Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2020

"Τέλος" του Λάζαρου Γεωργιάδη


Ενδιαφέρον τρόπος να ονομάσεις την πρώτη σου ποιητική συλλογή «Τέλος», οξύμωρο σχεδόν. Δεν είναι το μόνο ενδιαφέρον πράγμα που συμβαίνει εδώ όμως, το αντίθετο μάλιστα:

ξέρω πως αγαπούσες

τους ήλιους που λιώνουν οι νύχτες στα σοκάκια[1]

Αυτοί είναι οι πρώτοι στίχοι που διαβάζει κανείς όταν ανοίγει το βιβλίο, ο τόνος έχει δοθεί, μένει να επαληθευτεί η πρώτη εντύπωση. Στο τέλος της ανάγνωσης, αυτό που ξεκινά σαν αίσθηση στο πρώτο ποίημα, γίνεται βεβαιότητα: ο Λάζαρος Γεωργιάδης έχει επιτύχει να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο ποιητικό σύμπαν όπου οι σκέψεις του και οι άνθρωποι κινούνται σε αρμονία και σε στενές αλληλουχίες. Υπάρχουν ανομοιογένειες; Σαφέστατα, όμως δεν θέτουν σε κίνδυνο το σύνολο, και η φωνή και οι λέξεις του ποιητή τελικά κυλούν απρόσκοπτα.

Η σχέση μου με τη χυδαιολογία στη λογοτεχνία είναι σταθερά αρνητική εν μέρει για καθαρά αισθητικούς (και γι' αυτό προσωπικούς) λόγους και εν μέρει για τεχνικούς: συνήθως πρόκειται για ένα εκφραστικό πυροτέχνημα που δεν έχει τελικά να πει και πολλά, βραχείας διάρκειας και αμφίβολης χρησιμότητας, περισσότερο μια καλή κρυψώνα αδυναμιών παρά οτιδήποτε άλλο. Στις περιπτώσεις που ο Γεωργιάδης το χρησιμοποιεί, γίνεται το βασικό αρνητικό του ποιήματος, ευτυχώς όμως περιορισμένης έκτασης. Η προκλητικότητα είναι ένα ηχηρό στοιχείο στο σύνολο της συλλογής, όχι μόνο σε φραστικό αλλά και σε εννοιολογικό επίπεδο, και αυτό είναι το πραγματικά ενδιαφέρον της υπόθεσης, επειδή περικλείει και συγκαλύπτει πάθος. Και παράλληλα με την προκλητικότητα υπάρχει και πρωτοτυπία, υπάρχει ρίσκο στη θεματολογία και στις αλληλουχίες: ο Γεωργιάδης φέρνει κοντά παράδοξα πράγματα σε δύσκολους συσχετισμούς. Οι στίχοι του είναι σαν μικρά ηλεκτροσόκ, σαν να προσπαθεί να επανεκκινήσει όχι την καρδιά αλλά τη σκέψη, να ξαναβρεί τον σφυγμό της. Και αυτό που μένει πίσω κάθε φορά είναι ο απόηχος των αδιέξοδων σκέψεων και των λέξεων που σβήνουν.

Οι στίχοι στο Τέλος είναι σύντομοι, σαν διακεκομμένες σφυριές. Και ενώ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι «παράγουν ήχο», αφήνουν πολλές φορές την αίσθηση μιας κατακερματισμένης σκέψης, μιας έλλειψης συνοχής: ο ήχος γίνεται θόρυβος. Σαν ο ποιητής να μην είναι σίγουρος πού θέλει να πάει, ούτε αν θέλει να βρίσκεται εκεί που τον οδηγεί ο δρόμος που πλακοστρώνει. Η προφορικότητα της γραφής λειτουργεί καλά στο σύνολο των ποιημάτων, δίνει στον Γεωργιάδη την ευκαιρία να σπάσει τους κώδικες με ευθύ και αποτελεσματικό τρόπο και να φτάσει στην ουσία από τον συντομότερο δρόμο: η αποτελεσματικότητα της συγκίνησης είναι εξασφαλισμένη.

Στον αντίποδα της προφορικής αμεσότητας, μπορεί να συναντήσει κανείς βία στις λέξεις και στις εικόνες, που μετά το πρώτο ξάφνιασμα επαναπροσδιορίζουν τη ματιά τόσο του ποιητή όσο και του αναγνώστη και μάλιστα σε ίδιες δόσεις. Η βιαιότητα της εικόνας ως εκφραστικό εργαλείο αλλά και ως σύμβολο, η παρουσία της ως αποκλειστική συνθήκη αντίληψης του χώρου και των ανθρώπων, δεν αφήνει παρά στενά περιθώρια στις υπόλοιπες αισθήσεις για να καλύψουν τα κενά: στα ποιήματα του Τέλους, η εικόνα αποτελεί έναν αντικατοπτρισμό φυλακής, γίνεται ένας δεσμοφύλακας σκέψεων και συγκινήσεων που ακυρώνει την ελευθερία των επιλογών, και στο τέλος κλειδώνει ποιητή και αναγνώστες σε έναν λαβύρινθο πλασματικής αισιοδοξίας.

Η αγάπη στο Τέλος είναι αδηφάγος και συχνά ανθρωποφάγος, σπάνια καταλύτης μιας θετικής οπτικής των πραγμάτων. Η παρουσία της και μόνο παρόλα αυτά, έστω και σε μια δυναμική σπασμένων ισορροπιών, είναι ο βασικός αέρας αισιοδοξίας που φυσάει στα ποιήματα. Δεν καταφέρνει να υπερκαλύψει τον θυμό ούτε τη μοναξιά όπως θα περίμενε κανείς, και ο ποιητής θα κάνει αρκετά γρήγορα τον διαχωρισμό ανάμεσα στην «φυσική» της παρουσία και την επί του πρακτέου δύναμή της που μάλλον σπάνια της αποδίδει τελικά. Σε μια πρώτη συλλογή όπως αυτή, το εγώ έχει μια ισχυρή παρουσία, ακόμα (και κατά κανόνα περισσότερο) και στις σιωπές: το άηχο περίγραμμά του δίνει στις υπόλοιπες παρουσίες οριοθετημένο χώρο και βήμα για να προφέρουν τις αγωνίες και τους φόβους που τις διακατέχουν και που επιχειρούν να εξημερώσουν, άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε όχι.

Σε ένα παιχνίδι αντιθέσεων και ανατροπών του αναμενόμενου, συναντάει κανείς στίχους βυθισμένους σε μια καταλυτική τρυφερότητα που ανατρέπει τα πάντα την τελευταία στιγμή: η πραγματική ανατροπή, όπως επίσης και η κατά τη γνώμη μου μεγάλη αξία της συγκεκριμένης συλλογής βρίσκεται εκεί ακριβώς, στην τρυφερότητα που είναι «πεταμένη» ανάμεσα σε άλλες λέξεις και σε απροκάλυπτα σκοτεινές σκέψεις, όχι σε trash κουβέντες ξεπεσμένου ράπερ: ο Λάζαρος Γεωργιάδης βρίσκει τις ισορροπίες του και συναντιέται με κάτι εξίσου σημαντικό: με την διακριτή, σταθερή και ηχηρή ποιητική του ταυτότητα που θα τον οδηγήσει ποιος ξέρει σε ποια παράδοξα μονοπάτια.

Πιο κάτω παραθέτω κάποια από τα ποιήματα που μου άρεσαν περισσότερο:



ΚΛΕΙΝΟΝ ΑΣΤΥ (Α)[2]

Το γρασίδι ήταν γκρι
Ο αέρας μύριζε καμένο πλαστικό
Και τα αγγίγματα
Τα αγγίγματα άφηναν πάντα στο τέλος
Κάτι από νεκροτομείο.


ΠΡΙΝ ΦΥΓΩ[3]

Κι έλεγα μέσα μου
τότε
πριν φύγω απ’ τη γη

τα παγκάκια να μην ήταν κρεβάτια
οι δρόμοι να μην ήταν πεδίο μαχών
οι άνθρωποι να γινόντουσαν
αυτό που ήταν

δραπέτες της αποξένωσης ας πούμε

και τα παιδιά

τα παιδιά να μην ήταν
πρόχειρα μικρά σημειωματάρια
για του κώλου μας τις μουτζούρες.


ΑΝ ΟΧΙ ΤΩΡΑ ΠΟΤΕ;[4]

Κι όλο κλαίνε και κλαίνε κι οδύρονται για τον έρωτα

μα πότε αλήθεια επαναστάτησαν γι’ αυτόν
πιο πάνω απ’ τη ζωή;

Κι όλο κλαίνε και κλαίνε κι οδύρονται για την επανάσταση

μα πότε ερωτεύθηκαν γι’ αυτήν
πιο πάνω απ’ τον θάνατο;

Τώρα που με βλέπω κι εμένα εδώ μπροστά μου

πότε;

 

Κρις Λιβανίου

 


[1] Λάζαρος Γεωργιάδης, Τέλος, εκδ. Στοχαστής, Αθήνα, 2018, στ. 1-2, σελ. 7.

[2] σελ. 37.

[3] σελ. 47.

[4] σελ. 35.

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας: "Έκλαμψη" της Ελένης Αρτεμίου-Φωτιάδου



Έκλαμψη

Στα όνειρα ποτέ δεν είναι αρκετό το φως. Συνήθως ψάχνεις έναν διακόπτη που δεν υπάρχει. Ή μία λάμπα που δεν έχει αφήσει κάποια πρόνοια στον χώρο. Όταν ξυπνάς είναι πάντα απόγευμα. Ο κόσμος έξω κρεμάει ένα κάδρο στον ουρανό, στέκει και το κοιτάζει καθώς χάνεται από προσπάθεια διάσωσης.

Ανασκουμπώνεσαι. Η μνήμη λέει πως κάποτε κάποιος σκοπός προλαβαίνει να κρατήσει ένα έστω μικρό χέρι προτού φυσήξει άγρια το τέλος.


Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου 

Από τη συλλογή της Η αφηρημένη τέχνη του έψιλον


Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2020

Τρία και κάτι ποιήματα του Αμερικανού ποιητή Arthur Sze

O Arthur Sze γεννήθηκε στη Ν. Υόρκη το 1950. Είναι Αμερικανός ποιητής κινεζικής καταγωγής. Το έργο του έχει περιγραφεί από Αμερικανούς κριτικούς ως «συνδυασμός ταοϊστικής φιλοσοφίας, πέτρινων τοίχων ζεν και μεταμοντέρνου πειραματισμού». Χαρακτηριστική της ποίησής του είναι η σύνδεση ανάμεσα σε ετερόκλητα στοιχεία και ιδέες, όπως τη ζωή στην πόλη και τη φύση, την αστρονομία και την κινεζική φιλοσοφία. Με αυτό τον τρόπο καταφέρνει να συλλάβει και να καθρεφτίσει την πολυπλοκότητα της πραγματικότητας. Στιγμές γεμάτες χάρη, έρωτα κι ομορφιά συνυφαίνονται με ρίγη φρίκης και απειλές οικολογικής καταστροφής , καθώς ο Sze μετακινείται με δεξιοτεχνία σε διαφορετικές εικόνες – τη σελήνη που καθρεφτίζεται στην επιφάνεια του νερού, λίγο αλάτι πάνω στο τραπέζι, έναν άντρα που χρωστάει νοίκια – μετατρέποντας την απλότητα σε συγχρονικότητα και το χάος σε ποίημα. Ο Sze είναι ένας ποιητής που έφτασε στη βραχεία λίστα για το βραβείο Pulitzer και χαίρει του σεβασμού κριτικών και κοινού στις ΗΠΑ, κυρίως όμως είναι ένας ποιητής που συνεχίζει να διευρύνει και να βαθαίνει τη ματιά μας στον κόσμο.

Ακολουθούν τρία ποιήματα από την πιο πρόσφατη συλλογή του Sight Lines (εκδ. Copper Canyon Press, Ουάσιγκτον 2019), τα οποία πρωτοδημοσιεύθηκαν στο περιοδικό vakxikon.gr (τεύχος αρ. 46) και απόσπασμα από ένα μεγαλύτερο ποίημα της ίδιας συλλογής που πρωτοδημοσιεύθηκε στο τρέχον τεύχος του περιοδικού Poetix (αρ. 23), δυστυχώς με τυπογραφικά λάθη (δεν φαίνονται οι διαγραφές) προς αποκατάστασή τους. Εδώ παρατίθενται και τα πρωτότυπα.

**

Doppler Effect
Stopped in cars, we are waiting to accelerate
along different trajectories. I catch the rising
pitch of a train – today one hundred nine people
died in a stampede converging at a bridge;
radioactive water trickles underground
toward the Pacific Ocean; nickel and copper
particulates contaminate the Brocade River.
Will this planet sustain ten billion people?
Ah, switch it: a spider plant leans toward
a glass door, and six offshoots dangle from it;
the more I fingered the clay slab into a bowl,
the more mishappen it became; though Ihave
botched this, bungled that, the errancies
reveal it would not be better if things happened
just as I wished; a puffer fish inflates on deck;
a burst of burnt rubber rises from pavement.


Φαινόμενο Ντόπλερ
Σταματημένοι στην κίνηση, περιμένουμε να ξεκινήσουμε
για να ακολουθήσουμε διαφορετικές τροχιές. Ακούω τον όλο και δυνατότερο
θόρυβο ενός τρένου – σήμερα εκατόν εννέα άνθρωποι
ποδοπατήθηκαν όταν στριμώχτηκαν σε μια γέφυρα·
ραδιενεργό νερό κυλά αργά κάτω από το έδαφος
προς τον Ειρηνικό Ωκεανό· σωματίδια
νικελίου και χαλκού μολύνουν τον ποταμό Τζιν στην Κίνα.
Θα αντέξει αυτός ο πλανήτης δέκα δισεκατομμύρια ανθρώπους;
Ω, ας το πάρουμε αλλιώς: ένα καλλωπιστικό φυτό γέρνει προς
μια γυάλινη πόρτα, και έξι παραφυάδες κρέμονται προς τα κάτω·
όσο περισσότερο πίεζα το κομμάτι του πηλού να γίνει γαβάθα,
τόσο χειρότερο γινόταν· μολονότι τα ‘χω
κάνει μαντάρα εδώ και θάλασσα εκεί, τα λάθη μου
αποκαλύπτουν ότι δεν θα’ ταν καλύτερα τα πράγματα αν είχαν συμβεί
όπως ακριβώς ήθελα· ένα φουσκόψαρο φουσκώνει στο κατάστρωμα·
η μυρωδιά καμένου λάστιχου αναδύεται από το πεζοδρόμιο.

**

Light Echoes
In the parking lot, we look up at the Milky Way:
a poacher aims a rifle at a black rhinoceros:
a marble boat disappears in smog.
As I gaze at an anthurium, wild cockatoos
cry from the tops of blue marble trees:
a lake forms on an ice sheet: rivers branch
and branch. A guitarist leans into the space
between notes; a stone plummets
down a black well: he does not know
the silence when he will aim a bullet
at himself. On a wall, a red spider;
macaws in cages squawk when we approach:
I stretch letters into the leaf of an autograph tree.
Like lights extending along a bay,
notes from Norteňa splay in my ears –
they sparkle then disappear into black sounds.


Aπαλή ηχώ
Από το πάρκινγκ, κοιτάζουμε τον Γαλαξία στον ουρανό:
ένας λαθροκηνυγός στοχεύει έναν μαύρο ρινόκερο με το τουφέκι του:
ένα μαρμάρινο καράβι εξαφανίζεται στην αιθαλομίχλη.
Καθώς κοιτάζω έναν ανθούριο, άγρια κοκατού
φωνάζουν από τις κορυφές μπλε μαρμάρινων δέντρων·
μια λίμνη σχηματίζεται σε έναν παγετώνα: τα ποτάμια διακλαδίζονται
και διακλαδίζονται. Ένας κιθαρίστας αγκαλιάζει το διάστημα
ανάμεσα στις νότες· μια πέτρα βυθίζεται
σε ένα μαύρο πηγάδι: δεν ξέρει
τη σιωπή που θα γίνει όταν εκείνος σημαδέψει με μια σφαίρα
τον εαυτό του. Σε έναν τοίχο, μια κόκκινη αράχνη·
εξωτικοί παπαγάλοι σε κλουβιά κρώζουν καθώς πλησιάζουμε:
Σκαλίζω γράμματα στο φύλλο ενός αυτοβιογραφικού δέντρου.
Σαν φώτα που εκτείνονται κατά μήκος ενός κόλπου,
νότες μεξικάνικης μουσικής ανοίγονται στα αυτιά μου –
λαμπυρίζουν έπειτα εξαφανίζονται αφού γίνουν μαύροι ήχοι.

**

Courtyard fire
An autumn equinox,
    we make a fire
        in the courtyard: sparks
gust into the black air,
    and all seasons are enfolded
        in these flames:
snow gathers and tips the lilac twigs;
    a stinkhorn rises
        out of dirt below a watersprout;
ants climb the peony stalks;
    and, gazing into coals,
        I skydive and pass through
stages of youth: at first,
    I climb a tower and,
        looking out, find the world tipped;
then I dash through halls:
    if ripening is all,
        what can the dead teach us?
We who must rage and lust,
    hurtle zigzagging between cars
        in traffic, affirm
the call to abandon illusions
    is a call to abandon
        a condition that requires illusions;

and, as I pull the cord,
    spring rips and blooms;
        on landing, I sway on earth.


Φωτιά στην αυλή
Την εαρινή ισημερία,
    ανάβουμε φωτιά
        στην αυλή: σπίθες
ανεβαίνουν σε ριπές στον μαύρο αέρα,
    και όλες οι εποχές τυλίγονται
        στις φλόγες:
το χιόνι μαζεύεται και κάνει τα μαβιά κλαδάκια να γέρνουν·
    ένα μανιτάρι φυτρώνει
        μέσα απ’ το χώμα κάτω από μια πηγή·
μυρμήγκια σκαρφαλώνουν στα κοτσάνια της παιώνιας·
    και, κοιτάζοντας τα κάρβουνα,
        βουτώ από τον ουρανό και περνώ από
εποχές νεότητας: στην αρχή
    ανεβαίνω σ’ έναν πύργο και,
        κοιτώντας έξω, βλέπω τον κόσμο γυρισμένο ανάποδα·
έπειτα ορμώ μέσα σε αίθουσες:
    εάν η ωριμότητα είναι το παν,
        τότε τι μπορούν να μας διδάξουν οι νεκροί;
Εμείς, που οφείλουμε να ωρυόμαστε και να λαχταράμε,
    χιμάμε κάνοντας ζιγκ ζαγκ ανάμεσα σε αυτοκίνητα
        στην κίνηση, επιβεβαιώνουμε ότι
το κάλεσμα να εγκαταλείψουμε τις ψευδαισθήσεις
    είναι ένα κάλεσμα να εγκαταλείψουμε
        μια κατάσταση που απαιτεί ψευδαισθήσεις·
και, καθώς τραβώ το καλώδιο,
    η άνοιξη περνάει βολίδα κι ανθίζει·
        σαν προσγειώνομαι, ταλαντεύομαι πάνω στο έδαφος.

**

Water calligraphy
5
– Sunrise: I fill my rubber bucket with water
and come to this patch of blue-gray sidewalk –
I’ve made a sponge-tipped brush at the end
of a waist-high plastic stick; and, as I dip it,
I know water is my ink, memory my blood –

the tips of purple bamboo arch over the park –
I see a pitched battle at the entrance to a palace
and rooftops issuing smoke and flames –
today, there’s a white statue of a human figure,
buses and cars drive across the blank square –

at that time, I researched carp in captivity
and how they might reproduce and feed
people in communes – I might have made
a breakthrough, but Red Guards knocked at the door –
they beat me, woke me up at all hours

until I didn’t know whether it was midnight or noon –
I saw slaughtered pigs piled on wooden racks,
snow in the spring sunshine – the confessions
they handed me I signed – I just wanted it
to end – then herded pigs on a farm – wait –

a masseur is striking someone’s back,
his hands clatter like wooden blocks –
now I block the past by writing the present –
as I write the strokes of moon, I let the brush
swerve rest for a moment before I lift it

and make the one stroke hook – ah, it’s all
in that hook – there, I levitate: no mistakes
will last, even regret is lovely – my hand
trembles; but if I find the gaps resting places,
I cut the sinews of an ox, even as the sun

moon waxes – the bones drop, my brush is sharp,
sharper than steel – and though people murmur
at the evaporating characters, I smile, frown
fidget, let go – I draw the white, not the black –


Καλλιγραφία του νερού
5
– Αυγή: γεμίζω τον λαστιχένιο κουβά μου με νερό
και φτάνω σ’ αυτό το μπάλωμα μπλε-γκρίζου πεζοδρομίου –
έφτιαξα ένα πινέλο με σφουγγάρι στην άκρη
ενός πλαστικού κονταριού μέχρι τη μέση μου· και, καθώς το βουτώ,
ξέρω ότι το νερό είναι το μελάνι μου, η μνήμη το αίμα μου –

οι άκρες των μωβ μπαμπού σχηματίζουν αψίδα πάνω απ’ το πάρκο –
βλέπω μια άγρια μάχη στην είσοδο ενός παλατιού
και στέγες που βγάζουν καπνό και φλόγες –
σήμερα, υπάρχει το λευκό άγαλμα μιας ανθρώπινης φιγούρας,
λεωφορεία και αυτοκίνητα διέρχονται την κενή πλατεία –

εκείνη τη στιγμή, ερευνούσα κυπρίνους σε αιχμαλωσία
και πώς μπορεί να αναπαράγονται και να ταΐζουν
ανθρώπους σε κομμούνες – μπορεί να έκανα
επανάσταση, όμως οι Κόκκινοι Φρουροί χτύπησαν την πόρτα –
με έδειραν, με ξυπνούσαν όλες τις ώρες

μέχρι που δεν ήξερα πια αν ήταν μεσάνυχτα ή μεσημέρι –
είδα σφαγμένα γουρούνια στοιβαγμένα σε ξύλινες σανίδες,
χιόνι στην ανοιξιάτικη λιακάδα – τις ομολογίες
που μου έδιναν τις υπέγραφα – ήθελα μόνο να
τελειώνει αυτό – μετά γουρούνια σε κοπάδι σε ένα αγρόκτημα – μισό λεπτό –

ένας μασέρ χτυπάει την πλάτη κάποιου,
τα χέρια του κάνουν θόρυβο σα να ‘ταν ξύλινοι κυβόλιθοι –
τώρα σταματώ το παρελθόν γράφοντας το παρόν –
καθώς γράφω σελήνη, αφήνω το πινέλο 
να ελιχθεί ξεκουραστεί μια στιγμή προτού το πάρω

και ζωγραφίσω ένα φεγγάρι αγκίστρι – αχ, όλα βρίσκονται
μέσα σ’ αυτό το αγκίστρι – εκεί, αιωρούμαι: κανένα λάθος
δεν θα μείνει, ακόμη κι η μεταμέλεια είναι ευχάριστη – το χέρι μου
τρέμει· μα βρίσκω τα κενά τους τόπους ανάπαυσης,
κόβω τους τένοντες ενός βοδιού, ακόμη κι όταν ο ήλιος

η σελήνη είναι στη χάση – τα κόκαλα πέφτουν, το πινέλο μου είναι αιχμηρό,
αιχμηρότερο από ατσάλι – και μολονότι οι άνθρωποι μουρμουρίζουν
για τα ιδεογράμματα που εξατμίζονται, γελώ, συνοφρυώνομαι
κινούμαι νευρικά, το αφήνω – ζωγραφίζω το λευκό, όχι το μαύρο –

Μετάφραση και εισαγωγικό σχόλιο:
Χριστίνα Λιναρδάκη


Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2020

"Επιστροφή στον 21ο αιώνα" του Νίκου Δόικου

Θα ξεκινήσω από την τελική εντύπωση που αποκόμισα διαβάζοντας την τελευταία δουλειά του Νίκου Δόικου: η Επιστροφή στον 21ο αιώνα είναι μια ιδιαίτερα απαιτητική ποιητική συλλογή. Σκοπός μου εδώ είναι να περιγράψω τους λόγους στους οποίους οφείλω αυτή την εντύπωση, και ταυτόχρονα να δείξω τις προκλήσεις που συναντά κανείς στην την πορεία της ανάγνωσης, τους διάφορους δρόμους, το πλέγμα των παράδοξων συσχετισμών, και τελικά την έκπληξη που προκύπτει από την αναστολή του χρόνου και τις ανατροπές στους δεσμούς της πραγματικότητας με τον άνθρωπο, με κάθε έναν από εμάς τους ίδιους.

Ο Δόικος στα 33 ποιήματα που απαρτίζουν την Επιστροφή στον 21ο αιώνα παίρνει καθοριστικά ρίσκα: στη γραφή που παραμένει κι εδώ αναμφισβήτητα το δυνατό του χαρτί και στην θεματολογία, αλλά κυρίως στον ανατρεπτικά ευθύ τρόπο που προσεγγίζει και εκθέτει όσα έχει να πει. Πλησιάζει μεταξύ τους πράγματα και λέξεις τόσο απομακρυσμένες που ξενίζουν, και συχνά οι αντιθέσεις είναι τόσο ακραίες που σχεδόν οι έννοιες αυτοαναιρούνται: χτίζεται έτσι προοδευτικά μια στατική ισορροπία, ένα είδος στεγανοποιημένης αδράνειας μάλλον στις λέξεις παρά στις πράξεις. Γιατί αυτό που είναι σαφές από την αρχή, και παραμένει το πλέον σταθερό σημείο αναφοράς και οριοθέτησης αυτής της συλλογής, είναι ότι πρόκειται για ποίηση θεμελιωμένη στο δίπολο δράση-αντίδραση. Κάποιοι σε παλιότερες εποχές θα μιλούσαν για στρατευμένη.

Στα ποιήματα όπου ο στίχος είναι σύντομος, οι λέξεις μοιάζουν με αναλαμπές μιας διαφορετικής όσο και αποσπασματικής πραγματικότητας: γεννούν μια φευγαλέα αντίληψη ενός κόσμου που θα μπορούσε να ανασαίνει στην θέση του υπάρχοντος, αλλά που τελικά παραμένει σε μια λυμφατική κατάσταση λόγω του ανθρώπινου εγκλεισμού σε έξωθεν επιβεβλημένες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες. Ο Δόικος γράφει βαθιά επηρεασμένος από το οικονομικό, κοινωνικό και οριακά το πολιτικό γίγνεσθαι που παρατηρεί γύρω του, τα ποιήματα που απαρτίζουν αυτή τη συλλογή είναι σε ένα βαθμό κραυγές ονείρου σε μια αντιπαράθεση με μια ισοπεδωτική πραγματικότητα. Ο ποιητής μιλάει για τα τωρινά, για όσα στοιχειοθετούν την καθημερινότητα σε ένα αξιακό επίπεδο, όμως το κάνει σχεδόν συγκαλυμμένα, χωρίς συμπεριφορά ανταποκριτή ή τάση σφυγμομέτρησης: χρησιμοποιεί τα κοινωνικά δεδομένα ως βάση για να δομήσει πάνω τους σκέψη και στάση. Η έννοια της στρατευμένης ποίησης στροβιλίζεται στο μυαλό μου σχεδόν από τον πρώτο στίχο.

Μπήκα χαράματα μες στα χαλάσματα
μιας τράπεζας από καιρό παρατημένης.[1]

Πού μπορεί να κρύβεται η τόσο παρηγορητική και τελικά καθαρτική διαχρονικότητα της ποίησης σε στίχους με τόσο έντονη κοινωνικο-πολιτική χροιά; Άλλο ένα ερώτημα που ακολουθεί τον αναγνώστη κατά πόδας. Προσωπικά δεν βρήκα απάντηση. Ο ποιητής ψηλαφεί με το βλέμμα τους ελιγμούς της ιστορίας σε μια απόπειρα να ξορκίσει την αδράνεια, και για να ακουμπήσει τα όνειρα των ανθρώπων για μια ζωή ελεύθερη από χρηματοοικονομικά περιγράμματα πάνω σε πράξεις, μπορεί και σε επαναστάσεις απ’ αυτές που τελικά καταφέρνουν να αλλάξουν το μέλλον. Στην Επιστροφή στον 21ο αιώνα στοιχειοθετείται η αυτοπροσδιοριστική πλευρά του ποιητή ως προς το κοινωνικό γίγνεσθαι από τη μία μεριά, και το κατεστημένο από την άλλη: μιλάει για τους «ποιητές» ως σύνολο και λιγότερο για τον «ποιητή» ως μονάδα, σαν να τους αφαιρεί συμβολισμό για να ενισχύσει το κοινωνικό και πολιτικό τους περίγραμμα, και από εκεί την δύναμη και την ευθύνη που φέρουν απέναντι στην κοινωνία. Στην ουτοπική θα σκέφτονταν κάποιοι. Μένει να αποσαφηνιστεί.

Η γραφή του Δόικου είναι εξαιρετική και η γλώσσα προσεγμένη, οι λέξεις σπάνιες και απρόσμενες. Μιλάει όμως με γρίφους, και η ποίησή του γίνεται ξαφνικά εσωστρεφής εκεί που θα περίμενε κανείς το αντίθετο. Κλείνεται στους ίδιους του τους κώδικες και η απόσταση ανάμεσα σ’ εκείνον και τον αναγνώστη όλο και μεγαλώνει. Οι στίχοι, όσο καλοί και να είναι, που είναι, δεν καταφέρνουν πολλές φορές να γίνουν η γέφυρα: έχω την αίσθηση ότι γράφει με κομμένες άγκυρες. Στα ποιήματα που δείχνουν πεζά χωρίς επ’ ουδενί να είναι, γράφει στηριζόμενος σε τρεις άξονες, κάθε φορά διαφορετικούς: προσεγγίζει την πραγματικότητα μέσα από τρεις διαστάσεις, τρία χαρακτηριστικά στοιχεία, σαν να παρατηρεί τα συμβαίνοντα μέσα από τρεις διαφορετικούς φακούς κάθε φορά:

(…) η ωραιότητα έχει άπειρες εκδοχές ως πολυχώρος των
αναπάντεχων, μα η αλήθεια στους αιώνες μία και μόνο μία,

αριστερά, δεξιά, στο μέσον σε τραβούν τα γαλάζια φύκια
τ’ ουρανού, μη νοιάζεσαι, η πεταλούδα θα βρει τον δρόμο της,
(…)
[2]



Η συλλογή στο σύνολό της έχει αξιοσημείωτη συνοχή τόσο ως προς τη θεματολογία όσο και ως προς τη γραφή: ο Νίκος Δόικος παρατάσσει τις λέξεις που θα χαρτογραφήσουν τους μαιάνδρους της σκέψης του και θα φωτογραφήσουν κάθε σύναψη χωρίς εκπτώσεις, ίσως όμως με μια δόση υπερβολής που δεν οδηγεί πάντα σε ξεκάθαρο αποτέλεσμα. Έχει βρει τον τρόπο να αποτυπώσει την αντανάκλαση της τεχνοκρατικής πραγματικότητας πάνω στις αδρές γραμμές της ανθρώπινης οντότητας που παραμένει αμετάβλητη στο πέρασμα του χρόνου, και να ψυχανεμιστεί πού θα μπορούσαν να εδραιωθούν ισορροπίες και πού ελλοχεύει το κίνδυνος των καταστροφικών ανατροπών.

Ο Νίκος Δόικος επικεντρώνεται στις αντιθέσεις που μας οριοθετούν ως ανθρώπινα όντα, χωρίς να αναλώνεται σε επιφανειακές απεικονίσεις αλλά προσπαθώντας να τις ξεθάψει από τις πιο βαθιές κρυψώνες και να αναδείξει τη δυναμική τους. Όσο εξελίσσεται η ανάγνωση, το στοιχείο που ολοένα κερδίζει έδαφος είναι μια «αντίθεση αντιθέσεων» ανάμεσα σε εκείνες που μας αποτελούν, που είναι δηλαδή προϊόν ατομικής ταυτότητας και σε εκείνες που μας κοιτάζουν απ’ έξω: οι πολιτικές, οι οικονομικές, και οι χρηματοπιστωτικές ακόμα, που μας εξασφαλίζουν μια θέση στην αγέλη των ομοίων. Στα ποιήματα της Επιστροφής στον 21ο αιώνα οι αντιθέσεις που ορίζουν την ανθρώπινη ατομικότητα και εκείνες που την ισοπεδώνουν και την αγνοούν, διασταυρώνουν τα ξίφη τους. Και ας νικήσει ο ισχυρότερος.

Σ’ αυτή την συλλογή ο αναγνώστης θα βρεθεί αντιμέτωπος με τις μύχιες σκέψεις του και ταυτόχρονα με την απόδοσή τους στο ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο, και είναι τελικά δυνατή ποίηση επειδή επιτυγχάνει ένα σεισμικό ξάφνιασμα: το απρόβλεπτο συνοδεύει την κάθε λέξη, δεν μπορεί κανείς ούτε καν να υποψιαστεί ποια θα είναι η επόμενη αλληλουχία, ο ποιητής «αναγκάζει» τον αναγνώστη να σχοινοβατεί. Σαν να του λέει «αν δεχτείς να περπατήσεις πάνω στο σκοινί, σου εγγυώμαι ότι δεν θα πέσεις». Κρατάει τον λόγο του.

Ο Δόικος παίζει με τις φόρμες, τις ανατρέπει για να τις επανεφεύρει από την αρχή, και όλο αυτό χωρίς να χάνει βήμα και χωρίς να χάνει από τα μάτια του το στόχο: νομίζω ότι είναι ένα στοίχημα που στο τέλος έχει κερδηθεί:

Στις μέρες μας η στιγμή δεν συγχωρεί τον χρόνο[3]

Η διαρκής, αέναη εναλλαγή μεγεθών, όγκων και συγκινήσεων γεννάει μια κίνηση στα άκρα που συνεχίζεται στο διηνεκές: ιδού ένας άλλος, αιρετικός τρόπος να μετράμε τον χρόνο, και οι στίχοι του, που θυμίζουν ριπές φωτός σε ένα σκηνικό θεάτρου κατά τα άλλα βυθισμένου στο σκοτάδι, προσπαθούν να δείξουν τις εναλλακτικές, τουλάχιστον στις περιπτώσεις που υπάρχουν. Τα ποιήματα αντλούν από την παγκοσμιοποιημένη πραγματικότητα σχεδόν τα πάντα: τη θεματολογία, τις λέξεις, τους φόβους και τη μοναξιά, αλλά ταυτόχρονα και σε αντίθετη ροπή εκφράζουν μια διαρκή προσπάθεια να επιστρέψουν στην προτέρα κατάσταση, την ανθρωποκεντρική, όπου οι λέξεις είναι εικόνες ονείρων με μόνη αποστολή να σχεδιάζουν και να οριοθετούν το ανθρώπινο περίγραμμα.

Ο Νίκος Δόικος έθεσε ενδεχομένως ένα στοίχημα στην Επιστροφή στον 21ο αιώνα, να προσεγγίσει τον άνθρωπο πρώτα ως κοινωνική μονάδα, και ως ατομική οντότητα στη συνέχεια. Δεν είμαι σίγουρη ότι λειτούργησε σε όλα τα επιμέρους επίπεδα στην ανάγνωση, όμως ο ποιητής έφερε αναμφισβήτητα εις πέρας την οπτική του, και το έκανε γράφοντας εξαιρετικούς στίχους. Η μοναξιά βέβαια δεν ξορκίστηκε, μάλλον το αντίθετο, δυνάμωσε και τρομάζει περισσότερο. Όλα μένουν να αιωρούνται.

Πιο κάτω μερικά ποιήματα που μου άρεσαν ιδιαίτερα:

           Απογύμνωση[4]

Όλο το Φως το φόρτωσε
στους δυνατούς ώμους του ταύρου
η Ευρώπη
το ‘κανε λάμψη
το φυλάκισε
κι άφησε πίσω της μονάχα
έναν ήλιο ενοικιαζόμενο

Φυσαλίδα[5]

Αρνήθηκα
Παρά τις δελεαστικές προτάσεις
Και τις ορθάνοιχτες πύλες της ουτοπίας
Πιστός στον μυστικό μας όρκο
Μέτρησα έναν έναν τους ποιητές να
Ξεμακραίνουν σε ψηφιακές λεωφόρους
Να προσκυνούν με δέος τις μεταλλάξεις
Τα πλουμιστά γιοφύρια
Στα τόξα τους πολύχρωμες αγχόνες
Κάτω από ανδριάντες ηρώων της Αφθονίας
Να προσκυνούν τη σιγουριά μικρών αντίδωρων
Τις συγκινήσεις ευκαιριακών εκπτώσεων
Με δωροκάρτες και ιριδίζοντα επιχειρήματα
Μικροί εντολοδόχοι ενός μικρού σύμπαντος.

Κι εγώ φυσαλίδα στο κύμα ανάμεσα
Μυριάδες φυσαλίδες της προαιώνιας τρικυμίας
Μιας θάλασσας ανελέητης κι ανάλλαχτης.

          Ονειροκάθαρση[6]

         Σκοτώστε τους ονειροπόλους
         Φροντίστε ίχνος μην αφήσετε κανένα

        Να μην κολλήσουν πεταλούδες οι νέες γενιές
        Να μη φυτρώσουνε στις τράπεζες λουλούδια

Κρις Λιβανίου

[1] in. Νίκος Δόικος, Επιστροφή στον 21ο αιώνα, εκδ. Κοράλλι, Αθήνα, 2019, στ. 1-2, σελ. 19.

[2]σελ. 36.

[3] σελ. 39.

[4] σελ. 13.

[5] σελ. 21.

[6] σελ. 49.

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2020

"Αντίο τώρα, τα λέμε αύριο" του William Maxwell

Εννοείται ότι διάβασα, προτού ξεκινήσω να γράφω αυτό το σημείωμα, τους διθυράμβους που έχουν γραφτεί για το Αντίο τώρα, τα λέμε αύριο. Συμφωνώ σε ό,τι έχει να κάνει με την ατμόσφαιρά του: το βαμμένο στα χρώματα της ιδιοτυπίας της αμερικανικής υπαίθρου κλίμα διαπερνά όλο το βιβλίο, χαρίζοντάς του τη γοητεία της παλιάς καρτ-ποστάλ. Από πλευράς θεματολογίας, δυνατό χαρτί είναι ο πρόωρος θάνατος της μητέρας της οικογένειας εξαιτίας της ισπανικής γρίπης και η αναταραχή που γεννά. Επίσης δυνατό χαρτί είναι η διαπραγμάτευση των πανάρχαιων διλημμάτων που προκύπτουν από τις ανθρώπινες (και δη τις συζυγικές) σχέσεις, τα οποία όχι σπάνια οδηγούν σε διαλύσεις οικογενειών, ίσως ακόμη και στο έγκλημα – όπως συμβαίνει σε αυτό το βιβλίο. Στην εισαγωγή της Ann Patchett άλλωστε διάβασα ότι τα συγκεκριμένα θέματα (ο θάνατος της μητέρας, οι ανεπανόρθωτες φθορές στην οικογενειακή δομή) είναι επαναλαμβανόμενα στο έργο του συγγραφέα, ο οποίος ρέπει προς αυτά εξαιτίας της προσωπικής του εμπειρίας: η μητέρα του πέθανε όταν εκείνος ήταν ακόμη παιδί. Τα γεγονότα που περιγράφονται από κει και πέρα προέκυψαν από προσωπική του έρευνα σε άρθρα στον Τύπο. 

Σπουδαία όλα αυτά, ωστόσο το βιβλίο είναι αρκετά απροσπέλαστο. Ομολογώ ότι το διάβασα σε μια περίοδο δικής μου ψυχολογικής έντασης και αναστάτωσης, στη διάρκεια της οποίας ήμουν αρκετά unfocused, όμως το ότι η αφήγηση δεν ιχνηλατείται εύκολα δεν είναι κάτι που το φαντάστηκα. Πρώτα παρουσιάζεται το βασικό γεγονός, η δολοφονία, και κατόπιν σταδιακά (το χειρότερο όμως: αποσπασματικά) εκτίθενται τα γεγονότα που οδήγησαν σε αυτήν. Η πολυδιαφημιζόμενη (στο οπισθόφυλλο) φιλία των δύο αγοριών που βρέθηκαν στη δίνη του τυφώνα τον οποίο προκάλεσαν οι πράξεις των γονιών τους παρουσιάζεται σε λίγες, πενιχρές σελίδες, χωρίς να της αποδίδεται καμία έμφαση και κανένα βάθος. Παρεμπιπτόντως, η φράση «Αντίο τώρα, τα λέμε αύριο» ήταν εκείνη με την οποία τα δύο αγόρια αποχαιρετούσαν το ένα το άλλο κάθε μέρα.

Η δράση και τα τεκταινόμενα στο βιβλίο μοιράζονται ανάμεσα στις δύο οικογένειες, χωρίς πάντοτε να γίνεται εύκολα σαφές ποια από τις δύο αφορούν. Μεγαλύτερη εντύπωση μου έκανε η περιγραφή του ψυχισμού του σκύλου του ενός αγροκτήματος, τον οποίο αναγκάστηκαν τελικά να υποβάλουν σε ευθανασία λόγω της υπερβολικής του αφοσίωσης στους αρχικούς του ιδιοκτήτες(!) – εύρημα που αποτέλεσε, στον κόσμο του βιβλίου, τεκμήριο της ικανότητας του δολοφόνου να δολοφονήσει και άνθρωπο. Ούτε αυτό το εύρημα δεν αξιοποιήθηκε όμως.

Όλα είναι τόσο flat μέσα στο βιβλίο, τόσο πολύ ποτισμένα από τον αργό και τελικά υπνωτικό τόνο της αφήγησης που αναπόφευκτα μετατρέπονται σε πολτό, μια σούπα όπου τα ονόματα απλώς εναλλάσσονται και κανείς δεν ξεχωρίζει για τις πράξεις του, ούτε καν ο δολοφόνος που κατόπιν αυτοκτονεί (μοναδική εξαίρεση ίσως η Φερν, η μοιχαλίδα σύζυγος που ταράζει λίγο τα νερά με το ταμπεραμέντο της). Τη σύγχυση επιτείνει και η εναλλαγή των προσώπων της αφήγησης, αφού δεν υπάρχει ένας και μοναδικός αφηγητής: πότε αφηγείται το αγόρι και πότε κάποιος παντογνώστης παρατηρητής. Αποτέλεσμα; Μύλος, εκτός κι αν ο αναγνώστης έχει δοθεί στο βιβλίο ψυχή τε και σώματι. Εγώ πάντως δεν μπόρεσα να το κάνω.

Κάποτε έρχεται λοιπόν το αντίο (διαλύονται οι οικογένειες, συντελούνται η δολοφονία και η αυτοκτονία), χωρίς να έρθει κανένα αύριο. Κι όταν τελικά έρχεται και το αύριο, συμπυκνώνεται στη φευγαλέα συνάντηση των δύο αγοριών (των δύο φίλων του οπισθοφύλλου) στον διάδρομο ενός σχολείου της πόλης, που κάνει το ένα από τα δύο να μετανιώνει που δεν μίλησε στο άλλο και το άλλο να αποφασίζει να μετεγγραφεί σε άλλο σχολείο. Άδοξο τέλος για μια ιστορία που θα είχε χώρο για δράματα, ψυχογραφικές αναλύσεις, δυνατές σκηνές. Τίποτε όμως από αυτά δεν υπάρχει στο βιβλίο. Δεν είναι απλώς ότι δεν έχει την «εύκολη page turner λογική της αγωνίας της πλοκής», όπως διάβασα στην κριτική του Βασίλειου Δρόλια. Είναι ότι πρόκειται για μία εντελώς επίπεδη γραμμή καρδιακού παλμού. 
 
Για να το πω αλλιώς: τα γεγονότα που συντελούνται τελικά (τα οποία εκτίθενται στην αρχή του βιβλίου) ρίχνουν τόσο βαριά σκιά σε ό,τι προηγήθηκε (ή ό,τι έπεται στο συγκεκριμένο βιβλίο) που το θολώνουν ανεπανόρθωτα, σαν να το τοποθετούν σε έναν ορίζοντα τόσο μακρινό που ο αναγνώστης να καταλήγει να νιώθει πως δεν τον αφορά. Δυστυχώς, βέβαια, δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο βιβλία που έχουν βραβευθεί και γραφτεί διθυράμβους γι’ αυτά να αποδεικνύονται από βαρετά μέχρι απροσπέλαστα... όλοι μας έχουμε τέτοιες εμπειρίες.

Ωστόσο, η μετάφραση του Παναγιώτη Κεχαγιά είναι εξαιρετική. Αποδίδει και την παραμικρή διακύμανση του τόνου του συγγραφέα σε στρωτή γλώσσα. Θα ήταν καλό πάντως οι εκδόσεις να είχαν προβλέψει και έναν διορθωτή, δεν είναι δυνατόν να τα περιμένουν όλα από τον μεταφραστή. Το λέω αυτό χωρίς να έχω σημειώσει σημαντικά γλωσσικά λάθη ή κάτι άλλο κραυγαλέο, αλλά επειδή παρατήρησα αρκετά στοιχεία που δεν ήταν απαραίτητα για μια ολοκληρωμένη διατύπωση και ξεχείλωναν ανεπαίσθητα το κείμενο. Υπερβολές, φυσικά, και η προσωπική διαστροφή μου με την οικονομία στα νοήματα, αλλά, όπως λένε και οι Γερμανοί, «ο διάβολος κρύβεται στη λεπτομέρεια». Κι αυτό είναι κάτι που αγνοούν συστηματικά οι εκδότες στις μέρες μας. 

Χριστίνα Λιναρδάκη