Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

Ποιητών έρημη χώρα

(© Aquasixio on DeviantArt)
Ποιητών έρημη χώρα. Αυτή η χώρα. Η άλλη χώρα. Γεμάτη δρόμους μαστιγωμένους, με απόκρυφες πτυχές και αναπάντεχα κοιμητήρια. Που λησμόνησε την καταγωγή της. Την ψυχή της. Πικρή, παγιδευμένη, γονατισμένη, με τον άνεμο να φυσά ξεριζώνοντας εικόνες και λέξεις, με το ρόγχο του μέλλοντός της στα πατώματα.

Χώρα πνιγμένη στο σάλιο και στις εκκρίσεις. Λιώνει μεθοδικά στο μυαλό των ανθρώπων, το κούφιο γέλιο της σε καθηλώνει, σε φέρνει στο στόμα της καταιγίδας, θολώνοντας το δρόμο του πουλιού, σκορπίζοντας τα δάκρυα των ειλώτων, τα δάκρυα των σκοτωμένων.

Ταξιδεύει με τους ώμους σκυφτούς, χωρίς μάτια, χωρίς γλώσσα, χωρίς αφή. Το φιλί της αιωρείται στο βάθος αδιάφορων καιρών. Αναπνέει βαριά, σέρνεται επιδέξια σαν φίδι άλλης εποχής. Καμώνεται διαρκώς την παρεξηγημένη και την ανήξερη. Σε ναρκώνει με πατήματα κρυφά και ψιθύρους εγγαστρίμυθους, σε στερεύει, σ’ εκμηδενίζει. Σε πλησιάζει, προσποιείται ένα χαμόγελο από λαχτάρα και φως, ξεθαρρεύεις και σε καρφώνει πισώπλατα.

Απρόσιτη χώρα, μονωμένη σε τοίχους ορόφους, σ’ αχανή ποτήρια σφηνάκια και κονσέρβες υπολογιστών. Συμπαγής. Στέκει εκεί, ανάμεσα σε ήχους αγνώστων γειτόνων και περαστικών, φτύνοντας εξατμίσεις, κεραίες και κέρματα.

Μια μαζική ασθένεια την κατατρώει ποντικών κι αναμορφωτών, εδραιώνοντας την τάξη του χρήματος, αλέθοντας τα όνειρα. Αποκομμένη από κείμενα διδασκάλων, δεν έχει κήπο, μήτε τραγούδια. Μονάχα συνθήματα παλιά, κώδικες και κωδικούς που λίγδιασαν με τα χρόνια, λόγια κολλαριστά που ξεπουλήθηκαν στα μπαλκόνια. Με τη μνήμη της να σκαλίζει διαρκώς το φόβο, απλώνοντας συρματοπλέγματα, αριστεύοντας ανθρωποφύλακες, ξεσηκώνοντας ανέμους και θύελλες.

Παντέρημη χώρα, διαβρωμένη σαν όστρακο από την παλίρροια και την άμπωτη, οξειδωμένη από τη φτέρνα ως τον κρόταφο. Σαλεύει σε θάλασσες από κάρβουνο. Σβήνει σαν κάρβουνο. Ακούς το βουητό της σαν από φωτιές και ποδοβολητά νικημένης περιπέτειας, σαν από τριγμούς μακρύ σιδηρόδρομου που λοξοδρομεί στο τίποτα. Υπάρχει και δεν υπάρχει.

Μια τελειωμένη χώρα ποιητών που παραδέρνουν στην απέναντι όχθη της, φορτωμένοι λαίλαπες και λιγωμένους λυγμούς, δονούμενοι από υπόκωφες αντηχήσεις και πνευστές συγχορδίες του σώματος. Ριζικά μόνοι, σκηνίτες περιπλανώμενοι να πορεύονται στην τραχιά τυραννία της σκέψης, προς την Ιδέα. Παμπάλαιο χιόνι, αθέατο, στρώνει το δρόμο τους. Παμπάλαια φεγγάρια τους οδηγούν σ’ επικίνδυνες αναρριχήσεις και κατακρημνίσεις. Κακοί ανεμοστρόβιλοι τους παρασέρνουν μαζί με τα παλιόχαρτα, με τη σκόνη και τ’ αερικά. Με ποια γλώσσα ν’ αντιπούν, ποια προσευχή να πουν μπροστά στο θεό για τη χώρα τους;

Κάθε απώλεια τους προκαλεί. Προκαλεί την ψυχή τους, τη δοκιμάζει, την καταπίνει. Σηκώνονται. Πέφτουν. Ξανασηκώνονται. Κάθε τους πτώση μοιάζει ατέρμονη, μια συνεχής περιδίνηση στο κενό. Στο γόο του τέλους. Στην αρχική τους μήτρα.

Ποιητών έρημη χώρα. Που πορεύονται μες στα πουκάμισα της καταιγίδας μετρώντας και περιμένοντας. Τους αρκεί το βορινό παράθυρο προς τη νύχτα με τη μισή σελήνη να τους γυρίζει μέσα στο χρόνο. Τους αρκεί που μιλούν μέσα τους, ακούγοντας άλογα κι άλογα να καλπάζουν. Σκύβοντας στην ψυχή των παιδιών, των παιδιών με τη μεγάλη απορία στα μάτια.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης



Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

"Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας" του Χρυσόστομου Τσαπραϊλή

Είναι κάτι βιβλία που δεν τα βρίσκεις εσύ. Σε βρίσκουν εκείνα. Σε ψάχνουν, γιατί ξέρουν πως είσαι λιγάκι ελαφροΐσκιωτος, γιατί η πραγματικότητα δεν είναι για σένα πανάκεια, γιατί πολύ θα ήθελες να είσαι δίπλα στο τζάκι με μια γιαγιά που θα ήταν και λιγάκι μάγισσα και να ακούς ιστορίες, όχι από αυτές με το καλλωπισμένο τέλος του Disney, αλλά από εκείνες που θα σε αφήσουν ξάγρυπνο να μετράς τις σκιές που καραδοκούν. Ιστορίες για αυτούς που, όταν πάνε βόλτα στο δάσος, δεν φορούν ποτέ κόκκινα ρούχα και εκλιπαρούν να δουν το ξωτικό που θα τους πείσει ότι το τρίγωνο κεντητό φυλακτό που τους φορέσανε στο φανελάκι, όταν ήταν μωρά ακόμα, έχει περισσότερη δύναμη από την ψυχρή επιστήμη. Και όχι, δεν είναι από αυτές που μπορεί να πεις στα παιδιά, παρά μόνο αν ξέρουν τι θα πει να βλέπεις πράγματα που οι άλλοι δεν βλέπουν.

Μυθοπλόκος και λεξιπλάστης, ο Χρυσόστομος Τσαπραϊλής μοιάζει να έχει φτιάξει μία συλλογή σύντομων ιστοριών από αυτές που διαβάζουμε στα βιβλία λαογραφίας. Όμως γρήγορα συνειδητοποιούμε ότι η ομοιότητα σταματά στον τίτλο. Οι ιστορίες στοιχειώνουν όνειρα και παραποιούν πραγματικότητες, τριγυρνούν σε μέρη καθημερινά και τα μεταλλάσσουν σε μέρη που τα βρίσκει κανείς στα παραμύθια του Άντερσεν, όχι τα γνωστά όμως, αλλά εκείνα τα σκοτεινά που δεν θες να τα διαβάζεις ποτέ βράδυ.

Η φρίκη και ο τρόμος είναι σύντροφοι σε κάθε βήμα, αλλά δεν σε κάνουν ούτε να φρίττεις ούτε να τρομάζεις. Σε κάνουν να θεωρείς απόλυτα φυσιολογική και δικαιολογημένη την εκεί παρουσία τους. Οι λέξεις μοιάζουν βγαλμένες από παλαιϊκά βιβλία και ξεχασμένες φράσεις που τις ακούγαμε μόνο από παππούδες και γιαγιάδες. Αυτούς που τους επισκεπτόμασταν σπανίως σε χωριά μακρινά, επειδή πιστεύαμε ότι εκεί θα βαριόμασταν συνεχώς. Τελικά διαπιστώναμε ότι η μαγεία τους ήταν τόσο ισχυρή, ώστε τίποτα εκεί δεν διατηρούσε για πολύ την τρισδιάστατη υπόστασή του ούτε τη σύνδεσή του με τον παρόντα χρόνο και όλα ήταν ένα ατέλειωτο παραμύθι συνδεδεμένο άρρηκτα με έναν άχρονο χώρο.

Στις ιστορίες του Τσαπραϊλή δεν χρειάζεται ντουλάπα ή άλλου είδους πύλη για να περάσεις στις άλλες διαστάσεις, χρειάζεται απλά το βλέμμα σου να πάψει να δέχεται τα πάντα ως δεδομένα. Και να είσαι ένας αποφασισμένος ταξιδιώτης που θα έχει αποδεχτεί τον κίνδυνο που συνοδεύει πάντα αυτού του τύπου τα βιβλία. Να αφήσεις εκεί ένα τμήμα του εαυτού σου, το οποίο μετά θα αναζητάς συνεχώς...

Μαρία Γενιτσαρίου


Σημ.: Οι Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας ξεκίνησαν τον Ιούνιο του 2014 ως σελίδα στο Facebook, η οποία σύντομα έγινε εξαιρετικά δημοφιλής - ιδιαίτερα στους φίλους της λογοτεχνίας του φανταστικού. Η σελίδα συνεχίζει να εμπλουτίζεται με καινούρια διηγήματα μέχρι σήμερα.



Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018

Oι "Σύγχρονοι Έλληνες ποιητές της διασποράς" και μια αντίδραση της τελευταίας στιγμής


Αναφορικά με την επικείμενη εκδήλωση του blog μας στον ΙΑΝΟ στις 30 Ιανουαρίου, ενημερώνουμε τους φίλους του blog μας ότι ο Δημήτρης Τρωαδίτης εξέφρασε, δύο εβδομάδες πριν από την εκδήλωση, ένσταση για τον χώρο στον οποίο θα διεξαχθεί η εκδήλωση και απέσυρε τη συμμετοχή του:

"...γιατί ο “Ιανός” είναι αυτός που είναι, των απολύσεων, των εκβιασμών, της κυριακάτικης εργασίας, του ξεζουμίσματος και της εκμετάλλευσης, του ξεπλύματος ναζιστών, της συμμετοχής των αφεντικών του σε σκάνδαλα… 

Επειδή, όμως, εγώ τάσσομαι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, με την πλευρά των καταπιεσμένων και των απόκληρων αυτού του κόσμου, επειδή τάσσομαι με αυτούς που αγωνίζονται, επειδή δεν θα ήθελα με την παρουσία μου και τη συμμετοχή μου στην εκδήλωση αυτή να νομιμοποιήσω τα “ανομήματα” των αφεντικών του, οπότε αποφάσισα να μην πάρω μέρος.

Όποιος θέλει να ακούσει την ποίησή μου, παρακαλείται να έρθει στις άλλες εκδηλώσεις, τις οποίες θα συμμετάσχω.

Ή η ποίηση θα συντάσσεται με τους αγώνες ή θα είναι ένα τίποτα…
".


Όσον αφορά τα παραπάνω, θα θέλαμε να παρατηρήσουμε τα εξής:

Η επιλογή του χώρου έγινε αποκλειστικά με κριτήριο την παροχή από τον ΙΑΝΟ τεχνολογικού εξοπλισμού και τεχνικής υποστήριξης που είναι απαραίτητα για την παρακολούθηση της εκδήλωσης από τους ποιητές οι οποίοι δεν θα βρίσκονται στον χώρο, αλλά θα συμμετέχουν στην εκδήλωση από το εξωτερικό.

Στον ΙΑΝΟ πραγματοποιούνται καθημερινά εκδηλώσεις με περιεχόμενο που καλύπτει όλο το φάσμα των πολιτικών ιδεολογιών.

Τέλος, είναι γνωστό σε όλους τους συμμετέχοντες ποιητές τουλάχιστον από το τέλος Νοεμβρίου 2017 ότι η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί σε αυτόν τον χώρο και κανείς, ούτε ο Δημήτρης Τρωαδίτης, δεν εξέφρασε κάποια επιφύλαξη ή δυσαρέσκεια για τη συγκεκριμένη επιλογή. Εφόσον αυτό είχε γίνει εγκαίρως, οι διοργανωτές θα μπορούσαν να είχαν ενεργήσει ανάλογα.

Λυπόμαστε για την ακύρωση της συμμετοχής του Δημήτρη Τρωαδίτη, αλλά την παρούσα χρονική στιγμή δεν υπάρχει δυνατότητα αλλαγής ημερομηνίας και χώρου πραγματοποίησης της εκδήλωσης.

Για το στίγμαΛόγου


Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

"Ο μοναχικός αναγνώστης και η τρύπα του Νίκου Φωκά"* του Αντώνη Ζέρβα

Νίκος Φωκᾶς
Ἐδῶ μιὰ μέρα θὰ πεθάνω, μ’ ἀφρὸ στὸ στόμα **
Ν.Φ

 Ἂν καὶ διασταυρωθήκαμε γραπτῶς σὲ διάφορα λογοτεχνικὰ ἔντυπα, τὸν Νίκο Φωκᾶ δὲν ἔτυχε νὰ τὸν γνωρίσω προσωπικά. Τὸ 2004, ἐπρόκειτο νὰ μιλήσω ἀμέσως μετὰ ἀπὸ ἐκεῖνον κατὰ τὴν ἔναρξη τῶν ἐργασιῶν τοῦ συνεδρίου «Θρησκεία και Ποίηση» στὸν Βόλο. Ἀσθένησε βαρέως ὅμως∙ ἔτσι ἀνέθεσε στὸν τότε διευθυντὴ τῆς Νέας Ἑστίας καὶ συνδιοργανωτὴ τοῦ συνεδρίου, νὰ ἐκφωνήσει τὴν εἰσήγησή του.
Δὲν γνωρίζω λοιπὸν τὸν ἄνθρωπο καὶ συνεπῶς δὲν διακατέχομαι ἀπὸ πάθος προσωποληψίας, θετικῆς ἢ ἀρνητικῆς. Ξέρω ὅμως ὅτι ἡ συμπάθεια μᾶς κάνει νὰ βλέπουμε πράγματα ποὺ δὲν βλέπει τὸ οὐδέτερο μάτι ἢ ποὺ παραθεωροῦνται ἀπὸ τὴν ἀντιπάθεια, κι ἐγὼ συμπαθῶ τὰ ποιήματα τοῦ Νίκου Φωκᾶ, ἔστω κι ἂν ἡ πρώτη ἐπαφὴ μὲ δικό του γραπτό ἦταν ἡ Παρτούζα τοῦ 1981, στὸ περ. Σπείρα τῆς πρώτης περιόδου.
Εἶναι ἐντυπωσιακὴ ἡ ταχύτητα μὲ τὴν ὁποία ἄλλαξε σὲ μερικὲς δεκαετίες μέσα ὣς καὶ αὐτὴ ἡ ἰδέα τοῦ πρέποντος, ὥστε νὰ ἐκφέρεται μὲ τόση ἄνεση σήμερα μιὰ λέξη ἀπαγορευμένη, ξενικὴ καὶ χυδαία. Καίτοι μεταξὺ φίλων, ἡ βωμολοχία εἶναι συχνὰ ἐξυγιαντική, ἐγὼ ταλαιπωρήθηκα χρόνια γιὰ νὰ ἐπιτρέψω στὸν ἑαυτό μου τὴν ἀκριβὴ μετάφραση μιᾶς ἐξίσου χυδαίας λέξης τοῦ Τζὼν Μπέρρυμαν 

... ποὺ τόλμησε νὰ γράψει
αὐτὸ ποὺ δὲν ἀνθολογεῖται,
συγκρίνοντας μιὰ χαρωπὴ ἀνάμνηση
μ’ ἕνα καλὸ καὶ μοιχικὸ κρεββάτι 
(Τὰ Ἄκτα 1996)

Τὸ ποιητικὰ μασκαρεμένο «καλὸ καὶ μοιχικὸ κρεββάτι» ἀποδίδει περιφραστικῶς τὴν ἀφοπλιστικὴ κυριολεξία good fucking (καλὸ γαμήσι) τοῦ ἀμερικανοῦ, τὰ ποιήματα τοῦ ὁποίου ἐκδόθηκαν ἀπὸ τοὺς Faber τὴν ἐποχὴ τοῦ ὑπερσυντηρητικοῦ Τ.Σ. Ελιοτ.
Στὶς ἀρχὲς τῆς δεκαετίας τοῦ 2000, ὁ ραμπελαιϊκὸς βέλγος ποιητὴς Jean-Pierre Verheggen θὰ ἐνθουσίαζε τὸ ἀκαδημαϊκὸ ἀκροατήριο μὲ τὸν ἰδιοφυῆ σατιρικὸ οἶστρο τῶν γλωσσικῶν του παιγνίων, ὅπως : «La poésie sera fête, partouze»: («ἡ ποίηση θά ‘ναι γιορτή, μιὰ παρτούζα) ποὺ κατὰ τὴν προφορικὴ ἐκφορὰ τῆς φράσης, σημαίνει: «ἡ ποίηση θὰ γίνεται ἀπ’ ὅλους». Ἐδῶ, σ’ ἕνα στίχο σατιρίζονται ὅλα, ἀπὸ τὴ μοναρχικὴ αὐθεντία τοῦ δημιουργοῦ ἕως τὸ δημοκρατικὸ αἴτημα τῆς πάγκοινης συμμετοχῆς στὴ μεγάλη πανήγυρη τῆς Τέχνης. 

Μὲ ἀφοπλιστικὴ κυριολεξία, ἡ Παρτούζα τοῦ Νίκου Φωκᾶ τραγουδάει σὲ δεκαπεντασυλλάβους τὸν Ἔρωτα ἀπὸ τὴ ζωϊκὴ καὶ βρώμικη σκοπιὰ τοῦ σώματος.  Πρόκειται γιὰ ἐμπειρία πανανθρώπινη, ἀλλὰ κατώτατη στὶς ἠθικὲς ἱεραρχήσεις, καὶ συνεπῶς ἀπαράδεκτη στὸ ἐπίπεδο τῆς σοβαρῆς ρηματικῆς ἀπεικόνισης. Τὸ ἔμμετρο ποίημα λοιπὸν ἐμπίπτει μᾶλλον στὴν κατηγορία τῆς σάτιρας καὶ ἡ σάτιρα, σύμφωνα μὲ τὸν καθιερωμένο ὁρισμό,  «χρησιμοποιεῖ τὸ χιοῦμορ, τὴν εἰρωνία, τὴν ὑπερβολὴ ἢ τὸν γελοιασμὸ γιὰ νὰ ἐκθέσει καὶ στιγματίσει τὴ βλακεία ἢ τὴν κακοπραγμοσύνη τῶν ἀνθρώπων». Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, στὸ πρόσωπο τοῦ ἥρωα-ἀφηγητῆ σατιρίζονται χοντρὰ τὸ ἱστορικὸ ρεῦμα τῆς σεξουαλικῆς ἀπελευθέρωσης, ἡ αἰσθητικὴ καλλιέργεια τοῦ ἀμοραλισμοῦ, ἡ ἀνειλικρίνεια τῶν ἐκφραστικῶν πειθαναγκασμῶν ἢ τῆς βωμολοχικῆς ρητορικῆς (ἑνὸς Ἐμπειρίκου φερ’εἰπεῖν;). Αὐτὸ ὑπονοεῖ ἄλλωστε ὁ ἐπεξηγηματικός, καὶ κάπως ἄγαρμπος ὑπότιτλος ‘Ἕνα κλείσιμο ματιοῦ’: - «Μὴ κοροϊδεύεστε, δὲν πρόκειται γιὰ μένα τὸν ἴδιο». Ἐπειδὴ ὅμως στὸ ποίημα ἀφηγητὴς καὶ ἥρωας συνταυτίζονται, ἡ δὲ σάτιρα στοχεύει συγκεκριμένα ἄτομα, ἡ Παρτούζα εἶναι ἁπλῶς ἕνα ἀφηγηματικὸ ποίημα σκωπτικοῦ χαρακτήρα, ἐξοῦ καὶ οἱ πολλὲς ἀπορίες.
Νομίζω πὼς θὰ κέρδιζε πάντως, ἂν ὑπακούοντας στὴ μακρὰ ἑλληνικὴ παράδοση τῶν ἐρωτικῶν λόγων, ἔφερε ὡς τίτλο Τὰ κατὰ Παρασκευὴν καὶ Νίκο ἢ ἁπλούστερα Εὔη καὶ Νίκος. Μὰ ὁ προκλητικὸς τίτλος εἶναι καθ’ ὅλα ἐμπρόθετος, Ἢ ἀναλαμβάνεις τὴν πνευματικὴ εὐθύνη σὰν τὸν Ἐμπειρίκο,  ποὺ μεταλλεύθηκε τὴ γλωσσικὴ παράδοση γιὰ τὴ δημιουργία τοῦ ἀνατρεπτικοῦ του ἔργου, ἢ δὲν τὴν ἀναλαμβάνεις, ὅπως ὁ διακριτικὸς ἡδονοβλεψίας Φίλιπ Λάρκιν.
 Ἡ βωμολοχικὴ σάτιρα καὶ παρωδία σὲ ἰάμβους δὲν εἶναι ἀσφαλῶς κάτι τὸ καινοφανὲς στὴν παλαιότερη γραμματολογία μας. Kαινοφανὴς εἶναι ἡ ἀπόφαση ἑνὸς σύγχρονου ποιητῆ νὰ ἀψηφίσει κάθε ἔννοια αἰδημοσύνης καὶ νὰ παίξει δημόσια μὲ τὸν ἑαυτό του, δίνοντας φωνὴ στὴν οὐ φωνητὴ ἐμπειρία τῆς σωματικῆς σχέσης δύο ἐραστῶν καὶ στὰ αἰσχρὰ συναπτόμενα τῆς ἐλευθεριάζουσας ἀφροδίσιας ὁρμῆς. Ἡ σάτιρα ἀποτελεῖ εἶδος κατ’ἐξοχὴν κοινωνικῆς κριτικῆς. Ὑπερασπίζει συγκεκριμένες ἠθικὲς ἀρχές, φωτίζοντας τὶς δόλιες δυνάμεις, ἐσωτερικὲς ἢ ἐξωτερικές, ποὺ τὶς ἀπειλοῦν, ὅπως ὁ Λύκος τοῦ 1963, 
                        Ἀμέριμνος ὁ λύκος μας πορεύεται –
                        Τὸ σκοτάδι του μόνο, μὰ πάλι
                        Ἐραστὴς ἀκόλαστος, ὅσο ποτέ∙
                        Διαφθορέας δεινὸς τῆς ἀγάπης του∙
                        Μή σὲ γελάσει ἡ μοναξιά του ἡ πικραμένη.  (99)*

Σύμβολο κατὰ παράδοση μιᾶς πλευρᾶς τοῦ κακοῦ, ὁ Λύκος εἰκονίζει τὴν πλεονεξία, ἡ δὲ πλεονεξία εἶναι ἡ ἀλλη πλευρὰ τῆς σαρκικῆς ἀκολασίας ποὺ ἀποτελεῖ τὸ θέμα τῆς Παρτούζας.
Παραδόξως ὅμως, ὁ ποιητὴς ὁμολογεῖ ὅτι ἡ ἀρχικὴ σατιρικὴ διάθεση μετατράπηκε σὲ ἀπελευθερωτικὴ τέρψη. Καὶ πράγματι, παρὰ τὴν περιπαικτικὴ μουσικὴ ὑπόκρουση τοῦ κρητικοῦ δεκαπεντασύλλαβου μὲ τὶς πλεκτὲς ὁμοιοκαταληξίες ποὺ πολλὲς φορὲς σὲ κάνει νὰ τσινᾶς, ἡ ἔμμετρη ἀφήγηση ἀνεβάζει στὴν ἐπιφάνεια μιὰ σοβαρὴ πραγματικότητα, ἡ ὁποία φαίνεται τελικῶς νὰ στρέφεται ἐναντίον τῆς ἴδιας τῆς ἀρχικῆς πρόθεσης
Αὐτοχλευαζόμενος, ὁ ἀφηγητὴς χλευάζει τὴν «πνευματικὴ συμβατικότητα» τῆς ἐποχῆς του, σὲ σιωπηρὴ συνεννόηση μὲ τὸν «μοναχικὸ ἀναγνώστη» του. Ὁ τελευταῖος, ἂν δὲν γελάσει, θὰ μειδιάσει ἀσφαλῶς μὲ τὸν πολυπόρευτο στοὺς εὐρωπαϊκοὺς λογοτεχνικοὺς τόπους ἥρωα-ἀφηγητή, τοῦ ὁποίου οἱ φιλικὲς σχέσεις στὴν Ἀσφάλεια τοῦ ἐπιτρέπουν νὰ ἐκβιάζει γιὰ τὶς δικές του ἀσέλγειες ἔναν ἀριστερὸ πορνόγερο. Καὶ ὁπωσδήποτε μειδιᾶ, ὄχι τόσο ἀπὸ τὶς κωμικὲς σωματικὲς στάσεις τῶν ἐρωτικῶν συνευρέσεων, ὅσο ἀπὸ τὴ συνευτελιστικὴ μεταχείριση τοῦ καλλιεργημένου ἡδονοθήρα καὶ τῶν συνεισάκτων του. Κι ἄν ὁ ἐξευτελισμὸς εἶναι προϋπόθεση τῆς ἀλήθειας τοῦ ἠθικοῦ προσώπου, ὅπως λ.χ. στὸν ἄσεμνο Κάτουλλο; Ὅπως κι ἄν ἔχει, οἱ σοβαρὲς ποιητικὲς στιγμὲς τῆς ἀφηγηματικῆς οἰκονομίας ἐμποιοῦν τὴν αἴσθηση πὼς ἀλλοιῶς ξεκίνησε τὸ ποίημα καὶ ἀλλοῦ πῆγε τελικῶς χωρὶς νὰ πολυθέλει. 
Τὰ ἐρωτικὰ μπορεῖ νὰ ἐκβαρβαρίζουν καὶ νὰ ἐξαγριώνουν, ὅπως ἔλεγε ὁ Σωκράτης, εἶναι ὅμως μέρος τῆς σκοτεινῆς, δαιμονικῆς ἀλήθειας τοῦ σώματος. Στιγμὲς τῆς ἀλήθειας αὐτῆς παρακολουθεῖ ὁ ἀναγνώστης μὲς ἀπὸ τὶς ἄγριες περιπτύξεις τῆς ξεδιάντροπης ἐπιθυμίας ποὺ μεταμορφώνει τὸ ἄτομο πότε σὲ ζῶο καὶ πότε σὲ θεό, καθὼς παραδέρνει, ἐλευθερωμένο πρὸς στιγμὴν ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς συνείδησης. Οἱ ὁρμὲς τῆς πολύσχημης συνουσίας εἶναι συναρπαστικές, ἄκρως ἐπιλήψιμες, μὰ καὶ ἄκρως φωταγωγικές. 
Ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ πρόσχημα, φουσκώνει σιγὰ σιγὰ καὶ ξεχειλίζει ἕνα θέμα ποὺ δὲν δαμάζεται εὔκολα. Τὰ δέκα χρόνια ποὺ μεσολάβησαν μεταξὺ τῆς δημοσίευσης (Σπείρα 1981) καὶ τῆς ἔκδοσης τοῦ ποιήματος (Ἑστία 1991), μιλοῦν πλαγίως γιὰ μιὰ ἐκ τῶν ὑστέρων συνειδητοποίηση, ποὺ ἔμεινε χωρὶς τὴν ἀπαιτούμενη ἐμβάθυνση.
Πράγματι, ἡ ἔμμετρη ἀφήγηση τῆς πορνικῆς ἀφροσύνης μὲ ὅσα ἠθικὰ ντράβαλα συνεπάγεται στὴν κλίμακα τῶν ἀνθρώπινων ἀξιῶν θὰ ἔπρεπε εἴτε νὰ πάει μέχρι τέλους χωρὶς νὰ μειώνει τὴ δαιμονικὴ διάσταση τοῦ «μυστηρίου τῆς ἀνομίας» (Πρὸς Θεσ. ΙΙ, 2,, 7.), εἴτε νὰ μείνει στὸ λίγο-πολὺ κωμικό της περίγραμμα μὲ φυσιολογικὴ ἔκβαση τὸν κορεσμό, διότι ὡς ἐσωτερικὴ δοκιμασία τοῦ ἥρωα δὲν πείθει. Μολονότι εἶναι διάχυτο ἕνα αἴσθημα ἀνησυχίας, ρύπου καὶ παράβασης ποὺ ἀναζητοῦν κάθαρση καὶ ἐξαγνισμό, δὲν ἐπιτελεῖται κανένα εἶδος βαθύτερου μεταφωτισμοῦ, ὅπως λ.χ. στὴν χριστιανικὴ παράδοση τῶν Ἐξομολογήσεων (οἶστρος ἁμαρτίας ἢ «πάθη ἀτιμίας»). Οὔτε συνάγεται ἕνα κάποιο παγερὸ Ἴδε ὁ Ἄνθρωπος στὴν προοπτικὴ τοῦ Μαρκησίου. Ἐὰν τότε ἦταν γνωστὸς ὁ Μέγας Ἀνατολικός, θα μποροῦσε ἴσως νὰ ὑποστηριχθεῖ ὅτι τὸ ποίημα παρωδεῖ τὸν ἀπελευθερωτικὸ παράδεισο τοῦ Ἐμπειρίκου, ἀποκαλύπτοντας τὴν κόλαση τῆς ἡδονῆς. Τίποτε ἄλλο ὅμως. Διότι ἐξ ἀρχῆς, ὅλα τὰ πρόσωπα τῆς ἀφήγησης, ὡς ἔκδοτα στὴν ἡδονή, εἶναι σιχαμερὰ ἀνθρωπάκια, ὅπως καὶ ὁ μεταμελημένος ἥρωας - ἀφηγητής  
Ποὺ κι ἂν ἡ στύση του τό ‘κανε ν’ἀντριεύεται, ν’ἀγριεύει
Εἶχε τὴν ἥττα μέσα του καὶ τὴν ντροπὴ στὰ χείλη (Ἑστία, σ. 56).

Τί θὰ συνέβαινε λοιπὸν ἄν δὲν ἦταν ἡττοπαθὴς καὶ δειλός! Ἂν ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀνδρείους τῆς ἡδονῆς!
Ἕνα κρίσιμο θέμα ἀπασχόλησε τὸν δημιουργό, τόσο τὸν τρόμαξε ὅμως, ὥστε νὰ τὸ βάλει σὲ νάρθηκα, χωρὶς νὰ φωτίσει οὔτε τὸν ἱερὸ τρόμο μπροστὰ στὸ ἀρχέγονο βίωμα τῆς ἄναρχης σεξουαλικῆς ἐπιθυμίας καὶ τῶν ἐκστατικῶν μορφῶν της, οὔτε τὴ βαθύρριζη ἠθικὴ ἀρχὴ ποὺ καθυποτάσσει καὶ ποδηγετεῖ ἀπὸ ἀνάγκη κοινωνικῆς ἀσφάλειας καὶ συνοχῆς, καὶ ἄρα γεννάει ἕναν ὁρισμένο σκεπτικισμό.
Μπήκαμε γιὰ νὰ γελάσουμε. Τὸ γέλιο στράβωσε. Βγαίνουμε ἀπὸ τὸ ἔργο μᾶλλον κατηφεῖς. Ἡ ἡδονὴ ταυτίσθηκε μὲ τὸ κακό, ὅπως πάντα. Καὶ κακὸ εἶναι τὸ σῶμα μὲ τὶς ὁρμές του, ὅταν ἀποδεσμεύεται ἀπὸ τὴ συνείδηση καὶ παραδίδεται στὸν τάραχο τοῦ Ἔρωτα ποὺ δὲν γνωρίζει φραγμούς. Ταράζει ἡ ἐξεικόνιση ἄσεμνων, ἀκόλαστων γυναικῶν. Ξεπατώνει τὴν κοινωνία, τὴν ἀσφάλεια, τὴν ἐλπίδα.
Ἔχοντας ξεκινήσει ὡς ἀντικομφορμιστικὴ σφήνα, ἡ Παρτούζα ἔρχεται νὰ δέσει στὰ συναισθηματικὰ νερὰ τῆς ἠθικοπλασίας.  Τὸ ποίημα δὲν μπόρεσε νὰ ὑποβάλει μὲ τὰ οἰκεῖα μέσα τὸ πνευματικὸ ζήτημα τοῦ προσώπου, τῆς ταυτότητας, τῆς ἱστορίας, ὅπως γίνεται στὸν Καβάφη π.χ. μὲ τοὺς ἀντιπλατωνικοὺς  Ἀνδρείους τῆς ἡδονῆς.  Κόλλησε στοὺς κοινοὺς τόπους καὶ πάσκισε νὰ σωθεῖ ἐν εἴδει ψυχωφελοῦς ἀναγνώσματος. Ἡ σάτιρα κατατρόπωσε τὸν ἴδιο τὸν ποιητή.  Οἱ πολύπλοκες σχέσεις ποὺ ὑποφώσκουν μεταξὺ φρικτῆς γοητείας, πρωτογενοῦς θρησκευτικοῦ αἰσθήματος καὶ ἐξουδετερωτικῆς συγχώνευσης τῆς ἀτομικότητας, ὑποτάχθηκαν στὴν ἁπλοϊκὴ ἀντίληψη τοῦ κοινωνικοῦ δέοντος περί σεξουαλικῶν βίτσιων ἢ διεφθαρμένων ἠθῶν, χωρὶς τὴν ἐπιβαλλόμενη ἐμβρυολόγηση τῆς ἀλήθειας. Ἀντὶ νὰ ἀφεθεῖ στὴν ἐκδίπλωση τῆς ὀργιαστικῆς ἐπιθυμίας - «εἰς Διόνυσον ἀποκορυφοῦται» (Φαίδων) -, ὥστε νὰ καταστήσει τὸ σῶμα «προβολέα» τοῦ ἐρωτήματος τῶν ἀξιῶν, ὁ ποιητής,  ἂν καὶ ἀπὸ τόσο νωρὶς εἶχε νοιώσει πὼς « ὁ ἔρωτας δὲν γίνεται ποτὲ ἐντελῶς ἀνθρώπινος» (52), πάτησε ἠθικολογικὸ φρένο.
Ἐξ ὀνόματος ποιᾶς ἀρχῆς καυτηριάζεται ἡ καταγωγικὴ ὀργιαστικὴ διάθεση τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν μάλιστα ὁμολογεῖται πὼς δὲν ἰσχύει πιὰ ἡ παλαιὰ σωτηριακὴ ἔξοδος κατὰ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς ταυτίζεται μὲ τὴν ἀνθρώπινη ἠθική; Τί ἐπιτρέπεται καὶ τί δὲν ἐπιτρέπεται ὡς πρὸς τὴν αὐθεντικὴ δημιουργία ποὺ συνδυάζει τὸ «γαλάζιο» (94) μὲ τὸ δαιμονικό; Ποιὰ εἶναι ἡ ἀξία τῶν λογῆς ἠθικῶν συμβολαίων, τὰ ὁποῖα ὑμνεῖ ἢ ἀντιστρατεύεται ἡ ποίηση; Καὶ ποιὸς εἶπε ὅτι ἡ βακχεία ἀποκλείει τὸν ἄγριο θάνατο; Ὄχι πάντως ὁ Εὐριπίδης, ὁ ὁποῖος ἀφήνει τοὺς θεοὺς νὰ κρίνουν.
Πολλὰ χρόνια ἀργότερα, ὁ ποιητὴς θὰ συνειδητοποιήσει ὅτι «ἡ φαντασία εἶναι μιὰ δίχως ἔλεος ἔκθεση»  (266).  Μπορεῖ μὲν ἡ ἔκθεση νὰ στοίχισε τὴν ἀκαδημαϊκή του σταδιοδρομία, ἡ Παρτούζα ὅμως πνευματικῶς μπατάρισε. «Τὸ φῶς» δὲν γιατρεύτηκε «μὲ τὸ σκοτάδι» (123).

Μολαταῦτα,  ὁ Νίκος Φωκᾶς εἶναι γενικότερα ποιητὴς στοχαστικός, πράγμα μᾶλλον σπάνιο στὰ ποιητικά μας πράγματα. Μὲ τὸν ποιητικὸ στοχασμὸ προσπαθεῖ νὰ ἐκθέσει καὶ νὰ σκεφθεῖ τὶς ἀντινομίες του, κι ἂς μὴ φθάνει πάντα στὴ ρίζα τους. Αὐτὸ δὲν σημαίνει πὼς λείπει τὸ πρωτογενές, ἄμεσο αἴσθημα. Ἴσα ἴσα. Πολλὲς φορὲς πραγματεύεται τὰ βιώματά του σὰν νὰ μὴν προϋπῆρχε κὰν ποίηση, στάση ποὺ ὑποδηλώνει τὴν ἄρνησή του νὰ ἐνταχθεῖ στὰ ρεύματα τοῦ καιροῦ του. Καὶ ὅποιος ἀρνεῖται νὰ ἐνταχθεῖ, τὰ παίζει ὅλα γιὰ ὅλα. Μένει ξεκρέμαστος, φράζοντας ψυχολογικὰ κάθε δυνατὴ προσέγγιση τοῦ ἔργου του.
 Οἱ στίχοι του, πνευματικὸ βίωμα τοῦ ἐμπειρικοῦ βιώματος, εἶναι μιὰ συνεχὴς θέση ὑπὸ κρίση τοῦ ἴδιου τοῦ αἰσθήματος ἀλλὰ καὶ τοῦ στοχασμοῦ πάνω στὶς προσωπικὲς ἐμπειρίες, ἔστω κι ἂν δὲν καταφέρνουν πάντα νὰ σημάνουν τὶς ἀρχὲς ποὺ διέπουν ὅ,τι αἰσθάνεται καὶ σκέπτεται. Τὸ βίωμα ἀναφέρεται πάντα στή συνείδηση, καὶ ἡ συνείδηση παίζει διάφορα τυχερὰ παιχνίδια. Συχνά, ἡ ἀμεσότητα τοῦ αἰσθήματος γεννάει τὴν ἔκπληξη: : «Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ ζωή; Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι;» (73), ἀλλὰ χωρὶς θάμβος. Ἡ «προδιάθεση γιὰ θαῦμα» (71) δὲν εἶναι καὶ πίστη στὸ θαῦμα∙  ἀκολουθεῖ ἡ εἰρωνία: «Ἡ ἀπόλυτη ἀναλήθεια ... μοιάζει σὰν μιὰ δεύτερη ἀλήθεια» (96).
Αἰσθάνομαι ἐρωτικὴ διάθεση ἀλλὰ δὲν ξέρω τί ἀκριβῶς εἶναι ἔρωτας. Ἕλκομαι ἀπὸ μιὰ γυναίκα καὶ ταυτοχρόνως ἡ ἕλξη αὐτὴ ἀνοίγει ἔναν κόσμο ποὺ ὑπερβαίνει τὴ γυναίκα. Ὁ ἔρως δὲν ὑπάρχει στὸ κενό, ἀλλὰ σ’ ἕναν κόσμο ποὺ δὲν ὑποψιαζόμουν προηγουμένως. Εἶναι καλός, κακός, δὲν ξέρω. Ἐνδεχομένως νὰ πονέσω. Πλὴν ὅμως «Τότε ζεῖς μὲ προθυμία», ἐνῶ χωρὶς τὸ ἄνοιγμα τοῦτο «ζεῖς σὰν νὰ μὴ θέλεις». Αὐτὸ ποὺ ζεῖς μὲ προθυμία μοιάζει μὲ αὐτοσκοπό, ὅπως κάθε γνήσια ποίηση. «Τὸ βράδι ἀπολαμβάναμε ταράτσα» (63). Τὴν κάναμε ταράτσα, ἔλεγαν παλιότερα. Στιγμὴ εὐφροσύνης ὡς παρουσία, νοσταλγία πληρότητας ὡς ἀπουσία. 
Ἴσως ὁ κόσμος μιὰ στιγμὴ νὰ χρειάστηκε μονάχα
γιὰ μιὰν ἐρωτικὴ ἐξομολόγηση (65)

ὅταν ξαφνικὰ συνειδητοποιεῖται ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἀληθινὴ σχέση μὲ τὸν κόσμο, ἐκτὸς τῆς ἐρωτικῆς ἢ «ἀγαπητικῆς» σχέσης, γιὰ ὅποιον θέλησε «νὰ ὑπάρξει», καὶ ὄχι νὰ κερδίσει, νὰ ὑποτάξει, νὰ κυριαρχήσει : «Τί νὰ προσθέσει στὸν κόσμο δὲν ἔχει» (75). Ἀλλὰ ὁ ποιητὴς προσθέτει τὴ δική του ἐμπειρία τοῦ κόσμου, διότι ἡ ἐρωτικὴ ἢ ἀγαπητικὴ σχέση δὲν παραδίδεται εὔκολα στὴν ἐκλογίκευση. Εἶναι κάτι τὸ μυστηρῶδες, κατὰ πολὺ βαθύτερο ἀπὸ τὸν συναισθηματισμὸ τῶν σχέσεων. Ἔτσι, ἡ καθημερινότητα δὲν στραγγαλίζει τὴν καθημερινὴ ἀναρώτηση, οὔτε τὴν καπακώνει μὲ ἰδεολογίες∙  διαλέγεται μέσω τοῦ ποιήματος μὲ τὸν ἑαυτό της, χωρὶς τὶς συνήθεις μεψιμοιρίες ἢ τοὺς μεγαλοϊδεατισμούς. Ἡ ἀλήθεια τῆς ἔκπληξης, ὅταν δὲν προεκτείνεται στὴν εἰρωνία, μεταλλάσσεται σὲ συγκρατημένη ἀπελπισία: «ἕνας ἀρχαῖος δεσμός ἤμουν κι ἐγώ...» (106).  Παντοῦ, ἡ αἴσθηση μιᾶς χαμένης ἑνότητας ποὺ τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκαταστήσει, ἀλλὰ καὶ οὔτε νὰ ὑποκαταστήσει. Αὐτὸς νομίζω εἶναι καλῶς ἢ κακῶς καὶ ὁ πνευματικὸς κανόνας πολλῶν νεώτερων ἔργων.

Ὀπτική γωνία τοῦ ποιητῆ εἶναι ἡ μοναξιὰ μιᾶς τέχνης ποὺ δὲν ἀναγνωρίζει τὸν ἑαυτό της στὶς τρέχουσες ἰδεολογίες, ἀποστρέφεται τοὺς συλλογικοὺς φορεῖς καὶ τὶς τραγουδιστικές τους συνήθειες. Στὰ πρῶτα ποιήματα μάλιστα, ἀκούγεται μιὰ φωνὴ πέραν τοῦ τάφου. Γι’ αὐτὸ καὶ καλή του ἐλπίδα εἶναι «τὸ κύρος τοῦ μοναχικοῦ ἀναγνώστη». Ἀρκεῖ ὅμως ἡ μοναχικότητα γιὰ νὰ ἔχει κύρος ἡ γνώμη ἑνὸς ἀναγνώστη; Μᾶλλον ὄχι.  Χρειάζονται πνευματικὲς οἰκογένειες καὶ οἱ πνευματικὲς οἰκογένειες κοινωνιολογικῶς εἶναι δύσκολο νὰ ἀποκτήσουν κύρος στὶς μέρες μας. Ἡ ποίηση εἶναι «μιὰ χαμένη ὑπόθεση» (150), ἐὰν τὴν ἀντιμετωπίσεις μὲ τοὺς σύγχρονους ὅρους ἐπικοινωνίας.
 Δὲν ἔχει ἄδικο λοιπὸν νὰ τιτλοφορεῖ τὴν τελευταία συλλογή δοκιμίων του «Ἡ μοναξιὰ τῆς Ποίησης» (Νεφέλη 2016), ἔστω κι ἂν ὁ τίτλος δὲν ἀνταποκρίνεται πλήρως στὸν θεωρητικὸ καὶ ἐξηγηματικὸ χαρακτήρα τῶν περιεχομένων του. Μόνο μοναξιὰ δὲν ἔχουν τὰ δοκίμιά του. «’Εγὼ μαθήτευσα στὴ σχολὴ...» τοῦ τάδε καὶ τοῦ τάδε, θὰ φωνάξει μιὰ μέρα ὀργισμένος ἐναντίον τῆς ἀνάσκητης δυσπιστίας.  Τί θα συνέβαινε ὅμως ἂν αὐτὸ τὸ βιβλίο γινόταν ἀπροσδόκητα ἕνα μπέστ σέλλερ; Θα διεύρυνε πιθανῶς τὸ ἀναγνωστικό του κοινό. Θὰ τὸ ἔφερνε πιὸ κοντὰ στὰ ποιήματά του. Θὰ ἀνεδείκνυε τὸν κόσμο τῆς ἐκπλήξεως, τῆς εἰρωνίας, τῆς ἤρεμης ἀπελπισίας, τοῦ συγκρατημένου θυμοῦ. Θὰ ἔπαυε τάχα ἡ μοναξιά;  Μᾶλλον ὄχι. Ἁπλῶς, οἱ ἀναγνῶστες θὰ συνειδητοποιοῦσαν ἴσως ὅτι δὲν ὑπάρχει ποίηση στὸ σύγχρονο κόσμο χωρὶς τὴν καταστατικὴ μοναξιά της. Ἵσως τότε νὰ γινόταν πιὸ σεβαστή, ὅπως εἶναι σεβαστοὶ οἱ καλόγεροι ἐκ μέρους πιστῶν καὶ ἀπίστων, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἐμμένουν στὴν καλογερική τους. Τίποτε ἄλλο δὲν μιλάει σήμερα ὑπὲρ τῆς ποιήσεως.

Ἐκεῖνος ποὺ εἰσχωρεῖ στὸν κόσμο τοῦ Νίκου Φωκᾶ, ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἔχει νὰ κάνει μὲ κάτι ποὺ γενικὰ ἐξωκεανίζει, δὲν θυμίζει καὶ ὅμως συγκρατεῖ, ἂν καὶ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὶς καθιερωμένες ποιητικὲς ἀρετές. Τὰ ποιήματα τοῦ Νίκου Φωκᾶ δὲν εἶναι ἀβανταδόρικα. Δὲν γοητεύουν μὲ τοὺς μαγικοὺς τρόπους τοῦ λεξιλογίου, τῆς γραμματικῆς ἢ τῆς συντακτικῆς ὀμορφιᾶς. Οὔτε μὲ τὴ μουσικότητά τους.
 Ὅποιος πέρασε τὴ ζωή του μὲ τὰ κείμενα, ξέρει ὅτι μόνον ἀποφατικὰ μπορεῖ νὰ ὁρισθεῖ τὸ καλὸ ποίημα. Καμμιὰ θεωρία, κανένα θετικὸ γνώρισμα δὲν ἐπαρκεῖ, γιατὶ τὸ καλὸ ποίημα εἶναι ἀνώτερο τῶν ἐπιμέρους στοιχείων του. Τὸ ἐπιχείρημα τῆς κοινῆς ἀποδοχῆς αἴρεται αὐτομάτως, μόλις σκεφθεῖ κανεὶς ὅτι σπουδαῖα ποιητικὰ ἔργα, παλαιὰ καὶ νεώτερα,  εἶναι τόσο δύσβατα ποὺ δὲν διαβάζονται κάν, μόνο μνημονεύονται στὶς ἱεραρχήσεις. Καὶ ναὶ μὲν διασχηματίζουν ἕνας εἶδος θολῆς «ἀνάμνησης» τοῦ ὡραίου, δὲν συνιστοῦν ὅμως τυφλοσούρτη γενικῆς χρήσεως. Ὑπάρχουν ἁπλῶς ἐποχὲς καὶ ἑδραιωμένες προτιμήσεις ποὺ ἐξ ὁρισμοῦ θὰ ἀντιμετωπίζουν ἐχθρικὰ τὶς εἰσβολὲς τοῦ προσωπικοῦ καὶ παράταιρου. Ὁ ὅρος Ποίηση δίνει τὴν ἐντύπωση μιᾶς αἰώνιας οὐσίας, διότι χωράει τὰ πάντα, ἐνῶ τὰ ἴδια τὰ ἔργα μεταβάλλουν ἀδιάκοπα τὸ νόημά της. Ἔτσι, στὴν ἱστορία της, συναρμονίζονται τὰ πλέον ἀντίθετα καὶ ἀσύμπτωτα. Ὁ στίχος λόγου χάρη ποὺ θεωρεῖται διαχρονικὸ γνώρισμα τοῦ ποιήματος, ἔπαψε νὰ ἔχει καθολικὴ ἰσχύ. Πολλὰ ἀπὸ τὰ πιὸ ἐπιδραστικὰ ποιήματα τοῦ Μοντερνισμοῦ δὲν γράφηκαν κὰν σὲ στίχους. Ὁ δὲ χαρακτήρας τοῦ στίχου ἔχει πιὰ μεταβληθεῖ σὲ τέτοιο βαθμό,  ὥστε νὰ ἀναγνωρίζεται μόνο στὰ ἁπλὰ τραγούδια.

  Οἱ σκέψεις τοῦ Ν. Φωκᾶ πάνω στὸ ζήτημα τῆς μετάφρασης εἶναι ἀπὸ τὶς πιὸ ἐνδιαφέρουσες στιγμὲς τῶν ἐκλεκτῶν Δοκιμίων του, διότι ἀπορρέουν ἀπὸ τὴν ἵδια τὴ μεταφραστική του πρακτικὴ στὴν ὁποία καὶ διαπρέπει. Κατανόησε πόσο σφαλερὸ εἶναι νὰ υἱοθετοῦνται γνωστὲς κανονικότητες γιὰ τὴν ἀπόδοση ἑνὸς ξένου ποιήματος καὶ τί ἀλλοιώσεις προκαλεῖ τὸ κυνήγι τῆς ὁμοιοκαταληξίας. Τὸ σαιξπηρικὸ σονέτο π.χ. εἶναι προσωπικὴ κατάκτηση τοῦ Σαίξπηρ. Ἄρα, εἴτε θα πρέπει νὰ ἀνακαλύψεις μιὰ νέα σονετικὴ μορφή ποὺ δὲν θὰ θυμίζει τίποτε ἀπὸ τήν ἀντίστοιχη  σονετογραφία της γλώσσας σου, ἤ θὰ ἀναζητήσεις ἄλλη λύση, ὅπως ἔκανε φερ’εἰπεῖν ὁ Πιὲρ Ζὰν Ζοὺβ μὲ τὴ ρυθμικὴ παράγραφο. Ὁ μεταφραστὴς δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψει στήν παράδοση τῆς γλώσσας του νὰ καταπνίξει τὸ μεταφραζόμενο. Ὀφείλει νὰ πάει κόντρα στὴν ἴδια του τὴν παράδοση. Τὸ σεφερικὸ «φάσμα τοῦ Σολωμοῦ» εἶναι μἰα ἀπὸ τὶς μείζονες ἰδεολογικὲς παρανοήσεις τοῦ μεταφραστικοῦ φαινομένου. 
Ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅμως, ἀδικεῖς ὅταν διατείνεσαι ὅτι τὰ μεταφραστικὰ ἀποτελέσματα στὴ γλώσσα μας εἶναι «ἄκρως ἀπογοητευτικά». Εἶναι τάχα τόσο ὰπογοητευτικὴ ἡ Ἔρημη χώρα τοῦ Σεφέρη, ἡ Ἀνάβαση τοῦ Τ. Παπατζώνη, ἡ Κατάη τοῦ Ζ. Λορεντζάτου, τὸ Μαῦρο γάλα τοῦ Τσέλαν ἀπὸ τὴν Ὄλγα Βότση γιὰ νὰ ἀναφέρω ὅ,τι ἔρχεται αὐτοστιγμεί στὸ νοῦ μου; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ὁ Φωκᾶς ξέρει ὅτι ἡ νεοελληνικὴ λογοτεχνία εἶναι κατά βάθος μιὰ ἱστορία μεταφράσεων. Καὶ ἐπειδή ξέρει, ἀδικεῖ, ὅπως ἀδικοῦν καὶ ὅλοι, ὅσοι δὲν ξέρουν. Πῶς νὰ μὴ ζηλέψεις ὅμως τὴ μεταμόρφωση τοῦ μπωντελαιρικοῦ θέματος μιᾶς ἄγνωστης, περαστικῆς γυναίκας σὲ ἑλληνικὴ Ξερολιθιά ! (296).

 Ἡ ποίηση δὲν δεσμεύεται ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ὑπῆρξε ἱστορικῶς, εἶναι αὐτὸ ποὺ γίνεται. Κάθε προσπάθεια συνέχισης ἢ ἐπιστροφῆς στὴν «παράδοση» εἶναι σκέτη ψευδαπάτη. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴ μετάφραση τῶν ποιημάτων. Ἡ γνώση καὶ ἡ καλλιέργεια διαδραματίζουν βεβαίως πρωτεύοντα ρόλο στὴ συγγραφή. Παραταῦτα, κάτι μᾶς λέει ἐπίμονα ὅτι ἡ ποίηση δὲν εἶναι τέχνη, δὲν μαθαίνεται σὰν ἕνα ὁποιοδήποτε ἐπάγγελμα, ὅπως δὲν γίνεσαι φιλόσοφος, ἐπειδή κατέκτησες τὴν ἀπαιτητικὴ γλώσσα τῆς φιλοσοφίας. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ὅλα εἶναι σχετικὰ καὶ τὸ ἀσήμαντο μπορεῖ νὰ λάβει ἀνενόχλητα τὴ θέση τοῦ σημαντικοῦ, ἔστω κι ἄν πολὺ συχνὰ ἔτσι γίνεται, ἰδίως στὴν ἐποχή μας, ἀφ’ἧς στιγμῆς ἔπαψε νὰ ὑφίστανται δογματικὲς ἀρχὲς τοῦ καλοῦ γραψίματος. Καὶ γι’αὐτὸ ἄλλωστε  οἱ φιλοδοξίες εἶναι πολὺ περιορισμένες. Ποιὸς ἔχει σήμερα γιὰ πρότυπο τὸν Δάντη ἢ ποιὸς τολμάει νὰ δηλώσει, ἔστω καὶ ὑπορρήτως, ὅτι φιλοδοξεῖ νὰ χαράξει μιὰ νέα ἀρχή; Τὸ πράγμα δὲν εἶναι ἄσχετο ἀσφαλῶς μὲ τὴν κατάσταση τῶν σύγχρονων μεταβιομηχανικῶν κοινωνιῶν, στὶς ὁποῖες ἡ Τέχνη κατὰ κανόνα ἐπιπλώνει, δὲν χτίζει, οὔτε γκρεμίζει. Οἱ ἄγριοι πόλεμοι γύρω ἀπὸ τὸ «γοῦστο», ὁδήγησαν τελικῶς στὴν παράδοξη εἰρήνη τοῦ προσωπικοῦ γούστου. Τὸ «μ’ ἀρέσει δὲν μ’ἀρέσει» εἶναι ἡ τελευταία λέξη στὰ αἰσθητικὰ ζητήματα καὶ τίτλος ἑνὸς ἀπὸ τὰ ὡραῖα δοκίμια τοῦ Νίκου Φωκᾶ.
Εἶναι ὅμως τὸ ποίημα ζήτημα «αἰσθητικῆς ἀξίας» καὶ μόνο; Οἱ δημιουργοὶ συνήθως εἶναι «ὀξύθυμοι ἀναγνῶστες», παρατηρεῖ ὁ Φωκᾶς. Ἀλλὰ καὶ ἐνθουσιώδεις ἐκεῖ ποὺ χρειάζεται, θὰ συμπλήρωνα, ὅπως δὲν εἶναι ὁ Φωκᾶς. Ὁ ὀργίλος ποὺ δὲν ξέρει νὰ θαυμάζει, θὰ παραμείνει ἄδικος σὲ πεῖσμα τῶν ὀξυδερκῶν παρατηρήσεων καὶ τῆς ἐναργοῦς διατύπωσης. Θαυμάζω τοὺς σκεπτικιστὲς ποὺ δὲν κρύβουν τὴ συγκίνησή τους. «Ἡ θρησκεία, ἔγραφε ὁ Benjamin Constant, εἶναι συγκινητικὴ κυρίως γιὰ ὅποιον δὲν πιστεύει» ( Journal, 17 Φεβ. 1804).  Μεγάλη ἀλήθεια. Ὁ πιστὸς πιστεύει, δὲν συγκινεῖται ἀπὸ τὰ θεῖα. Συγκινούμαστε ἀπὸ τὴν εὐσέβεια, τὴν αὐταπάρνηση τῶν ἡρώων του Παπαδιαμάντη, ἔστω κι ἄν δὲν εἴμαστε πιστοί. Δὲν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ αἰσθητικὴ ἀντιμετώπιση, ἀλλὰ γιὰ κάτι ἀνθρωπολογικῶς βαθύτερο. Ἂν τὸ δέος τοῦ κακοῦ ξεβολεύει, τὸ καλὸ συγκινεῖ, ἐπειδὴ κατὰ βάθος προστατεύει.
Ἀναγνωρίζοντας πὼς «τίποτα δὲν εἴμαστε» (85), ὁ Φωκᾶς νοσταλγεῖ τὶς ἐποχὲς τῆς πίστεως, γνωρίζοντας πὼς εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιστρέψουν, τουλάχιστον μὲ τὴν ἱστορικὴ μορφή τους. Πίστη σημαίνει Θεία Πρόνοια. Καὶ ὁ Φωκᾶς, ὅπως καὶ ἡ ἐποχή μας, δὲν φαίνεται νὰ πιστεύει στὴ Θεία Πρόνοια, οὔτε ὅμως ἔχει ἐμπιστοσύνη στὴν Κοινωνικὴ πρόνοια. Ὲξοῦ καὶ ἡ «μοναξιὰ τῆς Ποίησης» ποὺ φιλοδόξησε μιὰ στιγμὴ νὰ λάβει τὴ θέση τῆς θρησκείας.
 Ὅλη ἡ ποίηση τοῦ Φωκᾶ ἠχεῖ στ’αὐτιά μου σὰν ἀρχαῖος «ἀγὼν» μεταξὺ ἠθικῆς καὶ αἰσθητικῆς ποὺ δὲν καταλήγει ποτὲ σὲ συνθετικὴ ὑπέρβαση τῶν ἀντιθέτων, ἔστω κι ἂν στὸν καιρό του ἀντιτάχθηκε γενναία καὶ πρὸς τὴ μετασουρρεαλιστικὴ καὶ πρὸς τὴν στρατευμένη ποίηση (τῆς ἥττας ἢ ὄχι).
Ἀπὸ μιὰ ἄποψη μάλιστα, ὁ Ν. Φωκᾶς εἶναι ἴσως ὁ μόνος μεταπολεμικὸς «ποιητὴς τῆς ἥττας», ὄχι κατὰ τὴν καθιερωμένη ἔννοια, ἀλλὰ μὲ τὴν πνευματικότερη σημασία τῆς βαθύτερης ἥττας τοῦ σύγχρονου Ἑλληνισμοῦ. Μιὰ ἥττα ποὺ θρέφεται μέσα του ἀπὸ τὰ πρῶτα πρῶτα ἕως τὰ ποιήματα τῆς ὡριμότητας, (πρβ. τὴν  ὡραία Ἐκφορά, (279) ἢ τὸ Ἡ Γενιὰ (288)). Ἥττα προσωπική, γιατὶ ἡ νεώτερη Ἑλλάδα δὲν ἐπιτρέπει τὴν ὕπαρξη αὐτόνομων προσωπικοτήτων, ἥττα τοῦ Ἑλληνισμοῦ γιατὶ δὲν κατορθώνει πλέον νὰ ἀρθρώσει ἴδιον λόγο.
Βασικό γνώρισμα τῆς μεταπολεμικῆς ποίησης εἶναι ἡ παθητικὴ ἔκφραση εἴτε ἑνὸς ψυχολογικοῦ ὑποκειμένου ποὺ δίνοντας τὸ προβάδισμα στὸ ἀνεπεξέργαστο αἴσθημα παραδέρνει, ἀναζητώντας ματαίως μιὰ οὐσιαστικὴ σχέση μὲ τὸν σύγχρονο κόσμο χωρὶς νὰ τὸν καταλαβαίνει, εἴτε μιᾶς ὀνειρικῆς συλλογικότητας ποὺ προσδοκᾶ ἕνα καλύτερο αὔριο καὶ θρηνεῖ γιατὶ δὲν ὑλοποιήθηκε. Ὁρισμένα ἐξ αὐτῶν ὅμως θὰ συγκινοῦν μὲ τὴν «ἀνθρωπιά» τους.
Στὰ ποιήματα τοῦ Ν. Φωκᾶ δὲν ὑπάρχει παρόμοια «ἀνθρωπιά», ὄχι γιατὶ ὁ ποιητὴς εἶναι ἀπάνθρωπος, ἀλλὰ γιατὶ πασκίζει ἀνέλπιδος νὰ ἐξιχνιάσει τί ἀκριβῶς διέπει τὸ ἴδιο τὸ προσωπικὸ βίωμα. Ὁ σύγχρονος κόσμος αἴρει τὸ ἀπόλυτο τῶν ἀρχῶν, χωρὶς νὰ τὶς καταργεῖ. Χωρὶς τὸ Ἕν ὡς πηγὴ νοήματος, εἴτε αὐτὸ καλεῖται Νόμος, Θεὸς ἢ Λογική, δὲν ὑφίσταται τάξη. Μένει τὸ ἐρωτηματικό,  ὑπαρξιακὸ βίωμα, παραζαλισμένο πολλὲς φορὲς ἀπὸ τὶς μεταμορφώσεις τοῦ Ἑνός.
Τὸ ποίημα λοιπὸν μπορεῖ μὲν ἐξωτερικῶς νὰ ἠχεῖ ὡς «ἀντιποιητικό», ἐξοῦ καὶ ἡ πεζολογία του, ἔρχεται ὅμως πολὺ κοντὰ σ’αὐτὸ ποὺ ἀναζητᾶ τὸ παρὸν γιὰ νὰ λάβει μορφὴ ποιήματος. Παρὰ τὴν ποικιλία ἀποχρώσεων καὶ ποιοτήτων, ἡ γενικότερη κατεύθυνση μιᾶς ἐποχῆς, εἶναι βεβαίως κοινὴ γιὰ ὅλους. Ἀλλὰ τὸ βαθύτερο νόημα τοῦ παρόντος ποὺ ἐνσαρκώνει τὸ γνήσιο ποίημα, καθὼς αὐτὸ δὲν ὑπόκειται στὶς χρονικὲς σχέσεις αἰτίου καὶ αἰτιατοῦ, ἀποτελεῖ πάντα μιὰ ἀδιόρατη διακοπή, μιὰ στιγμὴ ἐκκρεμότητας. Δὲν μπορεῖ λοιπὸν νὰ ἔχει ἕτοιμη γλώσσα, ἕτοιμους τρόπους, ἕτοιμα αἰσθήματα. Ὅλα δηλ., ὅσα συγκροτοῦν τὸν μέγα πλοῦτο τῆς ποιητικῆς παράδοσής μας, ἀλλὰ  καὶ τὸ μέγα ἐμπόδιο τῆς γνήσιας ποίησης.
Ἀπέναντι στὶς γενικὲς κατευθύνσεις, ὁ Ν. Φωκᾶς ἐπιλέγει νὰ «μεγεθύνει τὸ μικροσκοπικό» (107) τὶς μικρὲς κλίμακες μὲ τὶς σχεδὸν ἀδιόρατες πλὴν ἠχηρὲς ἐκρήξεις. Ἠχηρές, γιὰ ὅποιον ἀποφασίσει νὰ συρθεῖ μέσα στὴν τρύπα του. Πάσχουμε λίγο πολύ, θὰ ἔλεγα,  ἀπὸ τὸ σύνδρομο τοῦ Γκιούλιβερ στὴ χώρα των Λιλιπουτείων. Δὲν χωρᾶμε πουθενὰ καὶ γι’αὐτὸ ἀδιαφοροῦμε γιὰ τὶς τρύπες. Ἂν ὅμως τὸ ποίημα δὲν ἀνοίγει τρύπα, τότε δὲν χρειάζεται διόλου. Ὁ ἄνθρωπος ζεῖ μιὰ χαρὰ σήμερα χωρὶς Θεό, χωρὶς σωτήριες ἰδεολογίες, ἄρα μπορεῖ νὰ ζήσει μιὰ χαρὰ καὶ χωρὶς ποιήματα. Δὲν ξέρω κατὰ πόσο μιὰ τρύπα ἀνάμεσα στὶς ἐπαύλεις καὶ τοὺς οὐρανοξύστες μπορεῖ ν’ἀλλάξει τὴ ζωὴ ἑνὸς ἀνθρώπου, οὔτε ξέρω γιατὶ πρέπει ν’ἀλλάξει, ὅταν ἀλλάζει καθημερινῶς χωρὶς προειδοποίηση. Ἡ συνειδητοποίηση της ἀλλαγῆς του ὅμως, ἀδιάφορο πρὸς ποιὰ κατεύθυνση, ἀποτελεῖ πνευματικὸ μέλημα ποὺ μόνο ἡ σκέψη καὶ ἡ τέχνη μποροῦν νὰ ἱκανοποιήσουν. Ἡ λογοτεχνία ἦταν κάποτε χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τοῦ καλλιεργημένου ἀνθρώπου. Δὲν τὸν ἔκανε οὔτε καλύτερο, οὔτε χειρότερο. Στὴν καλύτερη περίπτωση, τὸν εἰδοποιοῦσε γιὰ τὴ σχέση του μὲ τὸ γνωστό, μὲ τὸ παρόν (βλ. π.χ.  Τα γνωστά, σελ. 250).

Ὠς ἑνιαία, προσωπικὴ διάθεση, ἡ ποίηση τοῦ Ν. Φωκᾶ δὲν ὑπόσχεται, δὲν παραμυθεῖ, συχνὰ μάλιστα δὲν τέρπει κὰν μὲ τὴν πρώτη. Ἔχει ἀποβάλει ἑκουσίως κάθε γλωσσικὴ γοητεία, κάθε προφητικὸ ἐνθουσιασμό. Παρὰ τὴν ἐμμονή του στὴν παραπειστικὴ λέξη «ποιοτικός», τὴν ὁποία ὑψώνει ὡς ἀντίσταση ἐνάντια στὴ χρηστικότητα, ἐνῶ ἀποτελεῖ ἁπλῶς θετικὴ ἢ ἀρνητικὴ ἰδιότητα, συγχέεται ὅμως μὲ τὴ διαφημιστικὴ προβολὴ τοῦ χρηστικοῦ προϊόντος καὶ συνεπῶς ἀπάδει πρὸς τὴν ποίηση, ἡ μαστορικὴ ἐδῶ δὲν ἔχει τὴν πρωτοκαθεδρία. Καλὸς μάστορας δὲν πάει νὰ πεῖ καὶ καλὸς ποιητής. Ἰδοὺ τὶ ψιθυρίζει τὸ παρὸν τῆς τυποποίησης. Καὶ ἐνῶ κρυφίως ἐπιστρατεύονται σύνθετες στιχουργικὲς μορφὲς γιὰ τὴ ρυθμικὴ ὁλοκλήρωση ἑνὸς θέματος, ἰδίως στὶς προχωρημένες, ἂν καὶ πιὸ «καθισμένες» συλλογὲς τῆς δεκαετίας τοῦ ’90, ἡ δική του μαστορικὴ μένει ἀόρατη διὰ γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ. Τὸ ἀντιποιητικὸ καὶ ἐν πολλοῖς δημοσιογραφικὸ λεξιλόγιο ἀνήκει στὴν τρεχάμενη γλώσσα. Σχεδὸν μινιμαλιστικὰ avant la lettre στὴ νεοελληνικὴ ποιητική, τὰ ποιήματά του ἀνδρώνονται σιγὰ σιγὰ μορφοποιώντας ἕναν σχεδὸν ἀφιλάρεσκο, εἰρωνικὸ καὶ ἀνέλπιδο στοχασμό. Ἀναζητοῦν τὴν ἀλήθεια ἐκεῖ ποὺ πονάει, καὶ σὰν μικροὶ κεραυνοὶ σκᾶνε πάνω στοὺς ἀδιερεύνητους τόπους τῶν πεποιθήσεων, τῶν βεβαιοτήτων, τῆς πνευματικῆς ἀσφάλειας. Ὅποιος ξέρει τὸ σπίτι του, ξέρει τὴ «διαβατικὴ (δηλαδὴ ἰδεολογικὴ) ἀθωότητα» (97) ἀλλὰ καὶ τὰ μιαρὰ μυστικά του. Τέτοια εἶναι καὶ ἡ πνευματική του σχέση μὲ τὴν Ἑλλάδα.
Ὥστε δὲν συνεπαίρνει, σὲ «συμπαίζει», θὰ ἔλεγα, ὅπως συνέπαιζαν, λοιδορώντας τοὺς θεούς τους οἱ ἀρχαῖοι. Παντοῦ ὅμως μυρίζει μιὰ ἰδιάζουσα τρυφερότητα, μιὰ συμπόνια χωρὶς ψευδαισθήσεις καὶ μὲ «ἄρνηση κάθε ταυτότητας» (138). Ἀλλὰ ὅπου ἡ σκέψη εἶναι χωρισμός, ἡ φρίκη του διατυπώνεται μὲ προσωκρατικὴ ἠρεμία, γιὰ νὰ μήν πῶ μὲ ἀπονενοημένο μειδίαμα:

...δὲν καταλάβαινα∙ἔφταιγε ἡ παλιὰ μὲ τὸν κόσμο αὐτὸν οἰκειότητα (147).

Τί μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ θάνατος «χωρὶς σταυρὸ ἢ ἄλλο ἱερὸ σημάδι», ρωτάει τὸ ποίημα Σάτυρος (159). Τί σημαίνει δηλαδὴ θνητὸς σήμερα; Σημαίνει ἄνοιγμα στὴ φρικτὴ ἀλήθεια τῆς φθαρτότητας, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἔπαψε νὰ ἰσχύει ὁ σταυρὸς ἢ ἄλλα ἱερὰ σημάδια. Τὸ μόνο ἱερὸ εἶναι ἡ θαρραλέα ἐνατένιση αὐτῆς καθαυτῆς τῆς φθαρτότητας καὶ συνεπῶς ἡ τρύπα τοῦ ποιήματος.  Μιὰ μεταφορὰ τρομακτικῆς φύσεως εἶναι καὶ τὸ εἰρωνικὸ  Ἀπορρυπαντικό (167). Ἀγαθὸ ἄμεσα διαθέσιμο μὲ ἑλκυστικότατη συσκευασία καὶ ἐπωνομασία «Σανλαϊτ» (Ἡλιόφως) ποὺ καθαρίζει ἀπὸ τοὺς ρύπους καὶ κάνει τὰ πάντα νὰ λάμπουν κάτω ἀπὸ τὴν ἀφανιστική του χημεία.

Ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἡ ἐπιστροφὴ σ’ἔναν κόσμο δῆθεν ἄδολο καὶ καθαρό, οἱ μεταφυσικὲς ἀρχὲς τοῦ ὁποίου ἔκαναν τὴ ζωὴ αὐθεντικότερη. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει πλέον χωρὶς ἀπορρυπαντικά, ὅπως κανεὶς δὲν ζοῦσε χωρὶς Θεοὺς ἢ Θεό. Ἡ ἀόρατη ἀρχὴ ποὺ διέπει τὰ παρόντα εἶναι πλέον ἡ Τεχνολογία, ἡ ὁποία διαμορφώνει καὶ καθοδηγεῖ κάθε πτυχὴ τῆς πραγματικότητας, ὑλικῆς καὶ πνευματικῆς. Οἱ νοσταλγικὲς ἀντιδράσεις φτωχαίνουν τὴν ποίηση. Πάντως, στὴ μικρὴ ἢ πιὸ μείζονα κλίμακα τοῦ καθημερινοῦ βιώματος, οἱ ποιητικὲς παρατηρήσεις τοῦ Ν. Φωκᾶ φωτίζουν κάτι ἀπὸ τὴ φύση τῶν ἀποκαλούμενων φώτων : «Τὸ φῶς, τὸ φῶς ὁ μόνος ἅδης !» (171).  Μιὰ τραγωδία δηλαδή, ἀπαράλλακτη προϋπόθεση τῆς σύγχρονης ποίησης.

ντώνης Ζέρβας


--------------------------------------------------
Ἀφιέρωμα στὸν Νίκο Φωκᾶ, περ. Μανδραγόρας, τχ. 56, Ἰούνιος 2017.
** Τὸ Ἐκκρεμές (86). Οἱ ἀριθμοὶ σὲ παρένθεση παραπέμπουν στὴ σελιδαρίθμηση τοῦ τόμου Νίκος Φωκᾶς, Ποιητικὲς συλλογές 1954 – 2000, Ὕψιλον 2002.

Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2018

"Σύγχρονοι Έλληνες ποιητές της διασποράς" στον Ιανό στις 30 Ιανουαρίου


Οκτώ σημεία του πλανήτη και δεκατρείς Έλληνες ποιητές που ζουν διεσπαρμένοι σε αυτά, με το βλέμμα τους πάντοτε στραμμένο στην Ελλάδα. Ενδιαφέροντα ερωτήματα τίθενται, όταν θελήσουμε να ανιχνεύσουμε την ποίησή τους: Πώς είναι να δημιουργεί κάποιος στην οικεία του γλώσσα ενώ ζει σε ένα ανοίκειο γλωσσικό περιβάλλον, τι είδους γέφυρα ή μονοπάτι επιστροφής δημιουργεί το να γράφει κάποιος στη μητρική του γλώσσα και τι θεματολογία γεννούν η λαχτάρα της επιστροφής στην πατρίδα και η δυσκολία της καθημερινότητας σε μια ξένη χώρα;

Οι Δημήτρης Τρωαδίτης από την Αυστραλία, Ελένη Γαλάνη και Γιώργος Λίλλης από τη Γερμανία, Κωνσταντίνα Κορρυβάντη, Χαρίλαος Νικολαΐδης, Κωνσταντίνος Παπαχαράλαμπος και Νίκη Χαλκιαδάκη από το Ην. Βασίλειο, καθώς και Αρίστη Τριανταφυλλίδου-Τρεντέλ από τη Γαλλία θα συζητήσουν αυτά και άλλα θέματα με τη Χριστίνα Λιναρδάκη, αρχισυντάκτρια στο λογοτεχνικό blog στίγμαΛόγου, σε συνεργασία με την Κατερίνα Τσιτσεκλή, συντάκτρια του ιστολογίου, την Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2018, ώρα 17.30, στον Ιανό της οδού Σταδίου.

Οι Μανώλης Αλυγιζάκης (Καναδάς), Ευτέρπη Κωσταρέλη (Γερμανία), Θεοφάνης Μελάς (Δανία), Κωστής Παπακόγκος (Σουηδία) και Ηλίας Θ. Παππάς (Νορβηγία) θα συμμετάσχουν με βίντεο, ενώ την εκδήλωση θα προλογίσει με θέμα «Τι είναι διασπορά σήμερα» ο ποιητής Αντώνης Ζέρβας, ο οποίος επίσης έζησε και εργάστηκε στις Βρυξέλλες όλο του τον ενεργό βίο. Ποιήματα θα διαβάσουν οι ποιητές και η ηθοποιός Βάσια Κούρου.

Την εκδήλωση διοργανώνει το λογοτεχνικό blog στίγμαΛόγου, με αφορμή τη συμπλήρωση πέντε ετών από τη δημιουργία του.

Δείτε το event που έχει δημιουργηθεί στον Ιανό εδώ: https://www.ianos.gr/events/sigronoi-ellines-poiites-tis-diasporas-blogspotlogou-ekd.html

Δείτε την εκδήλωση στο Facebook: https://www.facebook.com/events/1046762795464166/ 

Και  το ακόλουθο link στο youtube, από όπου μπορείτε να παρακολουθείτε live την εκδήλωση: https://www.youtube.com/watch?v=65F8nh_JPZA

Σας περιμένουμε!

στίγμαΛόγου