Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2019

Για την ποίηση του Καβάφη

Η Τέχνη είναι και δεν είναι αρκετά πραγματική για να γίνει δρόμος, είναι και δεν είναι αρκετά μη πραγματική για να σταθεί εμπόδιο. Η τέχνη είναι ένα «σαν να». 



Maurice Blanchôt (“La part du feu”) 





«Η ζωή είναι πιθανώς στρογγυλή», έγραψε ο Βαν Γκογκ. Διαγράφει την τροχιά της ονειροπόλησης ή της ελπίδας, αυτό είναι αλήθεια. Από την άλλη, η Τέχνη, που είναι μεγαλύτερη από τη ζωή, ιχνηλατεί ένα διαφορετικό σύμπαν, το σχήμα του οποίου μονίμως μεταβάλλεται και μας διαφεύγει. Στο σύμπαν του Καβάφη η ονειροπόληση και η ελπίδα συμπυκνώνονται σε ένα και μοναδικό σημείο από όπου εκπορεύονται και επιστρέφουν οι γραμμές που τραβά. Είναι το σημείο όπου η ονειροπόληση και η προσδοκία ταυτίζονται με την πατρίδα, με τον τόπο που ανήκει κάποιος. Η πατρίδα του Καβάφη παραμένει εσαεί κάτι το φευγαλέο που εντέλει χαρτογραφείται καθ’ ολοκληρία εντός του, όπως η πατρίδα όλων των Ελλήνων της διασποράς. Έτσι, αν θα θέλαμε να περιγράψουμε το σχήμα της τέχνης του Καβάφη, θα λέγαμε ότι μοιάζει κάπως με τις γραμμικές απεικονίσεις του ήλιου ή μιας μαργαρίτας: ένα κεντρικό σημείο από το οποίο ξεκινούν γραμμές διπλής κατεύθυνσης ή γραμμές που επιστρέφουν στο σημείο εκκίνησης, διαγράφοντας ελλειπτική τροχιά.

Πολλά έχουν γραφτεί για τους τόπους εξορίας και την επίδραση της συνείδησης της μοναξιάς στην Τέχνη, για την ψυχοσύνθεση του ποιητή που «δεν ανήκει». Ο Καβάφης γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια, μεγάλωσε στην Αγγλία και την Αίγυπτο και πέρασε την εφηβεία του στην Κωνσταντινούπολη, προτού επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια όπου και έζησε ως το τέλος της ζωής του, κάνοντας συχνά ταξίδια στην Αθήνα. Αναπόδραστα ο Καβάφης ήταν ένας Αιγυπτιώτης στην Ελλάδα και ένας Έλληνας στην Αίγυπτο. Η συνείδηση του μη ανήκειν τον ακολουθούσε παντού. Ήταν μοναδικός, με μια αίσθηση μοναδικότητας δυσβάστακτη, που όμως κράδαινε με υπερηφάνεια, σχεδόν σνομπισμό.

Αυτή η ιδιαίτερη αίσθηση υπερηφάνειας, μαζί με την αβίαστη συνειδητοποίηση του αδιεξόδου της πολιτογράφησής του διαπνέουν το ποιητικό έργο του Καβάφη. Ο Καβάφης έγραψε όπως κανένας άλλος πριν από αυτόν. Με μια αποφασιστική κίνηση παραμέρισε από τους ώμους του και από τους ώμους του αναγνώστη το βάρος της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς που συνέθλιβε τους προκατόχους του. Η προσπάθεια του Σολωμού, του Παλαμά, του Κάλβου ν’ αναδείξουν τα ιδανικά του έθνους αναπόφευκτα τους εξόρισε από τη σφαίρα της αμεσότητας, αφήνοντας αναπάντητα καίρια ερωτήματα για την αγάπη, το μυστήριο της ύπαρξης, την ηθική του καθημερινού βίου. Ήταν μια ποίηση που εξυμνούσε το υψηλό και ένιωθε αμήχανη μπροστά στο ωραίο, το απλά ανθρώπινο, το ζωντανό.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Καβάφης απαρνήθηκε την κληρονομιά του. Ίσα-ίσα. Όπως γράφει ο Β. Λαμπρόπουλος, «ο Καβάφης ως ποιητής είχε μια οξύτατη αίσθηση και επίγνωση της παράδοσης ως παρακαταθήκης αξιών, ως πολιτιστικής κληρονομιάς, ως συντριπτικού μέσου σύγκρισης, ως απολεσθέντος παρελθόντος». Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε να γράψει ποίηση απαλλαγμένη από γλωσσικό στόμφο, σε μια γλώσσα απλή, γυμνή («φτωχή» τη χαρακτήρισε ο Σεφέρης), που άφηνε περισσότερο χώρο στο νόημα. Όπως οι μουσικοί παραδέχονται πως δεν είναι οι νότες αλλά οι παύσεις ανάμεσα στις νότες που δίνουν το μουσικό αποτέλεσμα, έτσι και στην ποίηση δεν είναι εντέλει οι λέξεις αλλά οι σιωπές που προκαλούν οι λέξεις στον νου μας. Είναι οι σιωπές που ανακαλούν την Τέχνη, στην υπερβατική εκείνη στιγμή που ένας στίχος μας απελευθερώνει από τη λατρευτή τροχοπέδη της γλώσσας και το πνεύμα μας περιπλανιέται στον κόσμο των ιδεών, κρατώντας σφιχτά το συναίσθημα από τον στίχο στα χέρια.

Ο Δ. Δημηρούλης γράφει πως η Τέχνη είναι ένας τρόπος να ταξιδεύουμε στον απέραντο ωκεανό της γλώσσας χωρίς ποτέ να βρίσκουμε την Ιθάκη του νοήματος, όμως να χαιρόμαστε το ταξίδι ανταλλάσσοντας τη μάχη για το νόημα με την απατηλή ειρήνη της υπέρβασής του. Θα συμφωνήσω εν μέρει, διαπιστώνοντας το αναπόφευκτο: ότι η μόνη πραγματική ταυτολογία είναι η σύμπτωση της γλώσσας με τον εαυτό της, η οποία αποτελεί τον ορίζοντα της ανθρώπινης κατανόησης. Από κει και πέρα όμως, δεν μπορώ παρά να διαπιστώσω πως ολόκληρος ο μόχθος της ζωής είναι μια υπέρβαση, καθόλου απατηλή. Η υπέρβαση είναι δεδομένο της ανθρώπινης ύπαρξης: υπερβατικά ερχόμαστε στον κόσμο, καθ’ υπέρβαση ζούμε και υπερβατικά σύρουμε το πέπλο για την άλλη πλευρά. Η Τέχνη μιμείται τη ζωή και τις υπερβάσεις της, είναι όμως περισσότερο φιλόξενη: χωρά κι άλλες διαστάσεις, αυτό που είναι και αυτό που «θα μπορούσε» να είναι, καθώς κι αυτό που δεν υπήρξε ή δεν θα υπάρξει ποτέ.

Αν σε κάτι συνδράμει τον άνθρωπο η Τέχνη, είναι ότι τον βοηθά να συνειδητοποιήσει πως η υπέρβαση είναι συνυφασμένη στην ίνα της ύπαρξής του. Ο Καβάφης, ο ποιητής που έζησε χωρίς πατρίδα, αυτός που βρέθηκε στην οριακή στιγμή μιας ολόκληρης εποχής και μάλιστα έκλεισε την αυλαία, σηματοδοτώντας συγχρόνως με το τέλος και την καινούρια αρχή, περισσότερο από πολλούς άλλους είναι αρωγός στη συνειδητοποίηση αυτή.

Στο ποίημά του «Τείχη» μιλά για τα τείχη που χτίζουν γύρω μας οι προκαταλήψεις, οι προλήψεις, οι κοινωνικές συμβάσεις, οι συνθήκες της ζωής, η εκπαίδευσή μας. Πρόκειται για φράγματα του νου μέσα στα οποία βαπτιζόμαστε, με τα οποία μεγαλώνουμε και μαθαίνουμε να ορκιζόμαστε στο όνομά τους. Συχνά τα σφίγγουμε στην αγκαλιά μας μέχρι τον θάνατό μας, τόσο που ταυτιζόμαστε με αυτά και χάνουμε τον εαυτό μας στη διαδικασία. Αντικαθιστούν την πραγματικότητά μας με μια άλλη πλαστή (οι θεολόγοι θα αποκαλούσαν αυτό το φαινόμενο «το παράλογο του κτιστού κόσμου», φαντάζομαι) και το χειρότερο είναι πως επικαλούμαστε τις λέξεις για να τα ενισχύσουμε, να τα περιφρουρήσουμε, να τα κάνουμε να φαίνονται ψηλότερα. Όμως οι λέξεις οριοθετούν τον κόσμο μας και, αν αυτές μας δεσμεύουν, αυτές είναι που μπορούν και να μας λυτρώσουν. Στις λέξεις βρίσκεται το κλειδί για την απελευθέρωσή μας. Στις λέξεις τις ποιητικά εκφρασμένες, τις βαλμένες και καθαγιασμένες στην Τέχνη. Στις λέξεις που διευκολύνουν τη σιωπή. Γιατί μόνο στη σιωπή μπορούμε να ακούσουμε ό,τι έχει να μας εκμυστηρευθεί το σύμπαν. […]

Υπάρχει ωστόσο ένα από τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής που ο Καβάφης αποφεύγει να ονοματίσει. Τα θωπεύει, το περιγράφει, το σκιαγραφεί, ποτέ όμως δεν το λέει με το όνομά του. Είναι η αγάπη. Ποτέ δεν μιλά για την αγάπη ο Καβάφης. Μιλά συχνά για αίσθημα, για τον έρωτα, για φυσική έλξη. Μιλά για τη σαρκική επαφή με ευθείες ή πλάγιες αναφορές. Η αγάπη όμως είναι λέξη απαγορευμένη, ίσως πολύ ιερή για να λέγεται έστω και μέσα από την Τέχνη. Ίσως η αγάπη να είναι η Ιθάκη, αυτό το άφταστο, το φευγαλέο που δίνει νόημα στο ταξίδι της ζωής.

Η απουσία της αγάπης στα ποιήματά του και η απλότητα της έκφρασης έκανε σύσσωμους κριτικούς και φιλολόγους να συμφωνήσουν πως από τον Καβάφη απουσιάζει ο λυρισμός. Ναι, είναι αλήθεια. Δεν γράφει γλαφυρά ο Καβάφης. Η ποίησή του είναι παραπεμπτική: αναφέρεται σε γνωστά κείμενα, σε ιστορικά ονόματα, σε συγκεκριμένους τόπους και ημερομηνίες, παραθέτει αποσπάσματα από πληθώρα γραπτών κειμένων. «Η μεταφορά της βιβλιοθήκης και του σπουδαστηρίου ρίχνει επίμονα τη σκιά της στην άσκηση της γραφής», διατείνεται ο Δ. Δημηρούλης. Αρχικά, ο αναγνώστης αισθάνεται αμήχανος: πρόσωπα βγαλμένα από ιστορικά βιβλία ξαφνικά αποκτούν σάρκα και οστά, νιώθουν και σκέπτονται μέσα στα ποιήματα. Τα εισαγωγικά που φαίνεται να κατατέμνουν τους στίχους και να καθιστούν δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ αναφοράς και ποιήματος επιτείνουν τη σύγχυση. Όμως ο αιφνιδιασμός κρατά λίγο. Σύντομα ο αναγνώστης συνειδητοποιεί πως ο ποιητής βάζει τα πρόσωπα να μιλούν για λογαριασμό του. Ο ποιητής εξομολογείται μέσα από τις personae των ομιλητών στα ποιήματά του. Οι αναμνήσεις τους, οι σκέψεις τους, τα συναισθήματά τους είναι κατάδικά του. Είναι δικές του στιγμές, παραθεματοποιημένες μέσα στα ποιήματά του.

Όποιος καταφέρει λοιπόν να ξεσκεπάσει τον αφηγητή πίσω από τον αφηγητή, θα αντιληφθεί την αίσθηση του σύμπαντος του Καβάφη. Το σύμπαν του Καβάφη είναι όπως μια σταγονίτσα στη βροχή. Περήφανη, όρθια, με το βάρος της κληρονομιάς της καλά ζυγισμένο στους ώμους της, με την αποφασιστικότητα να γράψει ιστορία να γεμίζει την καρδιά της, με συνείδηση της μοναδικότητάς της. Πάντα όμως σταγονίτσα. Ένα μικρό δάκρυ που χάνεται μέσα στην καταιγίδα των φθαρτών πραγμάτων. Όχι όμως σιωπηλά:

«Έφηβοι τώρα τους δικούς τους στίχους λένε.
Στα μάτια των ζωηρά περνούν η οπτασίες του.
Το υγιές, ηδονικό μυαλό των,
η εύγραμμη, σφιχτοδεμένη σάρκα των,
με τη δική του έκφανσι του ωραίου συγκινούνται».


Αυτή είναι η δικαίωση του ποιητή: ότι ολοένα επιστρέφουμε στα ποιήματά του, κάθε γενιά αδιάκριτα σκύβει πάνω τους και έχει κάτι να βρει, να συνειδητοποιήσει, να μάθει. Το είπαμε πολλές φορές εξ άλλου: η Τέχνη είναι μεγαλύτερη από τη ζωή.


Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημ. Απόσπασμα από άρθρο με τίτλο "Η συνείδηση της μοναξιάς και τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής στην ποίηση του Καβάφη" που είχε δημοσιευθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό Έρεισμα, τεύχος 34-35, χειμώνας 2005.



Καλό καλοκαίρι!!!!

Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2019

«Τα τελευταία μου λόγια» του Santiago H. Amigorena, μτφρ. Τιτίκα Δημητρούλια

Θα σας φανεί ίσως υπερβολικό, όμως το βιβλίο είναι κατά τη γνώμη μου εφάμιλλο του κλασικού Θαυμαστού, καινούργιου κόσμου (ή Γενναίου, νέου κόσμου) του Aldus Huxley. Περιγράφει και αυτό μια δυστοπία, μόνο που – σε αντίθεση με το βιβλίο του Haxley – δεν μπαίνει στον κόπο να τη μασκαρέψει σε ουτοπία, ούτε καν στην αρχή. Τα τεκταινόμενα τοποθετούνται στο 2086, τότε που η «πολυανθρωπία», με άλλα λόγια ο υπερπληθυσμός, έχει οδηγήσει στον αφανισμό του πόσιμου νερού αλλά και της διαθέσιμης τροφής («όταν ο άνθρωπος έμαθε ότι σε λίγο δεν θα έμενε ούτε ένα ψάρι για δείγμα σε καμία θάλασσα, συνέχισε να ψαρεύει για το κέφι του ή για να τα φάει και τα ψάρεψε όλα, ως το τελευταίο»), η μόλυνση έχει κρύψει τον γαλανό ουρανό κάτω από ένα ενιαίο και δυσοίωνο τοξικό σύννεφο και ένας φονικός ιός, σε συνδυασμό με την τρέλα, έχει οδηγήσει στη βίαιη, ραγδαία και μαζική αποκλιμάκωση του πληθυσμού, ο οποίος έχει εντέλει συρρικνωθεί σε μερικές μόλις εκατοντάδες ανθρώπους παγκοσμίως, την ίδια στιγμή που είναι αδύνατο πλέον ακόμη και να συλληφθούν παιδιά…

Και τότε έρχεται το Κάλεσμα. Άνθρωποι από παντού αρχίζουν τη μετανάστευση προς την Αθήνα, την κοιτίδα του δυτικού πολιτισμού, διαλαλώνοντας απ’ όπου περνούν το σχέδιό τους να συγκεντρωθούν εκεί όλοι οι επιζήσαντες. Η Ακρόπολη μετατρέπεται στο ύστατο καταφύγιο για όσους επιζούν της μετανάστευσης. Στον μεγεθυντικό φακό μπαίνουν οι πέντε τελευταίοι από αυτούς, μέχρις ότου αρχίσουν κι αυτοί να πεθαίνουν ένας-ένας. Ο Μπελαρμέν, ο τελευταίος άνθρωπος, ο τελευταίος εκπρόσωπος της Ανθρωπότητας, κάθεται να γράψει την ιστορία της… το βιβλίο συγκεντρώνει τα τελευταία του λόγια.

Δεν είναι μόνο η ιστορία που είναι τόσο υποβλητική όσο και αληθοφανής, είναι και το ύφος στο οποίο είναι γραμμένο το βιβλίο. Ο αφηγητής δεν θυμάται απλώς, αναστοχάζεται, αλλά αναστοχάζεται με την ηρεμία που μόνο το αναπόφευκτο μπορεί να χαρίσει. Παραθέτω τη στιγμή που φθάνει στην Αθήνα, είναι τόσο χαρακτηριστική του ύφους όσο και οποιοδήποτε άλλο απόσπασμα του βιβλίου:

61

Και έπειτα έφθασα στην Αθήνα. Η νύχτα σκέπαζε τον ουρανό με τον ζοφερό μανδύα της. Ένα νεαρό φεγγάρι οδήγησε τα σκοτεινά μου βήματα στις έρημες λεωφόρους.

Υπήρχαν ερείπια, ερείπια, ερείπια παντού.

Η σιωπή, η ίδια αυτή σιωπή που κατέκλυζε ολόκληρη τη γη, δεν ξέρω για ποιον λόγο έμοιαζε εδώ ακόμη πιο μεγάλη από ό,τι στις άλλες πόλεις που είχα διασχίσει.

Προχωρούσα διστακτικά: δεν ήξερα τι επρόκειτο να συναντήσω.

Στρίβοντας σε ένα δρομάκι, είδα φωτιά πάνω σε έναν λόφο. Στην κορυφή, το περίγραμμα ενός ναού με ψηλούς κίονες διαγραφόταν σκοτεινό στον ουρανό.

Άκουσα, πέρα μακριά, κραυγές και φωνές.

Πόνου; Χαράς; Δεν ήξερα.

Καθώς πλησίαζα, η φωτιά που τριζοβολούσε μέσα στον ναό με τρόμαξε: τερατώδεις ίσκιοι σχηματίζονταν στους τοίχους.

Κι ακούγονταν φωνές σαν να ήταν πολλοί άνθρωποι μαζεμένοι.

Φοβήθηκα.

Φοβήθηκα και πάλι.

Για μένα τότε, οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να ήταν καλοί παρά μόνο αν τους έπαιρνες τον καθένα χωριστά.


Υπό μία έννοια, το βιβλίο δεν περιγράφει απλά μια δυστοπία, περιγράφει την εξορία του ανθρώπου από τη φυσική του κατάσταση, την ολίσθησή του στα ζωώδη ένστικτα και τη συνακόλουθη κατάρρευση του κόσμου.

Ωστόσο δεν εξαντλείται σε μια περιγραφή, όσο σκοτεινή, όσο συναρπαστική κι αν είναι. Συνδιαλέγεται. Παραθέτοντας αποσπάσματα από τον «Υπερίωνα» του Hölderlin, τον Nietzsche, τον Borges, τον Pessoa, τον Όμηρο, τον Guérin. Ο τελευταίος έγραψε στα τέλη του 18ου αιώνα ένα υποβλητικό έργο, τον «Κένταυρο» (ο οποίος παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου ως παράρτημα) και ο Amigorena κλείνει το βιβλίο του με μια χαραμάδα ελπίδας: τη στιγμή που ξεψυχά ο Μπελαρμέν, βλέπει έναν κένταυρο να τον κοιτάζει με απορία. Και σκέφτεται πως «όλα θα ξαναρχίσουν. Τους κενταύρους θα τους διαδεχτούν οι Έλληνες. Τους Έλληνες θα τους διαδεχτούν οι Ρωμαίοι. Τους πολλούς θεούς θα τους διαδεχτεί ο ένας Θεός, μαζί ένας και τριαδικός». Η ελπίδα βρίσκεται στον μύθο.

Όλα θα ξαναρχίσουν. Η επανάληψη είναι ένα ρητορικό σχήμα που χρησιμοποιεί κατά κόρον ο Amigorena. Εξασφαλίζει όχι μόνο τη συνοχή του κειμένου, την εξακολούθηση των μοτίβων, αλλά και μια υποφώσκουσα μουσικότητα που βαθαίνει τα νοήματα και τις πιθανές ερμηνείες τους, την ίδια στιγμή που ανοίγει τον δρόμο στη φιλοσοφία. Εκτός από την κατατοπιστικότατη εισαγωγή της Τιτίκας Δημητρούλια, το βιβλίο περιλαμβάνει ακόμα την ανάλυση της διακειμενικής σχέσης Amigorena-Hölderlin από την καθηγήτρια του ΕΚΠΑ Αναστασία Αντωνοπούλου σαν παράρτημα, μαζί με τον «Κένταυρο» του Guérin.

Θα ήθελα να κλείσω με τα τελευταία από τα τελευταία λόγια του Μπελαρμέν: «Ο κόσμος είναι υπέροχος… Το σύμπαν ολόκληρο είναι ένας ύμνος στη χαρά». Πράγματι έτσι είναι (αρκεί κάποιος να κοιτάξει για ώρα τον έναστρο ουρανό ένα βράδυ ή να παρατηρήσει την τελειότητα οποιουδήποτε λουλουδιού) κι αναρωτιέμαι: χρειάζεται να φθάσει ο άνθρωπος στην απόλυτη καταστροφή για να το συνειδητοποιήσει;

Χριστίνα Λιναρδάκη

ΥΓ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο literature.gr.


Δευτέρα, 15 Ιουλίου 2019

Παλάτια των Κυκλώπων - Αποσπάσματα χαμένων τραγωδιών του Αισχύλου και του Ευρυπίδη

Εκτός από τα ολοκληρωμένα έργα των μεγάλων τραγικών και κωμικών ποιητών, έχουν διασωθεί με διάφορους τρόπους και πολλά αποσπάσματα από έργα που πιθανότατα χάθηκαν για πάντα. Οι κωμωδίες και τα δράματα αντιγράφονταν στην αρχή από τους συντελεστές των παραστάσεων ώστε να μπορούν οι ηθοποιοί να μελετούν τους ρόλους τους. Κατά την αντιγραφή αυτή, έγιναν οι πρώτες αλλοιώσεις. Ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος τον 3ο αιώνα π. Χ και ο Δίδυμος Αλεξανδρέας ή Χαλκέντερος επιμελήθηκαν τις πρώτες κριτικές εκδόσεις των αρχαίων τραγικών, ιδίως του Ευριπίδη που είχε μεγάλη απήχηση κατά την αρχαιότητα. Ένα παράδειγμα τέτοιων θραυσμάτων είναι κάποια κομμάτια από τον "Μελέαγρο" του Ευριπίδη που αναφέρεται στο κυνήγι του ξακουστού Καλυδώνιου κάπρου. Η τραγωδία θα πρέπει να ξεκινούσε με τούτα τα λόγια:

Αυτή είναι η χώρα της Καλυδώνας με τις πεδιάδες
τις εύφορες απέναντι από την Πελοπόννησο.
Ο Οινέας βασιλεύει σε τούτη την αιτωλική γη…


Σε ένα άλλο κομμάτι της ίδιας τραγωδίας ακούγεται ο ήρωας να φωνάζει :

Δία, ας γίνει να σκοτώσω εγώ τον κάπρο!

Ένας άλλος τρόπος επιβίωσης τέτοιων σπαραγμάτων ήταν η αποκρυπτογράφηση παπύρων που είχαν χρησιμοποιηθεί για να αντιγραφούν χριστιανικά κείμενα, όπως επιστολές του Απόστολου Παύλου. Οι επιστολές αυτές περιείχαν στο πίσω μέρος τους άλλα κείμενα, μισοσβησμένα,  που θα χάνονταν για πάντα. Μέσα απ’ αυτά τα αποσπάσματα που έφτασαν σε μας με ποικίλους τρόπους ανασυντίθεται ένας κόσμος χαμένος, από τον καιρό που σημειώθηκε μια από τις πιο εκπληκτικές εκρήξεις πολιτισμού της ιστορίας. Σ’ ένα κομμάτι από τον "Προμηθέα Λυόμενο" του Αισχύλου ο Ηρακλής, τεντώνοντας το τόξο για να σκοτώσει τον αετό που βασανίζει τον Τιτάνα, ακούγεται να εύχεται:

Ο κυνηγός Απόλλωνας μακάρι
σωστά να μου οδηγήσει τη σαΐτα.


Στον "Φιλοκτήτη" του Ευριπίδη, ο ήρωας μιλά για τις νυχτερινές εικόνες που τον συντρόφευαν τα χρόνια της εξορίας του στη Λήμνο:

...που βρίσκεται κάτω από τον πόλο του ουρανού
κοντά στα επτά αστέρια, απ’ όπου το φοβερό
σφύριγμα του Βοριά φέρνει τα παγωμένα χιόνια.


Ένα μέρος από τους "Τημενίδες" του Ευριπίδη σώθηκε στο έργο του Αιλιανού "Περί ζώων". Η τραγωδία αναφέρονταν στις περιπέτειες των Τημενιδών, απόγονων του Ηρακλή. Εδώ μιλά ο χορός θυμίζοντας έναν από τους άθλους του μεγάλου ήρωα, τη σύλληψη της χρυσοκέρατης Κερυνίτιδος ελάφου, που ζούσε στο ομώνυμο όρος της Αρκαδίας:

Βγήκε σε αναζήτηση της χρυσοκέρατης λαφίνας,
αναλαμβάνοντας έργο φοβερό μέσα στους μεγαλειώδεις
άθλους του, στα βουνίσια λημέρια,
στα λιβάδια τα άβατα και στα άλση
που τα κοπάδια βόσκουν.


Σπαράγματα αριστουργημάτων, που το πιο πιθανό είναι ότι χάθηκαν για πάντα, προσπαθούν να ξαναφέρουν στο φως με κάθε τρόπο οι φιλόλογοι κι οι ειδικοί σ’ όλον τον κόσμο, συνθέτοντας ψηφίδες που κάθε τόσο έρχονται στο φως. Στους "Ηρακλείδες", μια άλλη χαμένη τραγωδία του Αισχύλου γίνεται μνεία του άθλου του Ηρακλή που είχε να κάνει με την κλοπή των βοδιών του τρισώματου γίγαντα Γυρυόνη:

Εκείθε ξεκινώντας από τους άκρους
τόπους της γης, τον Ωκεανό
με το χρυσό το κύπελλο διαβαίνοντας,
τους ορθοκέρατους έφερε ταύρους,
σκότωσε τους αντίθεους βοσκούς
και τον τρισώματο άρχοντά τους,
που βάσταε τρεις ασπίδες, τρία κοντάρια
και σειώντας τρία λοφία στις κεφαλές του
βάδιζε δυνατός καθώς ο Άρης.

Μια άλλη κατηγορία αποσπασμάτων αποτελούν τα λεγόμενα αμφίβολα ή νόθα, για τα οποία δεν υπάρχει βεβαιότητα απόλυτη ότι ανήκουν στους μεγάλους Έλληνες τραγικούς. Σ’ ένα τέτοιο θραύσμα του Αισχύλου μιλά ο Ύπνος, αδερφός του Θανάτου - και οι δυο είχαν θεϊκή υπόσταση στην αρχαιότητα:

Η νύχτα δε με γέννησε τεχνίτη
στη μουσική, γιατρό , ούτε μάγο
μονάχα τις ψυχές για να κοιμίζω.


Κάποια άλλα αποσπάσματα αμφίβολα όπως αυτό που αποδίδεται στον Αισχύλο, απηχούν την Ιλιάδα:

Αλάθευτα σαϊτεύοντας ο Τεύκρος
τους Φρύγες εσταμάτησε την ώρα
που πάσκιζαν τον τράφο να πηδήξουν.


Η τραγωδία "Δίκτυς" του Ευριπίδη αναφέρεται στον μύθο της Δανάης που την βρίσκουν σε μια ακτή της Σερίφου μαζί με τον μικρό γιο της Περσέα. Την Δανάη είχε ρίξει στη θάλασσα, κλεισμένη σε μια λάρνακα, ο πατέρας της Ακρίσιος επειδή, σύμφωνα με μια προφητεία, αυτός που θα τον σκότωνε θα ήταν ο εγγονός του. Από αυτή την τραγωδία σώζεται ένα απόσπασμα που μιλά για το όμορφο νησί του Αιγαίου:

Η Σέριφος ζωσμένη ολόγυρα
από την αρμύρα της θάλασσας
(Σέριφος ἂλμη ποντία περίρρυτος)


Σ’ ένα απόσπασμα από άγνωστο δράμα του Ευριπίδη, η θάλασσα περιγράφεται ως πορφυρένια (ἃλα πορφυρέην), ενώ στα "Σχόλια" του Απολλόδωρου σώθηκε μια φράση ποιητικότατη από άγνωστο δράμα του ίδιου ποιητή:

Κι η γαλανομάτα σελήνη περιφέρεται
(γλαυκώπις τε στρέφεται μήνη)


Είναι οδυνηρή η απώλεια των χαμένων έργων που ήταν ξακουστά στους αρχαίους χρόνους, όμως από την άλλη μεριά τα αποσπάσματα έχουν μια δικιά τους γοητεία θυμίζοντας μισοτελειωμένα αγάλματα του Μιχαήλ Άγγελου ή σπασμένα γλυπτά που φέρνουν στην επιφάνεια οι αρχαιολόγοι. Σε ένα θραύσμα από τους "Μυρμιδόνες" του Αισχύλου, ακούγεται ο Αχιλλέας να ζητά αυτά που ξέρει να χειρίζεται καλύτερα από κάθε άλλον:

Όπλα, χρειάζομαι όπλα !
(Ὃπλων, ὃπλων δεῖ)


Στην "Πηνελόπη" του Αισχύλου πάλι, μιλά ο Οδυσσέας παραπλανώντας τη γυναίκα του:

Εγώ είμαι Κρητικός, πανάρχαιο γένος.
(ἐγὼ γένος μὲν εἰμὶ Κρῆς ἀρχέστατον)

Στα σκόρπια αυτά αποσπάσματα του Αισχύλου ακούγονται αντίλαλοι μιας εποχής μυθικής :

Πέφτοντας η δροσιά στον ξερό δρόμο.
(νοτὶς προσαυρίζουσα χερσαία τροχὴ)


Χιτώνας σα Λιβυρνικός μανδύας.
(Λιβυρνικῆς μίμημα μανδύας χιτὼν)


Βασίλισσα νεράιδα, που αφεντεύεις
στα κακοχείμωνα βουνά.
(δέσποινα νύμφη, δισχίμων ὁρῶν ἂνασσα)


Καλύπτρες φόραε για τ’ αυτιά
σιμά στα σκουλαρίκια.
(ἀμφώτιδες τοι τοῖς ἐνωτίοις πέλας )


Τους είδα να καλπάζουν μες τις λόγχες.
(Εἶδον καλπάζοντας ἐν αἰχμαῖς)


Λόγχες κοντάρια και σωρός οι πέτρες
(καὶ παλτὰ καγκύλητα καὶ χλήδων βελῶν)


Κάστρο της Τίρυνθας παλάτι των Κυκλώπων.
(Τιρύνθιον πλίνθευμα, Κυκλώπων ἓδος). 




Απόστολος Σπυράκης



Πηγές: 
1. Αισχύλου Αποσπάσματα – Εκδόσεις Κάκτος, 1992
2. Ευριπίδη Αποσπάσματα – Εκδόσες Κάκτος, 2003
3. E. G. Turner Ελληνικοί πάπυροι – Εκδόσεις Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, 2000





Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2019

Δύο νέα βιβλία (Γιώργος Καραντώνης - Ιουλία Τολιά)

"Το λεύκωμα της Ευρυδίκης" του Γιώργου Καραντώνη (επιμ.)
Ευρυδίκη είναι η μητέρα του Γιώργου Καραντώνη, ο οποίος επιμελείται και προλογίζει το βιβλίο. Ήταν βαφτιστήρα του Λουκά Καστανάκη, μεγάλου αδελφού του συγγραφέα Θράσου Καστανάκη, με τον οποίο και τη σύζυγό του Μίλη συνδέθηκαν στενά, καθώς δεν είχαν οι ίδιοι παιδιά και την έπαιρναν μαζί τους σε διάφορες λογοτεχνικές και καλλιτεχνικές συνάξεις κι εκδηλώσεις. Εκεί γνώρισε διάφορους επιφανείς λογοτέχνες και ζωγράφους και αποφάσισε να τους ζητήσει να της γράψουν κάτι, ό,τι ήθελε καθένας, στο λεύκωμά της. Η συντριπτική πλειοψηφία δεν θέλησε να της χαλάσει το χατίρι.

Από την πρώτη εγγραφή, που χρονολογείται στο 1939, μέχρι την τελευταία, που χρονολογείται στο 1945, περνούν έξι δύσκολα χρόνια. Το λεύκωμα δίνει την εικόνα της εποχής, έστω και σαν ανατανάκλαση, αλλά και των ανθρώπων των γραμμάτων που έζησαν τότε.

Υπάρχουν συνολικά 33 εγγραφές στο λεύκωμα, γραμμένες ή ζωγραφισμένες από 32 λογοτέχνες και καλλιτέχνες, κι αυτό γιατί η ποιήτρια Μελισσάνθη έγραψε δύο ποιήματα στην Ευρυδίκη, αντί για ένα. Ο Κόντογλου, πάλι, δεν ζωγράφισε τίποτα στο λεύκωμα, κόλλησε απλώς την τυπωμένη εικόνα μιας προσωπογραφίας που είχε φιλοτεχνήσει ο ίδιος, όμως έγραψε και μερικές σκέψεις του για τη ζωγραφική στη συνέχεια. Οι περισσότερες καταχωρήσεις είναι πεζά ή ποιήματα, αποσπάσματα από άλλα βιβλία των συγγραφέων και μερικά ανέκδοτα κείμενα. Τα πιο πολλά όμως είναι ποιήματα.

Ο Γιώργος Καραντώνης στον πρόλογό του προκρίνει τις εγγραφές των δύο γνωστών λογοτεχνικών ζευγαριών, του Μάρκου Αυγέρη και της Γαλάτειας Καζαντζάκη από τη μία, του Κώστα Βάρναλη και της Δώρας Μοάτσου-Βάρναλη από την άλλη. Στις δύο αυτές περιπτώσεις, το λεύκωμα γίνεται "πεδίο μάχης" ανάμεσα στον Αυγέρη και την Καζαντζάκη αφενός και στον Βάρναλη και τη Μοάτσου αφετέρου.

Άλλα ονόματα ανθρώπων των γραμμάτων και των τεχνών που έγραψαν ή ζωγράφισαν στο λεύκωμα είναι: Μενέλαος Λουντέμης, Νίκος Καββαδίας, Στράτης Μυριβήλης, Ηλίας Βενέζης, Κάρολος Κουν, Γιώργος Κοτζιούλας, Έλλη Αλεξίου, Ρίτα Μπούμη-Παππά, Καρθαίος, Φώτης Κόντογλου. Και βέβαια πολλοί άλλοι. Το βιβλίο είχε πρωτοεκδοθεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη, τώρα εκδόθηκε εκ νέου από τις εκδόσεις Βακχικόν.

Και το ένα από τα δύο ποιήματα της Μελισσάνθης:

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΥΔΙΚΗ ΚΟΡΗΝ ΑΘΗΝΑΙΑ
(Π' ΟΣΟΙ ΤΗ ΔΟΥΝ Τ' ΟΜΟΛΟΓΟΥΝ ΠΩΣ ΘΕΛΧΤΙΚΗ ΕΙΝΑΙ ΝΕΑ)

Μέλι έχεις στο χαμόγελο
Κι' έτσι καλή, όσο ωραία!
Πολλοί ως τον Άδη θάφταναν
για σε, σαν τον Ορφέα!

Μελισσάνθη

Αθήνα 26 Αυγούστου 1941



"Στου παρελθόντος της αντήχηση" της Ιουλίας Τολιά
Προς το τέλος του 2018 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Στοχαστής η πιο πρόσφατη ποιητική συλλογή της Ιουλίας Τολιά Στου παρελθόντος την αντήχηση. Πρόκειται για την έβδομη συλλογή της ποιήτριας, η οποία τα τελευταία χρόνια εμφανίζεται στα γράμματα ανά διετία περίπου. Η Τολιά είναι μία από τις πιο αγαπημένες μου σύγχρονες ποιήτριες, επειδή γράφει με έναν τρόπο που βρίσκω αυθεντικά συγκινητικό.

Όπως και στις προηγούμενες συλλογές της, έτσι και Στου παρελθόντος την αντήχηση τα επιμέρους ποιήματα αφαίνεται σαν να συνθέτουν ένα και μόνο ενιαίο ποίημα. Συνηγορεί σε αυτό και το γεγονός ότι είναι πάντα άτιτλα όλα και μοιάζουν έτσι σαν συνέχεια το ένα του άλλου, σαν μια αφήγηση σε μέρη. Αντίθετα όμως με τις προηγούμενες συλλογές, σε τούτη δεν υπάρχει μια ραχοκοκαλιά που να συγκροτείται από επιμέρους σύμβολα ούτε επαναλήψεις στίχων που αντηχούν από ποίημα σε ποίημα, υπάρχουν αυτόνομες σκηνές γραμμένες με την ίδια διάθεση που πέφτουν η μία μετά την άλλη σαν την ταινία της ζωής ενός ανθρώπου χαμένου μέσα στους απόηχους των αναμνήσεών του, αυτούς που του καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο ατενίζει το παρόν.

Πρόκειται για έναν άνθρωπο απορροφημένο στον εαυτό του («Αυτός ο άνθρωπος υπέφερε πολύ./ Σαν Άτλαντας./ Μόνο,/ που δεν κουβαλούσε στην πλάτη του τον ουρανό,/ μα εσωτερικά/ θολά τοπία»), χαμένο στη μαγική σκέψη με τον τρόπο των παιδιών («Είχε συνδέσει την ισορροπία του/ με τον ανεμοδείχτη του απέναντι σπιτιού./ Μια μέρα δεν τον είδε/ και ταράχτηκε./ Πώς θα προσανατολιζόταν τώρα,/ δίχως να βλέπει την κατεύθυνση των ανέμων;»), άρα κατά βάση αθώο, μα υποκείμενο στο εσωτερικό του χάος («από την εσωτερική δυσαρμονία/ πρόβαλλε μια κλίμακα αρμονίας,/ που του προσέφερε/ έστω και στιγμιαία/ μια αίσθηση συνοχής»). 

Ο χαρακτήρας που παρουσιάζει η Τολιά μοιάζει με τους πρωταγωνιστές παλαιότερων συλλογών της που, μπερδεμένοι και συχνά χαμένοι, φαίνεται να βαδίζουν στον κόσμο με μια πυξίδα που δείχνει σταθερά προς το λυκόφως. Ωστόσο, η συνολική αίσθηση είναι αυτή μιας λίμνης που η ομίχλη αιωρείται τριγύρω: το μυστήριο υποχωρεί μπροστά στην ανυπέρβλητη ομορφιά που κατακλύζει τις αισθήσεις του παρατηρητή. Αυτήν την αίσθηση αποκομίζω κάθε φορά που παίρνω στα χέρια μου μια συλλογή της Ιουλίας Τολιά.

Παραθέτω, αντί επιλόγου, ένα ποίημα από τη δεύτερη χρονικά συλλογή της, που περιγράφει με ακρίβεια την υπέροχη αίσθηση που αφήνει η ποίησή της:
Και φανταζόταν τον εαυτό του
να διασχίζει ένα τοπίο
με γυμνά δέντρα
πεσμένα φύλλα
και ατμόσφαιρα ώχρας.
Αργά να ξεμακραίνει
ώσπου να υποτάσσεται στο υποκίτρινο.
Και το τοπίο να μεγαλώνει τόσο,
που να αδειάζει·
και να φαντάζει
σαν ιχνογράφηση μιας αισθήσεως απουσίας.

(Μονότροπα σχεδόν..., 1995)


Χριστίνα Λιναρδάκη



Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2019

Μια οδοιπορία στην ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη

Τάσος Λειβαδίτης
Μην απορήσετε που αποκαλώ τον μεγάλο μας ποιητή με το μικρό του όνομα, σα να ήταν παλιός μου γνώριμος. Έχω περάσει τόσα χρόνια στη συντροφιά των ποιημάτων του, που μου είναι πλέον τόσο οικείος, αγαπημένος και κάποτε αβάσταχτος όσο σχεδόν ο ίδιος μου ο εαυτός. Ούτε για το ότι αναφέρομαι στο άτομό του σε παρόντα χρόνο. Ξέρετε καλά πως οι ποιητές δεν πεθαίνουν ποτέ. Τέλος, παρακαλώ μην απορήσετε για το στιλ του κειμένου. Μερικές φορές ο μόνος τρόπος για να περιγράψει κανείς επαρκώς το διάπυρο αυτό μέσο έκφρασης που αποκαλούμε «ποίηση» είναι ο έντεχνος λόγος.

Είναι η σιδηροδρομική γραμμή, αυτό που τον κρατά στη ζωή μέσα από την άκρη του ονείρου. Κι η σκάλα που δεν οδηγεί πουθενά, εκείνη με την τυφλή στροφή, είναι ο μεγάλος του φόβος και το πρώτο του βήμα προς την απελπισία. Η σκάλα της μοναξιάς, της απώλειας, της ανέκκλητης απουσίας. Η σιδηροδρομική γραμμή της φυγής, της δραπέτευσης, της περιπέτειας, της ζωής του που βρίσκεται πάντοτε αλλού. Εκείνος αλήθεια δεν έγραψε σε ένα κομμάτι χαρτί – ή ίσως και σ’ ένα φύλλο από δέντρο, ή, τέλος, σ’ ένα σύννεφο στην άκρη του ορίζοντα:

«ολόκληρη η ζωή μας δεν είναι παρά η θαμπή ανάμνηση μιας άλλης ζωής»;

Α, αυτή η άλλη ζωή, που σαν ουρανός αδυσώπητος μας κατατρέχει ενώ είμαστε πάντοτε απόντες («κι αυτή η αίσθηση ότι όλα όσα ζήσαμε ήταν λάθος κι ότι από αύριο ίσως αρχίσει η αληθινή μας ζωή»)… Όμως ο ουρανός είναι εκεί και είναι για όλους, το ίδιο κι αυτό το αστέρι, το ίδιο κι οι παράτολμες αποφάσεις που δεν πήραμε. Ούτε ο Τάσος στάθηκε τολμηρός, «μεταμορφώνομαι σε ήρωα (για να αποφύγω τους πραγματικούς κινδύνους)», λέει και ξαναλέει στα ποιήματά του ή «οι πράξεις τρέχουν αίμα απ’ τη δειλία αποκεφαλισμένες» ή, τέλος, «πάντοτε με βάραινε μια αόριστη ενοχή, σα να ‘χα κλείσει την πόρτα μου σ’ έναν άγγελο».

Όμως υπάρχει μεγαλύτερη γενναιότητα από το να είναι κανείς ποιητής;
«..Κύριε, αμάρτησα ενώπιόν σου
ονειρεύτηκα πολύ
έτσι ξέχασα να ζήσω
μόνο μ’ ένα μυστικό που το ‘χα μάθει από παιδί
ξαναγύριζα στον πραγματικό κόσμο
αλλά κανείς δε με γνώριζε
σαν τους θαυματοποιούς
που χάρισαν όλη μέρα το χαμόγελο στα παιδιά
και το βράδυ γυρίζουν στη σοφίτα τους
πιο φτωχοί κι απ’ τους αγγέλους…».

Κι η ποίηση… «ένας τρόπος για να πεθαίνεις όλο και πιο δύσκολα κάθε μέρα», αυτή η καταραμένη, αβάσταχτη τέχνη:
«μεγάλα σαρκοφάγα αισθήματα
που μου μάσησαν τα πλεμόνια, το συκώτι, την καρδιά,
κι ύστερα φτύσαν πάνω στο χαρτί
μερικά απομεινάρια
λέξεων».


Πρέπει να μην έχει κανείς τίποτε: έτσι γίνεται ωραίος ποιητής. Να κοιτά τη ζωή σε φωτογραφίες απ’ τις οποίες πάντα απουσιάζει ή διαπιστώνει, μετά από κοντινότερη εξέταση, πως τη θέση του έχει καταλάβει ένα άλλος, καθ’ όλα ξένος:
«Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε τον πρώτο στίχο μου
από τότε ξέρω ότι δεν θα πεθάνω ποτέ
- αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα».


Ο Τάσος έμεινε για πάντα παιδί, ένα παιδί πληγωμένο που παίζει με τους χρωματιστούς του βόλους στις γωνίες των κόσμων, μήπως και εξευμενίσει με το παιχνίδι του μια μοίρα σκληρή («θυμάμαι παιδί έν’ αμάξι που ‘φευγε μες στο απόβραδο χωρίς να με πάρει μαζί του, οι ρόδες του κομματιάζουν ακόμα τον ύπνο μου»). Ένας βόλος για τη μητέρα του που γνώριζε πριν ακόμη γεννηθεί, από την αρχή του χρόνου («στεκόμουν στη μικρή γέφυρα του πατρικού κήπου – σε κάποια γέφυρα τέλος πάντων – κι ένιωθα σα να με έχουν μυστικά ετοιμάσει να υποδεχτώ τη μητέρα τη μέρα που θα με γεννούσε»), ένας άλλος για τον πατέρα («φορώ το σακάκι του πατέρα κι έτσι είμαστε δυο») η για τον παππού, τη θεία Ρίζα, τον συμβολαιογράφο, όλα πρόσωπα χαμένα μέσα από ένα αντίο που ποτέ δεν ειπώθηκε:
«Άλλοτε πάλι
ξυπνάς μέσα στη νύχτα απαρηγόρητος. Το σπίτι έρημο, πού πήγαν οι άλλοι;
Κι εσύ γιατί έμεινες;».

Πάντοτε μόνος, «… υπήρξα κι εγώ παιδί κι ύστερα νέος κι έκλαψα σε μοναχικά δωμάτια», πάντοτε απών, «κι όταν κάποτε χτύπησαν την πόρτα εγώ έλειπα, όπως πάντα, τις πιο ωραίες στιγμές μου. Όχι δεν μένει κανείς εδώ, είπα. Κι ήταν η μόνη αλήθεια που έλεγα», πάντοτε ταξιδεύοντας μέσα σε τραίνα που δεν οδηγούν πουθενά γιατί βρίσκονται πάνω σ’ αυτήν την «αχρηστευμένη σιδηροδρομική γραμμή που διασχίζει τα παιδικά μας χρόνια και χάνεται στο άπειρο».

Όμως ο Τάσος έχει πολύ ταξιδέψει, «όταν κάποτε σηκωθώ ν’ απολογηθώ θα ‘χω μάρτυρες όλα τα σταυροδρόμια που έφτασα ναυαγός ή τους έρημους σταθμούς που μπήκα να ζητήσω μια μικρή προθεσμία». Σημείο αφετηρίας και τελικός προορισμός φυσικά η ψυχή του, ποιος χρειάζεται να πάει παραπέρα, «όποιος στάθηκε αναποφάσιστος στη μέση της κάμαρας έχει διαβεί κιόλας τα σύνορα του κόσμου».

Ο Τάσος, υπέροχος φανοστάτης στο σκοτάδι των ευτελών πραγμάτων: «και συχνά μ’ έβρισκε άγρυπνο το πρωί να χρωματίζω χάρτινα πουλιά και να περιμένω να κελαηδήσουν. Ένας αλκοολικός του ονείρου σ’ έναν ύπνο από χιόνι».
Τόσο βαθιά απελπισμένος, τόσο παράφορος στην ύπαρξή του, που κι αυτός ο έρωτας μες στη συνθηκολόγησή του δεν κατάφερε να τον σώσει από τον εαυτό του, «από τότε περιπλανιέμαι στην τύχη ή αργοπορώ στα δωμάτια φτηνών ξενοδοχείων όπου στενάζει το ανεκπλήρωτο των εραστών, απομεινάρια μοναξιάς κάτω από τα έπιπλα, σκιές από φτωχές αμαρτίες». Με επίγνωση πάντοτε της βαθιάς μοναξιάς του αγαπά και πληγώνεται «έτσι κι οι εραστές μέσα στην κάμαρα απλώνουν τα χέρια ο ένας στον άλλον ενώ εκείνοι στέκονται έξω, μόνοι».

Α, ναι, ο Τάσος αγάπησε πολύ.

«Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο, αγάπη μου τότε που μου χαμογελούσες»
ή

«Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή»

ή, τέλος,

«μισώ τα μάτια μου που πια δεν καθρεφτίζουν το χαμόγελό σου».

Πάντα ο χωρισμός και πάντα μια πρόθεση στην καρδιά και στα χέρια, που του ξεφεύγει και χάνεται, όπως η βροχή ανάμεσα από τα φύλλα των δέντρων ή τα ανοικτά μας δάχτυλα ή τα μισόκλειστά μας βλέφαρα όταν παιδιά ακούγαμε παραμύθια:
«λόγια που δεν καταλάβαμε παρά μόνο όταν ήταν πια αργά,
πράξεις ακατανόητες που εξηγήθηκαν μια νύχτα σ’ έναν εφιάλτη
κι ίσως η μεγάλη περιπέτεια που μας περίμενε σε μια πάροδο
που δεν της δώσαμε σημασία».


Μαζί με κάποιες αφόρητες στιγμές: «στιγμές που ανοίγεις ένα παράθυρο σα να λύνεις ένα αίνιγμα ή κλείνεις μια πόρτα σα να συνοψίζεις μια ζωή».

Κι ο Τάσος πάντοτε πίσω από την πόρτα, καθισμένος σε μια καρέκλα να παρακολουθεί τη ζωή του να φεύγει, ερήμην του. Πάντοτε ερήμην του:

«Αλήθεια, τι ζήσαμε; Μικρά καθημερινά γεγονότα που δε μάθαμε ποτέ το κρυφό νόημά τους,
η μοναξιά της κάμαρας, η απειλή των δρόμων, η σιωπή τ’ ουρανού
(…)
δρόμοι που τους διαβήκαμε ολομόναχοι, μέρες θαμπές, χρόνια χαμένα
κι εκείνο το άρωμα που μας τυλίγει όταν μας έχει σφραγίσει το πεπρωμένο».


Γιατί το δικό του πεπρωμένο είναι να κουβαλά για πάντα μέσα του όλους τους αγαπημένους κι ούτε να μπορεί ποτέ να τους αποχωριστεί «μέσα σε κάθε ζωή υπάρχει πάντα κάτι πιο βαθύ από τον εαυτό της – η ζωή των άλλων» ή «κι είσαι ξέχειλος από ανθρώπινα πεπρωμένα». Μα, μήπως δεν ήταν όλοι οι άνθρωποι αγαπημένοι του; Τους κοίταζε έναν-έναν:

«Φτωχοί που περνάνε στους δρόμους, κρύβοντας στα φαρδιά ξεχειλωμένα πανωφόρια τους κάποιον ποιητή,
που τον αρνήθηκε η τύχη ή τον ξεγέλασαν οι περιστάσεις
αλλά που τους χαρίζει καμιά φορά τα πιο ωραία τους δάκρυα»

«βρήκα τους δικούς μου ήρωες,
ανυπεράσπιστους
κι ακατάλυτους
με πανοπλίες από σιδερένια θλίψη».


Συχνά αναγνωρίζει μέσα τους τον εαυτό του: «και κάποτε θα τρομάξεις όταν καταλάβεις ποιος είσαι» και πάντοτε αποζητά τη συντροφιά τους, φοβούμενος την άρνηση, την απόρριψη, τη μοναξιά «είναι πράγματι απάνθρωπο να εξαρτάται η ζωή σου από λόγια ή βλέμματα», προσπαθώντας να ενστερνιστεί μια θεϊκή λήθη, «ω χαμηλά φώτα των τρένων, των φτηνών ξενοδοχείων, των απόμερων δρόμων ή των μικρών εκκλησιών στις εξοχές και γενικά εκεί που οι ψυχές πηγαίνουν να λησμονήσουν λίγο, ενώ ένας ζητιάνος κάτω από ένα παράθυρο τραγουδά βραχνά την εποποιΐα της ερημιάς».

Και πίσω απ’ όλα αυτά μια μεγάλη ιδέα: «δεν εμπιστεύτηκα σε κανέναν ένα από τα πιο ωραία μου όνειρα: να πεθάνω για την ανθρωπότητα» ή, αλλού:

«Δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος»


ή, τέλος,

«Γιατί οι άνθρωποι υπάρχουν απ’ τη στιγμή που βρίσκουν μια θέση
στη ζωή των άλλων
ή
έναν θάνατο
για τη ζωή των άλλων».


Στα σταυροδρόμια του κόσμου σπαταλά ο Τάσος τη ζωή του για τους ανθρώπους, τους αγαπημένους άλλους («Γιατί ο πόνος, ο απέραντος ανθρώπινος πόνος, σ’ ανασηκώνει πάνω απ’ τον εαυτό σου»), μάρτυρας σε πολέμους φρικτούς, την ώρα που φυσά ένας άνεμος τρελός, σαρωτικός, μανιασμένος («σ’ όλους τους τοίχους απόψε τουφεκίζεται η ζωή»). Με τον Τάσο να αντιστέκεται, άτρωτος απέναντι στον θάνατο:
«Ζήσαμε πάντα μέσα στ’ όνειρο και δε θα βγούμε παρά μόνο για να πεθάνουμε
στην άκρη ενός κόσμου που δεν γνωρίσαμε».
Όμως τότε τουλάχιστον, δεν θα ‘μαστε μόνοι:
«Τα παιδικά μας χρόνια την ώρα του θανάτου μας
θα ‘ναι εκεί και θα μας περιμένουν».


Παιδικά χρόνια, εξαγνισμένα από μια ταπείνωση βαθιά:
«εσείς ταπεινώσεις, αλτήρες της ψυχής μου
βαθύ, θρεπτικό ψωμί, αιώνιε πόνε μου»


ή

«Κι η αυτοταπείνωση, το ίδιο όπως ο εγωισμός,
είναι κι αυτός ένας απελπισμένος τρόπος να υπάρξεις».


Να υπάρξεις… ο Τάσος υπάρχει ακόμα και θα υπάρχει για πάντα, γιατί βρήκε μια θέση στην ψυχή τόσων ανθρώπων, γιατί έγινε τόσες πολλές φορές η φωνή μας. Αρνούμενος να το υποψιαστεί. Αποχαιρέτησε αναζητώντας πάντα: «Δε θα μάθει ποτέ κανείς ποιος είναι ο προορισμός του, “ μα επιτέλους τι ζητάς” με ρωτούσε η μικρή εξαδέλφη, “να με θυμούνται εξαδέλφη”». Υπάρχει άραγε περίπτωση να τον ξεχάσουμε;

Κι έπειτα, δεν έφυγε ποτέ. Σε μια άμαξα ανέβηκε απ’ αυτές που διέσχιζαν τον ύπνο του και δραπέτευσε. «Θα με ξαναβρείτε στα ωραία ποιήματα του άλλου αιώνα να νοσταλγώ τον Θεό» δεν είπε; Έπειτα εκείνος ούτε που έγραψε ποτέ του ποιήματα, απλώς είπε να σχεδιάσει «ένα όνειρο στην άμμο της λησμονιάς»

Χριστίνα Λιναρδάκη~



Σημ. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Έρεισμα, τεύχος 26-27, φθινόπωρο-χειμώνας 2001.