Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Νυν πάντα πεπλήρωνται φως (Πάσχα στο Βυζάντιο)

Το Πάσχα ήταν η σημαντικότερη γιορτή στο Βυζάντιο. Το βράδυ της Ανάστασης ο αυτοκράτορας με την ακολουθία του μετέβαιναν στην Αγία Σοφία και σε όλη την διαδρομή η βασιλική πομπή επευφημούνταν από τους δήμους των Πράσινων και των Βένετων που τοποθετούνταν εναλλάξ σε διαφορετικά σημεία.

Όλο το πλήρωμα των πιστών παρακολουθούσε τη λειτουργία μέχρι την τρίτη και τέταρτη ώρα μετά τα μεσάνυχτα, έξω από την κλειστή θύρα της Αγίας Σοφίας και μόλις ψαλλόταν το "Αναστάσεως η μέρα λαμπρυνθώμεν λαοί!" από τον πρωτοπαπά των ανακτόρων οι πιστοί εισέρχονταν στον μεγαλοπρεπή ναό για να ακούσουν τα τροπάρια που εκφράζουν μια πραγματική φωτοπλημμύρα χαράς για το κοσμοϊστορικό γεγονός:

Νυν πάντα πεπλήρωνται φωτός, ουρανός τε και γη και τα
καταχθόνια, εορταζέτω γουν πάσα κτίσις την έγερσιν Χριστού…

Και:

Φωτίζου, φωτίζου, η νέα Ιερουσαλήμ, η γαρ δόξα Κυρίου επί σε ανέτειλε.
Χόρευε νυν και αγάλλου, Σιών συ δε αγνή τερπου θεοτόκε…

Οι έξοχοι αυτοί ύμνοι αποδίδονται στον Ιωάννη τον Δαμασκηνό, διανοούμενο και θεολόγο εξαιρετικά υψηλής παιδείας, που κατά τους ειδικούς είχε γνώση των μετρικών συστημάτων και των δομών που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι ποιητές. Σ’ αυτές τις ωδές χρησιμοποιεί στοιχεία των προφητειών του Ησαΐα, τα οποία συνθέτει με τρόπο που απηχούν τη Σαπφώ και τον Αρχίλοχο. Κατά την παράδοση, οι "καταβασίες" αυτές παρουσιάστηκαν στο εκκλησιαστικό κοινό μέσα από μια διαδικασία ακρόασης για την επιλογή του καλύτερου ύμνου, διαδικασία που συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, και σκόρπισαν ενθουσιασμό απίστευτο όταν ακούστηκαν πρώτη φορά.

Σύμφωνα με το τυπικό της Μεγάλης Εβδομάδας, που διαμορφώθηκε στη διάρκεια των αιώνων μέσα από άπειρες τροποποιήσεις, οι ακολουθίες ξεκινούσαν από την Κυριακή των Βαΐων. Στο δοξαστικό της ημέρας περιγράφεται μια εικόνα θαυμάσια, παρμένη από το ευαγγέλιο του Ιωάννη :

Προ εξ ημερων του Πάσχα ήλθεν Ιησούς εις Βηθανίαν·
και προσήλθον αυτώ οι μαθηταί αυτού λέγοντες αυτώ· 
Κύριε, πού θέλεις ετοιμάσωμεν σοι φαγείν το Πάσχα; 
ο δε απέστειλεν αυτούς · Απέλθετε εις την απέναντι κώμην και
ευρήσεται άνθρωπον κεράμιον ύδατος βαστάζοντα· ακολουθήσατε 
αυτω και τω οικοδεσπότη είπατε· Ο διδάσκαλος λέγει, προς σε 
ποιώ το Πάσχα μετά των μαθητών μου.

Το βυζαντινό τυπικό σε γενικές γραμμές τηρείται μέχρι σήμερα. Τη Μεγάλη Δευτέρα, σύμφωνα με το συναξάρι, γίνεται μνεία της παραβολής των δέκα παρθένων και υπογραμμίζεται το γεγονός της εγρήγορσης και της προνοητικότητας, ώστε να μείνουν οι πιστοί μαζί με τον νυμφίο Χριστό, ψάλλεται δε το θαυμάσιο στιχηρό:

Eν ταις λαμπρότησι των αγίων σου πώς εισελεύσομαι ο
ανάξιος; εάν γαρ τολμήσω συνεισελθείν εις τον νυμφώνα,
ο χιτών με ελέγχει, ότι ουκ έστι του γάμου, και δέσμιος
εκβαλούμαι υπό των αγγέλων. Καθάρισον, Κύριε, τον ρύπον
της ψυχής μου και σώσον με ως φιλάνθρωπος.

Για το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης έχει γραφτεί η πιο δύσκολη και πιο σύνθετη ακολουθία όπου συντελείται η κορύφωση του δράματος μ’ εκείνο το φοβερό:

Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι
την γην κρεμάσας…
Ψευδή πορφύραν περιβάλλεται 
ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις…
Ήλοις προσηλώθη ο
νυμφίος της εκκλησίας..

Και το εξίσου μεγαλειώδες και συνταρακτικό με την εκπληκτική κατάληξη:

Εξέδυσάν με τα ιμάτιά μου και ενέδυσάν με χλαμύδα κοκκίνην· έθηκαν επί την
κεφαλήν μου στέφανον εξ ακανθών και επί την δεξιάν μου χείρα έδωκαν κάλαμον, 
ίνα συντρίψω αυτούς ως σκεύη κεραμέως.

Ακολουθεί μια πτώση, μια περισυλλογή κι ένας θρήνος που χαρακτηρίζουν την Μεγάλη Παρασκευή, κατά την οποία ψάλλονται μερικά από τα ωραιότερα κομμάτια της ορθόδοξης λατρείας, όπως αυτό που προέρχεται από τον εσπερινό της ημέρας:

Πάσα η κτίσις ηλοιούτο φόβω θεωρούσα σε εν σταυρώ κρεμαμενον, 
Χριστέ· ο ήλιος εσκοτίζετο και γης τα θεμέλια συνεταράττετο· 
τα πάντα συνέπασχον τω τα πάντα κτίσαντι...

Η αποκαθήλωση του σώματος του Χριστού είναι μια από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της χριστιανικής θρησκείας, γεγονός που φαίνεται σ’ αυτό το απόστιχο:

Ότε εκ του ξύλου σε νεκρόν ο Αριμαθαίας καθείλε, την των απάντων ζωήν,
σμύρνη και σινδόνι σε, Χριστέ, εκήδευσε· και τω πόθω ηπείγετο καρδία και χείλει,
σώμα το ακήρατόν σου περιπτύξασθαι…

Το χαρακτηριστικό αυτών των στιγμών είναι η έκπληξη ολόκληρης της φύσης από το απόκοσμο γεγονός του θανάτου του Ιησού, έκπληξη που μπορεί να δει κανείς στα λεγόμενα "ευλογητάρια" που ψάλλονται το βράδυ της μεγάλης Παρασκευής με πιο χαρακτηριστικό το πρώτο:

Των αγγέλων ο δήμος κατεπλάγη, ορών σε εν νεκροίς λογισθέντα, του θανατου
δε, Σωτήρ την ισχύν καθελόντα και συν εαυτώ τον Αδάμ εγείραντα και εξ Άδου
πάντας ελευθερώσαντα.

Με τρόπο εξαιρετικά παραστατικό απεικονίζονται αυτές ο στιγμές και στο τροπάριο που αποδίδεται στον Γεώργιο Ακροπολίτη, έναν από τους πιο μορφωμένους διανοούμενους της εποχής του ύστερου Βυζαντίου που κατέλιπε, εκτός των άλλων, σπουδαίο ιστορικό έργο. Το τροπάριο όπου δραματοποιείται η έκκληση του Ιωσήφ από την Αριμαθαία προς τον Πιλάτο ψάλλεται σε πολλές περιοχές μέχρι σήμερα κατά την περιφορά του Επιταφίου:

Τον ήλιον κρύψαντα τας ιδίας ακτίνας και το καταπέτασμα του ναού διαρραγέν 
τω του Σωτήρος θανάτω, ο Ιωσήφ θεασάμενος, προσήλθε τω Πιλατω 
και καθικετεύει, λέγων· δος μοι τούτον τον ξένον, τον εκ βρέφους ως ξένον ξενωθέντα εν
κόσμω· δος μοι τούτον τον ξένον, ον ομόφυλοι μισούντες, θανατούσιν ως ξένον·
δος μοι τούτον τον ξένον, ον ξενίζομαι βλέπων του θανάτου το ξένον· δος μοι τούτον
τον ξένον, όστις είδε ξενίζειν τους πτωχούς και τους ξένους· δος μοι τούτον τον ξένον,
ον Εβραίοι τω φθόνω αποξένωσαν κόσμω· δος μοι τούτον τον ξένον, ίνα κρύψω εν
τάφω, ος ως ξένος ουκ έχει την κεφαλήν πού κλίνη...

Το πρωινό του Μεγάλου Σαββάτου ίσως είναι η πιο παράξενη φάση της Μεγάλης Εβδομάδας, καθώς ο Χριστός κατεβαίνει στον Άδη, όμως παντού πλανιέται η παρουσία του, κάτι που φαίνεται με πολύ ωραίο τρόπο σ’ αυτό το κομμάτι το οποίο ψάλλεται αντί χερουβικού:

Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία και στήτω μετά φόβου και τρόμου και μηδέν γήινον
εν αυτή λογιζέσθω· ο γαρ Βασιλεύς των βασιλευόντων και Κύριος των κυριευόντων 
προσέρχεται σφαγιασθήναι… Προηγούνται δε τούτου οι χοροί των αγγέλων μετά πάσης αρχής 
και εξουσίας, τα πολυόμματα Χερουβείμ και τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ τας όψεις καλύπτοντα...

Η γιορτή του Πάσχα εξακολουθεί να είναι η πιο μεγάλη πανήγυρις των ορθόδοξων της Ανατολής και, αν τη μελετήσει κανείς σε βάθος, μπορεί αν βρει ίχνη των παλιών εποχών, τότε που μεσουρανούσε η αυτοκρατορία των Ρωμιών. Η Κυριακή του Πάσχα ήταν, κατά τους Βυζαντινούς, η λαμπρότερη μέρα του χρόνου. Στο παλάτι λάμβανε χώρα μεγαλοπρεπής τελετή στο επιβλητικότατο των διαμερισμάτων, το Χρυσοτρίκλινο, όπου τοποθετούταν η χρυσή τράπεζα και το πενταπύργιο, ένα είδος μπουφέ με πέντε πυργίσκους στον οποίο τοποθετούνταν τα πολύτιμα βασιλικά κοσμήματα και στέμματα. Κατά την πέμπτη μέρα μετά το Πάσχα προσκαλούνταν στο τραπέζι ο πατριάρχης μαζί με τους μητροπολίτες και τους πρεσβυτέρους του παλατιού, καθώς και τους ηγουμένους δώδεκα μοναστηριών. Μέχρι την Κυριακή της Πεντηκοστής οι ναοί αντηχούσαν από τους στίχους που θυμίζουν αρχαίους παιάνες:

Αύτη η μέρα ην εποίησεν ο Κύριος αγαλιασώμεθα και ευφρανθώμεν εν αυτή.
Αναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού και φυγέτωσαν από προσώπου 
αυτού, οι μισούντες αυτόν.  Ως εκλείπει καπνός εκλιπέτωσαν, ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός.


Απόστολος Σπυράκης


Πηγές: 
1. Φαίδων Κουκουλές "Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός".
2. http://vizantinaistorika.blogspot.gr/2014/04/blog-post_5994.html
3. http://analogion.com/forum/showthread.php?t=31533


Καλό Πάσχα! Καλή Ανάσταση! Ραντεβού στις 24 Απριλίου.


Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

"Η Μετακόμιση" της Φωτεινής Τσαλίκογλου



Η μνήμη, οι μνήμες, το μνημονικό, οι μαίανδροι και οι απρόβλεπτες πορείες είναι το πρωτογενές υλικό της Μετακόμισης της Φωτεινής Τσαλίκογλου. Η πρώτη προσέγγιση θα μπορούσε να ήταν ότι πρόκειται για ένα ταξίδι από το παρελθόν της ηλικιωμένης πλέον ηρωίδας στο παρόν και το άμεσο μέλλον που της επιφυλάσσει η μετακόμισή της στο γηροκομείο, όμως γρήγορα τα πράγματα χάνουν την γραμμική τους πορεία. 

Σε αρχικό στάδιο άνοιας, το μυαλό και οι αναμνήσεις της κυρίας Ευρυδίκης κινούνται σε απρόβλεπτες τροχιές και πιθανότατα σε αντισυμβατικές πραγματικότητες. Το αντικείμενο του μυθιστορήματος είναι όχι να τις «τακτοποιήσει» σε περισσότερο αποδεκτά πλαίσια, αλλά μάλλον να τις χαϊδέψει για να τις αποχαιρετήσει και να προσπαθήσει να δει αν υπάρχει κάποια ζωή, οποιαδήποτε ζωή, μακριά τους. Είναι ένα σχεδόν επικίνδυνο εγχείρημα, γιατί τα όρια, όταν δεν ελέγχονται πλήρως από το μυαλό, τείνουν να κάνουν τα δικά τους. 

Η τρυφερότητα της συγγραφέα επικεντρώνεται στο πώς η ζωή της κυρίας Ευρυδίκης φυραίνει και γλιστρά ανάμεσα από τα δάχτυλά της, στις προσπάθειες που καταβάλει για να κρατηθεί από ό,τι την οριοθέτησε σαν άνθρωπο και κατά κάποιο τρόπο της εξασφάλισε την επιβίωση. Η αγωνιώδης αφήγηση είναι σε αρμονία με το θέμα και με την συνολική κατάσταση του κεντρικού προσώπου, η αίσθηση που αποκόμισα είναι ενός ανθρώπου που σταδιακά εξαχνώνεται.
Στα αρνητικά θα κατατάξω κάποια τυπογραφικά (αρκετά για να αφήσουν την ενοχλητική αίσθηση ότι έλειπε η απαιτούμενη προσοχή στην λεπτομέρεια) και τον μεγάλο αριθμό κεφαλαίων (το κείμενο χωρίζεται σε κεφάλαια με την μορφή ωρών). Κατά τη γνώμη μου αντί να ενισχύσουν την δομή του κειμένου συνολικά, πέρασαν στο άλλο άκρο με αποτέλεσμα να το κατακερματίσουν. Παρόλα αυτά η γραφή της Φωτεινής Τσαλίκογλου πετυχαίνει να αποδώσει με ακρίβεια τις διακυμάνσεις και κυρίως να αγγίξει τις ανατροπές, που είναι και το βασικό στοιχείο του βιβλίου. Και δεν αναφέρομαι απαραίτητα στις ηχηρές και εκτυφλωτικές αλλά περισσότερο στις άλλες, αυτές που συμβαίνουν κάθε μέρα. Το να πεθαίνει η αδελφή σου από αδέσποτη σφαίρα στο τέλος του Εμφυλίου. Το να βλέπεις τη ζωή σου να προχωράει ερήμην σου. Το να πηγαίνεις ένα σύντομο ταξίδι αναψυχής στην Πόλη και να γυρίζεις με ένα νεογέννητο στην αγκαλιά και να γίνεται η κόρη σου για πάντα. Ανατροπές. Μικροί λόξυγγες στην κατ’ επίφαση στρωτή πορεία της αναπνοής. 

Αυτές οι άηχες ανατροπές που τα σημάδεψαν όλα, κυνηγούσαν την πλέον γηραιά ηρωίδα σε όλη τη διάρκεια της ζωής της, είχαν τον απόλυτο έλεγχο και οριοθετούσαν κάθε έκφανση. Η τελική ανατροπή όμως θα είναι δική της: κοντοστέκεται για να κοιτάξει το παρελθόν της χωρίς υπεκφυγές, κατατρομαγμένη βέβαια μπροστά στην εικόνα του κενού, αλλά με ευθεία ματιά απέναντι στα γεγονότα. Στο τέλος, πριν φύγει για το γηροκομείο, παίρνει ένα άδειο τετράδιο για να γράψει ό,τι της απομένει να ζήσει. Αυτό θα είναι το τρίτο και τελευταίο βιβλίο που θα την ακολουθήσει: η τελευταία ανατροπή είναι ένας άγνωστος δρόμος, ανοιχτός μπροστά της. 

Κρις Λιβανίου

Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

"Γράμμα στην πατρίδα" του Τανέρ Μπαϊμπάρς

Ο Τουρκοκύπριος ποιητής Τανέρ Μπαϊμπάρς γεννήθηκε το 1936 στη Λευκωσία, μετανάστευσε στη Μ. Βρετανία σε ηλικία 20 ετών και αργότερα στη Γαλλία, όπου και πέθανε το 2010. Δεν επέστρεψε ποτέ στην Κύπρο για να ζήσει και έτσι το νησί όπου γεννήθηκε παρέμεινε η για πάντα χαμένη του πατρίδα. Οι μετεγκαταστάσεις του καθόρισαν το γλωσσικό του ιδίωμα, το οποίο δεν είναι ενιαίο. Ξεκίνησε να γράφει στα τουρκικά, στη συνέχεια έγραψε στα αγγλικά και έπειτα στα γαλλικά, για να υιοθετήσει εντέλει πολυγλωσσικά σχήματα έκφρασης που αντικατόπτρισαν το παζλ της γεωγραφίας της ζωής του.

Η μεταφράστριά του, ποιήτρια Αγγελική Δημουλή, εξ αφορμής αυτής της πολυγλωσσίας, μιλά στην εισαγωγή για «πολιτισμικό υβριδισμό», θα μπορούσαμε ωστόσο να μιλήσουμε και για «κοσμοπολιτισμό» της ποίησής του, καθώς τo γλωσσικό είναι απλώς ένα μέρος των πολυπολιτισμικών στοιχείων που επικαλείται ο ποιητής. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι στα ποιήματά του συντελείται μια ταλάντωση ανάμεσα στην οικειοποίηση του Άλλου, σε ένα έργο που – ακριβώς λόγω των πολλών γλωσσών και πολιτισμικών αναφορών που χρησιμοποιεί ο ποιητής – ανοικειώνει παράξενα τον αναγνώστη. Και είναι ακριβώς εκεί, ανάμεσα στην ανοικείωση και την οικειοποίηση, όπου κτίζονται οι πολλαπλές ταυτότητες (ή η κατακερματισμένη μία) που υιοθετεί ο ποιητής για τον εαυτό του. Εκεί επίσης δομείται και ο καθολικός χαρακτήρας της απεύθυνσης της ποίησής του: πρόκειται για ποίηση που αντιστέκεται στους χαρακτηρισμούς εντοπιότητας και απευθύνεται σε όλους τους αναγνώστες, Έλληνες, Τούρκους ή Ευρωπαίους. Τα θέματά της είναι πανανθρώπινα.

Σημαντικό στοιχείο της ανθολογίας και νήμα που συνδέει τα επιμέρους μέρη μεταξύ τους σε ένα λειτουργικό σύνολο είναι η μνήμη. Περασμένες αυτούσιες μέσα στην καθημερινή εμπειρία που περιγράφει στην ποίησή του ο Μπαϊμπάρς, οι μνήμες υφαίνουν έναν ισχυρό ιστό που, χωρίς να καθορίζει τον ποιητή, αποτελεί καίριο σημείο αναφοράς της απάτριδος ζωής του.

Εκατόν τριάντα ποιήματα είναι η πλούσια συγκομιδή της ανθολόγησης σε αυτό το βιβλίο, το οποίο χωρίζεται σε τρεις ενότητες: στην πρώτη κυριαρχεί το θέμα του ταξιδιού σε αντιδιαστολή προς τη στατικότητα της παραμονής σε έναν τόπο. Εδώ συναντάμε και τη θεματική της νοσταλγίας της πατρίδας της παιδικής ηλικίας, που συνιστά επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο έργο του ποιητή. Στη δεύτερη ενότητα, η παιδικότητα αναδεικνύεται σε κυρίαρχο στοιχείο, πότε σε μια αυτοβιογραφική κίνηση και πότε με απεύθυνση την κόρη του ποιητή. Στην τρίτη και τελευταία ενότητα, τον πρώτο λόγο έχει η καθημερινότητα – αν και μισά περίπου από τα ποιήματα που την απαρτίζουν συνθέτουν ένα ενιαίο ποίημα με τίτλο «21 χριστουγεννιάτικες μέρες».

Είναι το δεύτερο βιβλίο τουρκοκυπριακής ποίησης που δημοσιεύουν οι εκδόσεις Βακχικόν. Είναι σημαντικό να έρθει το ελληνικό κοινό σε επαφή με τη λογοτεχνική δημιουργία της άλλης πλευράς – μιας πλευράς που αποδεικνύεται εξίσου ανθρώπινη και ευαίσθητη με τη δική μας.

Ακολουθεί ένα απόσπασμα από το ομότιτλο με τη συλλογή ποίημα «Γράμμα στην πατρίδα»:

«Αγαπητέ πατέρα, ρωτάς στο γράμμα σου
γιατί τόσο καιρό δεν έγραψα ούτε λέξη.
Σε σένα δεν μπορώ να εξομολογηθώ
περισσότερα απ’ όσα μπορώ ν’ αντέξω.

[...]

Νοσταλγός;
Δεν είμαι γιατί ποτέ δεν είχα ένα σπίτι
αλλά δεν είσαι εσύ υπεύθυνος γι’ αυτό.
Ακόμα θυμάμαι τη θάλασσα και το βουνό
μαζί, τη νύχτα τελείως χωριστά,
και το χώρο μεταξύ τους το λίκνο μου.
Δεν πρέπει να έχω παρεκτροπές σ’ ένα γράμμα
Σταματάω λοιπόν να ζω σ’ αυτό το ξένο παρελθόν.
Επί του παρόντος, εννοώ ακριβώς τώρα,
η καλοκαιρινή βροχή χτυπάει τα παραθυρόφυλλα
και ένας ματαιόδοξος ήλιος αντανακλάται στον καθρέφτη.
Πολύ, πολύ περίεργο.
Παρόλα αυτά πρέπει να έχω αναμμένη φωτιά τον Ιούνιο
έχει τόσο κρύο
αν και δεν πάει κάτι στραβά με την ισημερία.

[...]

Δυστυχής;
Πατέρα είσαι επίμονος.
Είπα ότι δεν είμαι δυστυχισμένος
αν και ξέρω ότι θα ξέθαβα τη δυστυχία
σε κάθε τι
αν το άγγιζα».
Χριστίνα Λιναρδάκη



Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στις 6.3.2017 στο frear.gr.

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Σφηνάκια του Μάρτη

"Οροσειρές του εαυτού" του Σπύρου Χαλβαντζή

Ποιήματα γραμμένα με πεζή διάθεση και πεζά με ποιητική διάθεση, δεκαπέντε εν συνόλω κείμενα συναπαρτίζουν τη συλλογή του Σπύρου Χαλβαντζή. Όπως έχω ξαναπεί δεν θέλω να είμαι αυστηρή με τις πρώτες συλλογές, αλλά εδώ έχουμε ένα υβρίδιο πεζολογήματος και ποίησης έμπλεο οργής που δεν μοιάζει να πατάει σταθερά.

Στο αυτάκι του βιβλίου διαβάζουμε ότι ο κ. Χαλβαντζής έχει σπουδάσει φιλοσοφία και είναι κάτι που φαίνεται: τη γραφή του χαρακτηρίζει ένα διακριτό φιλοσοφικό υπόστρωμα. Δεν ξέρω αν ο φιλοσοφικός στοχασμός ευθύνεται για τη διάχυτη ματαίωση της ύπαρξης που αποτυπώνεται στη συλλογή του ή αν είναι η ποιητική άδεια που τον ωθεί να γράφει όπως γράφει, ωστόσο ο κ. Χαλβαντζής μας παραδίδει τα αισθήματα του ποιητικού του υποκειμένου με ιδιαίτερα εμφατικό τρόπο, σκιαγραφώντας έναν κόσμο που η ύπαρξή του και μόνο αναιρεί την ίδια του τη χρησιμότητα. Ενδιαφέρον βιβλίο από πλευράς υπαρξιακών ερωτημάτων που ωστόσο δεν καταφέρνει να γίνει εξίσου ενδιαφέρον από πλευράς ποιητικότητας.



"Τζαίημς Τζόυς / Βιρτζίνια Γουλφ / Γιώργος Χειμωνάς: Ψηλαφώντας τη νεωτερικότητα" της Λένας Κωνσταντέλλου

Να και μία συνοίκηση στα σφηνάκια αυτού του μήνα, αυτή τη φορά δύο κορυφαίων νεωτεριστών του 20ού αιώνα, της ιδεαλίστριας Βιρτζίνιας Γουλφ και του ρεαλιστή Τζαίημς Τζόυς, που εισήγαγαν το επονομαζόμενο "ρεύμα της συνείδησης". Στον αντίποδα, ο δικός μας Γιώργος Χειμωνάς που με την "άξεστη", όπως την αποκαλεί ο ίδιος, γραφή του σημείωσε βαθιά τομή στην ελληνική λογοτεχνία.

Με τη γνωστή της σχολαστικότητα, η Λένα Κωνσταντέλλου ενορχηστρώνει αυτή την ενδιαφέρουσα συνοίκηση, η οποία παρορμήθηκε από τον θαυμασμό της για τους τρεις δημιουργούς. Ένα βιβλίο αναφοράς στο οποίο συγκεντρώνονται βιογραφικά στοιχεία, σημειώσεις για βασικά έργα καθενός από τους δημιουργούς, εκτενής βιβλιογραφία, ενώ δεν λείπει και η απόπειρα σύνδεσης του έργου των τριών μέσω της ανίχνευσης εκλεκτικών συγγενειών.

Χριστίνα Λιναρδάκη



 "Οι Εγκλωβισμένοι" του Δημήτρη Οικονόμου

Ο Δημήτρης Οικονόμου με τους Εγκλωβισμένους έγραψε ένα μυθιστόρημα (όχι παραπάνω εκτενές από όσο χρειαζόταν, του το αναγνωρίζω αυτό), που εντάσσεται τέλεια σε κάτι που θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει «καθημερινή λογοτεχνία της κρίσης» ελλείψει ακριβέστερης περιγραφής. Σε ένα κάδρο της Αθήνας του σήμερα, ο συγγραφέας περιγράφει τις ζωές πέντε καθημερινών και τόσο αναγνωρίσιμων ανθρώπων στην προσπάθειά τους να κάνουν το καλύτερο που οι συνθήκες, οι καταστάσεις και η προσωπική τους ισχύ τους επιτρέπουν. Δεν είναι η πρωτοτυπία που κερδίζει τον αναγνώστη, είναι σίγουρο αυτό. Υπάρχει όμως μια οικειότητα που στηρίζεται στο «τωρινό» και στο ότι οι περισσότεροι από μας έχουν συναντήσει κάποιον ή κάποιους από αυτούς τους πέντε: αυτό είναι το σημείο συνάντησης όλων, του αναγνώστη, του συγγραφέα και των ηρώων.

Έχω σοβαρές ενστάσεις για το ύφος της γραφής, οι αναγνωστικές προτιμήσεις του συγγραφέα εμποτίζουν την σκέψη του σε τέτοιο βαθμό που δεν αφήνουν την παραμικρή χαραμάδα για την δική του φωνή, αν έχει. Το αποτέλεσμα είναι ένα κείμενο δύσκαμπτο και κλεισμένο στον εαυτό του, προστατευμένο πίσω από ένα θέμα που «είναι δύσκολο να μην δουλέψει» τόσο οικείο που είναι, και γραμμένο σε ένα ύφος που έχει δώσει εξαιρετικά αποτελέσματα σε άλλες πένες στο παρελθόν.

Η φωνή του Οικονόμου μπορεί να είναι κάπου εκεί κρυμμένη και να έχει ενδιαφέροντα πράγματα να πει, άλλωστε ο συγγραφέας δεν στερείται καθόλου δομημένου λόγου ούτε αφηγηματικής ικανότητας. Μένει να αποδειχτεί στο μέλλον αν θα βρει το θάρρος να την αναζητήσει και να την αφήσει να ακουστεί.


Κρις Λιβανίου

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Μνήμη Μίλτου Σαχτούρη

(12 χρόνια σήμερα από την εκδημία του)

«Το ποίημα το ξενυχτάς όπως τον νεκρό» έγραφε ο Σαχτούρης. Και πώς να κοιμηθείς χωρίς να διακινδυνεύσεις να μείνεις για πάντα παγιδευμένος στη χώρα του ονείρου.

Γραφή εκρηκτική, αυτόματη, λέξεις προσεγμένες στην λεπτομέρεια που κόβουν σαν ξυράφι. Δεν μπορείς να διαβάσεις Σαχτούρη και να μη γεμίσουν τα χέρια σου αίματα. Εικόνες αλιευμένες κατευθείαν από το μαύρο πηγάδι του ασυνειδήτου.

Ο ποιητής κουβαλάει στις πλάτες του το βάρος του άγχους, της βάρβαρης ανθρώπινης ματαιότητας και γίνεται απολογητής των συνειδητών και ασυνείδητων ενοχών της.

Ο Μίλτος Σαχτούρης γεννήθηκε στις 29 Ιουλίου 1919 στην Αθήνα, δισέγγονος του ναυάρχου Γιώργη Σαχτούρη, αγωνιστή του 1821. Θα εγκαταλείψει τις σπουδές του στη Νομική σχολή το 1944 και θα αφιερωθεί αποκλειστικά στην ποίηση.

Αρχικά γίνεται περίγελος από τους ποιητές της γενιάς του 1930, φαινόμενο συνηθισμένο για όλους τους πρωτοπόρους που σπάνε τα καλούπια του καθιερωμένου και καλλιτεχνικά «ηθικού».

Σημαδεμένος από τις εμπειρίες της κατοχής και της μεταπολεμικής περιόδου, θα γοητευτεί από τον υπερρεαλισμό χωρίς όμως να αφομοιωθεί αποκλειστικά από το ρεύμα. Διατηρεί μια μοναδική ατομική ταυτότητα με δική του σφραγίδα και υπογραφή. Δεν επηρεάζεται αλλά επηρεάζει τα ποιητικά ρεύματα, μέχρι τις ημέρες μας.

Δεν εργάστηκε ποτέ, βιοποριζόταν πουλώντας την πατρική περιουσία, και έγραφε συνεχώς ημέρα και νύχτα. «Οι καθαρόαιμοι ποιητές δεν μπορούν να κάνουν τίποτε άλλο», ανέφερε σε συνέντευξή του. «Με κατατρώει αυτή η ποίηση», επαναλάμβανε συχνά.

Το 1952 εκδίδεται η ποιητική του συλλογή Με το πρόσωπο στον τοίχο, η οποία θα πουλήσει πέντε αντίτυπα.

Οι εντυπώσεις από τα ποιήματα του Σαχτούρη κινούνται στα άκρα, ανατριχιάζουν το σώμα και η ψυχή συναισθανόμενη τα νοήματα που μεταφέρει, ενώ κάποιοι πανικοβάλλονται όπως εάν αντίκριζαν τον ίδιο τον Αντίχριστο και το βάζουν στα πόδια.

Τα ποιήματά του είναι  πίνακες σουρεαλιστικοί και εξπρεσιονιστικοί ταυτόχρονα μέσα σε ομίχλη παραισθήσεων. Ως ταλαντούχος σκηνοθέτης καθοδηγεί τις λέξεις με μαεστρία, δεν περισσεύει τίποτα και τίποτα δεν απουσιάζει, κάθε του ποίημα μία αποκάλυψη.

Τα ποιήματα του Σαχτούρη αρνούνται να ερμηνευτούν. Ολόκληρη η ποίησή του μια διαρκής ερωτική πράξη.

Ο ίδιος δεν παντρεύτηκε ποτέ. Απεβίωσε στις 29 Μαρτίου 2005 σε μία ενοικιαζόμενη γκαρσονιέρα στην Κυψέλη, «την ώρα που τα ρολόγια σήμαναν θάνατο».

Κοιμήσου γλυκά χωρίς όνειρα πια, τρελέ, θεότρελε, αγαπημένε λαγέ.


[O τρελός λαγός]


Γύριζε στους δρόμους ο τρελός λαγός
γύριζε στους δρόμους
ξέφευγε απ' τα σύρματα ο τρελός λαγός
έπεφτε στις λάσπες

Φέγγαν τα χαράματα ο τρελός λαγός
άνοιγε η νύχτα
στάζαν αίμα οι καρδιές ο τρελός λαγός
έφεγγε ο κόσμος

Bούρκωναν τα μάτια του ο τρελός λαγός
πρήσκονταν η γλώσσα
βόγγαε μαύρο έντομο ο τρελός λαγός
θάνατος στο στόμα

Το σύνολο των ποιημάτων του έχει συγκεντρωθεί στο βιβλίο ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΑΝΤΑ (1945-1998) Μίλτος Σαχτούρης, εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 2014.

Στον ποιητή Μίλτο Σαχτούρη έχουν απονεμηθεί τα παρακάτω βραβεία:

1962: Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του Τα Στίγματα
1987: Α΄ Κρατικό Βραβείο ποίησης: για την ποιητική συλλογή Εκτοπλάσματα
2003: Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας.


Βαγγέλης Αλεξόπουλος