Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2020

Τραγούδια σχετικά με το καλοκαίρι

Λίγο προτού σας αποχαιρετήσουμε για το καλοκαίρι, μία κάπως διαφορετική ανάρτηση που περιλαμβάνει τραγούδια σχετικά με αυτήν την αγαπημένη εποχή του χρόνου. Τα περισσότερα από τα εν λόγω τραγούδια θα σας είναι γνωστά, για να μην πω αγαπημένα. Ξεκινάμε με κάποια εγχώρια, σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη:

Πρώτη, η Μαρίνα σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη, ερμηνευμένη από τη Μαρία Φαραντούρη:



Στη συνέχεια Το θαλασσινό τριφύλλι, σε μουσική του Λίνου Κόκοτου και ερμηνεία της Ρένας Κουμιώτη:



Ακολουθεί το Όλα τα πήρε το καλοκαίρι, σε μουσική του Δημήτρη Παπαδημητρίου και ερμηνεία της Ελευθερίας Αρβανιτάκη:


Τέλος (για το ελληνικό τμήμα της ανάρτησης), Τα τζιτζίκια, σε μουσική πάλι του Λίνου Κόκοτου, ερμηνευμένα από τον Μιχάλη Βιολάρη:



Στην ξένη σκηνή, πολλά είναι τα αγαπημένα τραγούδια για το καλοκαίρι (απλά τραγούδια, όχι μελοποιημένη ποίηση), αλλά θα παραθέσω μόνο τέσσερα για λόγους ισορροπίας με την ελληνική μελοποιημένη ποίηση:

Το Summertime που πρωτοτραγούδησε η Αbbey Mitchell το 1935. Με περισσότερες από 25.000 ηχογραφήσεις, αυτή η τζαζ μπαλάντα του George Gershwin είναι all-time classic. Εδώ σε εκτέλεση της Billie Holiday:





To Summer Song του Louis Armstrong (1961) με τον υπέροχο εναρκτήριο στίχο “Love, to me, is like a summer day”:



To Those Lazy-Hazy-Crazy Days of Summer του Nat King Cole (1963), για να ανεβάσουμε λίγο τον ρυθμό:




Και, τέλος, το Summer in the City των Lovin' Spoonful (1966) που σίγουρα ήξεραν πολλά για τα καλοκαίρια της Νέας Υόρκης:



Όλοι στο στίγμαΛόγου σας ευχόμαστε ένα ξέγνοιαστο (κατά το δυνατόν) καλοκαίρι, χωρίς κορονοϊούς και άλλα απρόοπτα!

Χριστίνα Λιναρδάκη



Καλό καλοκαίρι! 

Ραντεβού στα μέσα Σεπτεμβρίου!



Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας: "Ελάχιστη συνθήκη" του Σπύρου Γούλα


Ελάχιστη συνθήκη

Το σώμα μετριέται με σώμα
και χρειάζεται αποδείξεις
γκρεμισμένες ανάσες
λιωμένα φιλιά
και γεύση ιδρώτα.

Το σώμα μετριέται με σώμα
μα το σώμα μου
είναι σκισμένο από το δικό σου
οι γραμμές του κρέμονται στα κενά σου
σαν κομμένα καλώδια
και δεν τρέμει
δεν έχει σημάδια
απλώνεται αμέτρητο χωρίς να σε βρίσκει
και τίποτε πια
δεν με αποδεικνύει
σαν σώμα.

Σπύρος Γούλας 
(από τη συλλογή του Τα περσινά τους βάζουν για καλά)

Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2020

"Αυτοί που σιωπούν" του Μπρουνό Ντουσέ

Ο Μπρουνό Ντουσέ είναι Γάλλος ποιητής και εκδότης, ταγμένος να υπερασπιστεί την ποίηση του κόσμου, όπως ο ίδιος αναφέρει στο βιογραφικό του σημείωμα. Έχει γεννηθεί στο Ζουρά το 1961 και πιστεύει ότι η ποίηση είναι η τέχνη της φιλοξενίας, ένα ταξίδι γεμάτο σταυροδρόμια προς τη συνάντηση του άλλου. Το προσωπικό του έργο περιλαμβάνει δοκίμια, μυθιστορήματα και ποιητικές συλλογές.

Η τελευταία ποιητική συλλογή του Aυτοί που σιωπούν, σε εξαιρετική μετάφραση της Κατερίνας Αποστολοπούλου, είναι ένα ακόμα ταξίδι προς τη συνάντηση του άλλου. Ποίηση αφηγηματική, προβάλλει μια ονειρική θέαση του κόσμου, φέρνει στην επιφάνεια το βάθος των πραγμάτων, φανερώνει τη μυστική σύνδεσή τους με τον κόσμο. Ένα μέρος της γοητείας της οφείλεται στο ότι καταγράφει τα γεγονότα την ώρα που συμβαίνουν, εκφράζοντας πηγαία συναισθήματα.

Η πρώτη ενότητα της συλλογής είναι αφιερωμένη στην Ελλάδα, την οποία ο ποιητής επισκέφθηκε μαζί με τη σύντροφό του ένα καλοκαίρι, την εποχή της οικονομικής κρίσης. Στο πρώτο ποίημα, ο ποιητής δίνει φωνή στον έρωτα, σε εκείνη την κατάσταση συνείδησης που οξύνει τις αισθήσεις και τον κάνει να αντιλαμβάνεται σε όλη την πληρότητά του τον κόσμο. Το ποίημα είναι ένα σημείωμα αγάπης, η ανάγκη του να μοιραστεί με την αγαπημένη του, όσα είδε και αισθάνθηκε ένα πρωί, την ώρα που εκείνη κοιμόταν.

Εκείνο το πρωί/ σηκώθηκα πολύ πριν από σένα/ να δω το πρώτο φως της μέρας/

Στην αυλή του σπιτιού μας/ ενός ιβίσκου το κλαδί/ τέντωνε τα δάχτυλα της προσμονής του/ στην ίδια κατεύθυνση με μένα/

Όλα έμοιαζαν να ζουν για τον ίδιο λόγο

Μέσα στην αύρα/ της αυγής/ τα χθεσινά απλωμένα ρούχα/ έδιναν στην αυλή μας/ την όψη μιας βάρκας/ που μπαίνει στο λιμάνι/

Δεν είδα τις πρώτες ακτίνες του ήλιου/ να πυρπολούν τις κορυφογραμμές/

Είδα το λευκό σου φόρεμα/ το φόρεμά σου ανοιχτό στον άνεμο/ που έκανε τον ήλιο να χορεύει σαν αρμυρίκι/

Ήθελα να σου πω/ έλα να δεις τι ωραίο που ’ναι το φόρεμά σου/ μέσα στο φως του πρωινού…


Ο ποιητής εμπνέεται από το ελληνικό καλοκαίρι και τα τοπία της ελληνικής γης. Μέσα του νιώθει να αναδύεται η ψυχή του τόπου, τα κρυμμένα ιδανικά στην ψυχή των ανθρώπων που έχουν ζυμωθεί με αυτή τη γη· αγάπη για τη ζωή και τον άνθρωπο, φιλία, φιλοξενία, αλληλεγγύη, ανιδιοτέλεια…

Σε τούτη τη χώρα/ κανενός δεν του περνάει απ’ το μυαλό η ιδέα/ να μετρήσει τ’ άστρα/ ή τις κατσίκες του κοπαδιού/

Το μόνο που μετράει εδώ/ είναι ο Κριός της νύχτας/ και τα προβατάκια των αφρισμένων κυμάτων/ που παφλάζουν πάνω στη βάρκα του ψαρά/

Σε τούτη τη χώρα/ μια μόνη στάμνα κλείνει μέσα της πιότερο δροσερό νερό/ απ’ όσο βαστάνε οι ουρανοί…


Ο σεβασμός που νιώθει ο ποιητής για την πνευματική κληρονομιά της Ελλάδας σχεδόν ψηλαφείται στην ποίησή του, δεν είναι τυχαίο ότι προλογίζει την ποιητική του συλλογή με ένα στίχο του Οδυσσέα Ελύτη: Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε τι βλέπεις.

Γράφει:
…η κατανόηση μιας μόνο ελληνικής λέξης/ θα αρκούσε για ν’ αλλάξει η όψη του κόσμου/ Κρίσις σημαίνει επιλέγω…

Καυτηριάζει την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης που οδήγησε μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού κάτω από το όριο της φτώχειας, τη συρρίκνωση του οράματός της σε μια στείρα οικονομική ένωση. Σατιρίζει την αδιαφορία της να προσφέρει λύσεις στα κρίσιμα προβλήματα της εποχής, στα άσχημα μαντάτα του κόσμου, τους ανθρώπους που πνίγονται στη Μεσόγειο, τους πρόσφυγες που συσσωρεύονται στις παραλίες των νησιών της Ελλάδας που είναι συνάμα και τα σύνορα της Ευρώπης.

Στις Βρυξέλλες/ τέσσερις βουλευτές πίνουν ουίσκι/ μιλώντας για την ελληνική κυβέρνηση/
Σ’ ένα χωριό/ τέσσερις Κρητικοί/ κοιτάζουν τα χελιδόνια να πετούν/
Ήθελε να κάνει τον έξυπνο/ σκληρή θα είναι η πτώση του/ λένε οι μεν/
Πετάν ψηλά/ καλό καιρό θα μας κάνει αύριο/ μουρμουρίζουν οι άλλοι/
Ανάμεσά τους η θάλασσα του Αιγαίου/ αδιάφορη/ καταβροχθίζει σαράντα μετανάστες που έρχονται απ’ αλλού


Μέσα στην ποίησή του αποτυπώνεται η γεμάτη ανιδιοτέλεια διάσωση προσφύγων από τους Έλληνες ψαράδες:

…Η Παρθένος της Μιλάτου είναι έτοιμη να ξαναφύγει/ Η μηχανή ξεροβήχει/ και ρίχνεται στα κύματα/ Έχουμε τρεις ώρες μπροστά μας μέχρι να πέσει η νύχτα/ της λέει ο Ευαγγελιστής/
Η αγκαλιά του πλοίου φουσκώνει από περηφάνια/
Ο καπετάνιος του έχει δίκιο/ με τον καιρό που κάνει είναι σίγουρο/ πως αυτοσχέδιες λέμβοι θα μπατάρουν/
Μακριά/ μέσα στο κύμα με τ’ άσχημα μαντάτα του κόσμου/ κάτω από τις μαύρες λεπίδες του νερού/ μια μάνα εξαντλημένη/ κρατάει το παιδί της στα τεντωμένα χέρια της.


Καταγράφει τις συζητήσεις του με τους απλούς και φιλόξενους ανθρώπους που συνάντησε στη χώρα μας. Μαντεύει τις αγωνίες της καρδιάς τους, τον δύσκολο και συνάμα περήφανο αγώνα τους για να τα βγάλουν πέρα, αντιμέτωποι με τις περικοπές των μισθών, των ήδη πενιχρών συντάξεων, την ανεργία... Εντυπωσιάζεται με τη γενναιόδωρη φιλοξενία τους, τη δοτικότητά τους που συνεχίζεται παρόλες τις αντίξοες συνθήκες:

Στο σπίτι του/ υπάρχουν δυο καρέκλες και ένα μικρό τραπέζι/ ένα δωμάτιο τόσα δα/ και δυο κρεβάτια άσπρα, σιδερένια/ 
ένα κομμάτι γης/ και κάτι ελιές περιτειχισμένες με ξερολίθια/
Είναι φτωχός αλλά μοιράζεται το αχλάδι/ αν μένει ένα αχλάδι στο καλάθι/
Ζει μόνος αλλά δυο ποτήρια/ είναι πάντα έξω για τη ρακή…


Μέσα στην ποίησή του αποκαλύπτεται η μυστική σύνδεση του ανθρώπου με τα πράγματα και τον κόσμο που τον περιβάλλει. Ενίοτε τα πράγματα, μέσα στη σιωπή τους, μιλάνε για τον άνθρωπο. Σκύβουν πάνω από την περηφάνια μιας ψυχής βασανισμένης από τις κακουχίες της ζωής και από το χρόνο:

Με το αργό βήμα/ μιας σκιάς/ η γριά Δέσποινα/ διασχίζει το χωριό/ κάτω απ’ τα πλάγια βλέμματα/ αδέσποτων γατιών…
…Οι εκατό Μάηδές της/ λύγισαν των καλντεριμιών την κλίση/ Σαν σηκώνεται να φύγει/ το φεγγάρι γλιστράει/ μπροστά στα βήματά της/ και πουλιά/ πάνε και κάθονται στα χέρια της/ 

Τα κέρματα που πέφτουν απ’ την τσέπη της/ μεταμορφώνονται σε χοντρές φέτες ξερόψωμο.

Στις συνάξεις τα χείλη είναι κλειστά, ακούγεται η ψυχή μες στη σιωπή, μέσα στο βλέμμα, έτσι συνεννοούνται οι άνθρωποι που τους βασάνισε η ζωή, με το χορό, με τη στάση του σώματος ευθυτενή:
…Το καλοκαίρι/οι ίδιοι πάλι κάθονται/ στη σκιά ενός γέρικου τοίχου/ Οι σιωπές τους αφήνουν ν’ ακουστεί/ η μακρινή βοή του κόσμου… 

…Είναι όμορφες και χορεύουν ευθυτενείς/ Δεν είναι τα στήθη τους/ που βλέπουμε να προβάλλουν/ μα/ το βλέμμα ενός λαού περήφανου/ που δε θέλει να ζει γονατιστός.


Η δεύτερη ενότητα της συλλογής του είναι ένας ύμνος στη φιλία, η καταγραφή του αγωνιώδους ταξιδιού πέντε ανθρώπων, που έρχονται από όλα τα μέρη της γης, για να βρεθούν στο προσκέφαλο ενός φίλου που αργοπεθαίνει. Έχει τίτλο Η κλίνη και ξεχειλίζει από αγάπη. Μιλάει για εκείνα τα άλλα σύνορα, της ζωής και του θανάτου και είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Gérard Dhôtel, συγγραφέα και δημοσιογράφου, τον επιβάτη του δωματίου 4.

Είσαι εδώ/ σ’ ένα κρεβάτι νοσοκομείου/ πιο τσακισμένος/ κι από ναυαγό/ στη νήσο Κλίπερτον/
Ο ωκεανός/ περικυκλώνει/ την ατόλη του δωματίου σου/
ενώ ο κυβερνήτης κάβουρας/ αναθέτει στις λεγεώνες των δαγκανών του/ τη μεγάλη μάχη της ζωής σου…
…Είμαστε εδώ/ πέντε δάχτυλα/ για ένα χέρι/ και το κρεβάτι σου/ απιθωμένο βότσαλο/ μες στην παλάμη μας/
Ο ένας ήρθε από την Αφρική/ μια άλλη απ’ τη Χιλή/ μια τρίτη κατέβηκε απ’ το ρυάκι ενός βουνού/
σ’ ένα αεροπλάνο που ξεκίνησε απ’ την Κρήτη/ 

αγαπόρνιθες καλύπτουν με φτερά/ τις καμπύλες της γης….

Στο τέλος αυτής της ενότητας αιωρείται μια υπόσχεση αγάπης:

…Ας με ρίξουν στα ποτάμια/ αν δεν ξαναφέρω στη ζωή μια στάλα απ΄την επιθυμία σου/ λίγο ψωμί, αλάτι και λάσπη/ που σαν ψηθεί δίνει πηλό/ και που μέσα της βρίσκουμε κάποτε αστέρια που πέσανε απ’ τον ουρανό…

Στο τρίτο μέρος, με τίτλο Κρετέιγ, σκιαγραφούνται τα κρίσιμα προβλήματα της εποχής μας μέσα από τη φωνή διαφορετικών ανθρώπων. Το πρώτο ποίημα δίνει φωνή στον μοναχικό άνθρωπο, σε εκείνον που φοβάται ότι θα πεθάνει μόνος και θα βρεθεί στα αζήτητα. Το δεύτερο είναι γραμμένο για το παιδί της γης, τον οικονομικό μετανάστη, τον πρόσφυγα… Εκείνον που ξεκινάει το ταξίδι για να βρει τη μοίρα του σε άλλο τόπο και όταν πεθαίνει ξαναγεννιέται, γιατί δεν πρόκειται για έναν άνθρωπο, αλλά για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους… Σχολιάζει το πρόβλημα ταυτότητας του ανθρώπου που φεύγει από την πατρίδα του και νιώθει ότι δεν ανήκει πουθενά. Καταγγέλλει τον ρατσισμό, θυμίζει ότι όλοι οι άνθρωποι είμαστε παιδιά αυτής της γης.

Το παιδί που ’χει να κάμει με τη γη/ αρνείται το όνομα πιθήκου/ που του αποδίδει ο αποικιοκράτης διοικητής/ μόνο για λίγο θα σκάψει στα αρδευτικά έργα/ μόνο για λίγο θα δουλέψει στ’ αλατωρυχεία/ μόνο για λίγο θα ξεριζώσει το ουράνιο απ’ την κοιλιά της γης
Κι αν σκοτωθεί μια μέρα/… θα ξανασηκωθεί απ’ τους νεκρούς/ για να συνεχίσει το δρόμο του…
Κι όταν θα φτάσει στη δική μας γη/ αν φτάσει ποτέ/ κι άλλα κάγκελα/ κι άλλοι πνιγμοί/ κι άλλοι πλαστογράφοι της μέρας και της νύχτας θα τον περιμένουν/

Δεν θα είναι πια ένας νομάδας/ μα ένας μετανάστης/
Δεν θα είναι πια κάποιος που ανήκει στη φυλή Τουαρέγκ,/ των Πελ ή των Τούμπου/ μα ένας πρόσφυγας,/ ένας εξόριστος, ένας άπατρις/
Το παιδί τούτης της γης που ’χει αποκάμει


Αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος των ποιημάτων του σε ένα ακόμη μελανό σημάδι της εποχής, στον θρησκευτικό φανατισμό. Αναφέρεται στον προσηλυτισμό νέων ανθρώπων στο Ισλάμ, στο ανερχόμενο ρεύμα του Σαλαφισμού.

Τον είδα να φεύγει Γενάρη μήνα/ Το Πανεπιστήμιο όντως δεν ήταν γι’ αυτόν/ Παραείχε βιβλία κι αμφιβολίες και λέξεις/ Το ταξίδι έκανε τη ζωή του πιο απλή/
Όταν επέστρεψε/ υπήρχε μόνο ένα βιβλίο στις αποσκευές του/ μια μόνη βεβαιότητα στο κεφάλι του/ ένας μόνο λόγος στο στόμα του
Τώρα πια/ Προσεύχεται σύμφωνα με το Ισλάμ/ νηστεύει στο Ραμαζάνι/ κι ορκίζεται να πάει μια μέρα για ιερό προσκύνημα στη Μέκκα…


Καταγγέλλει τον πουριτανισμό της ισλαμικής θρησκείας, την αφύσικη καταπίεση των κορμιών που στερούνται τον έρωτα, την καταπίεση της γυναίκας.

…Είπε/ ότι η μαντίλα/ δεν ήταν μέσο υποβιβασμού των γυναικών/

Την επόμενη Παρασκευή/ είναι βέβαιο/ θα έρθει ξανά με άλλα επιχειρήματα…


…Όταν είπε ΣΑΛΑΦΙΣΤΗΣ δεν ούρλιαξα από οργή/ μέσα στην έρημο των απογοητεύσεων/
 Κοίταξα απλώς/ σε μια γωνιά της κουζίνα μου/ τη μικρή μαύρη μύγα/ να τυλίγεται στα λευκά νήματα/ των βημάτων μιας αράχνης…

Στην ποίησή του φιλοξενείται η φωνή μιας γυναίκας, της Ντους Ιμπρούν, μιας γυναίκας υπέρ της ειρήνης… Είναι μια από αυτές τις γυναίκες που τολμούν να γράψουν, να μιλήσουν, να πουν… Τολμούν να βρουν τις φράσεις ενάντια στη φρίκη…

Καταγγέλλει τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 13ης Νοεμβρίου 2015 στο Παρίσι, που είχαν σαν αποτέλεσμα τον θάνατο 129 ανθρώπων και σημάδεψαν ανεξίτηλα τη Γαλλία.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 13 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ

Άνεμος τρέλας, φωτιές και στάχτες/ Επιτίθενται στα νιάτα/ στη μουσική/ και στη ζωή/ Ο θάνατος οδηγεί τα βήματά τους/…

…Σκότωσαν ανθρώπους/ που αγαπούσαν τη ζωή/ που έπιναν τον έρωτα/ κι ονειρευόντουσαν να διασχίσουν τον κόσμο/ πιασμένοι χέρι-χέρι…

…Σκότωσαν ανθρώπους/ που τραγουδούσαν σε 3 γλώσσες/ (η μια για τη ρουτίνα/ η άλλη για την ποίηση/ η τρίτη για τον έρωτα)…


Ο ποιητής ανάβει το κεράκι της ποίησης για τις ψυχές που χάθηκαν. Στη βία και και στη βαρβαρότητα που γεννά η εποχή αντιπαραθέτει τα ανθρωπιστικά ιδεώδη της ελευθερίας, της αγάπης, της αλληλεγγύης, της ισότητας μεταξύ των ανθρώπων· επιμένει να ζητάει ειρήνη και δικαιοσύνη στον κόσμο, επιμένει να αγαπάει τον έρωτα και τη ζωή.

Τούτη τη νύχτα/ ένα κερί θ’ αγρυπνά στο παραθύρι μου/
 Όπως κι εγώ/ η φλόγα του μικρή θα τρεμοσβήνει/ 
Θα σβήσει είκοσι φορές/ και είκοσι φορές θα την ανάψω/…
Δε θα τρεμοπαίζει μάταια/ εάν χιλιάδες άλλες φλόγες/ έρθουν να χορέψουν πλάι του.


                                                                                                  Κατερίνα Τσιτσεκλή

Δευτέρα, 6 Ιουλίου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας: "Μπονσάι" της Μαρίας Αρχιμανδρίτη



Μπονσάι

Ζητείται κορμός.
Να κατοικηθεί.
Ρίζες έστω δανεικές.
Το φύλλωμα που από την εικόνα
δραπετεύει αφαιρείται πάντα
ευλαβικά.
Συρμάτινο χάδι μητρικό.
Δίχως νανούρισμα.
Ή παραμύθι.
Τρέφει η σιωπή το χώμα.
Ψαλιδισμένη ατελεύτητη
αγκαλιά.
Τα βράδια αυτή στα δύο λυγίζει
μικραίνει.
Στην κουφάλα του αποκοιμιέται.
Σώμα το σώμα μπολιάζει.
Ένα παιδί μέσα σε ένα παιδί.

Μαρία Θ. Αρχιμανδρίτη
(από τη συλλογή της Πουέντε)

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2020

"Ο Παριζιάνος" της Ιζαμπέλα Χαμάντ

Ο Παριζιάνος είναι το πρώτο μυθιστόρημα της νεαρής συγγραφέως Ιζαμπέλα Χαμάντ που της χάρισε κιόλας διεθνή επιτυχία, καθώς μεταφράστηκε σε 17 γλώσσες. Ασφαλώς και δεν είναι τυχαίο το ταξίδι του βιβλίου ανά τον κόσμο, γιατί η γραφή του είναι συναρπαστική και δύσκολα το εγκαταλείπεις.

Οκτώβρης του 1914. Ένας νεαρός Άραβας, προερχόμενος από μια εύπορη οικογένεια της Παλαιστίνης πηγαίνει για σπουδές Ιατρικής στο Μονπελιέ, όπου θα φιλοξενηθεί στο σπίτι ενός Γάλλου ακαδημαϊκού. Το Λύκειο που είχε φοιτήσει στην Κωνσταντινούπολη ήταν σχεδιασμένο στα πρότυπα του γαλλικού σχολείου. Παρ’ όλ’ αυτά η Γαλλία είναι γι’ αυτόν κάτι εντελώς άγνωστο. «Το τρένο για το Μονπελιέ αναχώρησε μία ώρα αργότερα. Η νύχτα απλώθηκε στην εξοχή που έμοιαζε με την Παλαιστίνη: τα ίδια πριονωτά βουνά, οι ίδιες ξεραμένες πρασινάδες».

Μια έντονα κινηματογραφική ατμόσφαιρα αγκαλιάζει εξαρχής την αφήγηση, από την πρώτη συνάντηση του νεόφερτου στη Γαλλία Μιντχάτ με τη Ζανέτ, την κόρη του δρ Μολινέ που θα τον φιλοξενήσει, καθώς ο νεαρός μοιάζει σαν να πιάνεται σε ένα αγκίστρι έρωτα. Δεν μπορείς να φανταστείς πού θα κινηθεί η υπόθεση, όμως η περιρρέουσα ατμόσφαιρα σε έχει ήδη κατακτήσει, καθώς νιώθεις πως ένας μεγάλος έρωτας γεννιέται, ενώ ο κόσμος γύρω σείεται από συγκρούσεις και ανακατατάξεις.

Ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος απλώνει παντού τη σκιά του και η ιστορία διαδραματίζεται σε μια ταραχώδη εποχή. Η Γαλλία συμμετέχει στον πόλεμο, ωστόσο η κομψότητα, το δυτικό στιλ, η ελιτίστικη ευρωπαϊκή κουλτούρα, ο προηγμένος πολιτισμός εξακολουθούν να ξεχωρίζουν και προβάλλουν ξεκάθαρα σαν να τα κοιτάς μέσα από ένα διάφανο γυαλί.

«Δίπλα στα κηροπήγια βρίσκονταν σαλτσιέρες με σάλτσα αλευριού και ο ατμός που ερχόταν από την κουζίνα άχνιζε το κρύο από την άνοιξη γυαλί. Τα πρόσωπα μια φωτίζονταν και μια σκοτείνιαζαν, καθώς έγερναν μέσα και έξω από το φως των κηροπηγίων, που έριχνε θεατρικές σκιές από τα φρύδια του Συλβάν πάνω στο σφαιρικό του μέτωπο. Ο δρ Μολινέ είπε μια μπερδεμένη προσευχή και άρχισαν τα κροταλίσματα και οι ήχοι του φαγητού και τα μουρμουρητά των ευγενικών συζητήσεων».

Ωστόσο, οι υψηλές προοπτικές του έρωτα κάπου χάνονται ανάμεσα σε ηθικές διαστρεβλώσεις, παραποιήσεις και ανεπίτρεπτες παραβιάσεις ορίων από τρίτους. Όχι από τους ίδιους! Ο καθηγητής χρησιμοποιεί ουσιαστικά το νεαρό Άραβα για να ολοκληρώσει την περίεργη ανθρωπολογική μελέτη του. Σύντομα ο Μιντχάτ ανακαλύπτει τι συμβαίνει και απογοητευμένος εγκαταλείπει το σπίτι και την κοπέλα και εγκαθίσταται στο Παρίσι. Εκεί αποκτά μια πρώτη επαφή πολιτικής και φιλοσοφικής κουλτούρας, αλλά και παριζιάνικης νυχτερινής ζωής και ωριμάζει ποικιλοτρόπως ως προσωπικότητα. Ο έρωτας όμως εξακολουθεί να τον τσιμπά ακόμη έντονα. Μετά από πολλές αμφιταλαντεύσεις στέλνει ένα γράμμα στη Ζανέτ. Τι απέγινε με αυτό το γράμμα; Ποιος ξέρει; Ο ίδιος, πάντως, όχι.

Κι έπειτα η Ευρώπη μοιάζει να χάνεται για πάντα από τον ορίζοντα. Ο Μιντχάτ επιστρέφει στην στη Ναμπλούς, στην πατρική γη κοντά στην Ιερουσαλήμ για να συνεχίσει τελικά την παράδοση της οικογένειας στο εμπόριο. Η Παλαιστίνη είναι υπό βρετανική κατοχή. Οι άνθρωποι εδώ, έχουν μια κουλτούρα διαφορετική, άλλοτε συγκρούονται και άλλοτε θαυμάζουν το ευρωπαϊκό στοιχείο, στηρίζονται στις παράδόσεις τους, στους θρύλους, στις δοξασίες, στην εκτεταμένη μορφή της οικογένειας. Ένας δεμένος κοινωνικός ιστός τους συνέχει, αποτελώντας μια σταθερή γέφυρα για να περνά η κάθε γενιά από το ένα στάδιο της ζωής της στο άλλο.

Ο Μιντχάτ μέσα στο σύνολο των ανθρώπων του τόπου του έχει συγχρόνως υιοθετήσει και κάτι δυτικότροπο. Στη συμπεριφορά; Στην ενδυμασία; Στη φινέτσα; Στον τρόπο που εκφράζει τις ιδέες του; Η εμφάνισή του πάντως, ιδιαίτερα γοητευτική, τον διαφοροποιεί σίγουρα, μιας και για όλους είναι ο Παριζιάνος!

Σύντομα, παρά τον έρωτά του για τη Γαλλίδα, διεκδικεί μια κοπέλα του τόπου του, εξαιρετικά όμορφη, για να την παντρευτεί. Ο γάμος γίνεται και η συζυγική του ζωή εκτυλίσσεται παράλληλα με την επαγγελματική πορεία και την πορεία της Παλαιστίνης.

Οι Άραβες της Παλαιστίνης είναι επικεντρωμένοι αρχικά στην πανσυριακή ένωση και σταδιακά αποκτούν ολοένα και πιο ισχυρή θέληση ανεξαρτησίας, όλοι τους παιδιά μιας ευρύτερης οικογένειας. Γιοι, αδέλφια, ξαδέλφια. Όμως όταν το ρεύμα του λαού του τόπου του κυλά ορμητικά, ο Παριζιάνος δεν θα το ακολουθήσει. Σαν υπνωτισμένος -όντως άρρωστος- θα κάνει κύκλους γύρω από τις προσωπικές του ατυχίες και αποτυχίες, απορροφημένος εντελώς σε μια ρότα φτιαγμένη από φαντάσματα της παλιάς ζωής και έρωτες καμωμένους από το υλικό του ανέφικτου, ενώ η γη του τόπου του τρέμει κάτω από τα πόδια του και η ζωή του βρίσκεται εκεί.

Χωρίς ιδιαίτερα πολύπλοκες ψυχικές διεισδύσεις, η αφήγηση σε συνεπαίρνει κυρίως χάρη στη γλαφυρή αναπαράσταση μιας εποχής. Η συγγραφέας δεν αναπαράγει με σκληρότητα τα δύσκολα χρόνια, αλλά μάλλον με μια σχεδόν εικαστική ματιά καταφέρνει να ανασυνθέσει εντέχνως μέσα από τις στάχτες της την όχι και τόσο αγαστή συνύπαρξη μεταξύ Αράβων, Εβραίων και Βρετανών. Παρ’ όλα αυτά η καθημερινή ζωή στην Παλαιστίνη μέσα στην απλότητά της παραμένει όμορφη, καθώς κινείται στους δικούς της ρυθμούς.

«Ένα πρωινό του Μάρτη, όλοι ξυπνώντας διαπίστωσαν ότι το κρύο είχε υποχωρήσει. Ο αέρας ήταν πιο ευχάριστος, τα πουλιά κελαηδούσαν, ο πάγος στράγγιζε από τα βουνά μέσα στην κοιλάδα, γεμίζοντας την πόλη λασπουριά. στους καταρράκτες με τα καλάθια τους γεμάτα ξηρούς καρπούς, καθώς τα παιδιά τους έπλεναν μαρούλια στα παγωμένα νερά και έκλειναν τα φύλλα στις χούφτες τους για να μην τα παρασύρει το ρεύμα. Οι εφημερίδες άρχισαν ξανά να κυκλοφορούν, οι τηλεγραφικές γραμμές άνοιξαν και επιτέλους η Ναμπλούς έμαθε τι γινόταν στη Δαμασκό και την Ιερουσαλήμ».

Το ιστορικό πλαίσιο του βιβλίου περιλαμβάνει αναφορές ήδη από τη δύση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και την εξασθένιση του οθωμανικού στοιχείου, την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, τη βρετανική κατοχή και τη γένεση του παλαιστινιακού εθνικισμού μέχρι την κλιμάκωση των συγκρούσεων, το 1936. Οι Άραβες νίκησαν τους Οθωμανούς ελπίζοντας στην ανεξαρτησία τους. Εντούτοις οι Βρετανοί εγκαθίστανται στην περιοχή, καταλαμβάνοντάς την, υποσχόμενοι πατρίδα στους σιωνιστές. Εβραίοι, Άραβες και Βρετανοί δημιουργούν τον αταίριαστο πολιτικό καμβά εκείνης της ταραγμένης εποχής

Στο βιβλίο σκιαγραφείται η πορεία της Παλαιστίνης και τα δισεπίλυτα προβλήματα που φτάνουν ως τις μέρες μας. Οι πολιτικές ταραχές κινούνται παράλληλα με τις προσωπικές ιστορίες, τους πικραμένους έρωτες και η ιστορία χτίζεται με δάκρυα κοινωνικά, πολιτικά και προσωπικά.

Με ένα νήμα που απλώνεται από την Ευρώπη μέχρι και τη Μέση Ανατολή, και από τον Α΄ προς τον Β΄ Παγκόσμιο, ο κόσμος μοιάζει μπλεγμένος σε ένα πολύπλοκο πλέγμα διαφορετικών αντιλήψεων, ταχυτήτων, εθνοτήτων και αντικρουόμενων συμφερόντων, με κύριους πρωταγωνιστές τους απλούς ανθρώπους, που άλλοτε κινούνται με αδάμαστη ορμή μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι και άλλοτε απορροφώνται από το βάρος της δικής τους ατομικότητας.

Ήλια Λούτα