Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2018

Νεραϊδόκηποι - Το μυθικό ελληνικό καλοκαίρι

Με αυτή μας την ανάρτηση, σας αποχαιρετούμε για καλοκαίρι! Ραντεβού γύρω στις 15 Σεπτεμβρίου, κάπου μαζί με τα σχολεία.

Καλές διακοπές σε όλους!



Νεραϊδόκηποι - Το μυθικό ελληνικό καλοκαίρι

Το  καλοκαίρι στην Ελλάδα πριν 50-100 χρόνια ήταν εντελώς διαφορετικό. Δεν υπήρχαν διακοπές,  ούτε κολύμπι στη θάλασσα, ούτε κλιματιστικά, ούτε δροσερά ποτά: ήταν η εποχή της σκληρής δουλειάς μέσα σε συνθήκες εξοντωτικές, καθώς οι άνθρωποι έπρεπε να προετοιμαστούν για τον ακόμα πιο δύσκολο χειμώνα. Ο Νικόλαος Πολίτης που έζησε σ’ εκείνη την περίοδο και συγκέντρωσε μεγάλο αριθμό παραδόσεων στο ιστορικό από κάθε άποψη έργο του, μας έχει δώσει μια εικόνα μοναδική γι' αυτήν την εποχή, που δεν είναι και τόσο μακρινή.

Τα ζεστά μεσημέρια, όταν - εξαιτίας της αποπνικτικής ζέστης - όλα εξαϋλώνονταν, οι άνθρωποι απέφευγαν να κυκλοφορήσουν, φύλαγαν τα παιδιά τους, σφαλούσαν τις πόρτες, αν τύχαινε να διαβούν κάποιο ρυάκι ή λαγκάδι δεν μιλούσαν, μόνο μουρμούριζαν προσευχές. Δοξασίες σχετικές μ' αυτές τις παράξενες ώρες ανάγονται στην αρχαιότητα, αναφέρεται μάλιστα ότι η οργή του θεού Πάνα που κοιμόταν στις εξοχές ήταν τρομερή απέναντι σε όποιον τον ξυπνούσε, ενώ οι  βυζαντινοί συγγραφείς μιλούν για το "μεσημβρινό δαιμόνιο".  Τρεις σχετικοί μύθοι που συνέλεξε  ο μεγάλος λαογράφος :
'Σ τη θέση Κλήμα, όπου είναι χαλάσματα παλαιάς πολιτείας, ο τόπος είναι στοιχειωμένος. Βγαίνουν στοιχειά, και όποιος περάσει από κει τη νύχτα ή μεσ’ ς το μεσημέρι τον λαβώνουν. Το μεσημέρι, και μάλιστα ‘ς την καρδιά του καλοκαιριού, βγαίνουν εκεί οι Μεσημεριάταις, κάτι φαντάσματα που τα λεν έτσι για την ώρα που βγαίνουν. (Μήλος)
Κάθε μεσημέρι ‘ς τη Ζαγορά χτυπάει μια καμπάνα που δε φαίνεται, και μαζεύονται εκεί φαντάσματα. (Άνδρος)
΄Σ  τα έρμα σταυροδρόμια οι πειρασμοί στρώνουν το μεσημέρι την τάβλα των και τρων δίχως να φαίνονται. Αν περάσει κανείς από κει και πατήση ταις τάβλαις, ή αυτούς, οι πειρασμοί τον βιστηρούνε. (τον χτυπούν - Κρήτη) 

Μέσα στην κάψα του καλοκαιριού οι άνθρωποι  δημιουργούσαν με τη φαντασία τους πλάσματα αιθέρια, όπως οι νεράιδες που βρισκόταν σε κάθε σημείο  της ελληνικής υπαίθρου, ειδικά όμως στα μέρη εκείνα όπου κυριαρχούσε το υγρό στοιχείο. Άφθονες παραδόσεις  γι' αυτά τα ξωτικά  έχουν σωθεί :

‘Σ το Μιραμπέλλο κάτω από το χωριό την Κρητσά, ‘ς  τα νοτιοανατολικά του λιμανιού  ταγιού Νικολάου  είναι ένας από τους Αρμυρούς ποταμούς.  Εκεί ς’ τα καθάρια νερά του Αρμυρού βγάζουν τάσπρα τους φορέματα και κολυμπούν και βουτούν πανέμορφες Νεράιδες με την κυρά τους. Τοις είδαν και πολλοί άλλοι, και παπάδες ακόμη. (Κρήτη)
Κοντά ΄ς τους Αφεντικούς Μύλους έβγαινε  την ημέρα μια Νεράιδα με πράσινα μαλλιά,  που τα στόλιζε με μαργαριτάρια και μερτζάνια, και εστέγνωνε τα ρούχα της ΄ς τους βράχους. Τη νύχτα με το φεγγάρι η ίδια Νεράιδα χόρευε απάνω ΄ς τα κύματα της θάλασσας.  Τη Νεράιδα τότε ούλοι δε τη βλέπουνε, μον’ τα  άλογα τη γλέπουνε και φρουμάζουνε και ξαφνιάζονται και δε θέλουν να περάσουν από κει καθώς και τα σκυλιά όσα όμως είναι τεσερομάτικα, δηλαδή έχουνε σημάδι απου πανω από τα φρύδια , τα μαύρα άσπρο τα άσπρα μαύρο∙ τα άλλα δεν τη γλέπουνε. (Λάστα του δήμου Μυλάοντος της Γορτυνίας)
Σε μια ράχη ‘ς το Μακριόρος ψηλά,‘ς ένα απόκρημνο μέρος που δεν μπορούν να πάνε ούτε άνθρωποι ούτε ζα, είναι δυο ζώναις από χορτάρι και άγρια χαμόκλαδα∙ ούλο το καλοκαίρι είναι τα μέρη εκείνα καταπράσινα. Τα λεν Νεραιδόκηπους. Εκεί κάθονται Νεράιδες και ποτίζουν και σκαλίζουν τους νεραιδόκηπους. Κάποτε κάποτε οι Νεράιδες γλεντοκοπάνε με τα λαλούμενα  και ντουφεκάνε. Τά χω ακουσμένα γω πολλαίς φοραίς. Περνάει το δαιμονικό. (Γελλήνη του δήμου Τρικάλων)
΄Σ του Άη Γιώργη ΄ς τα αλώνια το καλοκαίρι, που αλωνίζουν τα γεννήματα, έρχονται Νεράιδες με διάφορα όργανα και χορεύουν. Πολλοί ακούν τα όργανα  μα δε βλέπουν τίποτες. (Βρέσθενα Λακεδαίμονος)
Εις τ’ άσπρα πανιά που είναι ‘ς το Σκοπό οι Ανεράιδες απλώνουν τα ρούχα των, αφού τα πλύνουν, και όποιος απεράση από  εκεί, είναι αδύνατον να μη τον βλάψουν. (Ζάκυνθος)

Σ' όλα τα μήκη και τα πλάτη της χώρας κι έξω απ αυτήν, όπου ζούσαν οι Έλληνες, αυτά τα  υπερφυσικά πλάσματα, που ζούσαν  επί των υδάτων  και μόνο οι αλαφροΐσκιωτοι μπορούσαν να τα δουνέπαιρναν διάφορες ονομασίες, στην Μύκονο για παράδειγμα τις λέγανε Γιαλούδες:
Σε μια ρεματιά που λέγεται ‘Ρουσουνάρα, κοντά ‘ς τη χώρα, πλένουν όλη την ημέρα οι Γιαλούδες. Είναι νέαις ασπροφόραις, και πολλές γυναίκες τοις είδαν να πλένουν και ν’  απλώνουν τα ρούχα των στον ήλιο να τα στεγνώσουν. Και ‘ς άλλα μέρη της Μύκονος, κοντά σε στέρναις ή σε ρέματα είδαν πολλαίς το καλοκαίρι τοις  Γιαλούδες να πλένουν μα άμα τοις ιδή καμμιά, αμέσως αφανίζονται.Καμμιά φορά το καλοκαίρι, όταν κάνει πολλή ζέστη και δε σειέται  φύλλο, σηκώνεται ένας ανεμοστρόφιλας που συνεπαίρνει  φύλλα κι’ αγκάθια κι ότι βρει μπροστά του∙ και η ζέστη γίνεται μεγαλύτερη που πολλών φουσκαλιαζουν απ’ αυτή τα χέρια ή ότι άλλο μέρος του σώματος των είναι γυμνό. Όποιος λοιπόν βγάζει φούσκαις  λέει πως οι Γιαλούδες τον πιάσανε και του δίνουν αγιασμό και του κάνουν ευκέλαιο για  να γιατρευτή. ‘Σ εκείνον τον ανεμοστρόφιλα ή ύστερα από αυτόν είναι που φαίνονται οι Γιαλούδες. (Μύκονος)
Τα πλάσματα αυτά, απ’  τα οποία  ήταν γεμάτη η ελληνική ύπαιθρος εκείνη την εποχή που  οι άνθρωποι είχαν φαντασία πολύ πιο πλούσια, δεν ζούσαν μόνο  στα ποτάμια και στα πηγάδια, μα και στις πόλεις όπου υπήρχε το υγρό στοιχείο:
Όταν όλοι φύγουν από το λουτρό και πλυθή, πηγαίνουν οι Νεράιδες και λούζονται∙ αν δεν εύρουν όλα έτοιμα δέρνουν ελαφρά τους λουτράρηδες και τοις λουτράρισσαις, χωρίς αυτοί να τοις καταλάβουν ∙  και αισθάνονται μια κομμάρα και αδυναμία, χωρίς να ηξεύρουν από πού τους ήρθε.Γι' αυτό κάθε βράδυ όσου δουλεύουν 'ς το λουτρό το πλένουν πολύ καθαρά, ανοίγουν τοις βρύσαις, γιομίζουν τοις γούρναις, έπειτα κλείνουν τοις βρύσες κι αφήνουν 'ς τη μεγαλύτερη ένα τάσι για να λουστούν οι Νεράιδες. (Αθήναι)
Μερικές αφηγήσεις και παραδόσεις  έχουν κατά τους μελετητές πολλά κοινά με μύθους  άλλων λαών, για παράδειγμα η ιστορία του καβαλάρη που βγαίνει από το πηγάδι συναντάται στην Γαλλία, όπου κατά τον μύθο ένας ιππότης, αρματωμένος και γεμάτος αίματα, αναδύεται από ένα φρέαρ,  διατρέχει με το άλογο του το οροπέδιο που βρίσκεται μπροστά του, για να πηδήξει και να χαθεί τελικά σε κάποιο βάραθρο:
Καθώς πηγαίνουμε απ το παζάρι ' ς το τρίστρατο, παραπάνω απ' την εκκλησιά του αγίου Ευστρατίου, κολλητά στον τοίχο του σπιτιού του Μαζαγκά, είναι ένα πηγάδι που κόβει το δρόμο. Είναι στενό και όχι πολύ βαθύ, μέσα όμως έχει σπηλιαίς και καμάραις. Απ’ αυτό σχεδόν κάθε νύχτα τα μεσάνυχτα βγαίνει ένας άνθρωπος καβάλα ‘ς ένα άγριο άλογο και τρέχει τρέχει γρήγορα και με κρότο πολύ ΄ς τους δρόμους γύρω, και ύστερα γυρίζει και πέφτει πάλι μέσα ΄ς το πηγάδι. Αυτόν τον καβαλάρη τον λέγουν Βένια. Όποιος πιει από το νερό αυτού του πηγαδιού τρελλαίνεται. Και γι' αυτό όταν θέλουν να ειπούν σε κανένα πως έχασε το νου του, τον ρωτούν "Έπιες από το πηγάδι του Βένια;" (Χίος)
Το νερό ήταν πάντοτε το πιο ζωτικό στοιχείο του καλοκαιριού, πηγή ζωής και δροσιάς για ανθρώπους, ζώα και σπαρτά, επόμενο ήταν λοιπόν να μυθοποιηθεί και να πλαστούν γι' αυτό ιστορίες μαγικές:
Σ’ τη Βιάνο πώχει πολλά νερά και πολλά δέντρα, κάθε ποτάμι και κάθε αυλάκι έχει Νεράιδες. Και ‘ς το Λασήθι σε πολλαίς μεριαίς, μάλιστα ‘ς τη βρύση κοντά ‘ς του Τζερμιάδου, έχει πολλαίς Νεράιδες και πολλούς Νεράιδους. (Κρήτη)

Ολούθε όπου βγαίνει νερό εκεί μένει και Νεράιδα. Για τούτο ο άνθρωπος τη νύχτα που ήθελε να περάση κοντά από τρεχούμενο νερό δε μίλαγε, για να μη του πάρη η Νεράιδα τη φωνή του. Αλλά καμπόσαις βολές (και τούτο ακόμα το λένε μερικές γυναίκες ότι το είδανε) το νερό τη νύχτα κοιμάται, όπου λέμε, μένει χωρίς να κουνηθή ολότελα και τότε πλιά η νεράιδα είναι κει ‘ς το νερό. Αλλά για να φύγη η νεράιδα και τρέξει πάλε το νερό είναι ετούτο∙ Ο άνθρωπος πετάει μια πέτρα με ΄ς το νερό, και τότες αμέσως η Νεράιδα φεύγει και το νερό τρέχει. (Κρήτη)

Μια ώρα κάθε νύχτα κοιμάται το νερό ’ς τα ποτάμια και ‘ς τοις βρύσες και τρέχει ήσυχο και σιγαλό. Όποιος θέλει να πιη αυτήν την ώρα να το ταράξη με το χέρι για να το ξυπνήση, γιατ’ αλλιώς το νερό αγαναχτεί και του παίρνει το νου του. (Κρήτη)

Απόστολος Σπυράκης



Σημ.: Το κείμενο βασίστηκε στις Παραδόσεις του Νικολάου Πολίτη, Τόμοι Α΄, Β΄- 1904.

Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2018

Τέσσερα αγαπημένα ποιητικά βιβλία των τελευταίων ετών

Λίγο πριν από τις διακοπές του blog μας, ήρθε η ώρα να σας αποκαλύψω τέσσερα από τα πιο αγαπημένα μου ποιητικά βιβλία των τελευταίων ετών. Είναι βιβλία που με έχουν συγκινήσει και που, σπάνιο φαινόμενο για τα ποιητικά πράγματα, έχουν αρχή, μέση και τέλος - αποτελούν δηλαδή οιονεί αφηγηματικές ενότητες. Έχω αποκλείσει, με άλλα λόγια, από αυτήν την ανάρτηση βιβλία που μου αρέσουν επίσης πολύ, αλλά δεν τηρούν την προϋπόθεση της εξιστόρησης μιας ολοκληρωμένης ιστορίας.

Τα συγκεκριμένα βιβλία δεν είναι μόνο ότι τα διαβάζω ξανά και ξανά, όποτε θέλω να ακουμπήσω την ψυχή μου κάπου - είναι επίσης ότι τα προτείνω πάντοτε σε όποιον μου ζητήσει να του συστήσω καλές ποιητικές συλλογές, ας είναι και παλαιότερα.


Μερησαήρ, Μερησαήρ του Αντώνη Ζέρβα

Το βιβλίο δεν αποτελεί δείγμα της γραφής του Αντώνη Ζέρβα, ο οποίος εντάσσεται στο ειρωνικό σκέλος της ποίησης. Είναι όμως ο γνήσιος, ειλικρινέστατος θρήνος ενός ανθρώπου που έχασε τη σύντροφο της ζωής του και έχει μείνει αντιμέτωπος με το απόλυτο κενό. Την ένταση των λόγων επιτείνουν οι φωτογραφίες του οπισθοφύλλου που δείχνουν μια νέα γυναίκα σε δύο ενσταντανέ και σε ένα τρίτο την ίδια σε μεγαλύτερη ηλικία, εμφανώς ταλαιπωρημένη από την ασθένεια και αναίσθητη ή ίσως νεκρή. Δεν νομίζω ότι θα υπάρξει άνθρωπος που είχε στη ζωή του μια σημαντική απώλεια αγαπημένου ανθρώπου και δεν θα νιώσει ότι το έργο αυτό τον αφορά. Επίσης, δεν είναι διόλου απίθανο να κλάψει σε κάποιο του σημείο - εγώ πάντως έκλαψα.





Ο λαίμαργος αυτοκράτορας και ένα ασήμαντο πουλί της Έλσας Κορνέτη


Με την persona ενός αυτάρεσκου και άπληστου αυτοκράτορα, η Κορνέτη διηγείται μια ιστορία σαν παραμύθι στα άτιτλα και λιγοστά (μόλις 20, πολλά μάλιστα ολιγόστιχα) ποιήματα της συλλογής. Πρόκειται για την καθημερινή ιστορία του ατομικισμού, της εγωπάθειας και της αλαζονείας του σύγχρονου ανθρώπου (του "αυτοκράτορα") που αποτελεί τη ρίζα για τα δεινά της εποχής μας. Ο Δυτικός τρόπος ζωής και αντίληψης του κόσμου γκρεμίζεται, καθώς βγαίνουν στο φως μία-μία όλες οι αδυναμίες, οι κενόδοξες επιθυμίες και τα ψυχικά βάραθρα που συνθέτουν τον εσωτερικό κόσμο του σύγχρονου ανθρώπου. Όλα αυτά με τον σαγηνευτικό μανδύα του παραμυθιού. Ένα βιβλίο-απόλαυση.



Ο Αρλεκίνος του Γιώργου Λίλλη 

Γιατί Αρλεκίνος; Γιατί ένας γελωτοποιός, ένας μικρός διάβολος (όπως σημαίνει η λέξη) που φοράει μάσκες; Ίσως επειδή όλα είναι ψευδαίσθηση, ο κόσμος που μας περιβάλλει, ο ιστορίες που μας διηγείται ο εαυτός μας, οι μεγάλες αφηγήσεις με τις οποίες μεγαλώσαμε. Ο Λίλλης τα προσεγγίζει όλα αυτά όχι απλώς με σκεπτικισμό, αλλά με σαφή διάθεση να απαλλαγεί από το βάρος τους. Να απεκδυθεί τα προσχήματα κάθε είδους, τα ενδύματα, τις μάσκες και τους ρόλους. Ο Αρλεκίνος είναι το ποιητικό ιστορικό αυτής του της προσπάθειας. Γραμμένος σαν λυρικό ερωτικό ποίημα, αποκαλύπτει την αγάπη του ποιητή για τη ζωή και την ποίηση, μέσα από μικρές, αριστοτεχνικές "ιστορίες" της μισής σελίδας που βυθίζουν τον αναγνώστη στη συγκίνηση.


Οι περιπέτειες ενός τυφλού της Ιουλίας Τολιά

Ο τυφλός είναι, φυσικά, και αυτός μια κατασκευή, μια σύμβαση. Είναι ένας άνθρωπος που δεν γνωρίζει και γι’ αυτό είναι τυφλός μπροστά στις καταστάσεις. Που έρχεται αντιμέτωπος με το κενό και αναμετράται μαζί του – όπως και με τον χρόνο. Που προσπαθεί εναγωνίως να καταλάβει ή να αποκρυπτογραφήσει τι του συμβαίνει, συμμετέχοντας στον κόσμο, εκτιθέμενος και προσπαθώντας να τα φέρνει βόλτα όσο μπορεί. Την ίδια στιγμή αντιλαμβάνεται το πεπερασμένο της κατάστασής του.

Η συλλογή είναι διάσπαρτη από άλλοτε υπόκωφα και άλλοτε πιο εύγλωττα ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο η ζωή είναι αποτέλεσμα τυχαιότητας ή επιλογών και κατά πόσο τη διέπει η λογική ή το παράλογο. Μετά από αρκετά ποιήματα που ασχολούνται κατά κύριο λόγο με το καθρέφτισμα του τυφλού στα μάτια της αγαπημένης του ή στην επιφάνεια μιας λίμνης, το ποιητικό υποκείμενο φαίνεται να ανακτά την όρασή του, μόνο και μόνο για να διαπιστώσει έντρομο ότι μπορεί να δει τα πάντα πια, εκτός από το ίδιο το είδωλό του στον καθρέφτη, σε ένα αριστοτεχνικό τέχνασμα της ποιήτριας που υπογραμμίζει τη ματαιότητα της ύπαρξης σε όλο της το μεγαλείο.


Καλές αναγνώσεις!

Χριστίνα Λιναρδάκη



Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2018

«Την ύστατη στιγμή», ή αλλιώς η φιλοσοφική διαπραγμάτευση της ποίησης

Ελένη Γκίκα. © φωτογραφίας: tovivlio.net
Η ύπαρξη είναι ποίηση κι οικοδομείται στον ρυθμό, την τάξη και την αναλογία. Αυτή και η αρχιτεκτονική της, αντίστοιχη της αρχιτεκτονικής του σύμπαντος, εκεί όπου το πέρας γίνεται σηματωρός στην αχάνεια, την απεραντοσύνη, της δημιουργίας και το όριο το φως που την αναδεικνύει[1]. Τίποτε άλλο, λέγανε οι αρχαίοι σοφοί, δεν μπορεί να σταθεί αντιστύλι στην αδηφαγία του ερέβους, που μας περιβάλλει, εσωτερικά και εξωτερικά, παρά μόνο εκείνη η αρμονία, η σοφή σειρά και αλληλοσύνδεση, που στερεώνει, κρίκο κρίκο στην αλυσίδα της ζωής, ευτυχισμένη την οντότητα. Σαν εκείνη τη μυθική, τη χρυσή αλυσίδα της Ήρας, όπου κρεμασμένη η θεά μετεωριζόταν ανάμεσα στον ουρανό και τη γη, μία θαυμάσια αλληγορία της πορείας της ψυχής στα ταπεινά της βήματα προς την θέωση. Μία πορεία που ξεκινά σχεδόν πάντα από το σκοτάδι, την ρευστότητα, τον φόβο και την ασάφεια.

Άγχη και φόβοι
δισταγμοί και θυμοί
διλήμματα, επιθυμίες
γέλια και κλάματα,
φασαρία και μέριμνα
καθημερινή
στο καλάθι της ματαιότητας
πάντα.

Στην ύστατη ώρα
όταν το τίποτα
γίνεται το αντίθετο
τα πάντα το τέλος
και η αρχή
γίνεται
όλα.

Παραθέτω ένα απόσπασμα από μία ποίηση φιλοσοφική[2]. Κι είναι μεγάλη υπόθεση η ποίηση να υποστηρίζει την φιλοσοφική ματιά. Με ποίηση ξεκίνησαν οι μεγάλες φιλοσοφίες του κόσμου και με ποίηση πρέπει να συνεχίζονται. Η ποίηση είναι υπαινιγμός, όπως η φιλοσοφική ματιά, είναι σπόρος που ριζώνει και καρπίζει, είναι έμπνευση, ποτέ υπόδειξη. Και ξεκινά πάντα την «ύστατη ώρα», όταν το χαώδες και το μεταβλητό γίνονται η πρώτη γονιμοποιός ύλη σύνθεσης. «Βίοτον ἐκ πεφυρμένου καί θηριώδους διεσταθμήσατο πρῶτον μέν ἐνθείς σύνεσιν εἶτα δέ ἄγγελον γλῶσσαν δούς», θα πει ο Ευριπίδης χρόνια πριν στις «Ικέτιδες»[3], εννοώντας το προφανές: είναι το άμορφο και το ακατέργαστο, εκείνη η βαθιά προγονική λάσπη αργότερα, του Καζαντζάκη, που σαν την συναντά ο άνθρωπος ανατριχιάζει, μέσα όμως από αυτήν ο Θεός κατεργάζεται και μετουσιώνει «αλάκερο το σύμπαντο» και ανθίζουν τα δέντρα και «γεννοβολούν τα ζα» και μπορεί «ο πίθηκος να ξεπεράσει τη μοίρα του και να σταθεί στα δυο του πόδια όρθιος» και να οριστεί ως άνθρωπος. Αυτός για τον οποίον ο Σωκράτης, στον πλατωνικό Κρατύλο, θα δώσει πολλές εκδοχές, μία όμως θα αγγίξει κατάβαθα την καρδιά, όταν θα τον περιγράψει ως «ὁ ἄνω θρώσκων τά ὦπα», αυτός δηλαδή που έχει στραμμένα τα μάτια προς τα επάνω, την «ύστατη ώρα», ο προσευχόμενος άνθρωπος[4]. «Στις ώρες του δειλινού λαλεί η γλαύκα των Αθηνών», θα γράψει με στοχαστική διάθεση ο Έγελος αιώνες μετά[5], κι είναι ακατάπαυστα στο αέναο γίγνεσθαι η ώρα της «κρίσης» η «κρίσιμη» προϋπόθεση της διαπραγμάτευσης και της επανατοποθέτησης.

«Πάντα, πάντα περνάς τη φωτιά για να φθάσεις τη λάμψη»[6], παραδέχεται με παρρησία στην ποιητική του αποτίμηση ο Ελύτης, «την ύστατη ώρα»[7], «όταν το τίποτε γίνεται το αντίθετο, τα πάντα, το τέλος και η αρχή γίνεται όλα»[8]. «Ὁδός ἄνω καί κάτω μία και ὡυτή»[9], ο δρόμος προς τα πάνω, προς τα κάτω, είναι ένας και ο ίδιος, θα υποστηρίξει ο Ηράκλειτος, στη φυσιοκεντρική του προσέγγιση, για να συμπληρώσει προφητικά «ἁρμονίη ἀφανής φανερῆς κρείττων»[10], η κρυμμένη αρμονία είναι ισχυρότερη από την φανερή.

Είναι η αρμονία της αντίθεσης, αυτή που ρητά ομολογεί η Ελένη Γκίκα στην ποίησή της[11], με στοχαστικό λυρισμό, ξεκινώντας από μία εκκίνηση φαινομενικής ισοπέδωσης που όμως σοφά κι ελπιδοφόρα επισημαίνεται ως εφαλτήριο ανύψωσης. Όταν το απλό και καθημερινό συλλαμβάνεται στη βαθύτερη –αναπάντεχη - διάστασή του και συνειδητοποιείται ως πρόκληση και ρίζωμα ζωής. Μίας ζωής, εν τέλει, πολύ περισσότερο όμορφης και ανυψωμένης από αυτό που, υποβιβαστικά, γίνεται αντιληπτό. «Άγχη και φόβοι, δισταγμοί και θυμοί, διλήμματα, επιθυμίες, γέλια και κλάματα, φασαρία και μέριμνα καθημερινή»[12]. «Στο καλάθι της ματαιότητας πάντα»[13]. Μίας ματαιότητας που ελλοχεύει στις ζωή, όχι για να την αναστείλει, αλλά ποιητικά να την εγείρει και δημιουργικά να την μεταμορφώσει. Έτσι, ώστε το τέλος να βιωθεί στην πραγματική (ετυμολογικά ορθή) διάστασή του: ολοκλήρωση και ταυτόχρονα έναρξη, ανέβασμα σε νέα ιερή κορυφή. Η διαχρονική, αέναη, διαδοχή από την αριστοτελική «εντελέχεια», την πυθαγορική «πρόνοια» στη σύγχρονη «αρχιτεκτονική της ύπαρξης». Πάντα με το ίδιο όχημα: την ποίηση. «Την ύστατη στιγμή».


Αγγελική Κομποχόλη




[1] Πρβλ. Ελένη Γκίκα, Η Αρχιτεκτονική της Ύπαρξης, Αθήνα 2015, εκδόσεις Καλέντη.
[2] Το ποίημα με τον τίτλο «Το καλάθι της ματαιότητας» ανήκει στην ποιητική συλλογή της Ελένης Γκίκα,  Η Αρχιτεκτονική της Ύπαρξης, ο.π.
[3] Πρβλ. εδώ   Euripides. The Complete Greek Drama, edited by Whitney J. Oates and Eugene O'Neill, Jr. in two volumes. 1. The Suppliants, translated by E. P. Coleridge. New York. Random House. 1938, στίχοι 201 κ. εξής. Βλ. ακόμη Ιωάννης Σιδέρης, Το αρχαίο θέατρο στη Νέα Ελληνική Σκηνή (1817- 1932), εκδ. Ίκαρος, 1976, σελ. 314-315.
[4] Πρβλ. MW. Riley (Professor of Classics and Tutor, formerly Director, of the Integral Liberal Arts Program at Saint Mary's College in Moraga, California c.2005) – Plato’s Cratylus: Argument, Form, and Structure, Plato's Cratylus: Argument, Form, and Structure, Publication:Rodopi, 1 Jan 2005 [Retrieved 2015-3-27],σελ. 29. Βλ. και Γ. Λαθύρης – Μ. Μαραγκού, Κρατύλος, Ηλιοδρόμιον, Αθήνα 2015, σελ. 679.
[5] Πρβλ. εδώ W. Kaufmann (1966), Hegel: A Reinterpretation, Anchor, σελ. 115
[6]  Πρβλ. εδώ Α. Καραντώνης, Για τον Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα 1980, εκδόσεις Παπαδήμας, σελ. 36.
[7] Βλ. Ελένη Γκίκα, ο.π.
[8] Βλ. Γκίκα, ο.π.
[9] Τάσος Φάλκος – Αρβανιτάκης (επιμ. –σχολ.), Ηράκλειτος, Άπαντα,  εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 1999, σελ. 103.
[10] Ο.π., σελ. 99.
[11] Βλ. Ελένη Γκίκα, ο.π.
[12] Βλ. Ελένη Γκίκα, ο.π.
[13] Βλ. Ελένη Γκίκα, ο.π.

Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2018

Μικρές ανθολογίες: Ευτυχία Παναγιώτου

Η Ευτυχία Παναγιώτου γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1980. Σπούδασε φιλοσοφία στην Αθήνα και νεοελληνικά στο Λονδίνο. Εργάζεται ως επιμελήτρια εκδόσεων, ασχολείται με τη μετάφραση ποίησης και γράφει άρθρα σχετικά με τη λογοτεχνία σε περιοδικά και εφημερίδες. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, στα ιταλικά και στα γερμανικά. Η ίδια έχει μεταφράσει ποιήματα της Ανν Σέξτον και της Ανν Κάρσον. Ζει στην Αθήνα.


σύλβια
αθετώ τις υποσχέσεις μας, μαμά.
όμως σήμερα σου γράφω, η μέρα είναι αλλιώς.

το πρωί, τα πήγα καλά με τα ταξί.
ο οδηγός έδειξε να προτιμάει τις γυναίκες.
πήρα και μια μικρή αύξηση, για τις ιδέες μου, είπανε.
προτού τονίσουνε το πόσο νέα είμαι.
το μεσημέρι στο λεωφορείο, «έχεις μπροστά σου
μεγάλο δρόμο», μια ηλικιωμένη μου ψιθύρισε με νοσταλγία.
στα νιάτα της υπήρξε συγγραφέας, τώρα κυκλοφορεί
με μια σακούλα σκουπιδιών για το αεροδρόμιο,
με τα παλιά, επίσημά της ρούχα.
μου φαίνεται, ανταλλάξαμε χρόνια, μαμά· έχω ωριμάσει.
οι φίλοι με γνωρίζουν καλά στο μεγάλωμά μου, εσύ
θα με θυμάσαι στις παλιές μου δόξες.

γιατί δεν κράτησα την υπόσχεση να σ’ τα λέω όλα
σου κρύβω τα μισά – θέλω κάποιος να μ’ αγαπάει ακόμα.

προχθές κάποιος αλήτης με είπε αθώο κοριτσάκι
και πήγα σπίτι ψάχνοντας για κάποιο χάπι,
από την τόση ειρωνεία, μαμά, για να κοιμάμαι.
τρώω λίγο· στον ύπνο μου κυκλοφορούν φαντάσματα.
όμως, αγόρασα αδιάβροχο για τις καινούριες μπόρες.

έχω γίνει μια γούβα από λάθη, μαμά.
καρδιά αδειανή, στην τσέπη νόμισμα
και το μυαλό μου στροβιλίζεται, εκκρεμότητα μεγάλη.
ο Α. μου είπε πως τα όνειρά μου είναι μεγάλα,
ο Β. μου είπε πως δεν έχω όνειρα μεγάλων,
λόγια πικρά, μετράω θύμησες· η ιστορία.
παραμονεύω με το κλεφτοφάναρο, μαμά,
κοιτώ έναν κόσμο που δεν κοιτά.

έχω ετοιμάσει δυο ζωγραφιές, να με θυμάσαι.
αθετώ τις υποσχέσεις μου, μαμά.
θα ‘θελα να ΄ξερες απλώς ότι φοβάμαι.

(Από τη συλλογή Μέγας κηπουρός)


η δαγκάνα

ο Σκορπιός διέσχισε τα πόδια της.
από εκείνη τη μέρα το να στρέψει επάνω το κεφάλι
ήταν δυστοπία.
οι μαντείες των ειδικών απέβησαν λανθασμένες.
ποτέ δεν επέστρεψε μήτε γράμμα έστειλε που
να εξηγεί το σημείο του βυθού της
και το ρολόι της νύχτας βαθιά καρφωμένο στο στήθος της.
ο σκορπιός, βλέπεις, φίλος δεν είναι κανενός.

της χάρισε όμως μια πυξίδα
να βρίσκει τα πρόσωπά μου στο σκοτάδι
της έμαθε την ενοχή
ανάγνωση πάλι και ξανά γραφή
και διαβάζει στο παράθυρο τα μάτια του
και χαράζει στο πινάκιο τα μάτια μου
και με κάποιου απ’ τους δυο τα χέρια
χτυπά μ’ ορμή στον τοίχο.
κεφάλι νέγρας στον τοίχο

τόσο καιρό, εδώ ήταν
ένα αερόστατο, μια φρίκη
που έπρεπε ν’ αποδεχτώ – πώς ήσουν
ήταν ανήμπορος ν’ αγαπήσει
να αγαπήσεις
ήθελα εμένα.

(από τη συλλογή Μαύρη Μωραλίνα)


η συγγνώμη

κι όμως. ακόμα εδώ. οι φλέβες του.
γλιστράνε στο σάλιο της.
τον καταπίνει αφρισμένη ή πασχίζει
(να κατανοήσει καλύτερα).
πως ήταν η ζωή – τραγούδια – νόμιζε, όμως μπότα.
η μπότα του χρόνου στο στόμα.

αν ήσουν κάτι σαν αίσθηση, τ’ αδειασμένο ήταν
μπουκάλι.
κλοτσούσε το ερωτευμένο της τύμπανο.
ανασαίνω-ανασαίνω με τρομώδεις διακοπές.

η αναπνοή στενό κουφάρι· κακό σκυλί
που έσκυψε σε πόδια ανθρώπινα.
δώσε υπομονή, υπομονή στο αβοήθητο
και πλένει, όλο πλένει τα ποτήρια σπασμένη.
τα μάτια της γυάλινο κουβάρι, δάκρυα πυκνά.
φταίει το ποτισμένο το σάλιο
τη γλώσσα του γλείφει.
φταίει η ντροπή
τα χείλη του σκουπίζει.
αμήχανη φαντάζεται ένα εξάρτημα κοπής
του συκωτιού. θα το λαδώσει.
ήταν πάντα ο φόβος
μια αναβολή ή μια απόφαση.

τα μάτια μου, τα μάτια της,
σκάλωσαν στον κτηνώδη του φόβο.
σαν αφήσεις τον άνθρωπο, τ’ ανθρώπινα σε κυνηγάν
εδώ

στοιχειά και λείψανα
διασκεδάζουν
το ποίημα, το ποίημα όταν
δεν έρχεται.

(από τη συλλογή Μαύρη Μωραλίνα)


Η ετυμηγορία του ύπνου

Ο συριγμός μακρόσυρτος, θα τον ακούς,
από το φάρυγγα του διαδρόμου.
Μια παιδική φωνή ψηλώνει, σβήνει στο φα·
τρομώδη δάχτυλα τη σαβανώνουν.
Θ’ ακούς και ψιθυρίσματα, υγρά κι αλλόκοτα,
τις νευρικές σελίδες που γυρνούν,
τον παφλασμό των λερωμένων
υφασμάτων.

Κι αν κυματίζεις σε μάγων ραψωδίες,
στου ιδρωμένου σεντονιού τις κούρσες,
πάλι άσωστος βρέθηκες· ο τόπος σ’ εμποδίζει,
και σε κυκλώνουν
ξένα αίματα· αρχαία παλτά
οι συγγενείς, λες και σε ξέρουν.
Στέκουν με χέρια καθαρά
πλάι στο μικρό σου φέρετρο.

Τρελαίνονται οι σειρήνες, κάνει η σφραγίδα σάλτο στο χαρτί,
η επιταγή αλλάζει χέρια
κι ένα κίτρινο γάντι ορθώνεται, δείχνει δεξιά.
Κοιτάζοντας τον Εγγαστρίμυθο
κάτι σκαμμένα πρόσωπα
τις σόλες σέρνουν
προς τη χαράδρα.

Ονόματα σκληρά ηχούν,
και τα κιτάπια,
με σύντομες – των άβουλων – κραυγές,
σφαλίζουν.

Άλλο δεν σφάδασε η νύχτα.
Τα ρούχα του φονιά θα ‘χουν πλυθεί.
Τόσο νερό κελάρυσε στις ίνες τους.
Τα γρανάζια έβηξαν και σώπασαν
ενώ ο αέρας, τακτικός και με τις φούριες του,
σηκώθηκε να σφουγγαρίσει.

Ησυχία.

Μόνο μια θηλιά μέσα μου
ταλαντεύεται σφυρίζοντας.

Και το πτώμα σου
- που σαλτάρισε, είπανε.

Γύρισε ξανά πλευρό.

(από τη συλλογή Χορευτές)

Επιλογή: Χριστίνα Λιναρδάκη
για το στίγμαΛόγου


Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2018

Αγγέλα Γαβρίλη: Η γυναικεία ματιά στην πολιτική ποίηση

Αγγέλα Γαβρίλη. © φωτογραφίας: animartis.gr
«Πολλοί αντιπαθούν την ιδέα ότι η ποίηση μπορεί να έχει σχέση με την πολιτική, θεωρώντας ότι η τελευταία-συνώνυμη της ιδιοτέλειας, της υστερόβουλη πρόθεσης και την αλαζονείας- διαμορφώνεται από ανθρώπους που στερούνται ιδανικών, οράματος και μεγαλείου» (Albert Camus)[1]. H ποίηση ωστόσο ασχολείται με το σύνολο των εμπειριών της ανθρώπινης ύπαρξης κι η ποίηση που αναφέρεται στα δημόσια γεγονότα, ή εφορμάται από αυτά, μας βοηθά να τα παρατηρήσουμε από πολλές οπτικές γωνίες, χαρίζοντάς μας «πληρέστερη, ζωηρότερη και οξύτερη γνώση για το τι συμβαίνει μέσα στον κόσμο που ανήκουμε» (Bowra)[2]. Η βαθυστόχαστη ενατένιση του κόσμου στηρίζεται και στην ποιητική του ματιά και, όχι σπάνια, γίνεται το μοναδικό αντίδοτο στην αυθαίρετη δύναμη που μπορεί να συνοδεύει τη πολιτική πράξη. Αν «η βία διαμελίζει κορμιά, σκορπίζοντας τα κομμάτια τους εδώ κι εκεί, η ποίηση ξαναμαζεύει ό,τι καταστράφηκε και ξαναφτιάχνει μ’ αυτό ολάκερους ανθρώπους (Goethe)[3]. Η Ιστορία αποδεικνύει πως στους κρίσιμους, πολιτικά, καιρούς, η ποίηση σφυρηλατεί τη θαρραλέα στάση και επιτρέπει στην ανθρωπότητα να θυμηθεί αυτό που αποτελεί τη θεμελιώδη, κινητήρια, δύναμή της: την ηρωικότητά της.

Η ποίηση όταν στρατεύεται γίνεται δυναμική, επιθετική, αιχμηρή, ασκεί κοινωνικό έλεγχο, κοινωνική κριτική, γίνεται και θεωρείται «ανδρική» υπόθεση. Η γυναικεία ματιά εδώ φαίνεται ανοικεία, παρά τα έξοχα δείγματά της, καθώς γλυκύτερη και ηπιότερη στη θεώρησή της, κάποτε περισσότερο διαπραγματευτική, δε μοιάζει να συνάδει με το ηρωικό μένος της αρσενικής ηρωικής δράσης. Κι όμως είναι αυτή η θηλυκή ματιά που, εσωτερική στην ουσία της, διεισδυτική κι αναστοχαστική στην υφή της θέτει , όχι σπάνια, καίρια, το ερώτημα για το πρόβλημα της πολιτικής εξουσίας, όταν ξεπερνά το μέτρο και το όριο. Κι είναι αυτή η γυναικεία ματιά, που με τον λυρισμό στην εκκίνησή της και το συναίσθημα, αγγίζει και ξεσηκώνει τη συνείδηση, επαναστατική, υπόκωφα ηχηρή και δυνατά αποτελεσματική.

Και ξεκινώ εδώ να μιλώ για την Αγγέλα Γαβρίλη, έξοχη δοκιμιογράφο, ποιήτρια και μυθιστοριογράφο των καιρών μας, εκδότρια και κριτικό, με ισχυρό πνευματικό έργο και δημιουργίες που τιμούν τη σύγχρονη νεοελληνική γραμματεία. Να αναφέρω ενδεικτικά την Ίσκρα (2014), το Ιridium (2013), το Α.Ρ.Κ (2009), εξαιρώντας για λόγους χώρου τις πολυάριθμες συμμετοχές της σε εκδομένες ποιητικές συλλογές και ανθολογίες. Ποιήματα της Αγγέλας Γαβρίλη από το Iridium, τρία για την ακρίβεια («The Slave Ship», Greetings From Beyond, Τάλιθα Κούμι), είχα συμπεριλάβει στον θεματικό κατάλογο διδασκαλίας ποιητών κατά τη διάρκεια ενός επιμορφωτικού κύκλου τεσσάρων διαλέξεων σε πολιτικό φορέα, τον Μάρτιο του 2015, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ποίηση και Πολιτική». Τα ποιήματα της Αγγέλας Γαβρίλη, με την σύμφωνη γνώμη της ιδίας, τα παρουσίασα στην τέταρτη και τελευταία ομιλία μου εκεί, θεωρώντας ότι αποτελούν το ιδανικό επιστέγασμα των διαλέξεών μου. Και πράγματι, λόγω του εξαιρετικά επίκαιρου περιεχομένου τους και της ικανότατης γραφής της ποιήτριας, συγκίνησαν, ενθουσίασαν, γόνιμα προβλημάτισαν. Η τέχνη της, λεπτοδουλεμένη και ευαίσθητη, ξεπερνούσε τα όρια του ατομικού και γινόταν κοινωνική καταγγελία, σε μία Ελλάδα που στέναζε οικονομικά, και κοινωνικά, από το δυσβάσταχτο εξωτερικό χρέος και τον διεθνή έλεγχο. Την ίδια ώρα όμως κατόρθωνε να αποδώσει, μοναδικά, την ένταση και την οικειότητα της διαμαρτυρόμενης προσωπικής στάσης, που ταυτιζότανε και γινότανε προσωπική στάση, στην προκειμένη περίπτωση, των ακροατών του έργου της:

Σας στέλνω χαιρετισμούς από την εξωτική πλατεία Συντάγματος,
όπου περνώ τις μέρες μου τρώγοντας πικρά πορτοκάλια.
Στην πατρίδα μαθαίνω ότι βρέχει
αλλά εδώ κάνει κρύο
κι έχει έναν ήλιο άρρωστο.
Όλοι είναι χλομοί, βήχουν κάτι λέξεις-αγκάθια
που τους γέρνουν το λαιμό
κι έπειτα μπαίνουν στο μετρό.
Εγώ κόβω βόλτες με το ποδήλατο,
χαιρετάω τα βιαστικά ταξί
και βγάζω πολλές φωτογραφίες,
αλλά δεν φαίνομαι σε καμία
κι έτσι δεν σας τις στέλνω.
Όμως είμαι καλά, αυτό θέλω να ξέρετε.
Κι αυτό το σώμα που θα σας στείλουν
και θα σας πουν ότι είμαι εγώ,
δεν είμαι.

("Greetings From Beyond")

Πότε η ποίηση γίνεται αποτελεσματική; Όταν είναι ειλικρινής και στοργική συμπόνια, ακόμα κι όταν ξεσπά σε μία πικρή ειρωνεία που κάνει, σιωπηλά, πιο σπαρακτικές, τις στιγμές ανθρώπινες σκηνές που φαντάζεται (Όμως είμαι καλά, αυτό θέλω να ξέρετε/Κι αυτό το σώμα που θα σας στείλουν και θα σας πουν ότι είμαι εγώ/δεν είμαι). Κι είναι υψηλή ποίηση όταν η αυστηρή φόρμα τιθασεύει την ισχυρή συγκίνηση κι η επιγραμματική, τηλεγραφική σχεδόν, καθαρότητα του λόγου, απαξιωτική του περιττού, αυξάνει αυτό που αποτελεί περιρρέουσα ατμόσφαιρα: την απόγνωση. Το χάρισμα να βλέπει κανείς αυτό που κρύβεται στο βάθος.

Ζω από το 1840 μέσα στο κόκκινο.
Είναι πάντα η ώρα που το δουλεμπορικό αδειάζει
τους άρρωστους σκλάβους μεσοπέλαγα.
Η ώρα που οι καρχαρίες περιμένουν από την αρχή του ταξιδιού.
Γι’ αυτό έχει τόσο κόκκινο:
οι καρχαρίες και οι καλλιτέχνες, το λατρεύουν.
Μέσα στον αιμάτινο ωκεανό κολυμπάω,
λίγο ακόμα θέλω
για να φτάσω στην κορνίζα και να βγω από τον πίνακα.
Και τότε θα υπάρξουν κάποιες αλλαγές, κύριοι.
Θα ζωγραφίσω πάνω από το δουλεμπορικό σας έναν ιπτάμενο δίσκο,
να το εξαϋλώνει με τις ακτίνες του
ή ίσως το Κράκεν,
να βγαίνει από το βυθό και να καταπίνει το πλοίο,
τους σκλάβους, τους καρχαρίες, τον πίνακα
και όλο το γαμημένο μουσείο.
Να τελειώνουμε επιτέλους με τις γελοιότητες,
που αποκαλούμε «το δράμα της ζωής».
Και να συζητήσουμε για άλλα πράγματα...

("The Slave Ship"[4])

Η Αγγέλα Γαβρίλη είναι μία ποιήτρια της γενιάς της. Και μιλάει στο όνομα αυτής της γενιάς. Δεν εμπιστεύεται τις εμπνευσμένες προσπάθειες των ανοιγμάτων προς το άγνωστο, θεωρώντας την κριτική προσέγγιση της πραγματικότητας καλύτερη, και ουσιαστικότερη, από τις ευφάνταστες προρρήσεις, συχνά κενόδοξες. Το μυστήριο της ζωής δεν κρύβεται στην προφητική στάση και στην ανεξιχνίαστη αισιοδοξία , παρά μόνο σε αυτά που βλέπουμε εδώ και τώρα, κι η τοποθέτησή της εδώ υποβάλλεται θετική. Ακόμα κι αν τα γεγονότα μας παρασύρουν στο βυθό τους, ακριβώς επειδή δεν τα αγνοούμε και τα συνειδητοποιούμε, δεν επιτρέπουμε στις απειλές τους να μας αποκαρδιώνουν. Η μάχη δεν γίνεται με την αόρατη σκιά του φόβου, αλλά με μία πραγματικότητα που όσο κι αν είναι ζοφερή μπορεί να ανατραπεί. Τι πιο ελπιδοφόρο; Και πόσο μέσα στο χρέος της ποίησης που ποτέ δεν είναι αποκομμένη από την κοινωνία;

Μια αχτίδα παλεύει να μπει απ’ το μισάνοιχτο στόμα,
να σε ξυπνήσει.
Κάποιος τα κατάφερνε σ’ αυτά τα παλιά χρόνια αλλά τον σκότωσαν
γιατί δεν μπορείς να γυρίζεις δεξιά κι αριστερά
και να ξυπνάς τους πεθαμένους - και μάλιστα Σάββατο.
Δεν ήτανε θεός που λένε τώρα, μόνο που συμπονούσε τις άδειες αγκαλιές.
Αλήθεια, κι ένας σκύλος μπορούσε να σε σώσει:
να σε τραβήξει από το χέρι, από τα ρούχα, από τη σφιχτοπλεγμένη σου κοτσίδα.
(Είχε προβλέψει η μάνα σου, να πνιγείς όμορφη.)
Αλλά εσύ ήσουν άτυχη:
ούτε άνθρωπος, ούτε θεός, ούτε σκύλος βρέθηκε.
Μόνο το νερό σε σκέφτηκε
κι έπνιξε κι άλλους.
Τουλάχιστον, μιαν αγκαλιά στο βυθό θα την έχεις.

(Τάλιθα Κούμι[5])


Αγγελική Κομποχόλη




[1]Πρβλ.  Curtis, Jerry L. (1972-08-01). "The absurdity of rebellion"Man and World5 (3): 335–34. Βλ. Και «Ο πολιτικός Αλμπέρ Καμύ», The Book's Journal, τ. 28, Φεβρουάριος 2013, σελ. 34.

[2] Πρβλ. C.M. Bowra, Ποίηση και Πολιτική, Αθήνα 1982, εκδ. Παπαδήμα, σελ. 7-8.
[3] Βλ. εδώ Ιωάννης Ν. Θεοδωρακόπουλος: «Γενικός χαρακτηρισμός του Φάουστ του Γκαίτε», Επ. Επ. Φιλ. Σχολ. Παν. Αθηνών, τόμ. 5 (1954-1955), σελ. 290-30.
[4] Πίνακας του Βρετανού ζωγράφου J. M. W. Turner (1775-1851).


[5] «Κοριτσάκι, σήκω!» (Κατά Μάρκον).