Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Ποίηση και αντι-ποίηση

Στην ελάσσονα κλίμακα το ερώτημα είναι: γιατί, ενώ οι ποιητικές εκδόσεις έχουν αυξηθεί αριθμητικά τις τελευταίες δεκαετίες (και μάλιστα, κατά την ομολογία ανθρώπων σχετικών περί τα εκδοτικά, κατακόρυφα), οι αναγνώστες της ποίησης έχουν μειωθεί δραματικά; Στη μείζονα κλίμακα το ερώτημα είναι: γιατί η ποίηση έπαψε να κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο στη συνείδηση του λαού μας, να συνταράζει, να αφορά, να συγκινεί και να παρακινεί;

Ως προς την απάντηση του πρώτου ερωτήματος θα επιχειρήσω να μιλήσω για την ποιητική παραγωγή των τελευταίων δεκαετιών, από το '80 κι εδώ, και να αναφερθώ στους τρόπους, τα μέσα αλλά κυρίως στα κίνητρα που μετέρχονται οι ποιητές.

Είναι γεγονός πως τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται αξιοθαύμαστες επιδόσεις στον ποιητικό λόγο, τόσο στην πρωτογενή παραγωγή όσο και στη μεταφραστική απόδοση ξένων, παλαιότερων αλλά και σύγχρονων ποιητών. Οι σύγχρονοι Έλληνες ποιητές αναμετριούνται με τις δυνάμεις του ποιητικού λόγου και κονταροχτυπιούνται στον οριζόντιο άξονα με τη συγχρονία του ποιητικού φαινομένου εκτός συνόρων αλλά και στον κατακόρυφο άξονα με την ελληνική ποιητική παράδοση του παρελθόντος.

Διαπιστώνει κανείς γενναίους πειραματισμούς, γλωσσικούς ακροβατισμούς, θεματικές πρωτοτυπίες (παρά τη διαδεδομένη πεποίθηση που, σε έναν πολύ μεγάλο βαθμό, με βρίσκει σύμφωνο, πως στον ποιητικό λόγο πάντα μιλούσαμε και πάντα θα μιλάμε για τα ίδια τρία-τέσσερα θέματα, τον έρωτα, τον θάνατο, τη φύση, τον θεό). Όμως δεν βρίσκω να είναι ευθύβολα τα ποιητικά εγχειρήματα, τουλάχιστον αν πρόθεση των δημιουργών είναι να φτάσουν και να ταράξουν τη δεκτικότητα των άλλων. Κι αναρωτιέμαι, αλήθεια, είναι ειλικρινής πρόθεση των ομοτέχνων μου, μα και δική μου μαζί τους, όταν γράφουμε ποίηση να επι-κοινωνήσουμε με τους άλλους; Νιώθουμε βαθιά μέσα μας να διατρανώνεται ο στίχος του Ανδρέα Εμπειρίκου "πάρε τη λέξη μου, δώσε μου το χέρι σου" ή απλώς βαυκαλιζόμαστε και αυτάρεσκα γράφουμε για να εδραιώσουμε μια αυτοαναφορικότητα που δεν είναι άλλο παρά προέκταση του μονήρους βίου που όλοι μας πάνω κάτω, ποιητές και μη, διάγουμε.

Είναι αλήθεια πως η λογοτεχνία, η τέχνη γενικότερα, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να αποτυπώνει με μεγαλύτερη διαύγεια τους παλμούς και τους πόθους της εποχής της. Μα κάνει μόνο τούτο; Η ποίηση, η τέχνη, δεν έχουν το υπέρτατο προνόμιο να κανοναρχούν και να αναπαρθενεύουν; Να ανοίγουν νέους ορίζοντες και να προεκτείνουν τα όρια μιας εποχής, κάθε εποχής; Δεν έχουν αποδείξει ότι μπορούν να διαμορφώνουν συνειδήσεις, να αναταράζουν και να συνταράζουν κοινωνίες και να πλάθουν, τέλος, έστω και από το σκοτεινό περιθώριο του παρόντος τους καμιά φορά, τον άνθρωπο και τον αναγνώστη του μέλλοντος;

Έχω την αίσθηση (που ολοένα δυναμώνει σε πεποίθηση) πως έχουμε όλοι κλειστεί στην αυτοαναφορική μας επικράτεια, αναμοχλεύουμε προσωπικά πάθη και συναισθήματα που, φευ, λίγες φορές έχουν καταφέρει να αρθούν στο ύψος του καθολικού. Οι ποιητικοί πειραματισμοί εξαντλούνται ως προς το "τι" της ποίησης στην ολοένα και σκοτεινότερη καταβύθιση του εγώ μας κι ως προς το "πώς" σε επιφανειακούς κάποιες φορές εντυπωσιασμούς που μετά μερικές αναγνώσεις μένουν προσκολλημένοι στο χαρτί. Και τι μεμπτό έχει αυτό, θα πει κανείς; Η ποίηση δεν είναι λόγος συναισθηματικός, άρα απόλυτα προσωπικός; Δεν επαγγέλλεται την απόλυτη ελευθερία, την αποδεσμευμένη από τα συμβατικά μέτρα συνείδηση; Θα συμφωνήσω προσθέτοντας πως αυτός ο απόλυτα προσωπικός λόγος, η απόλυτα δική μου "λέξη", θα πρέπει να μπορεί να γίνει "λέξη" του καθενός, όπου και όποτε κι αν ζει.

Γιάννης Ευθυμιάδης


Σημ.: Απόσπασμα από ομότιτλο άρθρο του Γ. Ευθυμιάδη, που δημοσιεύθηκε στην Αυγή, φύλλο της 6 Αυγούστου 2017.


Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

Μια φωνή για τους Κούρδους ποιητές

Τέσσερεις αιώνες μετά τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, υπάρχουν ακόμη κράτη εκτός Ευρώπης που μπορούν να αποφασίζουν για την εξαφάνιση ενός ολόκληρου λαού από τον πολιτιστικό και γεωγραφικό χάρτη, καθώς του απαγορεύουν να εκφράζεται στη γλώσσα του και διαμοιράζουν μεταξύ τους τα εδάφη στα οποία κατοικεί. Ο κουρδικός λαός, για τον οποίο γίνεται ο λόγος όμως, είναι ανθεκτικός. 

Ήδη από την αρχαιότητα οι Κούρδοι ήταν γνωστοί για την αντοχή τους και το μένος με το οποίο πολεμούν και διεκδικούν.  Πέρα όμως από αυτό, οι Κούρδοι αποτελούν έναν λαό με πολιτισμό, ήθη και έθιμα, γεμάτο από αγάπη για τη φύση και δέος για τον έναστρο ουρανό – πρόκειται για στοιχεία που έχουν διασωθεί στην προφορική του παράδοση, αφού η ιστορία του κουρδικού λαού συνοψίζεται εν πολλοίς στα μοιρολόγια του και είναι αυτά που τραγουδούν, αντί για νανούρισμα, τα βράδια οι μεγαλύτεροι, επιτρέποντας ουσιαστικά στους νεότερους να τα αποστηθίσουν.

Όχι ότι η κουρδική γλώσσα δεν διαθέτει γραπτά μνημεία: το Mem û Zîn, ένα από τα παλαιότερα έπη, είναι γραμμένο στα κουρδικά (και όχι στα περσικά ή τα αραβικά) από τον Εχμεντέ Χανί (Ehmedê Xanî, 1650/1651-1707). Στο  ερωτικό αυτό δράμα ο Χανί εξιστορεί –ενόσω μιλά για το πάθος των δύο ερωτευμένων νέων – το πώς Οθωμανοί και Πέρσες διαφεντεύουν την περιοχή από την Αραβία μέχρι τη Γεωργία,  χρησιμοποιώντας τον κουρδικό λαό για τα δικά τους συμφέροντα.

Παρότι  λοιπόν υπήρχε κουρδική λογοτεχνία, οι Κούρδοι συγγραφείς και ραψωδοί δεν κατάφεραν να ξεχωρίσουν τόσο ώστε να μην αμφισβητείται ο πολιτισμός τους ή η εθνική τους ταυτότητα. Αυτό συνέβη επειδή δεν σύχναζαν στις Αυλές και το Ντιβάνι των Σουλτάνων του Ιράν και του Τουράν για να απαγγείλουν τα έργα τους, όπως οι άλλοι διανοούμενοι. Κι αν τότε ήταν επιλογή τους, σήμερα οι Κούρδοι δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να αποκτήσουν πρόσβαση στη διεθνή κοινότητα και να διεκδικήσουν μια ξεχωριστή ταυτότητα μέσα από τα έργα του πολιτισμού τους, επειδή η γλώσσα τους είναι ουσιαστικά απαγορευμένη. Υποχρεωτικά θα εκφραστούν στη γλώσσα της χώρας στην οποία βρίσκεται το τμήμα του εδάφους όπου κατοικούν (δηλαδή της Τουρκίας, του Ιράν, του Ιράκ και της Συρίας), ακόμη κι αν επιθυμούσαν να γίνει αλλιώς.

Ωστόσο, «τους σύγχρονους Κούρδους ποιητές δεν  μπορεί να τους διεκδικήσει κανείς παρά μόνο η πατρίδα τους». Κι αυτό γιατί «τα ποιήματά τους εκφράζουν τον πόνο, τη θλίψη, αλλά και την αντίσταση, την απόλυτη αποφασιστικότητα να επιζήσουν ως λαός μέσα σε συνθήκες τρομακτικής και εξοντωτικής καταδίωξης. Είναι ποιήματα “γυμνά”, παθιασμένα, ζωντανά και αποκαλυπτικά. Πηγάζουν από άμεση και βιωμένη εμπειρία», όπως γράφει ο Τζεμίλ Τουράν, ο οποίος ζει στην Ελλάδα από το 1984 και, μετά από πολλά βιβλία επί του θέματος που έχει εκδώσει, έκανε την επιλογή και τη μετάφραση στα ελληνικά των ποιημάτων στο βιβλίο Σύγχρονοι Κούρδοι Ποιητές που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ηρόδοτος.

Το βιβλίο είναι μια συγκινητική ανθολογία και ταυτόχρονα μια συγκλονιστική μαρτυρία της επιμονής, της αντοχής και της δέσμευσης του κουρδικού λαού, όπως τις αναβαπτίζει ο διακαής πόθος του για ελευθερία.

Η ανθολογία, όπως δηλώνει ο ανθολόγος στον πρόλογο, λειτουργεί αντιστικτικά: έτσι, βρίσκονται πλάι-πλάι παλιότεροι, πολύ γνωστοί ποιητές, και νεότεροι, που η φήμη τους δεν είναι ακόμη πολύ μεγάλη. Κριτήριο για την επιλογή των ανθολογουμένων ήταν η ανάδειξη των πιο ουσιωδών όψεων της σημερινής κουρδικής ταυτότητας, που συνοψίζεται στην προάσπιση από τον κουρδικό λαό του δικαιώματός του να υπάρχει, με όπλα τη γλώσσα και τον ένοπλο αγώνα. Επομένως, στην ανθολογία δεν περιλαμβάνονται ποιητές από την παλιά παράδοση της κουρδικής ποίησης που χρησιμοποιούσαν διαφορετικούς συμβολισμούς, οι οποίοι ενδεχομένως θα αποξένωναν τον σύγχρονο Έλληνα αναγνώστη.

Τα ποιήματα της ανθολογίας διέπονται από την αγάπη για το Κουρδιστάν και την ομορφιά της φύσης· τον θαυμασμό και τη λατρεία για τους Κούρδους μαχητές της ελευθερίας, γνωστούς ως αντάρτες ή πεσμεργκά («αυτοί που αντικρίζουν τον θάνατο»). Είναι όμως παρούσες και η αγάπη για το αντίθετο φύλο, η απογοήτευση από τον χωρίς ανταπόκριση έρωτα και η μοναξιά της εξορίας. Αναφορά επίσης γίνεται στον αγώνα των γυναικών του Κουρδιστάν για μεγαλύτερη ανεξαρτησία σε μια κοινωνία με βαριά πατριαρχική παράδοση – μια ανεξαρτησία που οι γυναίκες αποκτούν παλεύοντας ισότιμα δίπλα στους άντρες. Ωστόσο, στην ανθολογία η γυναικεία ποιητική φωνή λείπει – ο Τζεμίλ Τουράν αναγνωρίζει την έλλειψη και εκφράζει την ευχή η δεύτερη κουρδική ανθολογία στα ελληνικά να αφορά τις γυναίκες ποιήτριες του λαού του.

Σε μια τέτοια ανθολογία, ο αναγνώστης είναι απαραίτητο να θυμάται τις συνθήκες μέσα στις οποίες γράφονται τα ποιήματα. Στην Τουρκία (βόρειο Κουρδιστάν), όπως αναφέρει ο Τζεμίλ Τουράν, «κάθε κουρδικό πατριωτικό, πολιτικό ή εθνικό αίσθημα απαγορεύεται στον λόγο, στη συγγραφή, στο τραγούδι και στις εκπομπές. Τα βιβλία, τα περιοδικά, οι κασέτες και οι ταινίες υπόκεινται σε αυστηρότατη λογοκρισία από την τουρκική κυβέρνηση».  Στο Ιράκ (νότιο Κουρδιστάν), πάλι, αν και η κουρδική γλώσσα «δεν έχει υποστεί πολιτική τέτοιας εκμηδένισης από τις διάφορες κυβερνήσεις», καταβαλλόταν ανέκαθεν και σταθερά προσπάθεια περιορισμού των κουρδικών επιδιώξεων και καταστολής της κουρδικής αυτονομίας στην πράξη. Στο Ιράν (ανατολικό Κουρδιστάν), μετά την ισλαμική επανάσταση του 1979, έχει ολωσδιόλου καταπνιγεί η πολιτιστική έκφραση. Το καθεστώς ανεχόταν κάποια είδη κουρδικής και περσικής μουσικής και ποίησης, ωστόσο οτιδήποτε αντανακλούσε την παρούσα κατάσταση έπρεπε να εκφράζεται με στερεοτυπικές εικόνες. Για τη Συρία (δυτικό Κουρδιστάν) ούτε λόγος…

Ο δρόμος για την ελευθερία και την ένωση των Κούρδων μοιάζει, ακόμη και σήμερα, δύσβατος και μακρύς. Ωστόσο, οι Κούρδοι εξακολουθούν να γράφουν ποίηση τόσο φυσικά όσο ανασαίνουν, δικαιώνοντας με τον πιο απτό τρόπο τον ορισμό που είχε δώσει ο Σεφέρης: «Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα».

Χριστίνα Λιναρδάκη


Μια επιλογή από τα ποιήματα της ανθολογίας:

ΤΟ ΟΠΛΟ
Για να δώσουν ευτυχία στο βουνό
Τα δέντρα παρακάλεσαν τον άνεμο
Να κάνει μουσική μαζί τους σα να ’ταν φλάουτα.

Για να ελαφρύνει την πλήξη του κήπου
Το πουλί ζήτησε απ’ το ποτάμι
Να βάλει τα κύματά του να χορέψουν.

Και για να ζήσει η ποίηση ελεύθερη
Η γη ζήτησε απ’ τ’ αντάρτικα τουφέκια
Να πυρπολήσουν τη σκοτεινιά της νύχτας
Και να πεθάνουν στην αγκαλιά του ήλιου.

Σέρκο Μπέκες (1940-2013)


ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
Κάποτε τα παιδιά είναι ο κόσμος
Στο πρόσωπό τους, το μπλε του φθινοπώρου
Η βροχή πέφτει, ο ήλιος λάμπει μπροστά
Και κάποτε τα παιδιά μεγαλώνουν γρήγορα
Σφαίρες απόσταση από την αγάπη μας.

Κεμάλ Μπουρκάι (1937- )


ΑΓΡΥΠΝΙΑ
Πέρασαν κιόλας τα δυο τρίτα της νύχτας
Κοιμήσου μωρό μου
Ακούμπησες το κεφαλάκι σου στα χέρια μου
Μην περιμένεις και μένα
Απόψε θα ξαγρυπνήσω
Δεν θα κοιμηθώ
Εσύ κοιμάσαι εύκολα
Η φύση πρόσωπο έχει αυστηρό και σκληρή ανάσα
Φοβάμαι πως ο ήχος του ανέμου
Το καταύγασμα των δέντρων
Και της βροχής η ορμή
– μη δώσει ο Θεός –
Θα σε ξυπνήσουν ή θα λύσουν
Τους μικρούς κρίκους στην αλυσίδα των ονείρων σου
Κοιμήσου μωρό μου
Ακούμπησε το κεφαλάκι σου στο χέρι μου
Ξάπλωσε στην αγκαλιά μου
Μην περιμένεις εγώ να κοιμηθώ
Θα αγρυπνώ από πάνω σου
Δεν θα κοιμηθώ.

Αμπντουλά Πασέβ (1946- )


ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΟΣ
Εκ…ρη…ξη…
Ακρωτηριασμένο χέρι παιδιού στον αέρα
Εύθραυστα πόδια ελαφίσια που σπάνε
Φτωχή πεταλούδα που σέρνεται στη σκόνη
Εκ…ρη…ξη…
Σπίτια που καταρρέουν
Σχολειά ισοπεδωμένα
Καλαμπόκι φλεγόμενο με χιλιάδες αναμμένες φωλιές.
Γέφυρες ανατιναγμένες
Πόλη κατεστραμμένη, σε ερείπια.
Έκρηξη
Αγωνία
Που βογκά
Που θρηνεί
Εκεί κοντά στο δελτίο απ’ τον ασύρματο στριγκλίζει: «Επιτυχία!
Ο εχθρικός στόχος κατόπιν της επιθέσεώς μας κατεστράφη».

Μοχάμεντ Χακί (1953- )


ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ
(απόσπασμα)
Υπήρχε ένα όνειρο γεμάτο σκόνη και καπνό
Φλόγες στον ουρανό
Καμένα από το κρύο τα χέρια των Ελλήνων
Τρέμουνε τώρα

Είδα ένα όνειρο
Ο θόρυβος γυμνών ποδιών
Και τα δικά μου ανάμεσά τους
Κρυφτήκαμε
Η ζωή μας το μόνο που μπορούσαν να μας πάρουν

Ένα όνειρο, καταϊδρωμένοι
Αυτοί που δέχτηκαν επίθεση
- ψωμί κι αλάτι φάγαμε μαζί
Στο ίδιο το τραπέζι
Μαχαίρια στα δικά τους χέρια
Και ραβδιά
Και σάκοι για το θήραμα

Παίζουμε μες στις αυλές τους
Οι εκκλησιές στις φλόγες

Είδα ένα όνειρο
Σ’ ένα ποτήρι κρύο νερό ένα κουτάλι μαρμελάδα
Το τρυφερό χέρι μιας Ελληνίδας μάνας,
Τυλιγμένα τα λιγοστά υπάρχοντα: στρώμα, κουβέρτα
Οι εικόνες
Καντήλια, το ακοίμητο φως
Αιώνια άσβεστη η φλόγα τους
Κι εγώ παίρνω τους δρόμους
- τα  χέρια μας σφιχτοδεμένα –
Και η καρδιά να τους ακολουθεί

Χουσεΐν Ερντέμ (1949 - )
* Το ποίημα έχει μεταφραστεί από τα γερμανικά από τη Σοφία Γεωργαλλίδη


ΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΣΤΟΝ ΚΑΜΠΟ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ
(απόσπασμα)
Έι Αλίκη
Χθες το βράδυ η Αφροδίτη ήρθε στο όνειρό μου
Απέθεσε ένα μπουκέτο στο κουτσουρεμένο πόδι μου και είπε
Σε μια αιωνιότητα όπου οι άνδρες
Με το βάρος των πόνων και των τραυμάτων τους
Έρχονται από μια παγωμένη ξενιτιά

Σαν νεροποντή για να φλερτάρουν την Αθήνα
Υποχρεώνοντας τον Όμηρο
Να αναθεωρήσει την Ιλιάδα

Τούτος ο άνδρας είναι Μάρτυρας ακρωτηριασμένος, με ένα
   πόδι που θα μπορούσε να πείσει τον Ζορμπά

Να συνδυάσει Θεό και Διάβολο σε μια ανεπανάληπτη λέξη…

Κασίμ Σερβανί (1956 - )



Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο literature.gr σε δύο ενότητες - η μία στο πλαίσιο αφιερώματος για την παγκόσμια ημέρα ποίησης 2018 και το δεύτερο στο πλαίσιο βιβλιοκριτικής για την ανθολογία Σύγχρονοι Κούρδοι Ποιητές.


Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

Η κριτική βιβλίων στο διαδίκτυο σήμερα


Είναι κοινή παραδοχή ότι η κριτική βιβλίων σήμερα διέρχεται κρίση. Οι περισσότερες «κριτικές» είναι συνήθως διθύραμβοι ή αγιογραφίες των υπό συζήτηση συγγραφέων, ενώ τα ελάχιστα κρούσματα αρνητικής ή, έστω, επιφυλακτικής κριτικής προκαλούν αντιδράσεις με συνέπειες που δεν είναι πάντα ευχάριστες – ούτε καν προβλέψιμες. Το γεγονός αυτό έχει μια «επίδραση φίμωσης», καθώς πολλοί από όσους γράφουν για βιβλία που διάβασαν προτιμούν να σιωπήσουν δημοσίως για κάποιο βιβλίο που δεν τους άρεσε και, αν έχουν θάρρος με τον συγγραφέα, να του κάνουν συστάσεις κατ’ ιδίαν, παρότι κι αυτές μπορεί να παράγουν μουδιασμένες αντιδράσεις. Σημασία τελικά έχει η πρόθεση με την οποία καθένας κάνει αυτό που κάνει: γράφει για ό,τι διαβάζει επειδή αποσκοπεί στην προσωπική του καταξίωση ως επαγγελματία της κριτικής; Επειδή εμφορείται από ματαιοδοξία; Ή επειδή ενστερνίζεται το ιδεαλιστικό ιδεώδες μιας καλύτερης λογοτεχνικής παραγωγής, στη βελτίωση της οποίας θα έχει συμβάλει και ο ίδιος; Ενδιαφέροντα ερωτήματα.

Επί του παρόντος, τρία είναι τα μεγάλα ελληνικά sites που φιλοξενούν κριτικές και «κριτικές» βιβλίων: τα frear.gr, oanagnostis.gr και diastixo.gr (εξαιρούμε από την παρούσα συζήτηση τα blogs εφημερίδων ή λογοτεχνικών περιοδικών, το περιεχόμενο των οποίων έχει πρωτογενώς δημοσιευθεί εντύπως). Τα sites αυτά έχουν τόσο μεγάλη επισκεψιμότητα (traffic) που είναι ορατά στο Alexa, το διαδικτυακό εργαλείο κατάταξης ενός site στο σύνολο των sites παγκοσμίως. Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ, χωρίς ανάλογη (ακόμη) επισκεψιμότητα, είναι sites όπως τα (αγαπημένα μου) literature.gr, vakxikon.gr και άλλα όπως το biblio.net. Τελευταία και καταϊδρωμένα έρχονται κάποια λιγοστά blogs σαν το stigmalogou.blogspot.com, καθώς τα περισσότερα ιστολόγια (ων ουκ έστι αριθμός) συνήθως αναλίσκονται σε απλές αναγγελίες των εκδόσεων, αντιγράφοντας 1-2 ποιήματα ή αποσπάσματα και τη σημείωση του οπισθοφύλλου ή μια παράγραφο από το δελτίο τύπου – άντε, και το βιογραφικό του συγγραφέα/ποιητή.

Και ενώ όλοι οι παραπάνω πασκίζουμε να γράψουμε όσο το δυνατόν πιο εμπεριστατωμένα, καλλιεπώς και ενδυόμενοι όσο καλύτερα μπορούμε τον μανδύα της σοβαρότητας, υπάρχουν κάποια νέα παιδιά, γύρω στα 20, που φέρνουν έναν εντελώς διαφορετικό αέρα στη μικρή γειτονιά της κριτικής. Πού κυκλοφορούν αυτά τα νέα παιδιά; Κατά βάση στο κυρίαρχο μέσο κοινωνικής δικτύωσης των νέων, που δεν είναι άλλο από το Instagram. Τα συναφή προφίλ είναι δεκάδες, αναφέρω ορισμένα ενδεικτικά: storyteller_books, the.muse.and.the.bookmark, marilena_and_books, vivlia4u, booklandsandtalelands, agapakion (agapi reads), alexiouvictoria (B for books), book_at_the_city, 1000booktales, gigi_booksworld, reading_tale, thebooksarena, _the100books_, vivlioskolikes, ninas_book_corner, givememorebookz, pandoraandbooks, vivliofagos_tainiofagos, flywithbooks, fil_reads.

Οι  νέοι που εμφανίζονται με αυτά τα προφίλ έχουν τους δικούς τους κώδικες, ορισμένοι από τους οποίους επιβάλλονται από το ίδιο το μέσο που χρησιμοποιούν, δηλαδή το Instagram. Για παράδειγμα, αν κάποιος σε κάνει follow, εύλογα περιμένει να τον κάνεις follow back. Δημιουργείται με αυτόν τον τρόπο ένας πυρήνας, ένα κλειστό κύκλωμα νέων που αναφέρονται σε βιβλία και που βλέπουν τις αντίστοιχες αναφορές άλλων στο feed τους – μαζεύοντας, φυσικά, like. Είναι νορμάλ (για να μην πω, ενδείκνυται) να ανεβάζει κάποιος αναρτήσεις κάθε μέρα, αρκετές φορές μέσα στη μέρα. Και φυσικά για να κάνει κάποιος ανάρτηση στο Instagram, πρέπει υποχρεωτικά να ανεβάσει φωτογραφία. Οι φωτογραφίες λοιπόν αυτές είναι, στη συντριπτική τους πλειονότητα, τόσο προσεγμένες (κυριολεκτικά σκηνοθετημένες, θα έλεγα) που είναι πραγματικά εκπληκτικό το πόση ώρα πρέπει να αφιερώνουν αυτά τα παιδιά για να τις στήνουν!

Πολλά από τα πιο πάνω προφίλ χαρίζουν βιβλία στο πλαίσιο μίνι διαγωνισμών-κληρώσεων (“giveaways”, όπως τα λένε). Για να συμμετάσχεις, πρέπει να κάνεις σχόλιο με tag κάποιον φίλο σου, να κάνεις follow τους ίδιους και τις εκάστοτε εκδόσεις. Και το πλήθος των σχολίων κάτω από τέτοιου είδους αναρτήσεις-διαγωνισμούς φθάνει συχνά σε τριψήφιους αριθμούς.
Σε άλλα προφίλ αναφέρεται (εν συντομία πάντα) η γνώμη του γράφοντος για το βιβλίο που ανεβάζει (μία παράγραφος το πολύ) ή προτείνονται συγκεκριμένα αποσπάσματα. Και φυσικά το ζουμί βρίσκεται στα hashtags που, τις περισσότερες φορές, καταλαμβάνουν περισσότερο χώρο από την ίδια την περιγραφή του βιβλίου.

Κι αν αυτό γίνεται στο Instagram, υπάρχουν συμμετοχικές πλατφόρμες που είναι αφιερωμένες αποκλειστικά στο βιβλίο, όπως η goodreads.com. Εκεί μπορείς να ανεβάσεις τα βιβλία που πρόκειται να διαβάσεις (υπάρχει μάλιστα και ετήσιο challenge – εσείς αλήθεια πόσα βιβλία σκοπεύετε να διαβάσετε φέτος;), να δεις τα βιβλία που ανεβάζουν οι «φίλοι» σου και να αναζητήσεις (σύντομες ξανά) απόψεις για τα βιβλία που σε ενδιαφέρουν. Σε οποιαδήποτε γλώσσα, αλλά και στα ελληνικά, αφού το site τα υποστηρίζει.

Μια άλλη τάση είναι το youtube. Εδώ κυκλοφορούν βιντεάκια όπου νέοι, οι οποίοι διαθέτουν δικό τους κανάλι, μιλούν για τα βιβλία που διαβάζουν: είναι σαν να έχουν βγει έξω από τη γραφή ή να την έχουν προσδιορίσει εκ νέου, μια και η προφορικότητα τι άλλο από κείμενα (με την ευρεία έννοια) παράγει; Άλλωστε η κουλτούρα μας της εικόνας, σε συνδυασμό με τη λατρεία του εαυτού, κάνει πρόσφορες τέτοιου είδους προσεγγίσεις.

Και, φυσικά, οι νέοι bloggάρουν – αλλά με τον δικό τους τρόπο. Οι αναλύσεις, για παράδειγμα, της Αγάπης (agapakion ή Agapi reads του instagram) είναι απλές, στα όρια της απλοϊκότητας κάποιες φορές, αλλά απολαυστικές. Δείτε αυτήν, για παράδειγμα: https://agapireads.wordpress.com/2018/02/26/all-the-ugly-and-wonderful-things/ και θαυμάστε τον υπέροχο, φρέσκο τρόπο με τον οποίο η Αγάπη γράφει τη γνώμη της, ενσωματώνοντας εικόνα και βίντεο στα σχόλιά της.

Βρίσκω πραγματικά υπέροχο και αναζωογονητικό τον τρόπο που τα νέα παιδιά παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους και γυρίζουν επιδεικτικά την πλάτη τους στις μακροσκελείς αναλύσεις και τις πομπώδεις εκφράσεις που γράφουμε εμείς οι μεγαλύτεροι και που, από ό,τι φαίνεται, ελάχιστα τα αφορούν... Το κάνουν άραγε λόγω άγνοιας ή μήπως επειδή βρίσκουν στους τρόπους μας κάτι το πραγματικά «παλιόοοοοοοοοοο»;

Χριστίνα Λιναρδάκη


Σημείωση: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στο τεύχος 41 του vakxikon.gr. Διαβάστε και το πολύ ενδιαφέρον, πρόσφατο κείμενό μας Η κριτική των κριτικών.


Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

"Ποιήματα: 1969-1999" του Ντίνου Σιώτη


Από τους δύο ποταμούς που εκβάλουν στη θάλασσα της ποίησης, τον λυρικό και τον μη λυρικό, προσωπικά προτιμώ τον πρώτο. Όχι ότι δεν κατανοώ τη χρησιμότητα, αν όχι την αναγκαιότητα, του δεύτερου, είναι απλά θέμα προσωπικού γούστου. Έτσι, προτιμώ δείγματα του πρώτου τρόπου γραφής.

Γι’ αυτόν τον λόγο, ήταν με χαρά και όχι χωρίς έκπληξη που διάβασα τα πρώτα ποιήματα στον συγκεντρωτικό τόμο ποιημάτων του Ντίνου Σιώτη, Ποιήματα: 1969-1999, που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Τα ποιήματα αυτά περιέχουν αρκετή δόση λυρισμού, πολλή περισσότερη απ’ ό,τι τα μεταγενέστερά του. Αυτό δεν σημαίνει λείπουν τα στοιχεία εκείνα που ακολούθησε τελικά, τα οποία είναι π.χ. η έκκληση στον σουρεαλισμό ή κάποια μορφικά στοιχεία, όπως η αναδίπλωση του στίχου στον επόμενο, κόβοντας τις λέξεις ακόμη και σε συλλαβές. Χωρίς να παύει να είναι περιπαικτικός και ανατρεπτικός στα σημεία, στα πρώτα ποιήματα ο Σιώτης μετέρχεται λιγότερο τον τρόπο του χιούμορ και της ειρωνείας στις πρώτες του συλλογές. Ίσως επειδή, όταν είμαστε νεότεροι, όλα μας φαίνονται πολύ πιο σοβαρά.

Και πάλι όμως, καθώς προχωρούν χρονολογικά οι συλλογές που περιλαμβάνονται στον τόμο, παρατηρούμε να ενισχύεται περισσότερο ο πυλώνας του χιούμορ και της ειρωνείας – περί του λόγου το αληθές, φέρνω για παράδειγμα τη συλλογή Η μηχανή των μυστικών (1993) στον τόμο.

Και ενώ Η μηχανή των μυστικών προοιωνίζεται σε σημαντικό βαθμό τις μεταγενέστερες συλλογές του, η αμέσως επόμενη που εκδίδει ο Σιώτης, η Τήνος, ποιητική περίληψη (1997) σηματοδοτεί την επιστροφή στην τρυφερότητα και την απαλότητα - ίσως επειδή τα μέρη που αγαπάμε και που ζήσαμε μπορούμε να τα αντιμετωπίζουμε μόνο με αυτόν τον τρόπο. Η Τήνος, ποιητική περίληψη μοιάζει να είναι ένα και μοναδικό ποίημα. Ωστόσο, εδώ έχουμε εκτεταμένη χρήση μιας άλλης σύμβασης που ο ποιητής θα χρησιμοποιήσει εκτενώς μεταγενέστερα, τους καταλόγους. Διαβάζουμε π.χ. στο ποίημα “VI”: οχιές, λαφίτες, φιδοφωλιές,/ αυγά φιδιών κατρακυλούν στις τρύπες/ ανύπαρκτη βροχή, ανύπαρκτοι χείμαρροι,/ εκκλησιές που τρεμοσβήνουν στον ορίζοντα/ μουριές που κρέμονται από καρφωμένες ανταύγειες/ στάλες από ιβίσκους κ.ο.κ.

Θα μου επιτρέψετε να σταθώ σε μερικούς ακόμη στίχους από τη συγκεκριμένη, τρυφερή συλλογή: Η Τήνος είναι η πατρίδα μου: δισύλλαβο/ που κολυμπάει μ’ άλλα δισύλλαβα στο Αιγαίο. Και αλλού: φρύγανα, κλήματα, αγριορίγανη, αγριοκούνελα/ ματιές της ώρας/ φευγάτη διάρκεια του σύμπαντος/ σ’ ένα κουβάρι λιτότητας. Ή: κάθε φύλλο και μια σελίδα ιστορίας,/ κάθε αγκάθι και μια άγραφη παράγραφος/ στη λαξεμένη με σμίλη πέτρα που βλεφαρίζει. Τέλος, ανοιχτός, ορθάνοιχτος ουρανός/ αλλά από παντού σκοτεινός ο χρόνος.

Όμως δεν είναι σκοπός μου να αλλοιώσω τον χαρακτήρα της ποίησης του Ντίνου Σιώτη. Ο Σιώτης δεν είναι λυρικός ποιητής. Απλώς, τα ποιήματα των πρώτων συλλογών γίνονται αρκετές φορές λυρικά επειδή είναι τρυφερά και ασχολούνται με πιο υπαρξιακά θέματα, όπως ο εαυτός και η θέση του στον κόσμο. Τα  μεταγενέστερα ποιήματα προσλαμβάνουν έντονη κοινωνική συνιστώσα και, όχι σπάνια, ασχολούνται με την επικαιρότητα, χαρακτηρίζονται επομένως περισσότερο από έναν χαρακτήρα όπου πρωταγωνιστεί το εφήμερο.

Θα ήθελα να σταθώ στην πρώτη-πρώτη συλλογή του τόμου, την Απόπειρα, η οποία γράφτηκε -σημειωτέον- ενώ υπήρχε η χούντα. Μέσα στους στίχους αυτής της συλλογής συναντάμε παράθυρα, που κλείνουν, σχεδόν κλείνουν στην έλευση κάποιου ονείρου, κίτρινα φύλλα, που κίτρινα λόγω εποχής; ενταφιάζουν τους πόθους του πλήθους, ήλιους, που ξεχάστηκαν μέσα στα σύννεφα, όπως εσύ μέσα μου, αλλά και τρύπες, που μένω πάλι μόνος να κοιτάζω, τρύπες μεγάλες σκοτεινές που άνοιξαν μες στο μέλλον οι φλέβες των ονείρων μου. Συναντάμε επίσης το βλέμμα της σελήνης που χαϊδεύει το βραδινό νησί, πόσο σύντομα βραδιάζει, Θε μου, η αγάπη μια λέξη ακινησίας ή τον ήχο του βιβλίου, που ανοίγει και κλείνει και σταματάει πάντα στη σελίδα της σιωπής, συναντάμε ακόμη το γυάλινο δάκρυ που έσπασε.

Δύο συλλογές πιο κάτω, στις Καιρικές συνθήκες, διαβάζουμε πως κάποτε ήταν άνοιξη/ τώρα είναι τα ανοιχτά μάτια του κήπου/ λεμονιές, τενεκέδες, χαλασμένο νερό. Διαβάζουμε ακόμη για κάποιον που έφυγε και με το θάρρος της φυγής προμετωπίδα/ το σουγιά να κόβει του γυρισμού τον άνεμο/ ανεβαίνει την αναμμένη σκάλα. Αλλά και για τον έρωτα, ότι είναι μαγκάλι μαγικό, με κάρβουνα του πεπρωμένου/ με στάχτες της ομίχλης/ με χρυσόχαρτα από σοκολάτα υγείας. Και αλλού  Σβήνω το φως, ο ύπνος είναι όχθη μακρινή. Φυσάει όνειρα από ψηλά/ που πέφτουνε απρόσμενα/ στα χαμηλά ταβάνια. Αυτά ως δείγματα γραφής, ως λυρικά ψήγματα μιας ποίησης που στο σύνολό της δεν χαρακτηρίζεται από τον λυρισμό.

Προς επίρρωση αυτής της τελευταίας παρατήρησης, έρχονται οι δύο συλλογές που κλείνουν τον τόμο. Είναι το Μουσείο αέρας και ο Ιωνάς. Και οι δύο δημοσιεύθηκαν το 1999. Το Μουσείο αέρος είναι σουρεαλιστικό, ειρωνικό, περιπαιχτικό.  Περιλαμβάνει ποιήματα που γράφτηκαν μέχρι το 1997. Η αλλαγή, η εξέλιξη αν θέλετε, είναι πια ορατή. Η εσωτερική πλάστιγγα του Σιώτη γέρνει πια καταφανώς προς την ειρωνεία. Ο Ιωνάς (ποιήματα 1998-1999) μιλά για την καρτερικότητα της αγάπης και για όλα εκείνα τα θέματα που επανέρχονται ολοένα στις συλλογές του: την ξενιτιά, τη μοναξιά, την απώλεια, τη μνήμη, τον χρόνο, το όνειρο. Την ίδια τη ζωή.

Τελικά, αυτή η τελευταία είναι όπως οι κυκλικές κινήσεις στην ποίηση του Σιώτη: κύκλοι που ανοίγουν και κλείνουν, μόνο και μόνο για να ανοίξουν ξανά. Ad infinitum.

Χριστίνα Λιναρδάκη


ΥΓ. Το κείμενο είναι βασισμένο στην ομιλία που εκφωνήθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου, την Παρασκευή 1 Ιουνίου 2018 στο Νομισματικό Μουσείο, που έγινε από την υποφαινόμενη, την Ανθούλα Δανιήλ και την Κλεοπάτρα Λυμπέρη.


Από αριστερά:
Χριστίνα Λιναρδάκη, Κλεοπάτρα Λυμπέρη και Ανθούλα Δανιήλ. Στο μικρόφωνο ο Ντίνος Σιώτης. Στην πρώτη σειρά, απέναντι από τις ομιλήτριες, οι Αναστάσης Βιστωνίτης, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ και Αγγελική Σιδηρά.



Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2018

Πορσελάνη σπασμένη στον ήλιο: Αφρικανική ποίηση

Η ποίηση της Αφρικής εκφράζει, όπως είναι φυσικό, την ιστορία, το περιβάλλον και την ιδιαίτερη φυσιογνωμία αυτής της περιοχής, όπου ο άνθρωπος έκανε τα πρώτα του βήματα πριν από εκατομμύρια χρόνια. Οι στίχοι ενός τραγουδιού των Πυγμαίων που λέγεται για να εξευμενιστούν οι θεοί του δάσους δίνουν μια χαρακτηριστική εικόνα:

Στο δάσος που θρηνεί, κάτω από τη φτερούγα του
βραδιού,
η νύχτα πήγε να ξεκουραστεί, κατάμαυρη·
από τον ουρανό γοργά φύγαν τρεμάμενα τ’ αστέρια.
Αόριστα πυγολαμπίδες λάμπουν και το φως τους
σβήνουν
ψηλά είναι το φεγγάρι σκοτεινό, το άσπρο του φως
σβησμένο.
Τα πνεύματα περιπλανιώνται.
Πάρε το τόξο σου ελεφαντοκυνηγέ!
Πάρε το τόξο σου ελεφαντοκυνηγέ!

Στο τρομαγμένο δάσος το δέντρο κοιμάται, πέθαναν τα φύλλα ,
oι πίθηκοι κλείσαν τα μάτια τους ψηλά κρεμάμενοι
από τα κλαδιά.
Με σιωπηλά βήματα γλιστρούν πέρα οι αντιλόπες,
τρώνε το φρέσκο χόρτο, ορθώνουνε προσεχτικά τ’
αφτιά,
σηκώνουν το κεφάλι τους κι ακούνε τρομαγμένες.
Σώπασε ο τζίτζικας και σταματάει το τριχτό τραγού-
δι του.
Πάρε το τόξο σου ελεφαντοκυνηγέ !
Πάρε το τόξο σου ελεφαντοκυνηγέ!

Αστέρια λαμπερά της άσπρης νύχτας,
σελήνη που ψηλά φωτάς
με τις χλωμές αχτίδες σου το δάσος διαπερνώντας,
αστέρια φίλοι των άσπρων φαντασμάτων,
σελήνη προστάτισσα τους!
Του δάσους πνεύματα , φαντάσματα της νύχτας,
που όσο η λαμπρή κρατάει μέρα
ίδια η νυχτερίδα που ρουφάει το αίμα των ανθρώπων,
στους γλιστερούς τους τοίχους των τρανών σπηλαίων κρεμασμένα μένετε,
πίσω απ’ τα πράσινα τα βρύα, πίσω απ’ τις μεγάλες
άσπρες πέτρες,
πέστε μας , ποιος τα είδε, τα φαντάσματα της νύχτας, πέστε μας ποιος τα είδε.

Οι Αφρικανοί ποιητές εμπνεύστηκαν από την παραδοσιακή τους ποίηση και, αφού δέχτηκαν τα ερεθίσματα της εποχής τους, έδωσαν τα δικά τους δείγματα όπως αυτό του Crhistofer Okigbo που γεννήθηκε στην Ανατολική Νιγηρία:

Τ’ αστέρια χάθηκαν
ο ουρανός, καθάριος, με μονόκλ
την πλάση κατοπτεύει.
Τ’ αστέρια χάθηκαν
κι εγώ…

            -Που είμαι εγώ;

Απλώσου, αντένα, ώ απλώσου
ν’ αρπάξεις αυτή την ώρα !
Γεμίζοντας κάθε στιγμή της, μέσα
από μια σπασμένη θρηνωδία.


Ο Crhistofer Okigbo χρησιμοποιεί την ποιητική γλώσσα για να εκφράσει τον θαυμασμό του για την γέννηση της κόρης του σε ένα άλλο ποίημα:

ΟΤΑΝ Ο ΜΑΗΣ ΤΡΙΓΥΡΩ…

                       Για την Ζωρζέτ

Στη δροσερήν ανάσα του πρωινού,
στο ξύπνημα μόλις της ημέρας
ήρθε το νεογέννητο

Όταν ο Μάης τριγύρω είχε απλώσει
τα όμορφα πράσινα πέπλα του
και οι λοφοπλαγιές
είχαν στολίσει με λουλούδια τα μέτωπα τους
και οι κήποι
είχαν φορέσει στο πρόσωπό τους
ζωγραφιστό χαμόγελο :

Ένα τόσο συνθετικό καλωσόρισμα!

Στου πετεινού το τρίτο λάλημα
πίσω απ’ το ξύπνημα των βούρλων
και στο πείσμα του κρυερού
μαγιάτικου πρωινού – ήρθε το νεογέννητο.

Υπάρχουν βέβαια και τα πολεμικά ποιήματα με απαράμιλλη θεατρικότητα όπως αυτό των Μασάϊ για την επιστροφή των πολεμιστών:

Ενγκάι, Ενγκάι, σύντριψε
Χορός: τη δύναμη του εχθρού.
Σύντριψε, σύντριψε
Χορός: τη δύναμη του εχθρού.
Νέα κορίτσια μη σωπαίνετε
Χορός: όσο του Ενγκάι γίνεται προσευχή
σύντριψε, σύντριψε
Χορός: τη δύναμη του εχθρού.
Αφροδίτη εσύ που φανερώνεσαι
Χορός : αστέρι βραδινό,
σύντριψε, σύντριψε
Χορός: τη δύναμη του εχθρού.
Σύννεφα των χιονόσκεπων βουνών συντρίψτε
Χορός: τη δύναμη του εχθρού.
Εσύ που κάνεις ο ουρανός να κοκκινίζει σύντριψε
Χορός: τη δύναμη του εχθρού.

Μια μυητική ιεροτελεστία των Πυγμαίων αναφέρεται στο καινούριο μέλος της φυλής (οι Πυγμαίοι δεν είναι νέγροι):

Δεν είσαι εσύ της μαύρης νύχτας γιος,
μαύρος σαν την καταχνιά της καπνισμένης σου καλύ-
βας.
Δεν είσαι συ της νύχτας γιος,
είσαι της φωτεινής, καθάριας μέρας γιος,
της πλούσιας γης, της γενναιόδωρης ο γιος,
της γης, όπου οι γλυκοί καρποί ωριμάζουν,
είσαι της πλούσιας γης, της γενναιόδωρης ο γιος,
χο, χο μο νγκα γιουρού βελέ,
όχι δεν είσαι συ της νύχτας γιος.

Ένα ποίημα της φυλής των Νουπ, η οποία ζει στη Νιγηρία και χαρακτηρίζεται για την θυμοσοφία της, θυμίζει παροτρύνσεις της Βίβλου (Παροιμίες) ή συμβουλές του Μπρεχτ:

ΔΩΣΕ ΤΗΝ ΤΗΝ ΤΡΟΦΗ
             
            "Gozuma gaga
                    wo ade
                   gamgba wo…"


Δώσε την τροφή σ’ εκείνον
που ξέρει να τη φάει.
Δώσε τη δουλειά σ’ εκείνον
που ξέρει να την κάνει.
Μη μιλάς αδιάκοπα μίλα
τελευταία και θάχεις κέρδος.
Αν αγαπηθούν δυο πρόσωπα
μη συχνογυρνάς κοντά τους.
Στο στομάχι σου μη βάζεις
πρόσθετες μπουκιές, ακόμα
κι αν αυτό δεν είναι
τέλεια γεμάτο.

Κι ένα άλλο παραδοσιακό απόσπασμα με σκωπτικό πνεύμα:

Οι πεθερές είναι σαν τα ξινά δαμάσκηνα,
σαν καταπράσινα δαμάσκηνα σκληρά,
τα τρως, και σου μουρλαίνουνε τα δόντια,
λιμάρεται η γλώσσα σου.

Οι νέες γυναίκες, νόστιμα δαμάσκηνα,
Είναι γλυκό χυμό γεμάτες, για τραγάνισμα ωραίες!

Ο νοτιοαφρικανός Oswald Mbuyiseni Mtshali, που σπούδασε στην Αμερική, βάζει τη δική του πινελιά:

ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ

Ο ήλιος στροβιλίστηκε
σα νόμισμα, που ρίχθηκε ψηλά.
Στριφογύρισεν απάνω
στο γαλάζιο τ’ ουρανού,
κατέβηκε μετά λάμποντας
στον ορίζοντα, πιάστηκε
σε μια σχισμή.
Και τα ηλεκτρικά φώτα
άστραψαν και τρεμοσβήνοντας ·
"Η ώρα πέρασεν" έγνεψαν
-όπως το χρονόμετρο
στα parking των αυτοκινήτων.

Λίγο πριν το τέλος ένα ποίημα του John Pepper Clark από την περιοχή του δέλτα του ποταμού Νίγηρα, ο οποίος σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Princeton κι έγινε θρύλος στη χώρα του. Μιλά για το Ibadan, αυτή την μεγάλη πόλη της δυτικής Νιγηρίας, την μεγαλύτερη σε πληθυσμό νέγρων σχεδόν σε ολόκληρη την Αφρική, ονομαστή για το πανεπιστήμιο της αλλά και για το εμπόριο κακάο που διεξάγεται εκεί:

Ιμπάνταν,
Ρεούμενο πιτσίλισμα
από σκουριά και χρυσάφι.
Πεταμένο με δύναμη
και σκορπισμένο
σ’ εφτά λόφους απάνω
-σα μια σπασμένη


πορσελάνη στον ήλιο.

Για το τέλος, μια περιήγηση στη Νότια Αφρική. Η Νότια Αφρική γνώρισε την συντριπτική καταπίεση του απαρτχάιντ. Πολλά τραγούδια που κυκλοφορούσαν στη γλώσσα αφρικάανς, ένα ιδίωμα με ολλανδικές ρίζες, μιλούσαν γι’ αυτή την αφόρητη κατάσταση:

Η ΚΛΟΥΒΑ

Φτάνει το μεγάλο
όχημα. Σ’ όλη
τη χώρα το λένε
Κλούβα. Να το
το μεγάλο όχημα·
η Kλούβα:

-Έχεις φύλλο αδείας;
-Πλήρωσες τους φόρους σου;
-Που είναι το χαρτί σου;


ΠΑΤΡΙΔΑ, ΣΕ ΘΡΗΝΟΥΜΕ !

Βγάλε το καπέλο σου!
Σε ποια φυλή
ανήκεις; Αρχηγό
ποιον έχεις; O πατέρας σου
ποιος είναι; Πού
πληρώνεις φόρους;
Από ποιο ποτάμι πίνεις;

-Πατρίδα σε θρηνούμε!


Απόστολος Σπυράκης



Πηγές : Αθαν. Β. Νταουσάνης, Η ποίηση της μαύρης Αφρικής, εκδόσεις Ροές.
             Σωκράτης Σκαρτσής, Αφρικανικά τραγούδια, εκδόσεις Καστανιώτη.

Σημ.: Διαβάστε περισσότερα για την ποίηση της Νότιας Αφρικής σε παλαιότερο άρθρο εδώ.