Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Εκεί που η σκόνη συναντά τη θάλασσα - The Waterboys

Παρά το γεγονός ότι ποτέ δεν είχαν τη μεγάλη εμπορική επιτυχία που τους άξιζε, οι Waterboys υπήρξαν ένα από τα σπουδαιότερα σύγχρονα συγκροτήματα με στίχους αληθινά ποιητικούς, στους οποίους συναντώνται το παραδοσιακό στοιχείο της κέλτικης κουλτούρας και οι σύγχρονες επιρροές. Από τον πρώτο τους κιόλας δίσκο "The waterboys" (1983) φάνηκε η φρεσκάδα που έφερναν στη μουσική σκηνή, γεγονός που μπορεί κανείς να δει σε κομμάτια όπως "Τhe girl in the swing":

Τους βλέπεις να ΄ρχονται
Μέσα απ’ τα χιονισμένα χωράφια;
Κάποιος καλπάζει για μια γυναίκα
Που δεν έχει όνομα
Άλλος καλπάζει για έναν βασιλιά
Και κάποιος άλλος μόνο καλπάζει
Για το φλογερό
κορίτσι

Παραβγαίνουν σαν φαντάσματα
Κάτω απ’ το φως του Μπέλμοντ …
Καλπάζουν περνώντας από μέρη
Όπου τα τείχη είναι άσπρα
Και οι ευγενικές φωνές των γυναικών τραγουδούν
Ένα ζευγάρι ευχαριστιών…

Με ρώτησες
Αν ξέρω τι είναι η αγάπη
Λοιπόν ΣΙΓΟΥΡΑ ξέρω τι είναι η αγάπη!
Είναι ο κλέφτης του ύπνου!
Ένα παιδί και το σκυλί του
Μια κόκκινη λαστιχένια μπάλα
Αυτά τα παλιά τρελά πράγματα
Μια βροχή που πέφτει
Ένας δρόμος μακριά μακριά απ’ το σπίτι
Ζει μέσα στο κορίτσι
Το φλογερό.


Το ερωτικό αίσθημα παίζει κυρίαρχο ρόλο στην θεματολογία των Waterboys και πλημμυρίζει τραγούδια όπως το "Trumpets":

Ο έρωτάς σου μοιάζει με σάλπιγγες που ηχούν
Η ζωή σου είναι σαν βουνό
Κι η καρδιά σου σαν εκκλησία
Με φαρδιές ανοιχτές πόρτες
Και το να 'μαι μαζί σου
Είναι σα να βρίσκομαι μες το πιο όμορφο όνειρο…

Ο έρωτας σου μοιάζει με μεσοκαλόκαιρο
Η ζωή σου είναι σαν ωκεανός
Θέλω να βουτήξω μέσα της γυμνός
Να χαθώ στα βάθη σου…
Σε παρακαλώ μη με ξυπνάς...


Ένα άλλο στοιχείο που επηρέασε την ποίηση των Waterboysς, ιδίως αυτήν του ηγέτη και ιδρυτή τους Mike Scott ο οποίος γεννήθηκε στο Εδιμβούργο, ήταν η θάλασσα που βρέχει τα βρετανικά νησιά, κυκλώνοντας τα με το ρεύμα του κόλπου του Μεξικού που κάνει το κλίμα πιο ήπιο και πιο γλυκό. Το πιο γνωστό τους τραγούδι, το "Fisherman’s Blues", το εκφράζει πολύ καθαρά:

Θα 'θελα να μουνα ψαράς
Να ταρακουνιέμαι μες στις θάλασσες
Πολύ μακριά απ’ τη στεριά
Και τις πικρές της αναμνήσεις
Ρίχνοντας την πιστή μου πετονιά
Με ανεμελιά κι αγάπη
Κανένα ταβάνι να μη με βαραίνει
Εκτός από τον έναστρο ουρανό πάνω
Με φως στο κεφάλι μου
Εσένα στα χέρια μου...


Ο Lou Reed είπε ότι στην περίπτωση των Waterboys έχουμε να κάνουμε με ό,τι πιο ενδιαφέρον παράχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες στο χώρο της ροκ μουσικής. Αναφέρονταν στον δίσκο "This is the sea", σίγουρα τον καλύτερο δίσκο του συγκροτήματος: σ' αυτόν υπάρχει ένα από τα σπουδαιότερα ίσως τραγούδια-ορόσημα στην ιστορία της ροκ μουσικής, το "Τhe Pan within" που αντικατοπτρίζει την πνευματικότητα του γκρουπ και τις επιρροές του από τις παραδοσιακές δοξασίες των αρχέγονων παγανιστικών τελετών:

Έλα μαζί μου
Σ’ ένα ταξίδι κάτω απ’ το δέρμα
Θα ψάξουμε μαζί
Για τον εσωτερικό Πάνα
Κλείσε τα μάτια σου
Ανάπνεε αργά κι αρχίζουμε
Κούνα τους γοφούς σου
Λευτέρωσε το κεφάλι σου…

Βάλε το πρόσωπο σου στο παράθυρό μου
Ανάπνευσε τη νύχτα που είναι γεμάτη θησαυρούς
Ο αέρας είναι πάνγλυκος
Γλυκός κι άγριος με την υπόσχεση της ηδονής
Τ' αστέρια είναι ζωντανά
Εραστές κλέφτες τρελοί διεκδικητές
Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να παραδοθούμε.


Το συγκρότημα αναζήτησε την έμπνευση σε κάθε είδους πνευματικό κίνημα, ενώ πειραματίστηκε με ποικίλες μορφές και επιδράσεις από την παραδοσιακή μουσική της Ιρλανδίας και της Σκωτίας μέχρι τα μπλουζ και τις παραδόσεις των ιθαγενών Ινδιάνων της Αμερικής, όπως φαίνεται στο κομμάτι "Bury my heart":

Θάψτε την καρδιά μου
Εκεί όπου η σκόνη συναντά τη θάλασσα
Αφήστε την ελεύθερη σ’ ένα έρημο μέρος
Όπου ένας άνθρωπος μπορεί ακόμα να είναι ελεύθερος
Φτιάξτε μια μπάλα τα ρούχα και τα πουκάμισα μου
Βάλτε τα στο χώμα...
Κι όταν η καταιγίδα ξεσπάσει
θάψτε την καρδιά μου

Γεννήθηκα ταξιδιάρης τροβαδούρος
Αλλά αφήνω τα φτερά μου ν’ αναπαυτούν...
Τώρα πάω στην ερημιά
Πάνω στο άλογο που εμπιστεύομαι
Υπάρχει ένας κρίνος στην κοιλάδα...
Θα πεθάνω όπου πέσω
Στην καυτή στεγνή σκόνη
Λοιπόν θέλεις να θάψεις την ψυχή μου
Εκεί όπου η σκόνη συναντά τη θάλασσα
Και θα θάψεις την καρδιά μου
Στο Πληγωμένο Γόνατο*;

Απόστολος Σπυράκης


* Αναφορά στο Wounded Knee Creek, στην περιοχή των Ινδιάνων Λακότα. Οι μεταφράσεις των στίχων προέρχονται από το βιβλίο "THE WATERBOYS'', εκδόσεις Κατσάνος.

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

"Η Άκρα ταπείνωση" της Ρέας Γαλανάκη



Η άκρα ταπείνωση είναι ένα μυθιστόρημα στο οποίο είναι εξαρχής σαφές ότι θα πάρει ρίσκα. Όχι τόσο σε επίπεδο θεματολογίας, όσο σε στυλ γραφής και σε επίπεδο δομής: έχουμε τρεις ανισομεγέθεις ενότητες σε λειτουργική ισορροπία και μια διαρκή εναλλαγή αφηγητών, εγχείρημα που δεν στερείται δυσκολίας. Επικεντρωμένο και θεμελιωμένο σε ένα συγκεκριμένο συμβάν που τότε είχε φέρει την Αθήνα στα όριά της (την νύχτα της 12ης Φεβρουαρίου του 2012), μπορεί να μην εκτείνεται σε εύρος χρόνου, αλλά κερδίζει θεαματικά σε πυκνότητα και συγκινησιακή ένταση.

Σε ό,τι με αφορά, βλέπω την Άκρα ταπείνωση σαν ένα κείμενο που αέναα αποκαθηλώνει για να αναστηλώσει στη συνέχεια την έννοια της πραγματικότητας όπως την εκλαμβάνουμε σε πρώτη προσέγγιση. Τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή, τι συνέβη πριν από χρόνια στις ζωές των ηρώων, τι ελπίζουν ότι θα επακολουθήσει, τι απώλειες πενθούν, σε ποια ακριβώς πραγματικότητα κινούνται. Η ασθένεια που αλλοιώνει και αποσυνθέτει την μνήμη της μίας από τις ηρωίδες είναι η πρώτη ένδειξη ότι όσα συμβαίνουν θα έχουν περισσότερες από μία αναγνώσεις, το στοιχείο όμως αυτό είναι μόνο η αρχή του νήματος. Είναι δύσκολο να οριοθετήσει κανείς τον ρόλο που κατέχει η πραγματικότητα ως «μπούσουλας» για να επικοινωνούμε όλοι μεταξύ μας αλλά και ως σταθερά που διαλύει τον φόβο, στο βιβλίο αυτό υπάρχει η αίσθηση ότι η Ρέα Γαλανάκη διηγείται ένα σκούρο παραμύθι. 

Η πυρπόληση της Αθήνας εκείνο τον χειμώνα φωτογραφίζεται με έναν αποστασιοποιημένο ρεαλισμό που όμως δεν αδειάζει ούτε από την φαντασία, ούτε από τη μαγεία που εξ’ ορισμού και εκ φύσεως διαθέτει η καθημερινότητα, ακόμα και όταν φτάνει σε σημεία και σε τέρατα. Η Αθήνα της Μεταπολίτευσης που τόσο έχει αναλυθεί και σχολιαστεί, για να λιώσει τελικά από την τριβή των λέξεων, στο μυθιστόρημα της Ρέας Γαλανάκη γίνεται ταυτόχρονα καμβάς και πρωταγωνίστρια σ’ ένα παιχνίδι με στιβαρές ισορροπίες και μαγικές εναλλαγές ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι.

Η Άκρα ταπείνωση αποδεικνύει ότι οι άνθρωποι τελικά επιβιώνουν, οι πόλεις επίσης. Το τίμημα που θα πληρωθεί γι αυτή την συνέχεια, γι αυτή την αναγκαστική τελικά πορεία στο διηνεκές, είναι αυτό που αποτελεί το υποβόσκον νήμα όλου του μυθιστορήματος, και η συγγραφέας το διαχειρίζεται με αξιοσημείωτη μαεστρία. Δεν έχουν όλοι οι ήρωες το ίδιο ειδικό βάρος, αυτό είναι μια αλήθεια. Κάποιοι δεν φοβούνται και στέκονται όρθιοι για να αντιμετωπίσουν όσα τους επιφυλάσσονται, κάποιοι άλλοι στην πρώτη δυσκολία στέκονται ακίνητοι, σαν να περιμένουν να τους πουν τι να κάνουν και πού να πάνε.

Το λεξιλόγιο, η νοηματική πυκνότητα, η ακρίβεια στην παρατήρηση και στην επιλογή λέξεων και συναισθημάτων είναι μερικά από τα δυνατά σημεία του όλου εγχειρήματος, είναι άλλωστε και αναμενόμενα, η Ρέα Γαλανάκη δεν είναι στην πρώτη της δουλειά : ξέρει πού πατάει, πού βρίσκεται και πού θέλει να πορευτούν οι ήρωές της, έχει το θάρρος της πένας. Το γεγονός ότι κάποιοι από αυτούς παραπατάνε από το βάρος των γεγονότων δεν επηρεάζει τους υπόλοιπους και τελικά οι πορείες τους είναι συγκροτημένες, τουλάχιστον αφηγηματικά. 

Το κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο είναι, όπως θα περίμενε κανείς, πολύ ηχηρό, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Είναι το έργο ένα μνημείο διαχρονικότητας στο διηνεκές; Δύσκολο να πει κανείς, μπορεί και να μην χρειάζεται κι όλας. Είναι γεγονός ότι το κεντρικό συμβάν καθώς και τα μικρότερα που προκύπτουν ως συνέπειές του, δεν μπορεί παρά να καταλάβει μεγάλο χώρο στην αφήγηση. Συνέβησαν έντονα πράγματα τότε, πρωτόγνωρα, και είναι δύσκολο να μεταβολιστούν, και να δει κανείς πίσω από το εκτυφλωτικό αποτύπωμα που άφησαν στην σύγχρονη ιστορία και στο ατομικό συγκινησιακό περίγραμμα του καθενός από μας. 

Το ερώτημα που καλείται να απαντήσει κάθε αναγνώστης της Άκρας ταπείνωσης είναι τι μένει πίσω όταν το μυθιστόρημα τελειώσει. Ερώτημα σαφώς κοινό σε όλα τα βιβλία, ιδιαίτερα ίσως σ’ αυτό, που έχει τόσο ισχυρούς δεσμούς με ιστορικές συγκυρίες που δεν έχουν καν παλιώσει αρκετά ώστε να μπορούν να ειδωθούν με ψύχραιμα μάτια. Η μελετημένη αίσθηση ασάφειας δεν θολώνει τα νερά της κατανόησης, αντίθετα σβήνει με μαεστρία τις γραμμές των μέχρι εκείνη τη νύχτα ορίων.

Αχαρτογράφητα νερά, αυτή είναι η νέα πραγματικότητα που έφερε τότε η επόμενη μέρα, τόσο για τους ήρωες που είδαν την καθημερινότητά τους δια παντός ανεστραμμένη, όσο και για τους ανθρώπους που είχαν βρεθεί στο κέντρο της πόλης και χρειάστηκε μετά να επαναπροσδιορίσουν τις σταθερές τους. Η Ρέα Γαλανάκη επιχείρησε να καταλάβει τι στάθηκε όρθιο και τι γκρεμίστηκε για πάντα, να εξημερώσει φόβους και να ξορκίσει καινούρια φαντάσματα που γέννησε εκείνη η νύχτα, επενδύοντας σε σταθερές από το παρελθόν, την ιστορία, πάνω από όλα στον ίδιο τον άνθρωπο.  

Κρις Λιβανίου

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Συζήτηση με την ανθολόγο των ποιητών της Θεσσαλονίκης Βίκυ Παπαπροδρόμου

Χριστίνα Λιναρδάκη: Βίκυ, σε γνωρίζουμε όλοι από την ανθολόγηση των ποιητών της Θεσσαλονίκης του 20ού αι. και μέχρι τις μέρες μας που έχεις κάνει στο translatum.gr. Πώς ξεκίνησε αυτή η ιδέα; Και γιατί το translatum.gr;

Βίκυ Παπαπροδρόμου: Η ιδέα, Χριστίνα, γεννήθηκε σχεδόν απροσδόκητα. Στο ξεκίνημα του φόρουμ του Translatum όσα μέλη θέλαμε δημοσιεύαμε αγαπημένα μας ποιήματα. Εξαρχής είχαμε στο φόρουμ μία ενότητα με τον τίτλο Favourite Poetry όπου κάναμε όλες μαζί τις δημοσιεύσεις. Μιλάμε τώρα για τις αρχές του 2005.

Κάποια στιγμή διαπίστωσα ότι τα γραπτά Θεσσαλονικιών συγγραφέων είχαν γίνει περίπου 30 και ήταν, πώς να σου το πω, πολύ χύμα έτσι μεμονωμένα και ξεκάρφωτα μέσα στα πολλά. Ήδη ο σχεδόν ένας χρόνος εμπειρίας στο φόρουμ μάς είχε μάθει να βάζουμε τα πάντα σε τάξη γιατί τα θέματα ήταν πολλά και η επισκεψιμότητα μεγάλη, οπότε ανοίγαμε συνεχώς νέες ενότητες για να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις, πράγμα που συνεχίζουμε να κάνουμε ως σήμερα.

Ζήτησα, λοιπόν, από τον φίλο μου τον ιδιοκτήτη και διαχειριστή του Translatum, τον αδελφικό μου φίλο και συνάδελφο Σπύρο Δόικα, να μου ετοιμάσει μια χωριστή ενότητα για την ποίηση της Θεσσαλονίκης. Έτσι μια βραδιά και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα απέκτησα μια εντελώς «δική μου» ενότητα για τους ποιητές της πατρίδας μου. Και άρχισα να ανασυντάσσω τα ήδη δημοσιευμένα γραπτά, ξεκινώντας από μερικά ποιήματα της Ζωής Καρέλλη με πρώτο και καλύτερο την «άνθρωπο» δημιουργώντας χωριστή υποενότητα για κάθε ποιητή και προσθέτοντας τις απαραίτητες πληροφορίες (συλλογή, έτος δημοσίευσης, πηγή δημοσίευσης αν δεν ήταν αυτό καθαυτό το βιβλίο).

Για ένα μεγάλο διάστημα προχωρούσα έτσι δημοσιεύοντας ποιήματα στις ήδη έτοιμες υποενότητες για να τις εμπλουτίσω και ανοίγοντας μερικές καινούριες σταδιακά. Ουσιαστικά προσπαθούσα να καλύψω το σχετικά ανεξερεύνητο πεδίο των παλαιότερων ποιητών της πόλης, άντε βαριά-βαριά ως την τρίτη μεταπολεμική γενιά, δηλαδή του ’70 (κατά τον Αλέξανδρο Αργυρίου).

Ως εκεί είχα να ασχοληθώ με περίπου 35-40 ποιητές και ήταν ευκολοκυβέρνητο το καράβι, αλλά μου λείπανε πολλές συλλογές από τις παλαιότερες. Ήταν ακόμα καλές οι εποχές, είχαμε όλοι μας περισσότερα χρήματα και έψαχνα μανιωδώς επί μια 5ετία σε παλαιοβιβλιοπωλεία ανά την Ελλάδα να βρω τα βιβλία που δεν είχα. Δεν μπορώ να πω, καλά τα κατάφερα κατά ένα μεγάλο ποσοστό. Αυτή τη στιγμή από τους παλαιότερους δεν μου λείπουν πάνω από 10 βιβλία που, ωστόσο, μάλλον θα δυσκολευτώ να βρω τελικά.

Ο πρώτος από τους ενεργούς δημιουργούς της πόλης που επικοινώνησε μαζί μου διαδικτυακά αφού γράφτηκε μέλος στο Translatum ήταν ο Τόλης Νικηφόρου. Ήταν γύρω στα μισά του 2009. Ο Τόλης προθυμοποιήθηκε αμέσως να μου δώσει μια συγκεντρωτική του έκδοση που δεν είχα (ενώ τον είχα ήδη συμπεριλάβει στην ανθολογία) και με έφερε σε επαφή με αρκετούς από τους ποιητές της πόλης ζητώντας τους να με βοηθήσουν με τη σειρά τους. Παράλληλα, μου σύστησε και πολλούς –κυρίως νεότερους συγγραφείς– με των οποίων το έργο δεν είχα ασχοληθεί ακόμη. Έτσι τα πράγματα άρχισαν να τρέχουν με ταχύτατους ρυθμούς και το καράβι έγινε μεγάλο και δυσκίνητο, οπότε τώρα πια μάλλον αργώ να το κουμαντάρω αφού πέρασε κι ένα μικρό διάστημα κατά το οποίο ομολογώ ότι με φόβισε ο όγκος του, αφού στην περίοδο που συνεργαστήκαμε με τον Τόλη (για ένα χρόνο περίπου) οι ποιητές της ανθολογίας υπερδιπλασιάστηκαν και φτάσανε τους 80+ αντί των 35-40 τους οποίους είχα κατά νου και στων οποίων την ανθολόγηση δεν είχα προλάβει να προχωρήσω ικανοποιητικά. Δεν πειράζει, όμως. Κανέναν δεν έβλαψε ποτέ η ενασχόληση με την τέχνη, πόσο μάλλον εμένα που την τραβούσε ο οργανισμός μου αυτή την κακουχία.

Από την εποχή της συνεργασίας με τον Τόλη, κρατώ τις κατά στιγμές πολύτιμες συζητήσεις μας για την ποίηση της Θεσσαλονίκης, τη γνωριμία με πολλούς συγγραφείς της πόλης και μισή βιβλιοθήκη φωτοτυπίες συλλογών που δεν είχα και μου τις δάνεισε για να μπορέσω να προχωρήσω.

Από την προσωπική επαφή με τους ποιητές αποκόμισα το μεγαλύτερο δυνατό όφελος για κάθε άνθρωπο, δηλαδή μερικούς καρδιακούς φίλους (φίλους ζωής, όπως συνηθίζω να τους λέω). Και επειδή για τους φίλους μας είμαστε περήφανοι, τους καμαρώνουμε και δεν τους κρύβουμε, ας τους αναφέρω. Είναι οι: Ορέστης Αλεξάκης, Σταύρος Ζαφειρίου, Κατερίνα Καριζώνη, Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Μαρία Κουγιουμτζή, Χλόη Κουτσουμπέλη, Μαρία Κυρτζάκη, Ευτυχία Λουκίδου, Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου (με αλφαβητική σειρά γιατί οι φίλοι δεν επιδέχονται άλλη σειρά ιεράρχησης). Σ’ αυτούς να προσθέσω τον παλιό μου φίλο Θανάση Γεωργιάδη, τον οποίο ξαναβρήκα στα ποιητικά στέκια μετά από χρόνια και μερικά άτομα που γνώρισα αργότερα στους ίδιους χώρους και ταιριάξανε αμέσως τα χνώτα μας, δηλαδή τη Φανή Αθανασιάδου, τη Χρυσούλα Βακιρτζή, τη Βίκυ Καπλάνη, τον Ανδρέα Καρακόκκινο, τη Βάσω Μπρατάκη, τη Μαρία Πισιώτη και τη Σοφία Στρέζου.

Με όλους αυτούς, όπως και με τον Γιάννη Καρατζόγλου, τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, τον Πάνο Πίστα (Π. Σωτηρίου), έχουμε περάσει ώρες ατέλειωτες συζητώντας για την ποίηση και όχι μόνο.

Και, εν συντομία, απαντώ στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματος. Γιατί στο Translatum; Εκεί γεννήθηκε και έγινε πράξη η αρχική κεντρική ιδέα και δεν συντρέχει ο παραμικρός λόγος να μετακομίσει αλλού η ανθολογία. Πού αλλού θα βρούμε καλύτερη στέγη και καλύτερο οικοδεσπότη; Για τον Σπύρο τον Δόικα όλα αυτά που λέμε τέχνη και καλλιέργεια του νου και της ψυχής είναι τρόπος ζωής και πιστεύω πως αυτό τα λέει όλα.

Χ.Λ.: Με ποια κριτήρια γίνεται η ανθολόγηση; Ανθολογείς όλους τους ποιητές της Θεσσαλονίκης ανεξαιρέτως; Για παράδειγμα, αν κάποιος έχει εκδώσει μόνο ένα βιβλίο θα ανθολογηθεί και αυτός; Είναι πολλή δουλειά!

Β.Π.: Στην αρχή είπα ν’ ακολουθήσω το τυπικό σκεπτικό οιασδήποτε γενικής ανθολογίας, δηλαδή να επιλέξω τον «αφρό» των βιβλίων που έχω στις βιβλιοθήκες μου. Ωστόσο, αφού πρώτα πέρασα από τα σαράντα κύματα ωσότου βρω τι πραγματικά ήθελα να κάνω και πώς θα είναι πρακτικά εφαρμόσιμο, θα σου απαντήσω κατηγορηματικά και ρητά ότι ανθολογώ με μοναδικό κριτήριο τον αναγνώστη. Και εξηγώ: ο φιλομαθής αναγνώστης θα πάρει κάποια στιγμή ορισμένα από τα βιβλία που ανθολογώ και, αν εγώ έχω επιλέξει 3-5 αξιοπρεπή, καλούτσικα, καλά ή άριστα ποιήματα, θα σχηματίσει για τη συλλογή και τον συγγραφέα μια άλφα άποψη που, κατά τη γνώμη μου, θα είναι απατηλή. Η τέχνη αυτή είναι ρευστή και οι απόψεις μας για τα πονήματα των ποιητών είναι απολύτως υποκειμενικές. Συνήθως σε μια συλλογή υπάρχουν ανισοϋψή, καταπώς τα λέω, ποιήματα. Δεν θα ’πρεπε (αφού κατά τη γνώμη μου ο συγγραφέας πρέπει να αυτολογοκρίνεται και να επιλέγει αυστηρά τι θα δημοσιοποιήσει και τι όχι γιατί αλλιώς είναι απλός γραφιάς και όχι συγγραφέας), αλλά έτσι συμβαίνει και ας μην το πολυαναλύσουμε τώρα. Οπότε, αν εγώ του δώσω του αναγνώστη δείγμα λαμπρό από μια συλλογή και τα υπόλοιπα γραπτά είναι περίπου για τα μπάζα (επίσης συμβαίνει τακτικά και δεν ζητώ συγγνώμη για την έκφραση), τότε τον παραπλανώ και καθόλου δεν το θέλω. Παραπλανώντας τον αναγνώστη με φύκια και μεταξωτές κορδέλες και μεγάλα λόγια, τον διώχνουμε από τη λογοτεχνία αντί να τον φέρουμε κοντά της, όπερ ολέθριο ειδικά στην εποχή μας που κυριαρχείται από την αμάθεια και την υποκουλτούρα (αμιγώς αλληλοσυνδεόμενα φαινόμενα).

Έτσι, από πέρυσι άλλαξα τελείως το σκεπτικό παρουσίασης του ποιητικού έργου κάθε ποιητή. Αν έχω τα άπαντά του και ανάλογα με το μέγεθος κάθε συλλογής, παρουσιάζω 10-15 ποιήματα από κάθε βιβλίο. Αυτό αυξάνει τον όγκο της δουλειάς μου, αλλά δεν με πειράζει γιατί θεωρώ τον τρόπο αυτό πιο δίκαιο για τον αναγνώστη και ενδεχομένως και για τον ποιητή. Δημοσιεύω και ποιήματα που εμένα προσωπικά δεν μου αρέσουν αν κρίνω ότι είναι ενδεικτικά του ύφους και του τρόπου γραφής ενός ποιητή, οπότε ο αναγνώστης έχει τον χώρο και τον χρόνο που χρειάζεται για να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Εξάλλου, είπαμε ότι η γνώμη μας για μια συλλογή είναι απολύτως υποκειμενική και ενδέχεται ό,τι δεν αρέσει σ’ εμένα να είναι το ιδανικό για κάποιον άλλο αφενός και αφετέρου ποια είμαι εγώ που θα επιβάλλω στον αναγνώστη τι να του αρέσει και τι όχι; Ανθολόγος είμαι κι όχι διαμορφωτής της κοινής γνώμης.

Ως προς το τελευταίο σκέλος της ερώτησης, θα σου πω ότι ήδη έχω στην ανθολογία μου μερικούς ποιητές που έχουν δημοσιεύσει μόνο μία συλλογή όλη κι όλη. Εκεί, κακά τα ψέματα, υπεισέρχεται η απολύτως προσωπική μου άποψη για το αν αξίζει να ασχοληθώ με την εν λόγω συλλογή ή όχι. Συνήθως, πάντως, εντάσσω ανενδοίαστα στην ανθολογία τον ποιητή αν είναι ένας σημαντικός άνθρωπος των γραμμάτων και των τεχνών ή οιουδήποτε άλλου χώρου και, συν τοις άλλοις εξέδωσε και μία ποιητική συλλογή (έστω και ήσσονος ποιητικής αξίας κατά τη γνώμη των ομοτέχνων του ή άλλων κακοθελητών). Κι αυτό γιατί δεν έχουμε πολλούς άλλους τρόπους για να τιμήσουμε τους σημαντικούς ανθρώπους του τόπου μας και αυτό για μένα έχει πρωταρχική σημασία. Αλλιώς τι αξία έχει μια ανθολογία που θα είναι σαν τόσες και τόσες άλλες; Δεν με φοβίζει ο πρόσθετος κόπος που θα χρειαστεί να καταβάλω, αλλά τρέμω στην ιδέα και μόνο ότι μπορεί να κάνω, έστω και άθελά μου, μια τέτοια αδικία ή παράλειψη. Αναφέρομαι, βέβαια, στους παλαιότερους και μη εν ζωή ποιητές που δεν είχαν ούτε τηλεοράσεις ούτε προσωπικά ιστολόγια ούτε Facebook για να παρουσιάσουν τα πονήματά τους.

Χ.Λ.:  Η σχέση σου, με την ποίηση γενικά, ποια είναι; Θέλω να πω, γράφεις κι εσύ; Έγραφες παλιά;

Στις μέρες μας είναι, φευ, πολλοί αυτοί που βαφτίζουν το παραλήρημά τους ποίηση (όπως το λέει η φίλη μου η Ιφιγένεια Σιαφάκα και πολύ μου αρέσει) και βαυκαλίζονται με την ιδέα ότι θα γίνουν διάσημοι και τιτάνες της λογοτεχνίας. Ανάγκη από αυτόκλητους ποιητές δεν έχουμε. Είναι ένα φαινόμενο που δεν θα αντιμετωπίσω κι ούτε καν θα ασχοληθώ μαζί του, γιατί ουδόλως με αφορά. Τώρα, αν αύριο εμφανιστεί ο νέος Καβάφης ή η νέα Σαπφώ, είμαι σίγουρη ότι θα το πληροφορηθούμε όλοι μας αμέσως. Αν μάλιστα συμβεί αυτά τα άτομα να είναι συμπατριώτες μου, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου, θρησκεύματος, σεξουαλικού προσανατολισμού, εθνικότητας κ.λπ., με περισσή χαρά και με το ανάλογο καμάρι θα τους συμπεριλάβω αυτοστιγμεί στην ανθολογία μου. J

Στα παρελθόν έγραψα σπάνια μερικά μικρά πεζά (μη χαρακτηρίσιμου και ταξινομήσιμου είδους) που δεν θυμάμαι πού μπορεί να τα έχω κρύψει. Ας μείνουν εκεί που είναι. Τα δε ποιήματα που έχω γράψει όλα μου τα χρόνια ανέρχονται στον συνταρακτικό αριθμό 3. Το πρώτο που έγραψα τα πρώτα φοιτητικά μου χρόνια ήταν πολύ καλό (το λέω με βάση τη σημερινή μου κρίση), αλλά χάθηκε το χειρόγραφο και όταν το συνειδητοποίησα δεν το θυμόμουν πια. Το δεύτερο είναι καλό με προοπτική να γίνει αριστούργημα, αλλά εδώ και χρόνια πασχίζω να βρω ένα σωστό ρήμα σε μια φράση του επιλόγου του και δεν το βρίσκω οπότε το αφήνω στο μούσκιο επ’ αόριστον, ίσως και για πάντα. Το τρίτο και πιο φλύαρο παρά τις περικοπές που του έχω κατά καιρούς κάνει είναι δημοσιευμένο σε ένα ιστολόγιο του Σπύρου γιατί του άρεσε πολύ. Χαλάλι του…

Πάντως, αυτή την κοσμοθεωρία μου πρόλαβαν και την διατύπωσαν άριστα παλαιότεροι ποιητές (κυρίως ο Αναγνωστάκης κι η Καρέλλη) και αυτό σημαίνει ότι η λογοτεχνία είναι σίγουρα κερδισμένη όσο την απαλλάσσω από την περιττή και ασήμαντη παρουσία μου. Αυτό εμμέσως απαντά και στην ερώτησή σου για το πολυπληθές των ποιητών στις μέρες μας. Αν δεν έχουμε κάτι ενδιαφέρον και πρωτότυπο να πούμε, ας σωπάσουμε και ας διαβάσουμε ό,τι σημαντικό είπαν τόσοι άλλοι διεθνώς πριν από μας για μας ώστε να μη σπάσουμε την αλυσίδα της παράδοσης με την οποία είναι άρρηκτα δεμένη κάθε μορφή τέχνης.

Χ.Λ.:
 Οι σπουδές σου τι αφορούν;

Β.Π.: Σπούδασα αγγλική φιλολογία στο Αριστοτέλειο.

Χ.Λ.:  Ξέρω ότι βιοπορίζεσαι ως ελεύθερη μεταφράστρια. Τι κείμενα μεταφράζεις; Έχεις μεταφράσει ποίηση; Αν όχι, θα σε ενδιέφερε να μεταφράσεις;

Β.Π.: Κάνω «εμπορική» μετάφραση, πώς λέμε εμπορικό τραγούδι ή εμπορικό θέατρο; J Δηλαδή μεταφράζω κείμενα εταιρειών, π.χ. εγχειρίδια, εμπορικές πολιτικές και κώδικες δεοντολογίας, τουριστικά κείμενα, έντυπα για τρόφιμα και ποτά και πολλά άλλα. Τρέφω μια έμφυτη αντιπάθεια στα οικονομικά και στα νομικά κείμενα και έχω πλήρη άγνοια σε ό,τι αφορά τα ιατρικά κείμενα, οπότε αρνούμαι πεισματικά να μεταφράσω κείμενα αυτών των κατηγοριών.

Δεν έχω μεταφράσει ποίηση και δεν μ’ ενδιαφέρει να το κάνω γενικά. Όλα μου τα χρόνια δεν είναι πάνω από 2-3 τα ποιήματα που μου κέντρισαν το ενδιαφέρον να τα μεταφράσω και αυτό ήταν όλο. Όμως έχει τύχει να μεταφράσω τραγούδια για κάποια μεταφραστικά γραφεία του εξωτερικού στο παρελθόν και πολύ μου άρεσε.

Η μετάφραση είναι αυτό που λατρεύω από μαθήτρια ακόμα και απολαμβάνω κάθε στιγμή της ό,τι κείμενο κι αν χρειαστεί να μεταφράσω (αρκεί να κατέχω ικανοποιητικά το θέμα του). Είναι επίπονη δουλειά, αλλά μου αρέσει. Είναι χρονοβόρα, αλλά μου αρέσει. Απαιτεί ασκητική ζωή κατά εποχές, αλλά κι αυτό μου αρέσει. Κοντολογίς είναι αυτό που θέλω να κάνω ως επάγγελμα όσο ζω. Και απ’ αυτό περιμένω να ζήσω. Οι λογοτεχνικές μεταφράσεις είναι αυστηρά υποαμειβόμενες και στις μέρες μας δεν έχουμε περιθώρια για τέτοιες πολυτέλειες. Ξέρεις πολύ καλά ότι κανείς δεν μπορεί να πληρώσει την εφορία με λέξεις ούτε να την παραπέμψει στους εκδότες μας εξουσιοδοτώντας τους να καλύψουν τα χρέη μας.

Χ.Λ.: Διαθέτεις κάποιο ενεργό δικό σου blog; Είδα το όνομά σου σε δύο, για να είμαι ειλικρινής, το ένα είναι το http://greek-translation-wings.blogspot.gr/ (μαζί με την Ελένη Μπέη;) και το άλλο το http://thepoetsiloved.blogspot.gr

Β.Π.: Ναι, αυτά τα δύο είναι τα βασικά. Κάποια στιγμή έκανα και μερικά επί μέρους για κάθε ποιητή χωριστά (για μερικούς από τους παλαιότερους και όχι μόνο Θεσσαλονικιούς), αλλά είναι πολλή δουλειά και δεν προλαβαίνω, οπότε τα έχω αφήσει για λίγο στην ησυχία τους. Θα δούμε πώς θα τα χειριστώ στο μέλλον. Κι αυτά τα δυο που ανέφερες δεν τα προσέχω όσο θα ήθελα, μα δεν γίνεται αλλιώς.

Χ.Λ.: Θεσσαλονίκη, το κέντρο του κόσμου;

Β.Π.:  Καθόλου μάλιστα. Η Θεσσαλονίκη είναι μια από τις ομορφότερες πόλεις της ηπείρου μας, είναι η πατρίδα μου, την αγαπώ πολύ, σε μερικές γωνιές της ξέρω κάθε λιθαράκι της, αλλά ως εκεί. Ξέρεις, Χριστίνα, από μικρή ένιωθα έντονα ότι είμαι πολίτης του κόσμου κι όχι μονάχα μιας πόλης. Όσο έχω περιθώριο, θέλω να το ζήσω στην πράξη αυτό το συναίσθημα. Η δε Αθήνα, όπου ζω εδώ και 7 χρόνια, είναι μια πόλη που αγαπούσα από μικρή και από τότε είχα μάθει να βλέπω τις τόσες ομορφιές της, αυτές που δεν θέλουν ή δεν ξέρουν να βλέπουν οι πολλοί. Η Θεσσαλονίκη δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αρχική μου αφετηρία, μια μικρή γωνιά μιας μικρής χώρας ενός μικρού πλανήτη που δεν είναι παρά μια τοσοδούλα γειτονιά του σύμπαντος. Οπότε, κατά τη γνώμη μου, περιθώρια για αστείους και στείρους τοπικισμούς δεν έχουμε στην έτσι κι αλλιώς σύντομη παρουσία μας στο σύμπαν και, ως εκ τούτου, τους έχω αποκηρύξει προ καιρού.

Χ.Λ.: Σε ευχαριστώ πολύ, Βίκυ!

Β.Π.: Κι εγώ, Χριστίνα μου. Σ’ ευχαριστώ και για το ενδιαφέρον σου και για τις ερωτήσεις σου και για τη φιλοξενία σου και, κυρίως, για τη φιλία μας.

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2016

"Αντιγόνη" του Ζαν Ανουΐγ από το Εθνικό Θέατρο (Σκηνή Μαρίκας Κοτοπούλη)

Η «Αντιγόνη» του κορυφαίου Γάλλου θεατρικού συγγραφέα Ζακ Ανουΐγ (1910-1987) παρουσιάσθηκε σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου 2016 στο Εθνικό Θέατρο στις 21 και 22 Ιουλίου. Πραγματεύεται τον αρχέγονο μύθο της Θηβαϊκής δυναστείας των Λαβδικιδών που ουσιαστικά ξεκινάει από τις τραγωδίες του Σοφοκλή.

Η «Αντιγόνη» του Ανουΐγ γράφτηκε το 1942 και παρουσιάσθηκε σε πρώτη εμφάνιση τον Φεβρουάριο του 1944 στο Παρίσι. Σημαδιακό έτος τόσο για την Γαλλία, όσο και για την ανθρωπότητα. Ο Ανουΐγ συγκεκριμένα αναφέρει: «Η Αντιγόνη του Σοφοκλή, που την είχα διαβάσει και ξαναδιαβάσει, και που την ήξερα απέξω, μου προκάλεσε ένα ξαφνικό σοκ την ημέρα που τοιχοκολλήθηκαν οι “μικρές κόκκινες αφίσες”, δηλαδή προγραφές από τους Γερμανοναζί και το φιλογερμανικό καθεστώς του Βισύ. Την ξανάγραψα με τον δικό μου τρόπο, στον απόηχο της τραγωδίας που ζούσαμε τότε». Ο μύθος της Αντιγόνης πορεύεται στο χώρο και στο χρόνο, εντυπωσιάζει, καθίσταται σημείο αναφοράς, όταν το δίκαιο ηττάται για άλλη μια φορά. Όχι από το άδικο, αλά από το επίσημο δίκαιο, δηλαδή το Νόμο της πολιτείας. Και το δίκαιo της Αντιγόνης, Νόμος είναι: άγραφος-θεϊκός Νόμος. Να ενταφιάσει τον νεκρό αδελφό της Πολυνείκη, προδότη-εχθρό της πόλης κατά τον Βασιλιά της Θήβας. Ο Νόμος του Κρέοντα σημαίνει ταπείνωση, υποταγή. Την άρνηση στο Νόμο του Κρέοντα, η Αντιγόνη την έχει ανάγκη, την πιστεύει, την επιθυμεί. Και ας είναι βέβαιο ότι θα θανατωθεί. Δεν αγαπά τη ζωή; Μα γι’ αυτό πεθαίνει, επειδή αγαπά τη ζωή. Μια ζωή όπως εκείνη τη λαχταρά. Εντελώς ελεύθερη. «Όπως όταν ήμουν μικρή, ειδάλλως να πεθάνω», αναφωνεί στους στίχους της τραγωδίας.

Ο Ανουΐγ προσάρμοσε τον μύθο της Αντιγόνης χωρίς μεγάλες διαφοροποιήσεις από τη μορφή της. Η κατάσταση διαφοροποιείται, στην οπτική γωνία από την οποία αντικρίζει ο συγγραφέας την εξουσία. Ο Κρέων είναι πιο ανθρώπινος από εκείνον τον Σοφοκλή. Εκείνος είναι ο τύραννος, ο ταυτισμένος με την εξουσία του, που έχει φροντίδα του την αυστηρή διαφύλαξη του γράμματος του νόμου. Αδιαφορεί για το μέλλον της Αντιγόνης, καθώς και γι’ αυτό του γιου του Αίμωνα, αρραβωνιαστικού της Αντιγόνης, εν αντιθέσει με τον ήρωα του Ανουΐγ που προσπαθεί με κάθε τρόπο να πείσει την Αντιγόνη να ανακαλέσει την απόφασή της. Η διαφορά με την Σοφόκλεια τραγωδία είναι ότι στο έργο του Ανουΐγ απουσιάζει η έννοια του Θεού, αλλά ο Γάλλος θεατρικός επικεντρώνεται στην αντιπαράθεση του ανθρώπου ως άτομο με την εξουσία.

Ο Ανούϊγ δεν χρησιμοποιεί γενικά, τον αρχαίο μύθο ή την τραγωδία, παρά σαν αφετηρία για τη δημιουργία νέων δραμάτων, που πολύ απέχουν από εκείνα που του χρησίμευσαν ως πρότυπα.

Τα δύο βασικά θέματα στο θέατρο του Ανουΐγ είναι η εξέγερση και η απομόνωση. Η εξέγερση σε έναν κόσμο παράλογο, που έχει απωλέσει το νόημα των ανθρωπίνων σχέσεων, οι οποίες τώρα ρυθμίζονται από το συμφέρον, την υποκρισία και την αλαζονεία.

Όσον αφορά τους δύο αντι-ήρωες, έχει ειπωθεί ότι η Αντιγόνη ζει με αυταπάτες και έχει την ευαισθησία της αναρχικής, ενώ ο Κρέων είναι η «αναρχική διανόηση». Εκείνο που γενικά είναι παραδεκτό με το δραματικό θέατρο του Ανουΐγ, παρά τον οποιονδήποτε μηδενισμό του, συνιστά μια θετική συμβολή στον προβληματισμό μας γύρω από τον σύγχρονο άνθρωπο και τον κόσμο του. Ο Ανουΐγ, όπως και ο Πιραντέλλο, έχουν δείξει με διαφορετικούς τρόπους, αλλά με όμοια δραματουργική επεξεργασία, την τραγικά δύσκολη θέση του προσώπου που δημιουργεί για τον εαυτό του μια εικόνα αγνή και ιδανική, αλλά που τελικά, παρά τις προσδοκίες, θα δεσμευθεί από την κοινωνία που το μολύνει και το εκχυδαΐζει.

Οι περισσότεροι άνθρωποι συγκαλύπτουν την πικρή αλήθεια με νόμους, κώδικες ή κανόνες ηθικής για να αποφύγουν την πραγματικότητα, επειδή φοβούνται να αφήσουν την καρδιά και τη λογική τους να τους αγγίξει με μια βαθιά συγκίνηση ή μια τολμηρή σκέψη. Αυτοί είναι χειραγωγημένοι, χωρίς αληθινή ζωή μέσα τους. Εντούτοις αισθάνονται ισχυροί, διότι έχουν την πλειοψηφία της κοινωνίας με το μέρος τους.

Ο έρωτας για τα πρόσωπα του Ανουΐγ, είναι η μόνη αποτελεσματική ασπίδα εναντίον της ασχήμιας.

Όπως έχει καταλήξει η σύγχρονη έρευνα, ο Γάλλος συγγραφέας είναι ο δημιουργός της άρνησης, της μάταιης αναζήτησης, της παιδικής αγνότητας, της ατομικής εξέγερσης. Το σημείο στο οποίο συμφωνούν οι ερευνητές είναι ότι ο Ανουΐγ με την Αντιγόνη του δημιούργησε ένα μεγάλο σύγχρονο δράμα και είναι δικαιολογημένη η τοποθέτηση σύγχρονου μελετητή του νεωτερικού θεάτρου για το έργο αυτό, πως «ποτέ δεν πρόδωσε κανείς τόσο καλά τον Σοφοκλή».

Ο Ανουΐγ έβλεπε σωστά την περιρρέουσα ατμόσφαιρα των καιρών του. Αντιλήφθηκε την ουσία της τραγωδίας του Σοφοκλή και δημιούργησε μια σύγχρονη πολιτική τραγωδία.

Η παράσταση «Αντιγόνη» του Ανουΐγ σε σκηνοθεσία της νέας και επιτυχημένης σκηνοθέτιδας Ελένης Ευθυμίου, που ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο (Rex Σκηνή Κοτοπούλη) ήταν επάξια για το Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου και μία εκ των καλυτέρων του καλοκαιριού. Η Ελένη Ευθυμίου πρωτοτυπεί σε αρκετά σημεία. Όσον αφορά το σκηνικό χώρο, με την «πολυκατοικιακή» του αρχιτεκτονική: τον χορό που καταλαμβάνει θέση θυρωρού, την αμίλητη Βασίλισσα που παρακολουθεί από την πίσω πόρτα του ανακτόρου.

Οι ανεμιστήρες και τα υγρά μαντηλάκια αρχικά δείχνουν άσχετα με το έργο, όμως η εξέλιξή του δικαιώνει αυτές τις πρωτότυπες παρεμβάσεις. Έτσι, οι ανεμιστήρες διώχνουν την κακοσμία του πτώματος του Πολυνείκη από το βασίλειο του Κρέοντα και τα υγρά μαντηλάκια, με τα οποία καθαρίζουν οι ηθοποιοί τα χέρια τους, είναι κατά κάποιον τρόπο ο εξαγνισμός για τα δεινά που πλήττουν την πόλη των Θηβών.

Η κεντρική ηρωίδα της τραγωδίας «Αντιγόνη» (Βασιλική Τρουφάκου), νεαρή και φέρελπις ηθοποιός δοκιμάστηκε με αυτόν το δύσκολο ρόλο, αλλά με τη διδασκαλία της Ελένης Ευθυμίου ξεπέρασε με ευκολία τους σκόπελους. Η ερμηνεία της Β. Τρουφάκου σε γενικές γραμμές χαρακτηρίζεται ως ερμηνεία των κινήσεων. Κινήσεις έξυπνες, με πλαστικότητα, όπως ταιριάζουν στον ψυχισμό μιας γυναίκας, που ξεπερνά τον εαυτό της όταν συγκρούεται με την εξουσία.

Ο Κρέων (Στέλιος Μάινας), ένας δοκιμασμένος και έμπειρος ηθοποιός, απομακρύνθηκε από το πρότυπο του θεοκρατικού βασιλιά, προσπαθώντας να γίνει περισσότερο μια πατρική φυσιογνωμία, ένα πρόσωπο που έχει στόχο να γίνει ο ηγέτης ενός λαού της παρακμής. Χώλαινε από το ένα πόδι, δείγμα της παρακμής της πολιτείας. Η συνεργασία του με την Αντιγόνη (Β. Τρουφάκου), υποδειγματική, έδωσε στη σκηνή τη σφραγίδα ενός νεωτερικού έργου). Η Ισμήνη (Ιωάννα Μαυρέα) και ο Αίμων (Γιώργος Φριτζήλας) σημείωσαν επιτυχία στους ρόλους τους. Η Τροφός (Α. Παπαδοπούλου) δημιούργησε μία εικόνα συμπάθειας, ιδίως όταν προσπάθησε να τιθασεύσει την Αντιγόνη, για το καλό της, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Οι δύο Φρουροί (Νίκος Ντόλας και Ερρίκος Λίτσης), τα κατακάθια της εξουσίας, ήταν η απεικόνιση μιας υπερφίαλης, διακυβέρνησης, η οποία έχει από καιρό παρακμάσει, αλλά παλεύει μάταια να διατηρήσει το στιβαρό της πρόσωπο. Η μετάφραση του Στρατή Πασχάλη, ποιητή και μεταφραστή κορυφαίων ποιητών και θεατρικών συγγραφέων του μοντερνισμού, κατανοεί σωστά τη σύγχρονη αντίληψη περί τραγικού που προωθεί ο Γάλλος συγγραφέας.

Ο Ζακ Ανουΐγ, προφανώς για να μας δελεάσει, έθεσε ένα άλυτο αίνιγμα: ποιος από τους δύο – Κρέων ή Αντιγόνη – έχει δίκαιο, επικαιροποιώντας έτσι τον αρχαίο τραγικό μύθο.


Λουκάς Θεοχαρόπουλος



Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

Σήμερα γάμος γίνεται...



…αν και μάλλον κάτι σαν «μια Κυριακή και μια Λαμπρή, μια πίσημον ημέρα…» θα έπρεπε να περιμένουμε σε ένα δημοτικό τραγούδι. Δημοτικά τραγούδια του γάμου λοιπόν, ιδού η επίσημη πρώτη του Στίγματος για αυτή την χρονιά, έστω την ακαδημαϊκή.

Σε μια ποίηση τόσο καταλυτικά κοινωνική όσο η δημοτική, τα τραγούδια του γάμου αποτυπώνουν σταθερές συμπεριφορές και ανομολόγητες επιθυμίες, εθιμοτυπικά που χάνονται στα βάθη της ιστορίας αλλά και παραδόσεις που συγκαλύπτουν σκοτεινές σκέψεις και γκρίζες ζώνες της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης. Ο γάμος στα δημοτικά τραγούδια δεν είναι Χόλυγουντ, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Σε αρκετές περιπτώσεις δεν του λείπει το happy end, αλλά στα πιο ενδιαφέροντα κείμενα τα πράγματα γρήγορα αποκτούν περισσότερες από μία διαστάσεις.

Ο γάμος είναι δεσμός και λύσιμο ταυτόχρονα, συμβαίνει σε μια ορισμένη χρονική στιγμή στην εκκλησία αλλά εκτυλίσσεται και στο διηνεκές, είναι ένα μεμονωμένο γεγονός αλλά και ένα πέρασμα-μύηση που θα επιφέρει μια δραματική και ριζική αλλαγή στην δομή και την δυναμική της οικογένειας: είναι μια πολλαπλή διαβατήρια τελετή διασκευασμένη σε αισθηματική λειτουργία. Δέσιμο δύο ανθρώπων που μέχρι εκείνη τη στιγμή αποτελούσαν μέλη μιας άλλης προϋπάρχουσας οικογένειας, η οποία πρέπει να διαρραγεί για να γεννηθεί η δική τους, ο γάμος έχει δύο όψεις, και αποτελεί μια πραγματικότητα που εδραιώνεται πάνω στα ερείπια της προηγούμενης. Εξ ου και η ένταση, άλλοτε εμφανής και άλλοτε υποβόσκουσα της όλης υπόθεσης.

Σε πολλά δημοτικά τραγούδια ο γάμος αποτελεί την ευτυχή κατάληξη του έρωτα, είτε του αμοιβαίου, είτε του μετ’ εμποδίων. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει όπως είναι αναμενόμενο μια αίσθηση κλεισίματος και ολοκλήρωσης μιας ιστορίας, λίγο-πολύ ένα σενάριο «έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» το οποίο δεν στερείται ούτε συμβολισμών, ούτε και αρχαίων επιρροών, αλλά συνήθως δεν μας πάει και πολύ παραπέρα. Τα δημοτικά του γάμου είναι κατά κανόνα τελετουργικά, τα πρόσωπα που συναντά κανείς συμπίπτουν με την ιδεώδη μορφή τους: οι γονείς είναι πάντα καλοί, τα αδέρφια το ίδιο, ο αποχωρισμός της νύφης και του γαμπρού από την γονική εστία πάντα ανυπόφορος, σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα και άδικος σύμφωνα με τα λεγόμενα των μελλόνυμφων. 

Ο γάμος όμως, όπως και κάθε μύηση, εμπεριέχει έναν κίνδυνο, όχι μόνο αποτυχίας αλλά ακόμα και θανάτου, τραγούδια όπως αυτό της «κακής πεθεράς» το αποδεικνύουν. Το μοτίβο αυτό συναντάται κυρίως στην νησιωτική Ελλάδα χωρίς σημαντικές διαφοροποιήσεις. Η πεθερά μισεί τη νύφη της και όταν ο γιος της Κωσταντής (Κωνσταντίνος, Μικροκωνσταντίνος…) ή σε άλλες παραλλαγές Γιάννης (Γιαννανακής) αναγκάζεται να φύγει στον πόλεμο, βρίσκει τρόπο και την δηλητηριάζει. Η κοπέλα έχει έναν φρικτό θάνατο από δίψα (κλασσικό μοτίβο του Κάτω κόσμου) αλλά και η πεθερά καταλήγει σφαγμένη από τον γιο της, σε μια τιμωρία εντυπωσιακής αγριότητας.

Η καινούρια αρχή που σηματοδοτεί ο γάμος ως γεγονός, λειτουργεί σαν καταλύτης προγενέστερων προβληματικών συμπεριφορών. Αιμομιξίες ανάμεσα σε μάνα και γιο, σε αδέλφια, μη-αποδοχή της «ξένης» νύφης (συνηθέστερα Βουλγάρας), της αλλόθρησκης (Εβραιοπούλα, κόρη του εμίρη…), και της ορφανής κόρης είναι κάποια από τα στοιχεία που συναντώνται σε μεγάλο αριθμό παραλλαγών. Το ζευγάρι βρίσκεται σε ένα σημείο καμπής που δεν παρακάμπτεται και δεν αποσιωπείται, αντίθετα βιώνεται στο έπακρο ώστε να διασφαλιστεί η συνέχεια, η γονιμότητα, η κοινωνία. Ο δημοτικός ποιητής σκιαγραφεί την αγωνία μπροστά στο άγνωστο, την αμφισημία της μάνας, την σχεδόν ολοκληρωτική απουσία της πατρικής φιγούρας, και πάνω από όλα αυτή τη θεμελιώδη ανάγκη του ατόμου να διαιωνίσει εαυτόν και κοινωνία. Και ο γάμος είναι η μόνη οδός για να το πετύχει αυτό. Το συμπέρασμα είναι ότι το τυπικόν του γάμου μόνο τυπικόν δεν είναι, και οι ισορροπίες που διαταράσσονται για να επαναπροσδιοριστούν στη συνέχεια αποτελούν το σημείο κλειδί για την απρόσκοπτη πορεία της κοινωνικής ομάδας στον χρόνο. 

Δεν πετυχαίνει πάντα, είτε γιατί ο δεσμός ανάμεσα στο νέο ζευγάρι είναι εύθραυστος, είτε επειδή ο κυκεώνας που ακολουθεί δεν αφήνει τίποτα όρθιο στο πέρασμά του. Ο γάμος είναι ένας καθρέφτης σχέσεων αμείλικτης ειλικρίνειας: η απεικόνισή τους, ακόμα και η απλή αναφορά σ’ αυτές οδηγεί σε ανατροπές που μόνο με την καταλυτική επίδραση του θανάτου θα μπορούσαν να συγκριθούν. Μένει η αισιοδοξία, η αποδοχή του μη-αναστρέψιμου και η ελπίδα μιας καλής τύχης, πολλές φορές αυτό είναι το μόνο που χρειάζεται. 

Κρις Λιβανίου