικνύοντας ακόμα πιο εμφατικά το πεπερασμένο μας. Ένα πεπερασμένο που σαν άνθρωποι δεν θέλουμε να δεχθούμε και του αντιστεκόμαστε, π.χ. με την ιατρική και με την τεχνολογία. Κυρίως, όμως, με τη λογοτεχνία και την τέχνη γενικότερα.

Είναι σημαντικό σε αυτό το σημείο να πούμε ότι πολλά βιβλία επιστημονικής φαντασίας επαληθεύτηκαν και έγιναν οιωνοί, ουσιαστικά, του μέλλοντος. Τέτοια πολύ γνωστά βιβλία είναι το Από τη γη στο φεγγάρι του Ιούλιου Βερν ή η Οδύσσεια του διαστήματος του Κλαρκ, καθώς επίσης και ο Φράνκενστάιν της Μαίρη Σέλλεϋ (σήμερα γίνονται μεταμοσχεύσεις οργάνων), Ο θαυμαστός καινούργιος (ή: γενναίος, νέος) κόσμος του Άλντους Χάξλεϋ (τα αντικαταθλιπτικά και τα αγχολυτικά έχουν γίνει καραμέλες στις μέρες μας) και το 1984 του Όργουελ (προσωπικά δεδομένα στην εποχή του Google δεν υφίστανται). Η φαντασία κάποιες φορές λειτουργεί προφητικά.

Σε ένα φανταστικό μυθιστόρημα τα πάντα είναι συμβατά μεταξύ τους, τα πάντα μπορούν να συμβούν και τα πάντα να συνυπάρξουν. Αφετηρία είναι πάντα ένα θεμελιώδες ερώτημα: «Πώς θα ήταν αν;». Με αυτό ξεκινούν όλοι οι συγγραφείς του φανταστικού: ο Κάφκα, ο Μπόρχες, ο Χάξλεϋ, ο Πόε, ο Στήβενσον, αλλά και οι πιο γνωστοί και ευπώλητοι της εποχής μας, όπως ο Τόλκιν και η Ρόουλινγκ. Και περιγράφουν τη θεμελιώδη σύγκρουση ανάμεσα στο ορθολογικό και το ανορθολογικό, μια σύγκρουση που ορίζεται από την εισβολή του φανταστικού στο πραγματικό ή του αφύσικου στο φυσικό. Πρόκειται για μια εισβολή που ικανοποιεί κάτι που όλοι οι άνθρωποι επιθυμούμε: να έρθουμε, έστω για λίγο, σε επαφή με εκείνο το κάτι που δεν έχουμε τολμήσει ακόμη να φανταστούμε.

Ένα ενδεικτικό χρονολόγιο συγγραφέων της λογοτεχνίας του φανταστικού:

Αρχαιότητα: Όμηρος, Λουκιανός, Ησίοδος, Αριστοφάνης

Μεσαίωνας (11ος-14ος αι.): Δάντης και το γοτθικό μυθιστόρημα (π.χ. Γουάλπολ)

Ρομαντική περίοδος (15ος-18ος αι.): Πόε, Σέλλεϋ, Κόλεριτζ, Σουίφτ, Γκαίτε, Σαίξπηρ

19ος αιώνας – σήμερα: Όργουελ, Κάφκα, Μπόρχες, Στήβενσον, Χάξλεϊ, Κασάρες, Λάβκραφτ, Τόλκιν, Κινγκ, Ρόουλινγκ

Και μερικά ονόματα, λιγότερο και περισσότερο σύγχρονων, Ελλήνων συγγραφέων του φανταστικού: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Μιχαήλ Μητσάκης, Δημοσθένης Βουτυράς, Γιώργος Μπαλάνος, Μάκης Πανώριος (ο αποκαλούμενος και «πρύτανης του φανταστικού»), Αλέξης Πανσέληνος, Νίκος Παναγιωτόπουλος, Κυριάκος Αθανασιάδης, Νίκος Βλαντής, Μιχάλης Μανωλιός, Ελευθέριος Κεραμίδας, Εριέλλα Χρυσού, Γιάννης Μαρτζούκος.

Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο τεύχος 38 του περιοδικού vakxikon.gr.

Παρασκευή, 1 Δεκεμβρίου 2017

Σφηνάκια Νοεμβρίου, χειμωνιάτικα απολύτως

"Για μια χούφτα ζωή" της Φωτεινής Βασιλοπούλου



Το Για μια χούφτα ζωή είναι η πρώτη δουλειά της Φωτεινής Βασιλοπούλου σε πεζό, και είναι χαρά να την διαβάζει κανείς. 17 ιστορίες με έντονη ντοπιολαλιά και εικόνες υπαίθρου πια σχεδόν ξεχασμένες ή έστω σκονισμένες στη μνήμη, που δείχνουν να λειτουργούν σαν σημεία αναφοράς για τη συγγραφέα στην αναζήτηση και την οριοθέτηση μιας ταυτότητας προσωπικής και ταυτόχρονα κατά κάποιο τρόπο οικείας σε όλους. Χωρίς υπερβολές και εξάρσεις ούτε μελοδραματισμούς και ωραιοποιημένες μνήμες, τα κείμενα της Φωτεινής Βασιλοπούλου στέκονται σταθερά στα πόδια τους και παρασύρουν τον αναγνώστη σε γνώριμα μονοπάτια φωτισμένα όμως με καινούριο φως. Κοινό στοιχείο τους είναι η ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, που μυρίζει χειμώνα, τζάκι και φτώχια, αλλά όχι εγκατάλειψη και σίγουρα όχι παραίτηση. 

Θεματικά δεν πρόκειται για κάτι ριζικά καινούριο, γι αυτό και το στοίχημα κερδίζεται στην ματιά: η τρυφερότητα που κυκλοφορεί σχεδόν αθόρυβα κάτω από τις λέξεις και το δέρμα των ηρώων, της συγγραφέα και τελικά του ίδιου του αναγνώστη σαν συνδετικό ποτάμι συγκίνησης, είναι αυτό το στοιχείο που εξασφαλίζει στη συλλογή πέρα από το ενδιαφέρον για τις ιστορίες αυτές καθεαυτές, και την απαραίτητη συνοχή. Πέραν αυτού, οι ιδιωματισμοί και η ιδιάζουσα γλώσσα δίνουν στα κείμενα το ειδικό βάρος της τοπικής ταυτότητας που δεν υπερεκτιμάται αλλά ούτε και ισοπεδώνεται.

17 καλοί οιωνοί για την μετέπειτα πορεία. Υποθέτω εις το επανιδείν. 

Κρις Λιβανίου



"Βραχύσωμες πτήσεις παρεκκλίνουσες" του Απόστολου Παλιεράκη
Δεν χαρίζεται
Στις σαθρές μας γέφυρες
Η καταιγίδα
(«Ανελέητη»)

Περισσότερα από 40 χαϊκού είναι η ποιητική συγκομιδή που ο Απόστολος Παλιεράκης συγκεντρώνει σε αυτό του το βιβλίο. Πρόκειται για χαϊκού-στιγμιότυπα που προκαλούν εντύπωση με τη χειρουργική ακρίβεια της διατύπωσής τους. Μετουσιώνουν σε ποίηση αστραπιαίες σκέψεις για τη ματαιότητα, τη μοναξιά, τη μνήμη, τον έρωτα, αλλά και για σκηνές της καθημερινότητας στις οποίες μπορεί να στέκεται το βλέμμα.

Μετά από το εισαγωγικό κείμενο «Βρόχοι λατρείας γκρεμίζουν τις αγχόνες απελπισίας», ακολουθεί το μεγαλύτερο τμήμα των χαϊκού που παρατίθενται απνευστί στο πρώτο τμήμα, έπεται μια ενότητα «Εποχικά» και το βιβλίο κλείνει με δύο ακροτελεύτια χαϊκού. Παρά την ακρίβεια της έκφρασής τους, από πολλά χαϊκού λείπει η ανατροπή και η αμφισημία που εύλογα περιμένει κάποιος από το είδος, τουλάχιστον με βάση την ανατολική του παράδοση. Η έλλειψη αυτών των στοιχείων αυτομάτως μεταβάλλει τα χαϊκού σε δυτικότροπους στίχους που τηρούν τη φόρμα 5-7-5: κάτι όχι απαραιτήτως αρνητικό, μολονότι ενδεχομένως συνηγορεί προς μια καταχρηστική χρήση του όρου «χαϊκού».

Ενδιαφέρουσες οι επαναλήψεις στα σαλόνια του βιβλίου, εκτός από ορισμένες περιπτώσεις που μοιάζουν με δημοσιευμένες ασκήσεις επί χάρτου (βλ. π.χ. το δίδυμο «Όραμα ελευθερίας Ι» και «Όραμα ελευθερίας ΙΙ»).

Συνολικά, η συλλογή μου άφησε θετική εντύπωση και με έκανε να θέλω να διαβάσω κι άλλα βιβλία του Απόστολου Παλιεράκη. Θα τα αναζητήσω.

Χριστίνα Λιναρδάκη