Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2019

Δύο υπέροχα παιδικά βιβλία: "Ένα λαμπρό παράδειγμα" της Λίνας Βαλσαμίδου και "Ο Γκάρης" της Τασούλας Επτακοίλη

Το παιδικό βιβλίο είναι μια κατηγορία με αρκετά μεγάλη παραγωγή, που υποφέρει ακριβώς εξαιτίας αυτού του γεγονότος, αφού πολλές φορές οι συγγραφείς γράφουν ιστορίες απλά για να τις γράψουν, χωρίς να φροντίζουν να τις δομούν με αρχή, μέση και τέλος! Σήμερα λοιπόν παρουσιάζουμε δύο ιδιαίτερα αξιόλογα παιδικά βιβλία, που όχι μόνο έχουν αρχή, μέση και τέλος, αλλά έχουν και υπέροχα μηνύματα, τρυφερές ιστοριούλες και όμορφες εικονογραφήσεις.

*

Ένα λαμπρό παράδειγμα της Λίνας Βαλσαμίδου

Η Λίνα Βαλσαμίδου είναι εκπαιδευτικός και υποψήφια διδάκτωρ στο πεδίο του εγγραμματισμού στα Μέσα. Έγραψε αυτό το πολύ γλυκό και τρυφερό βιβλίο που απευθύνεται σε παιδιά από 3 ετών και πάνω, με πρωταγωνιστές δύο πυγολαμπίδες που δεν ξέρουν πώς να βοηθήσουν τα άλλα ζώα, αλλά και γενικότερα τη ζωή στο δάσος, με αποτέλεσμα οι υπόλοιποι κάτοικοί του να τις κατηγορούν – μέχρι τη στιγμή που η ευκαιρία να βοηθήσουν ουσιαστικά παρουσιάζεται στο πρόσωπο ενός μικρού παιδιού που έχει χαθεί…

Η ιστορία διδάσκει ότι όλοι μπορούν να βοηθήσουν, στο μέτρο που οι δυνάμεις τους το επιτρέπουν, αρκεί να είναι πρόθυμοι και έτοιμοι. Μόλις βρεθεί η κατάλληλη ευκαιρία, το πιθανότερο είναι ότι θα ανακαλύψουν πως οι δυνάμεις τους δεν είναι μόνο αρκετές, αλλά και απαραίτητες για να ξαναγίνουν όλα γύρω τους ασφαλή και όμορφα.

Ο Γκάρης της Τασούλας Επτακοίλη

Ο Γκάρης της φιλολόγου και δημοσιογράφου Τασούλας Επτακοίλη είναι άλλο ένα υπέροχο βιβλίο για παιδιά άνω των 5 ετών. Πρωταγωνιστής του είναι ο Γκάρης, ένας γάιδαρος που φαινόταν αρχικά σαν όλους τους άλλους, ώσπου μια μέρα, στην αγωνία του να βοηθήσει ένα ζωάκι σε δυσκολία, απέκτησε υπερφυσικές δυνάμεις. Έτσι, άρχισε να βοηθά όλα τα ζώα που βρίσκονταν στον δρόμο του και είχαν ανάγκη – αλλά μόνο όσα είχαν πραγματική ανάγκη.

Πρόκειται λοιπόν για την ιστορία ενός από τα πιο παρεξηγημένα οικόσιτα ζώα, μια ιστορία που συνιστά απόδειξη του ότι όποιος αποφασίσει να βοηθήσει τους άλλους και να παλέψει γι’ αυτούς με δικαιοσύνη, βάζοντας τα θέλω του σε δεύτερη μοίρα, θα ανακαλύψει πως είναι πολύ πιο δυνατός απ’ όσο πίστευε.


Και τα δύο βιβλία είναι απλά και καλογραμμένα, με σαφή απεύθυνση σε μικρά παιδιά και έχουν πρωταγωνιστές συμπαθή ζωάκια, στο πλαίσιο μιας εκτεταμένης μεταφοράς που τα τοποθετεί στη θέση μικρών παιδιών, όπως οι αναγνώστες των βιβλίων. Και στις δύο ιστορίες εμφανίζονται κουκουβάγιες, ως ειδήμονες που είναι υπεράνω αμφισβήτησης, ενώ κεντρικό θέμα είναι η βοήθεια προς τους άλλους. Σημαντικό είναι ότι και τα δύο βιβλία περιγράφουν τις ψυχολογικές καταστάσεις των πρωταγωνιστών (την αβεβαιότητα, το πείσμα, την υπερηφάνεια) ανάγλυφα.

Ο Γκάρης περιλαμβάνει και μερικές επιπλέον πληροφορίες για τους γαϊδάρους στην αρχή, ενώ το Λαμπρό παράδειγμα αρκείται στην αφήγηση της ιστορίας. Επίσης, Ο Γκάρης, καθώς απευθύνεται σε λίγο μεγαλύτερα παιδάκια, παραθέτει την (ασπρόμαυρη) εικονογράφηση εν παραλλήλω με το κείμενο, ενώ το Λαμπρό παράδειγμα ενθέτει την ιστορία μέσα στην (έγχρωμη) εικονογράφηση. Παρά αυτές τις τεχνικές διαφορές, πρόκειται σε κάθε περίπτωση για δύο πραγματικά αξιόλογα και υπέροχα παιδικά βιβλία. 


Χριστίνα Λιναρδάκη

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2019

"Ο Φοίνικας" του Χ.Α. Χωμενίδη

Πρώτα απ΄ όλα ένας μύθος. Η προσωπικότητα του Άγγελου Σικελιανού που γοήτευσε το συγγραφέα. Κι έπειτα μια μυθοπλασία με έρωτα, ποίηση, πλοκή, δολοφονία και θάνατο, σε μια Ελλάδα που από το 1860 έως το 1927 αγωνίζεται να βρει τον εαυτό της και να ανταποκριθεί στις δυσκολίες των ιστορικών της στιγμών. Πώς ενώνονται αυτά τα δύο; Στο Φοίνικα του Χ.Α. Χωμενίδη.

Ένα αξιόλογο κομμάτι της λογοτεχνικής ιστορίας της χώρας μας ανήκει στον Άγγελο Σικελιανό, ποιητή πολύ γνωστό, όχι τόσο προβεβλημένο όμως στην εποχή μας, μια φυσιογνωμία ενδιαφέρουσα, προκλητική, αμφιλεγόμενη και άκρως εντυπωσιακή, που μέρα με τη μέρα μοιάζει να περνά στη λήθη, ίσως λόγω της ιδιόμορφης ποίησής του και της δυσκολίας που παρουσιάζει ως προς τον αφηγηματικό της ειρμό. Αυτή την αγέρωχη μορφή, που εκπροσώπησε την ελληνική ποίηση με επάρκεια και επιτυχία και είχε μάλιστα πέντε υποψηφιότητες για Νόμπελ, θέλησε να ανασύρει από την αχλή του χρόνου ο Χ.Α. Χωμενίδης και να την αναπλάσει εξαρχής σε σχέση με την εποχή της, στην Ελλάδα που μέσα σε ένα διάστημα σχεδόν 70 χρόνων περνούσε από την απογοήτευση στην ελπίδα και πάλι στην απογοήτευση, και μετά ξανά σε νέα σκιρτήματα ενθουσιασμού…

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, ο Βενιζέλος, οι Βαλκανικοί πόλεμοι, η Μικρασιατική καταστροφή. Προσωπικότητες και γεγονότα που απαρτίζουν την ελληνική ιστορία και μοιράζονται δόξες, λάθη, οπαδούς και αντιπάλους. Και πλάι σε αυτούς, οι καλλιτεχνικοί και λογοτεχνικοί κύκλοι της εποχής.

Αθήνα του 1910. Μια πρωτεύουσα μικρή, που γυρεύει να βρει μια ευρωπαϊκή εικόνα για να βγει από τη φτώχεια, τις κακουχίες και τον τελευταίο πόλεμο του 1897 και να αναπτυχθεί με ένα νέο προφίλ σε έναν καινούριο αιώνα που, αρχικά τουλάχιστον, μοιάζει πολλά υποσχόμενος. Στο Μπάγκειον ξενοδοχείο της Ομόνοιας, έργο του Τσίλλερ, αντιπροσωπευτικό της νέας εποχής που χαράσσει η παιδεμένη Ελλάδα βρίσκονται δύο νέα κορίτσια. Η Ήβη Σπρίνγκφιλντ και η Ηλέκτρα, η αδερφή του Πάρη Κερκινού. Οι δυο κοπέλες είχαν γνωριστεί σε μια μικροσκοπική παραλία στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα και από τότε αποκαλούνταν αδελφούλες. “Καθώς η Ήβη ανέβαινε χοροπηδώντας σαν το κατσίκι τη στριφογυριστή σκάλα του ξενοδοχείου, η Ηλέκτρα παρατήρησε ότι τα πέλματά της ήταν κατάμαυρα. Δε γίνεται να κυκλοφορεί άλλο έτσι, σκέφτηκε. Θα πατήσει κανένα καρφί. Πρέπει να της παραγγείλω παπούτσια. Έστω σανδάλια”.

Η Ήβη και ο Πάρης είναι ένα ερωτευμένο ζευγάρι . Εκείνη Νεοϋορκέζα αριστοκράτισσα, ιδιαίτερα ευκατάστατη, που έζησε σε ένα περιβάλλον με κουλτούρα και ελεύθερες ιδέες. Φεύγει από τη χώρα της, ζει χρόνια στην Ευρώπη και έπειτα έρχεται στην Ελλάδα. Εκείνος νόθος γιος ενός ισχυρού Αρβανίτη μεγαλογαιοκτήμονα στα βοσκοτόπια της Πάρνηθας, μεγαλωμένος σε μια οικογένεια με θετό πατέρα, που προσπάθησε να τον μορφώσει όσο περισσότερο μπορούσε και να του εμφυσήσει την αγάπη για τη γνώση, βρίσκεται νεαρός στην Αθήνα, προσπαθώντας να βρει τον προορισμό του και να χτίσει τη σταδιοδρομία του, προσεγγίζοντας το χώρο του θεάτρου και το περιβάλλον του Χρηστομάνου, τότε που διηύθυνε τη "Νέα Σκηνή". Σμίγουν δύο πληθωρικές προσωπικότητες με διαφορετικές προσλαμβάνουσες για να δημιουργήσουν ένα δίπολο που στα άκρα του έχει από τη μια το εγχώριο, ευφυές, ποιμενικό και λυρικό στοιχείο και από την άλλη το αριστοκρατικό, δεμένο με μια πολύ διευρυμένη κουλτούρα και λατρεία προς τον ελληνικό πολιτισμό. Πώς θα εξελιχθεί αυτός ο ιδιόμορφος έρωτας που ενώνει δύο τελείως διαφορετικούς κόσμους;

Πριν προχωρήσουμε, όμως, χρειάζεται μια κατατοπιστική διευκρίνιση. Ο συγγραφέας θα αφήσει ανέπαφο το βιογραφικό ιστορικό του Σικελιανού, την πραγματική του ζωή, ακόμα και την καταγωγή του και θα πλάσει για χάρη του ποιητή μια μυθιστορηματική φιγούρα που αποτελεί αντανάκλαση της πραγματικής. Η Ήβη από την άλλη πλευρά είναι πιο κοντά στην ιδιόμορφη και αρκετά παράξενη για τα τότε δεδομένα της Ελλάδας εκκεντρική και εξαιρετικά καλλιεργημένη σύζυγο του ποιητή, Εύα Πάλμερ.

Κάπως έτσι, λοιπόν, ξεκινά ένα μυθοπλαστικό οδοιπορικό δύο νέων που αγαπιούνται, παντρεύονται, ζουν έντονα, με καλές και κακές στιγμές στην Αμερική και στην Ελλάδα, ανήσυχοι και οι δύο πνευματικά και εκείνος σιγά-σιγά διαμορφώνεται σε ποιητή. «Η Ηλέκτρα σιώπησε για μερικές στιγμές, προσπάθησε να βάλει σε τάξη τη σκέψη της. "Αντιλαμβάνεσαι τι το πρωτοφανές, τι το καταπληκτικό έχει το ποίημά σου; Οι λέξεις στη σειρά που τις τοποθετείς γίνονται πυροκροτητές αισθήσεων και αισθημάτων…"».

Οι προσωπικότητες και των δυο νέων εκρηκτικές, τους φέρνουν να σκέφτονται και να δρουν συχνά έξω από την πεπατημένη. Ολοένα και δυναμώνουν και αυτονομούνται στο δικό τους μυθιστορηματικό περιβάλλον. Έτσι η αφήγηση σταδιακά ξεπερνά τη βιογραφική συνδεσιμότητα των ηρώων με το πραγματικό ζεύγος και μας παρασύρει σαν να ΄ναι κάποιοι άλλοι. Κυρίως ο Πάρης Κερκινός, που καλπάζει μυθιστορηματικά… ασυγκράτητος, απρόοπτος, ατίθασος.

Κι εκεί που ο αναγνώστης εξοικειώνεται πια με την ιδέα ότι διαβάζει ένα μυθιστόρημα που ελάχιστη σχέση έχει με την πραγματική ζωή του Σικελιανού, έρχονται στιγμές που τον αφυπνίζουν με την ιστορική τους εγγύτητα. Ο Αλαφροΐσκιωτος στην ποίηση, το Παναρμόνιον στη μουσική, και τέλος η Δελφική ιδέα, η ιδιαίτερη προσωπική φιλοδοξία του Σικελιανού. Κι όταν πλέον εκδηλώνεται το μεταφυσικό όραμα του ζεύγους, ατόφιο και ακραιφνές, η ιστορία και ο μύθος χάνουν πια τις διαχωριστικές τους γραμμές και οι αποστάσεις μεταξύ τους ολοένα μικραίνουν.

Και όλα τελικά μοιάζουν να οδηγούν στο ίδιο όραμα από άλλον δρόμο!

Όλα συγκλίνουν εκεί. Στους Δελφούς. «Ο Πάρης Κερκινός δεν φιλοδοξούσε τίποτα λιγότερο από το να πυροδοτήσει μια επανάσταση». «Πίσω από τον εφηβικό του στόμφο, το σκεπτικό του Κερκινού ήταν ευθύς εξαρχής σαφές. Πίστευε ότι, εάν βγάλεις τους ανθρώπους από τη ρουτίνα τους και τους καταιγίσεις με καλλιτεχνικά αριστουργήματα –ενώ τους εκθέτεις ταυτόχρονα στην ομορφιά και στην αγριότητα της φύσης-, θα αφυπνιστούν οι ναρκωμένες τους αισθήσεις. Θα θεριέψει η υποταγμένη τους βούληση. Θα ξαναφυτρώσουν τα ακρωτηριασμένα τους φτερά» .

Υπήρξε επιτυχημένο το δελφικό όραμα άραγε ή παταγωδώς αποτυχημένο; Σίγουρα συγκινησιακά φορτισμένο, με νεανική ορμή, φιλόδοξο και ματαιόδοξο, μαζί ρεαλιστικό και ουτοπικό. Πώς το αντιμετώπισε ο κόσμος στην εποχή του; Ταυτίστηκε το κοινό με το όραμα του ποιητή; Οι πνευματικοί άνθρωποι της εποχής συνεπάρθηκαν από το μεταφυσικό οραματισμό; Και τι έδειξε τελικά η ιστορία που πάντα γράφει τις σελίδες της μετά τα γεγονότα;

Η γραφή του Χωμενίδη είναι ώριμη, με αυτοπεποίθηση χειρίζεται τα ιστορικά στοιχεία και τελικά καταφέρνει να στήσει ένα μυθιστόρημα που αποπνέει την αύρα του Σικελιανού και την αύρα μιας ολόκληρης εποχής. Με επιδέξιους χειρισμούς δημιουργεί μια περίεργη μείξη ιστορίας και μύθου και με ακροβατικό σχεδόν τρόπο καταφέρνει να διατηρεί τις λεπτές ισορροπίες, καθώς σκαρφίζεται μια σύνθεση αρχικά ακαθόριστη και περίεργη, τελικά όμως αρκετά γοητευτική. Διαρκείς υπαινιγμοί διαπερνούν το έργο του προσδίδοντας σε κάποια σημεία πιο σαρκαστικό ύφος.

Πάντως, η παραποίηση των στοιχείων της βιογραφίας του Α. Σικελιανού σίγουρα εξιτάρει τον αναγνώστη να ψάξει περαιτέρω για τα αληθινά στοιχεία. Η μόνη αποκατάσταση, στο λυρισμό του ποιητή που έχει τις ρίζες του στο Ιόνιο πέλαγος, στην όμορφη Λευκάδα. Κι όλα τ’ άλλα ας κινούνται ανέμελα στην πλοκή της φαντασίας. Ο αναγνώστης θα βρει τις συνδέσεις που τον ενδιαφέρουν.

Κι ίσως τελικά να μην έχει καμιά σημασία η απόκλιση, καθώς πίσω από τις πράξεις και τα γεγονότα, βρίσκεται η ίδια ταραχή της ψυχής που ωθεί τους ανθρώπους να δρουν, ο καθένας με τον τρόπο του, διαιωνίζοντας την πίστη, την προδοσία, τις μεταφυσικές αγωνίες και δίνοντας ζωή στα οράματά τους, υπηρετώντας πιστά το σκοπό που επιτακτικά ζητά την υλοποίησή του.

«Γιατί ποτέ δε λόγιασα το πότε και το πώς,
Μα εβύθισα τη σκέψη μου μέσα στην πάσαν ώρα,
Σα μέσα της να κρύβονταν ο αμέτρητος σκοπός»

(Άγγελος Σικελιανός)

Ήλια Λούτα

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2019

Ευχετήριες κάρτες - μια αγαπημένη παράδοση του παρελθόντος

Στην αρχαία Κίνα, αλλά και στην αρχαία Αίγυπτο, ανταλλάσσονταν έγγραφα με ευχές. Στην Ευρώπη, ήδη κατά τον 15ο αιώνα, αποστέλλονταν χάρτινες κάρτες, τυπωμένες με την τέχνη της ξυλογραφίας, πολλές από τις οποίες ήταν πραγματικά έργα τέχνης. Από το 1850 περίπου η συνήθεια της αποστολής ευχετήριων καρτών άρχισε να διαδίδεται όλο και περισσότερο. Βοήθησε η δυνατότητα της μαζικής παραγωγής τους, χάρη στην ανάπτυξη της τεχνολογίας, καθώς και η ελάττωση του ταχυδρομικού κόστους, αποτέλεσμα της βελτίωσης των μεταφορών. Κάρτες με ευχές άρχισαν σιγά-σιγά να τυπώνονται σε όλο και περισσότερες χώρες. Πολύ δημοφιλείς, έδιναν την ευκαιρία στον αποστολέα να προσφέρει ένα οπτικό μήνυμα μαζί με το γραπτό. Στην Ελλάδα επιστολικά δελτάρια κυκλοφορούσαν από το 1880.

Η αποστολή μιας κάρτας για το νέο έτος, για τα Χριστούγεννα, για τις ονομαστικές εορτές, τα γενέθλια, κάποιο ευχάριστο γεγονός, όπως ο γάμος, η γέννηση ενός παιδιού, η απόκτηση πτυχίου, ακόμη και φωτογραφίες νεογέννητων ή ενηλίκων - προσωπικά και οικογενειακά πορτρέτα που φιλοτεχνούνταν από φωτογραφεία κάθε μεγάλης πόλης - αλλά και κάρτες με την πένθιμη λωρίδα στην πάνω αριστερή γωνία του φακέλου με συλλυπητήριες ευχές, ήταν για χρόνια ο συνήθης τρόπος επιπκοινωνίας, πηγή πληροφοριών, εκδήλωσης αγάπης ή ενδιαφέροντος για κάποιον, συχνά όμως και υποχρέωση στα πλαίσια της διατήρησης τυπικών κοινωνικών σχέσεων.

Με την εξέλιξη του τηλεφώνου και με την ανάπτυξη των μαζικών μέσων διαδικτυακής επικοινωνίας οι καρτ ποστάλ, το ειδικό χαρτί αλληλογραφίας - ενίοτε αρωματισμένο από ρομαντικές υπάρξεις - έχασαν τον πρωταγωνιστικό ρόλο τους και αποσύρθηκαν. Αποκτούν ωστόσο καλλιτεχνική (και γι' αυτό και συλλεκτική αξία), ενώ μας εφοδιάζουν με ένα πλήθος στοιχείων για τα κοινωνικά θέσφατα της εςποχής. Μετατρέπονται δηλαδή σε μια από τις σημαντικές αρχειακές πηγές διατηρώντας παράλληλα και την αισθητική τους αξία.

[...]

Ενθυμήματα και συγχρόνως ιστορικά τεκμήρια, οι παλιές ευχετήριες κάρτες μεταφέρουν συγκινησιακή φόρτιση. Τα θέματά τους είναι συνήθως νεκρές φύσεις (μπουκέτα με λουλούδια, ανθοστήλες κ.λπ.) ή νεαρά μοντέλα σε προσεκτικά στημένες πόζες, τραβηγμένες στα ατελιέ των φωτογράφων. Κάποιες φορές η καλλιτεχνική τους ποιότητα είναι αμφισβητήσιμη, αλλά η ατμόσφαιρα που μεταδίδουν διαθέτει αμεσότητα και γοητευτική αφέλεια. Οι εικόνες τους, με έντονες φωτοσκιάσεις, ρετουσαρισμένες και σε περίτεχνα φόντα, προκειμένου να επιτύχουν ένα εξιδανικευμένο αποτέλεσμα, αποπνέουν έντονη θεατρικότητα. Υπηρετούν με συνέπεια τις αισθητικές προτιμήσεις που έχει το πλατύ κοινό της εποχής τους.

Οι ευχετήριες κάρτες έδιναν το στίγμα αγαπημένων ανθρώπων και συντρόφευαν χαρούμενα τα λυπηρά γεγονότα. Διακοσμητικά αντικείμενα που κατείχαν περίοπτη θέση στον εορταστικό στολισμό του σπιτιού και πολύτιμα κειμήλια, φυλάσσονταν με ιδιαίτερη προσοχή.

Βιβή Τουρόγιαννη




Σημ.: Αναδημοσίευση αποσπάσματος άρθρου με τίτλο "Αίσιον και ευτυχές... - Ευχετήριες κάρτες" από το περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 59, Δεκέμβριος 2018.

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2019

Το βουνό του Θεού - αρβανίτικα τραγούδια

Η πρώτη συστηματική εγκατάσταση των Αρβανιτών στην Ελλάδα ξεκινά τον δέκατο τρίτο αιώνα είτε με βυζαντινά χρυσόβουλα είτε με ειδικές άδειες των Βενετσιάνων και των Φράγκων, που έχουν διεισδύσει στον ελλαδικό χώρο. Ως επί το πλείστον, χρησιμοποιήθηκαν σαν μισθοφόροι στρατιώτες, και τοπωνύμια, όπως το Λιόπεσι, η Μαλακάσα, τα Λιόσια και τα Σπάτα, μαρτυρούν το πέρασμα τους. Οι Αρβανίτες ήταν δίγλωσσοι  έπαιξαν ρόλο πρωταγωνιστικό στους αγώνες του έθνους και πάντα ένιωθαν Έλληνες και χριστιανοί ορθόδοξοι. Μετά την κατάκτηση του Μοριά από τους Οθωμανούς το 1534, μετοίκησαν ομαδικά στην Κάτω Ιταλία, όμως ποτέ δεν ξέχασαν τον αγαπημένο τους τόπο, όπως φαίνεται στους θρήνους που τραγουδιούνται στα χωριά της Καλαβρίας μέχρι σήμερα:

Ώ, όμορφε Μοριά,
από τότε που σ’ άφησα
πια δεν σε ξανάδα.
Αυτού έχω εγώ τον αφέντη πατέρα,
αυτού έχω εγώ τη μάνα μου,
αυτού έχω εγώ τον αδερφό μου.
Ώ, όμορφε Μοριά,
από τότε που σ’ άφησα
πια δεν σε ξανάδα.

Τα καλά μας και την περιουσία μας
τ’ αφήσαμε στην Κορώνη
τη μπέσα μόνο έχουμε μαζί μας
ω! πανέμορφε Μωριά
θέλουμε να κλάψουμε με δάκρυα στα μάτια
ω! Μωριά, ώ! Αρβανιτιά

Γοργό χελιδονάκι μου
όταν ξανάρθεις
ας ερχόσουν απ την Κορώνη
όπου δε θα ’βρεις πια τα σπίτια μας
δε θα ‘βρεις τα όμορφα παλικάρια
αλλά μόνο ένα σκυλί (τον Τούρκο)
που μακάρι να τον έχουν σκοτώσει

Όταν φεύγαμε όλη αυτή τη μέρα
και τα χώματα μας έφευγαν απ τα μάτια μας
όλοι οι άντρες μ’ ένα στεναγμό
και οι γυναίκες μοιρολογώντας φώναξαν
"Φεύγουμε πάμε στην Ιταλία"
ω! Μωριά, ω! Αρβανιτιά


Η ευρύτερη περιοχή της Αττικής ήταν ένας ακόμα κατεξοχήν χώρος εγκατάστασης των Αρβανιτών. Από τα Βίλια του Κιθαιρώνα, χωριό πασίγνωστο για τα παλιά πανηγύρια του, προέρχονται οι παρακάτω στίχοι:

Στ’ αμπέλι σ’ ένα κούτσουρο
τραγουδάει ένα πουλί όμορφο

Στ’ αμπέλι σε μιαν αχλαδιά
τραγουδάει ένα πουλί άσπρο

Στ’ αμπέλι σε μια μυγδαλιά
τραγουδάει μια μελαχρινή

Στ’ αμπέλι σε μια ροδακινιά
τραγουδάει ένα πουλί μαύρο


Τα περίφημα Δερβενοχώρια της Βοιωτίας ήταν χωριά των Αρβανιτών, χτισμένα στα στρατηγικά στενά απ’ όπου περνούσαν οι διαβάσεις μεταξύ Πάρνηθας και Κιθαιρώνα που οδηγούσαν από τη Θήβα (Φήβα) και τη Χαλκίδα προς την Αθήνα. Οι ατίθασοι κάτοικοί τους είχαν αποσπάσει προνόμια από τον σουλτάνο, που τους έδιναν σχετική αυτονομία. Από τα Δερβενοχώρια προέρχεται το ακόλουθο τραγούδι του γάμου που τραγουδιόταν απ’ τους συγγενείς τη νύφης καθώς έφευγαν από το σπίτι του γαμπρού:

Κινήσαμε και πήγαμε το κορίτσι

Έλα Κώστα να σου πούμε
μας άφησαν έξω, στο δρόμο

Ο θεός το’ χει πει:
το κορίτσι κάνει άλλη μάνα

Ο θεός έχει πει και τούτο:
το κορίτσι κάνει άλλον πατέρα

Όσο κάθεται το φυλλαράκι στο δέντρο
τόσο κάθεται και το κορίτσι στο σπίτι του


Ο Κωνσταντίνος Σάθας έχει διασώσει βενετσιάνικα έγγραφα που μαρτυρούν την πρώτη εγκατάσταση Αρβανιτών στον Εύβοια (Νιγκροπόντε) το 1402. Οι άποικοι τοποθετήθηκαν στη βραχώδη και άγονη νότια Εύβοια, όπου ο Γιάννης Κ. Γκίκας που κατάγονταν από αυτήν την περιοχή, περπάτησε στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα, καταγράφοντας τους ντόπιους μουσικούς. Ποιμένες οι περισσότεροι κάτοικοι αυτών των χωριών, περνούσαν την ζωή τους παρατηρώντας τα κύματα του Αιγαίου να δέρνουν τις ακτές του νησιού τους και το μόνο τους όνειρο, ειδικά των κοριτσιών, ήταν η διαφυγή στην Κάρυστο, το μεγαλύτερο και πιο όμορφο χωριό της περιοχής:

Ήρθε το καΐκι μάνα μου
απ’ τη μύτη του Καβοντόρου
ήρθε το καΐκι μάνα μου
κάτω στο ρέμα – ρέμα και μου φωνάζει :
-Έλα κορίτσι όμορφο
πίσω κάτω στη μικρή λιμνιώνα
να σε πάρω να σε πάω
κάτω στη χώρα.


Σ’ έναν τόπο όπου βασιλεύει η πέτρα, επόμενο ήταν οι κάτοικοι να εμπνευστούν απ’ αυτήν. Ο Γιάννης Γκίκας πιστεύει ότι τα τραγούδια της περιοχής του Καβοντόρο αντανακλούν πανάρχαιες παραδόσεις, όπως αυτήν που αναφέρεται στην ιερότητα της πέτρας δίπλα στην εστία (παραγώνι, στιά, τζάκι) που ζέσταινε τα σπίτια κι όπου μαγείρευαν οι άνθρωποι. Σε τούτο το τραγούδι γίνεται μνεία της πλάκας του φούρνου που ασφαλώς είναι κάτι αντίστοιχο:

Έκανα όρκο
στην πλάκα του φούρνου
να μη του μιλήσει
το κορίτσι του άντρα.
Έκανα όρκο με τις πλάκες
να μη μιλήσω με κορίτσια
πάλι ξέχασα και μίλησα

Έκανα όρκο
με πλάκες πέτρινες
να μη μιλήσει
γυναίκα με άντρα.


Περίφημοι είναι και οι καβοντορίτικοι σκοποί που συνοδεύουν χορούς εντελώς ιδιόμορφους. Πάνω σ’ έναν καβοντορίτικο σκοπό καταγράφηκαν κι αυτά τα λόγια:

Πίσω απ' το βουνό πέφτει βροχή
το κορίτσι μου γνέφει με το μάτι.
Πίσω απ το βουνό πέφτει το χιόνι
Το κορίτσι μου γνέφει με το χέρι.

Μωρή Μαρία με το λαιμό σαν χιόνι
από ποιο βουνό έβαλες στεφάνι;
- Aπ’ αυτό το βουνό του θεού
που έρχεται αγνάντια απ΄ τη θάλασσα.


Ένα τραγούδι σε παρόμοιο ύφος αναφέρεται στην ξενιτεμένη κοπέλα που γύρισε στον τόπο της :

Μωρή εσύ θαλασσοφαγωμένη
πού ήσουν τόσον καιρό;
Ήρθες τώρα που ήρθες,
μου γέμισες τα μάτια δάκρυα.

Απ' αυτά τα βουνά που ξεκίνησες
σαν λουλούδι όμορφο φαινόσουν.
Κατέβα, κατέβα
να συναντηθούμε στο πηγάδι.


Τα τραγούδια της αγάπης ήταν ιδιαίτερα αγαπητά στους Αρβανίτες. Απ’ τα Δερβενοχώρια προέρχεται το τραγούδι της αγάπης "Ζούρα δρομν" (Πήρα τον δρόμο), που τραγουδιόταν και στη Σαλαμίνα:

Πήρα το δρόμο
περπάταγα ώρες
σε θυμήθηκα, κάθισα κι έκλαψα

Πέρασα από τη Μαρία
μ’ έπιασε το κεφάλι μου

Από τότε που μπήκα
στον κήπο της αγάπης
μαύρισε η καρδιά μου, δε λέει ν’ ασπρίσει

Έλα, μίλα μου
πάνω στα χείλια μου
να μη χωρίσουμε ποτέ πέρδικά μου. 


Απ' τα χωριά της Καλαβρίας, ένα αρβανίτικο τραγούδι μιλά για τα όμορφα κορίτσια της Κάτω Ιταλίας:

Τι όμορφες κοπέλες αυτές στο Κιέουτι,
αλλά πόσο πιο όμορφες είναι αυτές από το Κάμπο Μαρίνο

Αυτές του Μόντε Τσιλιφόνε έχουν
κόκκινα χείλη και μοσχοβολάνε δενδρολίβανο

Στο Πόρτο Καννόνε είναι μελαχρινές
και – μάνα μου – πόσο ωραία χορεύουν

Έμαθα ότι θα παντρευτείς στο Ουσούρι
αλλά μη ξεχνάς το χωριό σου

Αλλά τώρα πες μου: τι έχεις
και σε μαράζωσε η μελαγχολία;


Κι ακόμα ένα από την περιοχή της νότιας Εύβοιας ( Ξελαχτός είναι ένα κίτρινο λουλουδάκι που βγάζουν κάτι αγκαθωτοί θάμνοι οι οποίοι αφθονούν στην Καρυστία):

Άνοιξε ο ξελαχτός
άνοιξε λουλούδι ο ξελαχτός
το κορίτσι πήγε στη βρύση.

Άνοιξε το στόμα
και τραγούδησε
όλες τις φλέβες
τις στέρεψε.

Άνοιξε το στόμα
και τραγούδησε
όλα τα παλληκάρια
τα τρέλανε.

Άνοιξε η κυδωνιά κι ο ξελαχτός
πήγε η όμορφη στη βρύση
άνοιξε το στόμα και τραγούδησε
όλον τον τόπο το λουλούδιασε.


Απόστολος Σπυράκης


Πηγές:
1. Γιάννης Κ. Γκίκας, "Οι Αρβανίτες και το αρβανίτικο τραγούδι στην Ελλάδα".
2. Θανάσης Μωραΐτης, "Τριαντάφυλλο του βράχου" (CD και ένθετο).
3. https://www.youtube.com/watch?v=VD9a1aXrW4g&t=3861s
4. http://www.lithoksou.net/p/plithysmos-kai-xoria-ton-arbaniton-1879-%E2%80%93-1907-2005

Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2019

«Θερινή ώρα» της Σοφίας Κουκουλά, «Ο μαραγκός» του Κώστα Κουτρουμπάκη και «Γεώργιος Μ. Βιζυηνός – Εμμανουήλ Ροΐδης: Οι αντίποδες» της Λένας Κωνσταντέλλου

Θερινή ώρα της Σοφίας Κουκουλά

H Θερινή ώρα είναι η δεύτερη ποιητική συλλογή της Σοφίας Κουκουλά, η οποία είναι ηθοποιός. Στη Θερινή ώρα παρακολουθούμε, μέσα από τα 24 ποιήματα του βιβλίου, μία γυναίκα που μεταμορφώνεται σε δέντρο, ανθίζει και βλασταίνει. Ανάμεσα στα ποιήματα παρεμβάλλονται, σε πλάγια γράμματα, ποιητικά σημειώματα που μοιάζουν με επεξηγήσεις των σκέψεων κ.λπ. εικόνων των ποιημάτων, έτσι που όλα δένονται σε ένα αρμονικό σύνολο που προβληματίζει και ενίοτε συγκινεί με την ειλικρίνεια και την απλότητά του.

Ένα ποίημα από τη συλλογή:

ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΝΟΥΜΕΡΟ 51
Ασήμαντοι άνθρωποι, μικροί.
Λούζουν τα μαλλιά τους με αεριούχο ποτό.
Πασαλείβονται τα φιλιά που τους πρόδωσαν.
Ψεκάζονται με άρωμα του κιλού και βγαίνουν.
Κρυμμένοι άνθρωποι.
Χάνονται μέσα στο πλήθος.
Περπατούν στην άκρη του δρόμου.
Ή κουτρουβαλούν στις κατηφόρες.
Πότε πότε στενάζουν αγκομαχητά.
Ανθρωπάκια.
Παραμερίζουν μόνο στους λεπρούς τους,
Στους τυφλούς και σ’ όσους αγάπησαν.
Απρόσμενοι ελεήμονες, σπανίως.
Η στιγμή της μακαριότητάς τους αυτή.
Θνητοί που αποθνήσκουν.
Σε φέρετρο μικρό τους θάβουν.
Στενά ρούχα και λουλούδι στο πέτο.
Λευκοί και άχρονοι.
Παπούτσια φορούν νούμερο 51.
Για τα μεγάλα τους βήματα, τα περιορισμένα.


Ο μαραγκός του Κώστα Κουτρουμπάκη

Πρόκειται για την πρώτη συλλογή διηγημάτων του συγγραφέα, η οποία αποτελείται από 16 διηγήματα-μπονσάι, γραμμένα σε ιδιαίτερη γλώσσα και σε νοσταλγικό τόνο. Η εικονοποιΐα είναι αξιοσημείωτη και ο λόγος πολλές φορές ολισθαίνει στην ποιητικότητα, όπως και η συντακτική διάταξη των προτάσεων. Πρώτες ύλες: η μνήμη, η αθωότητα, η απλότητα και η καλλιέπεια.

Ένα διήγημα:

ΤΟ ΡΥΖΟΓΑΛΟ
Μπολ φτηνής σειράς, βιομηχανικά. Δέκα χρόνια σφαλιστά στα ερμάρια του χήρου πατέρα, γυάλινοι ερημίτες.

Τα έπλυνα σήμερα. Κουδούνισαν· ανάκρουσμα των όντως όντων. Την κατσαρόλα την ανακαλώ να ανακατεύει με κυκλοτερείς κινήσειες σε σταθερό τέμπο, μην κολλήσει, κι ύστερα να τα γεμίζει με το χυλωμένο της περιεχόμενο. Άχνιζε εκείνο, το βελούδο του γάλατος αναδίνοντας, που αδέρφωνε κατόπιν με της κανέλας τη γλυκιά μυρωδιά.

Τρία απέμειναν από το σετ των έξι τεμαχίων. Αόρατη ορχήστρα, κουτσή, που μες στα ντουλάπια ολοχρονίς προβάρει το κονσέρτο της αέναης θύμησης,


Γεώργιος Μ. Βιζυηνός – Εμμανουήλ Ροΐδης: Οι αντίποδες της Λένας Κωνσταντέλλου

Μία ακόμη εμπεριστατωμένη μελέτη της αγαπητής Λένας Κωνσταντέλλου με θέμα τις δύο αυτές αντίπαλες και διαφορετικές μεταξύ τους ισχυρές προσωπικότητες που θα μπορούσαν να θεωρηθούν «αντίποδες», αν δεν ήταν κατά βάθος και οι δύο θύματα της ανάξιάς τους επαρχιώτικης αθηναϊκής κοινωνίας του 19ου αιώνα. Ο Βιζυηνός πολεμήθηκε με μανία ως «ξενομερίτης» από το λογοτεχνικό κατεστημένο. Ο Ροΐδης, γνωστός για το σκάνδαλο της Πάπισσας Ιωάννας, διατυπώνει το 1887 την, προσβλητική για την πνευματική κοινότητα, αποστροφή του «περί περιρρέουσας ατμόσφαιρας» στην ποίηση.

Παρότι διαφέρουν ριζικά κατά την προέλευση και καταγωγή, τις σπουδές, τον τρόπο γραφής και ζωής τους, και οι δύο λογοτέχνες έπεσαν θύματα της κατάστασης που περιέγραψε ο Ροΐδης: «Πάντες οι έχοντες ονύχια αγωνίζονται να σπαράξωσι τους έχοντες πτερά». Ένα πολύ ενδιαφέρον μελέτημα για δύο κορυφαίες μορφές της νεοελληνικής μας λογοτεχνίας.


Χριστίνα Λιναρδάκη