Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2018

"Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ" της Χλόης Κουτσουμπέλη

Ντεσπερέ σημαίνει απελπισμένος. Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ προδιαθέτει ευθύς εξαρχής ότι κρύβει μέσα του μια συνθήκη απελπισίας. Ωστόσο κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ότι πρόκειται να βρεθεί μπροστά σε μια παρέλαση ψυχών που καθεμία με τον δικό της τρόπο διαμαρτύρεται για όσα η ζωή υποσχέθηκε και δεν δόθηκαν, για την αναπότρεπτη ενηλικίωση και το θάνατο της παιδικής ηλικίας, για το έλλειμμα του έρωτα, της αγάπης, τη ματαίωση, την προδοσία, με μεγαλύτερη εκείνη την προδοσία της ζωής από το θάνατο.

Στην ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη η φαντασία τρέχει με γρήγορα φτερά. Οι καταστάσεις είναι πολυκύμαντες, διάτρητες. Τίποτα δεν παραμένει σταθερό, όλα αλλάζουν, ακόμα και οι επιθυμίες, και κάποτε τα όνειρα, όπως και στη ζωή, παραμένουν οδυνηρά ανέφικτα.

Η ψυχή καταδυναστεύεται από τις συνθήκες μέσα στις οποίες υπάρχει. Η τριβή με τη ρουτίνα της καθημερινότητας αφήνει μια αίσθηση ματαιότητας, μιας ζωής που υπόσχεται πολλά και τελικά αναπόφευκτα προδίδει τις αρχικές υποσχέσεις της. Η ίδια η ύπαρξή μας εμπεριέχει την παγίδα, γράφει η ποιήτρια, στο ποίημα της «Όλη η αλήθεια για την προδοσία».… Η ζωή μας προετοιμάζει για πουτίγκα και μας σερβίρει χελωνόσουπα… Μια μέρα πάνω σε μαξιλάρι από βελούδο κάποιος μας απονέμει ένα κλειδί. Νομίζουμε μεγάλη πύλη, αλλά το μόνο που ανοίγει είναι ένα δοχείο από σανδαλόξυλο…

Στην ποίησή της οι ψυχές μοιάζουν με πεταλούδες που πετάνε γύρω από τη φωτιά που δημιούργησε την έκρηξη στον πυρήνα τους, στροβιλίζονται γύρω από το γεγονός που τις στιγμάτισε. Το γεγονός αυτό, που παραπέμπει στο παράλογο, γίνεται ο πυρήνας της ποιητικής αφήγησης.

Η ποιήτρια αποτυπώνει τον παραλογισμό, στα παιδικά μάτια, μιας πραγματικότητας που κάνει τους αγαπημένους ανθρώπους να εξαφανίζονται μια μέρα από κοντά μας σαν να ήταν όνειρο. Ο ξαφνικός θάνατος του πατέρα αποκτά διάσταση υπερρεαλιστική στο ποίημα «Ο κύριος Χόθορν παραβιάζει την εναέρια κυκλοφορία». Όλες οι λέξεις φαίνεται να είναι εκεί για να περιστοιχίσουν μια κραυγή, «μπαμπά μη φεύγεις».

Την ίδια αίσθηση του παράλογου αφήνει η διάλυση της οικογένειας: η ξηλωμένη πατρική οικογένεια κρεμάει σαν μανίκι… Είναι στραβοί οι τοίχοι του σπιτιού και επιπλέον ανύπαρκτη η διεύθυνση. Συγκεκριμένα, ενώ η οδοσήμανση είναι κανονική, ο δρόμος ξαφνικά σπάει και αιωρείται, ενώ παρεμβάλλεται ένα πάρκο με σκυλιά που δαιμονισμένα γαβγίζουν λυσσασμένα… Επιπροσθέτως υπάρχει το θεματάκι με τη θάλασσα. Ενώ η παραλία απέχει πεντακόσιες μακροπόδαρες γιάρδες μακριά, τα κύματα συχνά πλημμυρίζουν το σαλόνι...

Η ανάγκη να αγαπήσεις και να αγαπηθείς διαθλάται στα κείμενα. Η έλλειψή της είναι το γεγονός που αποτελεί τη ρίζα της έμπνευσης. Η ποιήτρια ερευνά τα τραγικά αδιέξοδα της ύπαρξης, αποκαλύπτει τη διαφορετικότητα ανάμεσα στην ανδρική και τη γυναικεία ψυχή και μιλάει για το κενό που δημιουργείται στις σχέσεις. Την ενδιαφέρει ο τρόπος που αντιδρά η ψυχή σε στιγμές κρίσης, σε καταστάσεις που τη φτάνουν στο χείλος της αβύσσου, που είναι και το σημείο της μεταμόρφωσης της, τότε που από κάμπια γίνεται πεταλούδα και ξαφνικά ανοίγει το τεράστιο μάτι, που κάποιοι αποκαλούνε έμπνευση…

Η ποιήτρια πυρπολεί τη συνείδηση με πολυσχιδείς, πολυπρισματικούς τρόπους για να επιτύχει την επιθυμητή μεταμόρφωση. Επιζητεί την ευαισθησία του βλέμματος, τη ματιά που περικλείει μέσα της όλες τις αισθήσεις, την ποίηση που φιλοξενεί μέσα της όλες τις τέχνες, τη συνομιλία της λογικής με την ευαισθησία, τη σύγκλιση της ανδρικής με τη γυναικεία ψυχή, με ενωτικό υλικό την αγάπη.

Φανταστικές συναντήσεις με συγγραφείς και τους ήρωές τους υποδηλώνουν πως το μυθιστόρημα και ο μύθος είναι ιστορίες εν εξελίξει. Δεν περιορίζονται μόνο στα κείμενα που γράφτηκαν, αλλά δημιουργούν μέσα στις συνειδήσεις που τα φιλοξενούν νέες ιστορίες που συνεχίζουν να γράφονται εις το διηνεκές.

Στο ποίημα «Οι τρεις εραστές», οι ηρωίδες μιλούν για τη σχέση τους με τους συγγραφείς τους. Τρεις διαφορετικοί άνδρες, που καθένας τους προβάλλει με το δικό του τρόπο τις εμμονές και την κτητικότητά του πάνω στη γυναικεία ψυχή… Ο πρώτος, Αστρονόμος και αστρομέτρης, με νόμιζε αστερισμό… θα πει η ηρωίδα του έργου «Ο γύρος του κόσμου σε ογδόντα ημέρες» για τον Φιλέα Φογκ, το alter ego του Ιουλίου Βερν.

…«Μην μεγαλώσεις ποτέ» ήταν το μήνυμα που έγραφε ο Κάρολ Λιούις στη μικρή Αλίκη και εκείνη το διάβαζε ανάποδα στον καθρέφτη. Αναπολώντας τη σχέση τους θα πει: …Μαζί του αυξομειωνόμουνα συνέχεια, γι’ αυτό έραβα και ξαναέραβα κουμπιά κι άλλαζα φερμουάρ. Μια μέρα κατάλαβα ότι για να ενηλικιωθώ έπρεπε να σπάσω τον καθρέφτη του...

Ο Φράντς Κάφκα αγάπησε μια αληθινή γυναίκα και της φέρθηκε σαν να ήταν φανταστική. Διατηρούσε σχέση μαζί της δι’ αλληλογραφίας. Εκείνη θα πει: …Μου έγραφε κιτρινισμένα γράμματα. Αγαπημένη Μιλένα, με προσφωνούσε. Ειλικρινά δικός σου, ο μικρός σου Φράντς. Κάθε πρωί ξέπλενα τα μάτια μου, έσταζαν πηχτό μελάνι μες στη σκάφη… Κάποτε σε μια επιστολή εσώκλεισε σκαθάρι. Αγάπησέ το. Είναι η ζωή μου, μου έγραψε.

Βιβλικές και τραγικές ηρωίδες, η Μύριαμ η Θαλασσινή-γυναίκα του Λοτ, η Άλκηστις, η Αντιγόνη, η Πηνελόπη βιώνουν μια ανατρεπτική εκδοχή του μύθου τους, έχουν και εκείνες, τη δική τους στιγμή αφύπνισης.

Η Μύριαμ η θαλασσινή-γυναίκα του Λοτ έγινε μια στήλη από δάκρυα, όταν μόνη, πιο μόνη από ξένο, στη μέση της ερήμου, νοστάλγησε… Αργότερα οι μελετητές θα διαλέξουν πτώση γενική, ή μήπως κτητική; Γυναίκα του Λοτ, θα την πουν… Νεκρή Θάλασσα οι αναμνήσεις…

Η Άλκηστις αρνείται να σώσει τον αγαπημένο της Άδμητο, δηλώνει ότι οι νεκροί έρωτες δεν ανασταίνονται ποτέ…

Κάθε μέρα η Αντιγόνη ποτίζει λάχανα μήπως κι από μέσα ξεπηδήσουν τα έμβρυα που δεν κυοφόρησε ποτέ. Το αποκαλεί γραφή. …Τα πρωινά τρώει αυγά χήνας και περιμένει το εκτελεστικό απόσπασμα χωρίς να γνωρίζει ότι ο Κρέων πεθαίνει από άνοια σε γηροκομείο…Τις νύχτες θάβει κτερίσματα στο χώμα, που δεν θυμάται πια σε ποιον ανήκουν, το λέει ενοχή. …Υπάρχει άραγε μετάνοια γι’ αυτούς που μετανιώνουν; Ήρθε στον κόσμο για να πάρει μέρος στην αγάπη, αγάπησε όμως, άραγε, ποτέ της αρκετά; …Το μίσος είναι κόσμος άκοσμος. Μισός. Η αγάπη όμως. Δεν γερνά ποτέ.

Η Πηνελόπη γερνά χωρίς να περιμένει πια κανέναν… Έξω από την πόρτα σε στοίβες μανικετόκουμπα, γραβάτες, γυαλιστερά σκαρπίνια που άφησαν πίσω οι μνηστήρες, όταν σκόρπισαν τα χρόνια…

Η ποίηση της γίνεται τόπος συνάντησης, ακυρώνει το χρόνο. Συγγραφείς που δεν έχουν συναντηθεί ποτέ στην πραγματική ζωή συναντώνται στους στίχους της και θαρρείς ότι η συνάντηση αυτή ήταν μοιραίο να συμβεί. Αίφνης, ο Λέων Τολστόι οδηγεί το τρένο που πάνω του θα πέσει η Άννα Καρένινα. Στο ίδιο τρένο ταξιδεύει και ο Χέρμαν Μέλβιλ. Το τρένο εκτροχιάστηκε μεσάνυχτα./ Ενάμιση σχεδόν αιώνα πριν./ Ο κόμης Βρόντσκι δεν έφτασε ποτέ./ Ένα σώμα γυναίκας έπεσε στις ράγες./ Ελάφι, ψιθύρισε ο μηχανοδηγός/… Με λένε Λεών φώναξε,/ καθώς το τρένο φιδογύριζε ανάμεσα στις σημύδες./ Λίγο πριν τον σταθμό Λαρίσης/ ανέπτυξε ταχύτητα./ Ξαφνικά σκόνταψε σε μία πελώρια φάλαινα-σκοτάδι./ Αυτό ονομάζεται σύγκρουση συμφερόντων,/ σχολίασε ένας επιβάτης κριτικός/ που καθόταν δίπλα σ’ έναν κύριο που ροχάλιζε./ Συμφωνείς, Μέλβιλ; τον ρώτησε,/ πριν όλα εξαφανιστούν μες στον λεπτό καπνό/...

Ίσως να πρόκειται για απλές «λογοτεχνικές συγκρούσεις», όπως αναφέρει η ποιήτρια στον τίτλο του ποιήματος. Ίσως οι δυο συγγραφείς να έχουν τη δική τους στιγμή αφύπνισης, καθώς βιώνουν τη συνάντηση με τους ήρωές τους τη μοιραία ώρα ή να είναι κάτι πολύ πιο βαθύ. Ίσως να είναι το τρένο της ιστορίας που ταξιδεύει προς το μέλλον, με τις νέες ιδέες των φιλοσόφων για έναν καλύτερο κόσμο που ξαφνικά εκτροχιάζεται από το μακελειό του πρώτου και αργότερα του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Η φάλαινα-σκοτάδι θα μπορούσε να συμβολίζει την πιο σκοτεινή ιδεολογία που γέννησε ποτέ στην ιστορία της η ανθρωπότητα. Το ποίημα που γράφει ο ποιητής Βαλεντίν Σιμόνοφ από το μέτωπο των μαχών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στη Βαλεντίνα, φανερώνει πόσο ανάγκη έχει η ανδρική τη γυναικεία ψυχή. …Περίμενέ με, έλεγε. Πόσο δεν διευκρίνιζε… Στην πατρίδα έχυναν κρασί στο χώμα, ανάβανε γι΄αυτόν κεριά… Αψήφησέ τους της παράγγελνε… Είναι η σκέψη σου που με κρατάει στον αφρό….

Η ποίηση της Χλόης Κουτσουμπέλη παραθέτει γεγονότα που προκαλούν να τα εξιχνιάσεις, χωρίς αυτό να είναι απαραίτητο για να την απολαύσεις. Απλώς δημιουργεί μια αυθόρμητη ανάγκη στην ψυχή να εμβαθύνει στους συμβολισμούς της. Συχνά υπάρχει μια λέξη-«κλειδί» που μπορεί να αλλάξει όλο το νόημα του κειμένου. Όπως το κίτρινο αστέρι που φορούσε ο άνδρας που δεν ήρθε ποτέ στο «ραντεβού στην Καμάρα», που αναπάντεχα μεταφέρει χρονικά το ραντεβού, όπως υποδηλώνει και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα του ποιήματος, στην ημέρα εκτόπισης των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, τις ημέρες της γερμανικής κατοχής. Έτσι, αυτό που φαίνεται αρχικά σαν μια προσωπική εξομολόγηση, παίρνει τη μορφή μιας μαρτυρίας συλλογικής μνήμης που έρχεται σαν κραυγή από το παρελθόν για να ξεσπάσει πάνω στην πραγματικότητα του σήμερα. Η ποίηση της Χ. Κ. κρύβει πολλά ερωτήματα μέσα στην άμμο των λέξεων, για τη ζωή, τις σχέσεις, τις κοινωνικές ανισότητες που ριζώνουν στο παρόν, σαν απόηχοι του χθες. Η ποιήτρια δημιουργεί μια πόρτα διάφανη μέσα από την οποία η ποίησή της ανοίγεται στο κοινωνικό, χωρίς να χάνει την ιδιαιτερότητα και τη γοητεία της προσωπικής εξομολόγησης.

Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ είναι ένα σημείωμα που διαρκώς αλλάζει ιδιοκτήτη και κείμενο, περνάει από χέρι σε χέρι, αλλά το νόημά του παραμένει σπαρακτικά το ίδιο. Η ποιήτρια μοιάζει να λέει ότι καμία απώλεια, κανένα έλλειμμα ζωής δεν αναπληρώνεται. Ό,τι δεν δόθηκε, ό,τι έπρεπε να βιωθεί και δεν βιώθηκε, ό,τι ήταν να συμβεί και ματαιώθηκε δεν αναπληρώνεται στη ζωή, ίσως μόνο στη λογοτεχνία. Μοιάζει ωστόσο να επαναλαμβάνει και τα λόγια της Αντιγόνης: O άνθρωπος έρχεται στον κόσμο για να πάρει μέρος στην αγάπη…Το μίσος είναι κόσμος άκοσμος. Μισός. Η αγάπη όμως. Δεν γερνά ποτέ.

Κατερίνα Τσιτσεκλή


Ακολουθούν δύο ποιήματα από το βιβλίο:

ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΜΑΡΑ

Είχαμε δώσει ραντεβού.
[Η σχέση εξαιρετικά βραχύβια.
Στα δεκαοχτώ χρόνια ρώτησες πώς με λένε.
Σου απάντησα ειλικρινά «δεν ξέρω»,
αφού ποιος στ’ αλήθεια γνωρίζει ποτέ τ' όνομα.]
Βρεθήκαμε Καμάρα.
Εκείνη την ημέρα
ο Λευκός Πύργος έμοιαζε καμηλοπάρδαλη,
καπνοί έζωναν την πόλη,
κάπου μακριά μύριζε πυρκαγιά,
στα εβραϊκά νεκροταφεία έκλεβαν τις πλάκες,
φορούσες ένα κίτρινο αστέρι
κι εγώ μια στολή παλιού ιππότη.
Η χιλιετηρίδα είχε ήδη λήξει.
Η Αριστοτέλους άχνιζε περιστέρια.
Τα κάστρα συνοφρυώνονταν δασιά.
Μια ταβέρνα στην Άνω Πόλη
παρέμεινε ακόμη ανοιχτή για μας.
Είναι το τέλος του κόσμου, είπες.
Στον γυρισμό με φίλησες στο στόμα.
Στο ραντεβού που δώσαμε Καμάρα,

εσύ ποτέ δεν ήρθες,

κι εγώ ποτέ δεν έφθασα ολόκληρη.



Η ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΓΕΡΝΑ

Ι.

Κάθε μέρα η Αντιγόνη ποτίζει λάχανα
μήπως κι από μέσα ξεπηδήσουν
τα έμβρυα που δεν κυοφόρησε ποτέ.
Το αποκαλεί γραφή.
Στήνει παγίδες σε ασβούς
που μένουν πάντα άδειες.
Το ονομάζει μνήμη.
Τα πρωινά τρώει αυγά χήνας
και περιμένει το εκτελεστικό απόσπασμα
χωρίς να γνωρίζει ότι ο Κρέων
πεθαίνει από άνοια σε γηροκομείο.
Το χαρακτηρίζει υγιεινή διατροφή.
Τις νύχτες θάβει κτερίσματα στο χώμα,
που δεν θυμάται πια σε ποιον ανήκουν.
Το λέει ενοχή.

ΙΙ.

Η ιερομαντεία σωστά το είχε προβλέψει.
Τα σπλάχνα των ζώων δεν λαθεύουν.
Ίσκιοι παραμένουμε ως το τέλος.
Ενωνόμαστε, χωρίζουμε, για πόσο;
Ποια πραγματικά είναι η θυσία;
Υπάρχει άραγε μετάνοια γι αυτούς που μετανιώνουν;

ΙΙΙ.

Ήρθε στον κόσμο για να πάρει μέρος στην αγάπη,
αγάπησε όμως, άραγε, ποτέ της αρκετά;

ΙV.

Και η οικογένεια;
Συμβαίνει και στις καλύτερες.
Εδώ όμως ήτανε στημένη η παρτίδα.
Αναντίρρητα, οι Λαβδακίδες έτυχαν βαλέ.
Από πότε όμως αυτό αποτελεί δικαιολογία;

V.

Μήπως όμως η Αντιγόνη απέκτησε καινούργια μάτια;
Μήπως υπάρχουν πυγολαμπίδες στην σκιά;
Μήπως οι άνθρωποι γερνούνε μόνο μέσα
και ό, τι χάνεται στην επιφάνεια
κερδίζεται στο χώμα που γεννοβολά;

VI.

Ήρθαμε άραγε ταγμένοι
Ή είμαστε μονάχα
νυχτόβια τυφλά όντα
που τρυπάμε μάταια το σκοτάδι,
απέλπιδες ανθρακωρύχοι,
ανόσιοι τυμβωρύχοι,
σκαπανείς;

VII.

Τελευταία η Αντιγόνη κυκλοφορεί στο πάρκο.
Μεσάνυχτα την ώρα που σπαν στα δύο οι σκιές.
Αν την δείτε,
λευκή χλαμύδα, ύλη αραιή από αέρα και φωτιά
και δυο μάτια αναμμένα,
αφήστε ένα χτενάκι στο παγκάκι.

VIII.

Μου αρέσει τις νύχτες να χτενίζω τα μαλλιά μου.
Όμως δεν έχω πια μαλλιά, δεν έχω νύχτες.

IX.

Η μεγάλη Πολική νύχτα απλώνεται στον κόσμο.
Το χιόνι λευκή αρκούδα θα καταπιεί τη γη.
Όλα γύρω μας γερνούν.
Παγόβουνα ρυτίδες στην επιφάνεια του προσώπου.

Χ.

Το μίσος είναι κόσμος άκοσμος.
Μισός.
Η αγάπη όμως.
Δεν γερνά ποτέ.



Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018

"Γενούφα" σε πανελλήνια πρώτη παρουσίαση


 Πηγή φωτογραφίας: thecaller.gr

Μόνο θετικό θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς το αποτύπωμα που άφησε στη μνήμη μας η παρουσίαση για πρώτη φορά στην Ελλάδα της όπερας "Γενούφα" του Λέος Γιάνατσεκ από την Εθνική Λυρική Σκηνή στις 19.10.2018.

Η "Γενούφα" ή αλλιώς "η ψυχοκόρη της" δεν έμεινε γνωστό ως θεατρικό έργο, αλλά θριάμβευσε ως λιμπρέτο όπερας. Βασισμένος στο ομώνυμο θεατρικό της Γκαμπριέλας Πρεΐσσοβα, ο Λέος Γιάνατσεκ (1854-1928) έγραψε το λιμπρέτο και συνέθεσε μία αριστουργηματική όπερα στους πρόποδες του μοντερνισμού. Ο κοινωνικός ρεαλισμός του έργου θίγει σοβαρά θέματα όπως ο κοινωνικός αποκλεισμός, η ερωτική διάψευση, η ευθύνη απέναντι στο σύντροφο και στον συνάνθρωπό μας. Μια γυναίκα στην τσέχικη επαρχία, η Γενούφα, είναι ερωτευμένη με τον μυλωνά του χωριού και ο αδελφός του μυλωνά είναι ερωτευμένος μαζί της. Από τον πρώτο περιμένει παιδί. Όταν εκείνος δεν το αποδέχεται και ο αδελφός του φέρεται απρόθυμος να αναλάβει γυναίκα και παιδί, τότε η Νεωκόρισσσα του χωριού, μητριά της γυναίκας, φοβούμενη ότι δε θα βρει η ψυχοκόρη της άντρα, θανατώνει το μωρό. Η φιγούρα της Νεωκόρισσας μας φέρνει στο νου την Φραγκογιαννού του Παπαδιαμάντη και το δυνατό ψυχογράφημα του συνθέτη σκιαγραφεί με την εξέλιξη του έργου την ψυχική περιπέτεια μάνας και κόρης πριν και μετά το συμβάν του θανάτου του νεογέννητου.

Η μουσική απασχόλησε τον συνθέτη επί εννέα χρόνια και τελείωσε το έργο το 1903. Την ίδια χρονιά, λίγες μέρες πριν πεθάνει η κόρη του από τύφο, της είχε παίξει στο πιάνο το έργο του. Αργότερα, το αφιέρωσε στη μνήμη της.

Το έργο πέρασε από πολλά στάδια επεμβάσεων στο λιμπρέτο και στην ενορχήστρωση από εκείνους που το ανέβαζαν, προκειμένου να το καταστήσουν πιο οικείο στους ακροατές με βάση τα μουσικά και αισθητικά ρεύματα της εποχής. Ακόμα και ο τίτλος "Γενούφα" ήρθε αργότερα αποκλείοντας από το κεντρικό πλάνο τον καίριο ρόλο της Νεωκόρισσας. Ο Γιάνατσεκ προσπάθησε να αποδώσει τα ηχοχρώματα και τη γοητεία της μουσικής διαλέκτου των Μοραβών και το πέτυχε σε μεγάλο βαθμό. Αυτό, ωστόσο, δεν πρέπει να τον συσχετίζει με τις λεγόμενες εθνικές μουσικές σχολές, διότι δε μιμείται περίτεχνα τα παραδοσιακά μοτίβα ούτε διανθίζει με αυτά το έργο. Αντίθετα, χρησιμοποιεί την επανάληψη μουσικών θεμάτων με τρόπο που κάθε φορά αποδίδουν ένα διαφοροποιημένο συναίσθημα ή λειτουργούν με διττή σημασία. Η ενορχήστρωση, λιτή και εστιασμένη στους χαρακτήρες, αποτελεί ένα καλειδοσκόπιο ψυχογραφικών αναφορών από τη ζήλια και την περιφρόνηση, ως την κατανόηση και την αποδοχή. Ο ρόλος κάθε οργάνου από τα κόρνα ως το ξυλόφωνο και από το βιολιά ως το φλάουτο έχει να επισημάνει ένα στοιχείο κάθε φορά και να προσδώσει ηχητικό πρόσημο στην εκφορά του θεατρικού λόγου.

Η σκηνοθεσία του Νίκολα Ράαμπ τονίζει το γεγονός ότι "οι παραδόσεις και το παρελθόν διαμορφώνουν αδιάλειπτα τις ζωές και τη συμπεριφορά μας", πολλές φορές χωρίς καν να το αντιλαμβανόμαστε. Τρεις γενιές γυναικών σε μια κλειστή επαρχιακή κοινωνία απλώνουν τα σκοτεινά τους νήματα και περνούν από γενιά σε γενιά τις αγκυλώσεις και το ισχυρό τους δέσιμο. Δε λείπουν, ασφαλώς, οι ευτυχισμένες στιγμές, αλλά αυτές είναι φωτεινά διαλείμματα παρά ευεργετικός άνεμος. Ο Γιώργος Σουγλίδης έντυσε τα πρόσωπα με κοστούμια εποχής χωρίς αυστηρές προδιαγραφές, εκτός από τις λαμπρές φορεσιές των χορωδών. Ο ίδιος έκανε και τα σκηνικά, όπου κυριαρχεί μια λευκή κατοικία περιτριγυρισμένη από δάσος, μια κατοικία που σταδιακά αποδομείται ενώ το δάσος αποκτά με την εξέλιξη έναν μαγικό, πνευματικό χαρακτήρα, συνάδοντας με τις σκηνοθετικές απόψεις.

Στην παράσταση που παρακολουθήσαμε, τη Νεωκόρισσα ερμήνευσε η Τζούλια Σουγλάκου και τη Γενούφα η Μαρία Μητσοπούλου, οι οποίες συντονίστηκαν εύστοχα και τραγούδησαν, με υπόγεια δύναμη η πρώτη και με πλατιές λυρικές φράσεις η δεύτερη, τις πλούσιες αποχρώσεις των ρόλων τους. Στο πλάι τους, ο Λάτσα του Φρανκ βαν Άκεν και ο Στέβα του Δημήτρη Πακσόγλου, τα αδέλφια που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη ζωή της Γενούφα, απέδωσαν με υποκριτική επάρκεια και φωνητική ακρίβεια τους "άχαρους" ρόλους των αρσενικών.

Η μουσική διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού ανέδειξε την ορχήστρα ως το ηχητικό "εργαλείο" που ξεκλείδωνε τις σχέσεις των ηρώων στη σκηνή, αν και δεν απέφυγε κάποια ρυθμικά ολισθήματα. Σε κάθε περίπτωση, σεβάστηκε τους τραγουδιστές και τους άφησε να ξεδιπλώσουν τις φωνητικές αρετές τους. Με χαρά θα ξανακούγαμε το έργο και στην πρώτη του διανομή με τις ξένες ερμηνεύτριες που προσκλήθηκαν.


Αθανάσιος Βαβλίδας




Η άρια Salve Regina από τη δεύτερη πράξη της "Jenůfa" με την Gabriela Beňačková


Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2018

"Μισέρημος" της Κατερίνας Ζησάκη

Είναι δεδομένο πως οι περισσότεροι ποιητές ξεκινούν από κάποιες αφετηρίες, από κάποιους ομότεχνους, που αρχικά επηρεάζονται, όμως οι ποιητές, που ξεχωρίζουν δεν μένουν για πολύ σ’ εκείνους που τους έδωσαν τις πρώτες εμπνεύσεις, αλλά σιγά-σιγά διαμορφώνουν ένα δικό τους καθαρά προσωπικό στυλ.

Τέτοιες διαπιστώσεις κάναμε, διαβάζοντας την ποιητική συλλογή της Κατερίνας Ζησάκη: μισέρημος, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μανδραγόρας». Ενώ φαίνεται ότι στη συλλογή υπάρχουν διάφορες επιρροές, κυρίως, θα λέγαμε από την Κατερίνα Γώγου, η ποιήτρια καταφέρνει να αναδείξει το δικό της καθαρά προσωπικό ύφος και αυτό το επίτευγμα κάνει το έργο της ξεχωριστό.

Ας σταθούμε λίγο στον τίτλο: «μισέρημος» με το πρώτο γράμμα μικρό, που είναι μια λέξη σύνθετη και επινοημένη από τη γλωσσοπλαστική ικανότητα της ποιήτριας. Το πρώτο συνθετικό είναι το μίσος πάνω σε μια αντιστροφή της ρήσης του Σοφοκλή στην Αντιγόνη: «Ου συνέχθειν αλλά συμφιλείν έφυν». Δεν γεννήθηκα για να μισώ, αλλά για να αγαπώ, λέει η Αντιγόνη. Γεννήθηκα για να αγαπώ, αλλά με έμαθαν να μισώ, μας λέει η Κατερίνα Ζησάκη μέσα από τους στίχους της. Ο άνθρωπος, όμως, που μισεί, νιώθει έρημος τόσο σωματικά όσο και ψυχικά και εδώ έχουμε το δεύτερο συνθετικό του τίτλου. Αυτή η ερημία είναι που πασχίζει να καλύψει. Έτσι, στο ομώνυμο ποίημα η Κατερίνα Ζησάκη αφού αρνείται τις ωραιοποιήσεις: «δεν είμαι ωραία μουσική για να μ’ ακούσεις / δεν είμαι κόμη απαλή για να με λούσεις», δεν φοβάται να πει την αλήθεια για το ποια είναι: «είμαι σημάδι και σπυρί παρανυχίδα» και δείχνει την ανάγκη της να καλύψει την ψυχική της ερημία: «λοιπόν; θα μ’ αγαπήσεις;». Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό. Είναι μια κραυγή αγωνίας του σύγχρονου ανθρώπου, που τον έμαθαν να μισεί και νιώθει την ερημία να μεγαλώνει μέσα του. Αυτή η κραυγή αγωνίας διαποτίζει ολόκληρη τη συλλογή με ποιήματα κυρίως σε ελεύθερο και λιγότερο σε παραδοσιακό στίχο, με εσωτερικό ρυθμό. Εδώ, το «δεν είμαι ωραία μουσική», σημαίνει ότι η συλλογή, που διαβάζουμε δεν είναι ωραιοποιημένη μουσική, αλλά σκληρό ροκ, που κρατά τον αναγνώστη-ακροατή σε εγρήγορση.

Πιο πάνω αναφερθήκαμε στις επιρροές της ποιήτριας. Μια από αυτές είναι και το ποίημα «Ποιητική» του Μανόλη Αναγνωστάκη. Στο τέλος του ποιήματος ο Αναγνωστάκης γράφει: «Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις / να μην τις παίρνει ο άνεμος.» Η Κατερίνα Ζησάκη μας δίνει μια πολύ παραστατική εικόνα: «μια μέρα θα πάρω τσιμεντόπροκα / θα δώσω μια γερή / θα λιώσω τον αντίχειρά μου» για να καταλήξει: «να ουρλιάζω από πόνο / εκεί να δεις ποίημα».

Πολύ ενδιαφέρουσα είναι η αντιμετώπιση ενός θέματος, με το οποίο έχουν ασχοληθεί οι περισσότεροι ποιητές, του θανάτου. Η Κατερίνα Ζησάκη μας παρουσιάζει έναν θάνατο με θηλυκή υπόσταση. Μια γυναίκα απαλή, που «οπωσδήποτε διαβάζει Παβέζε».

Ένα από τα πιο δυνατά ποιήματα της συλλογής είναι «τα κορίτσια της Κυριακής», που αναφέρεται στις γυναίκες οι οποίες, ενώ δώσανε αγάπη και έμαθαν πάντα να δίνουν, δεν πήραν ποτέ τίποτα και καταλήγουν μόνες τους «ώσπου να ‘ρθει η ματαίωση / το βράδυ».

Η αγάπη στη συλλογή της Κατερίνας Ζησάκη είναι φωτιά. Αν δεν καείς, αν δεν πονέσεις, δεν καταφέρνεις ούτε να αγαπηθείς, ούτε να αγαπήσεις: «Θέλει μεγάλη βάσανο / προκειμένου να ζεσταθείς από την αγάπη».

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Κατερίνας Ζησάκη μισέρημος είναι μια από τις πιο δυνατές ποιητικές συλλογές που διαβάσαμε τελευταία και, κατά τη γνώμη μας, τέτοιες ποιητικές συλλογές ανανεώνουν το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος 



Παρακάτω παραθέτουμε τρία ποιήματα, που ξεχωρίσαμε:

μισέρημος

For the love of the crowd
and tree cheers from everyone

The Cure, Disintegration


δεν είμαι ωραία μουσική για να μ’ ακούσεις
δεν είμαι κόμη απαλή για να με λούσεις
δεν είμαι ήλιος να σε ντύσω με αχτίδα
είμαι σημάδι και σπυρί παρανυχίδα
είμαι σε νύχτα σκοτεινή μαύρο σκουλήκι
κατατροπώνω καίω λέω μου ανήκει
σκοτώνω βρίζω βρίζομαι σ’ αφήνω
και πάω πάνω απ’ τον τάφο μου
και φτύνω

λοιπόν; θα μ’ αγαπήσεις;


πάσα από Αναγνωστάκη για αδέξιους παίκτες

όταν καρφώνω τα καρφιά στον τοίχο για τα κάδρα
πρόβα για λέξεις – βαράω προσεχτικά
σφυριά σφυριά: ψιλό καρφάκι μη λυγίσει
μην τρίξει ο τοίχος ο αντίχειρας μη χτυπηθεί

δε βγαίνει τίποτα έτσι

μια μέρα θα πάρω τσιμεντόπροκα
θα δώσω μια γερή
θα λιώσω τον αντίχειρά μου
θα γκρεμίσει ο σοβάς
θ’ απομείνουν σφυρί
και καρφί και κρέατα
σφηνωμένα στον τοίχο

να ουρλιάζω από πόνο
εκεί να δεις ποίημα


τα κορίτσια της Κυριακής

τα κορίτσια της Κυριακής φοράνε το καπέλο τους
και βγαίνουν βόλτα στα φαστφουντάδικα
για λίγες αλμυρές πατάτες
έχοντας πρώτα γλύψει τα πεζοδρόμια
απ’ το μηδέν στο σπίτι την προηγούμενη νύχτα
έχοντας αγαπήσει κι απορριφθεί μεταξύ τρεις με πέντε
μετά στα πόδια τους κοιμήθηκε το ζώο
με τη βαριά ανάσα
που πρόσμεναν στο λαιμό τους

τα κορίτσια της Κυριακής κόβουν βόλτες στα παλιατζίδικα
ψάχνουν φωτογραφίες ευτυχισμένων γιων
πεθαμένων γαμπρών ή ενός λυπημένου εργάτη
που επειδή η δουλειά στο εργοστάσιο ήταν σκληρή
πήρε απόφαση κι έφυγε στα καράβια
κι έστειλε τη φωτογραφία του: Μον Αμούρ – απ’ αυτό το λιμάνι
που όπου να ΄ναι θα ‘φτανε ο κυκλώνας
και θα το βύθιζε μια για πάντα το σαπιοκάραβο
τη φθαρμένη ζωή που κρατούσε

τα κορίτσια της Κυριακής μετά απ’ όλα αυτά
έχουν την καρδιά να τρώνε γλυκό κουταλιού
να κυλάει στο χειλάκι τους το σιρόπι
ο ήλιος να παίζει απάνω του
και το γλυκό το βύσσινο να μοιάζει αίμα
και δεν καταλαβαίνεις: μάτωσαν
η κάποιον έχουν δαγκώσει
σταυρώνουν τρεις φορές τα πόδια νωχελικά
ύστερα σηκώνονται
περνάνε μέσα από παζάρια και φωνές την ώρα που σβήνουν
πετούν τη γόπα τους μπαίνουν στο λεωφορείο
χαζεύουν την Πατησίων που αποκαλύπτεται
γυρνούν στο σπίτι και δεν τα βλέπει κανένας πια
και δεν ξέρουμε αν είναι πλάσματα υπαρκτά
ή αν είναι το μάθημα που μαθαίνει ο κόσμος
που έψαξε το Σάββατο να βρει τι είναι ζωή

κορίτσια της Κυριακής
δαγκωμένες σκύλες που ημέρεψαν απ’ τα βάσανα
σήμερα που είναι Κυριακή σας αγαπώ
αγαπήστε με – κάπως ν’ αντέξουμε τη μέρα αυτή
ώσπου να ‘ρθει η ματαίωση
το βράδυ


Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2018

Ο χειμώνας στη νεοελληνική ποίηση



Είδαμε και πάθαμε φέτος να δούμε χειμώνα! Μια όμως και είδαμε, δεν πρέπει να τον υμνήσουμε με κάποιον τρόπο; Εμείς στο στίγμαΛόγου επιλέξαμε να το κάνουμε με ένα μικρό ανθολόγιο ποιημάτων για τον χειμώνα, κατ' αναλογίαν παλαιότερων αφιερωμάτων για το φθινόπωρο και την άνοιξη στην ποίηση.

Ξεκινάμε με ένα ποίημα του Αλεξάκη (η σειρά είναι γενικά αλφαβητική, σύμφωνα με το επώνυμο του ποιητή) που μιλάει για μια αόρατη γυναίκα - το όραμα ενός μοναχικού ανθρώπου καταμεσής του χειμώνα:

Χειμών δριμύς επέρχεται - Ορέστης Αλεξάκης
τοπίο γυμνό
πετρώδες
κάνει κρύο
φυσάει βοριάς
αόρατη γυναίκα
θα ξεπαγιάσεις έτσι
ψιθυρίζει
χειμών δριμύς επέρχεται μικρό μου
μάζεψε τα ξερόκλαδα
ν’ ανάψεις
φωτιά για τους νεκρούς
κοιτάζω γύρω
δέντρο κανένα μόνο
μαύρες πέτρες
και πού κλαδιά και πώς
φωτιά ν’ ανάψω
κι’ ο τόπος σκοτεινιάζει
και κρυώνω
κλείνω τα μάτια βλέπω
περιστέρια
κι’ ακούω φωνές και γέλια
και σαλεύουν
πολύφυλλα κλαδιά στο μέτωπό μου
και λάμπει διάφανο στο φως
και λάμνει
σε βαθύσκια νερά γυμνό κορίτσι
κι’ αγέρας χλιαρός αναστατώνει
τ’ αρσενικά μου κύτταρα
κι’ ακούω
φιλιά κι’ ανάσες και
καλός ο πόθος
καλό το δάκρυ
το φιλί κι’ η σάρκα
και πιο βαθιά δεν έχει ο κόσμος λένε
κι’ η βάρκα με λικνίζει και ποιος είμαι
και πού πηγαίνω σκέφτομαι
και σβήνει
το φωτεινό κορίτσι
και κρυώνω
και να μαι πάλι κουρελής και μόνος
οδοιπορώντας έρημα τοπία
κι’ αόρατη γυναίκα ψιθυρίζει
χειμών δριμύς επέρχεται μικρό μου
μάζεψε τα ξερόκλαδα ν’ ανάψεις
φωτιά για τους νεκρούς
που ξεπαγιάζουν

Μέσα από το πρίσμα του έρωτα και της ματαιότητας βλέπει τον χειμώνα και η Δημουλά:

Η κακοκαιρία των προσχημάτων - Κική Δημουλά
Το ανέβαλες. Κακοκαιρία μεγάλη, πέσανε χιόνια
κλείσανε οι δρόμοι, πάγοι, μεγάλη ολισθηρότης.
Καλά έκανες. Εάν δεν είναι ολισθηρή η επιθυμία
προς τι να έρθεί;

Ακολουθούν δύο αθώα, ρομαντικά ποιήματα του Καρυωτάκη και του Λαπαθιώτη, που αντανακλούν τα αισθητικά πρότυπα και επιμέρους θέματα μιας άλλης εποχής:

Το χιόνι - Κώστας Καρυωτάκης
Τι καλά που ‘ναι στο σπίτι μας τώρα που έξω πέφτει χιόνι!
Το μπερντέ παραμερίζοντας τ’ άσπρο βλέπω εκεί σεντόνι
να σκεπάζει όλα τα πράγματα, δρόμους, σπίτια, δένδρα, φύλλα.
Πόσο βλέπω μ’ ευχαρίστηση μαζεμένη τόση ασπρίλα.

Όμως, κοίτα, τουρτουρίζοντας το κορίτσι εκείνο τρέχει.
Τώρα στάθηκε στην πόρτα μας, ψωμί λέει πως δεν έχει,
πως κρυώνει, πως επάγωσε…

Έλα μέσα κοριτσάκι,
το τραπέζι μας εστρώθηκε κι αναμμένο είναι το τζάκι!


Τα καημένα τα πουλάκια - Ναπολέων Λαπαθιώτης
Κρύο βαρύ, χειμώνας όξω, τρέμουν οι φωτιές στα τζάκια,
τώρα ποιος τα συλλογιέται τα καημένα τα πουλάκια!

Τα πουλάκια είναι στα δένδρα, τα πουλάκια είναι στα δάση,
τα πουλάκια θα τα πάρει ο βοριάς που θα περάσει,

η βροχή και το χαλάζι κι ο βοριάς που θα περάσει,
και το χιόνι που το παίρνουν στις αυλές με το φαράσι.
Κι αν η νύχτα είναι μεγάλη, κι έρχεται γιομάτη τρόμους,
κι αν ο θάνατος απόψε, φέρνει γύρα μες τους δρόμους,

κι αν η παγωνιά θερίζει κι είναι δίχως ρουχαλάκια,
δε βαριέσαι, ποιος θυμάται τα καημένα τα πουλάκια.

Τα πουλάκια είναι στα δένδρα, τα πουλάκια είναι στα δάση,
τα πουλάκια θα τα πάρει ο βοριάς που θα περάσει.

Στα παιδάκια είναι τα χάδια, στα παιδάκια τα φιλάκια,
τώρα ποιος τα συλλογιέται τα καημένα τα πουλάκια!
Κι όταν γίνει, πάλι, βράδυ κι όλοι πάνε να πλαγιάσουν,
να χωθούν μες τα κρεβάτια, μη τυχόν και ξεπαγιάσουν,

τα πουλάκια τα καημένα, τα πουλάκια, τώρα, πέρα
θα χαθούν χωρίς ελπίδα να φανούν την άλλη μέρα…

Η παγωνιά του χειμώνα φέρνει στον νου των ποιητών τον θάνατο και τη δική του παγωνιά. Δείτε τα επόμενα δύο ποιήματα του Λειβαδίτη και της Μυρτιώτισσας:

Αναμονή - Τάσος Λειβαδίτης
Ήταν ένας νέος ωχρός, καθόταν στο πεζοδρόμιο, χειμώνας,
κρύωνε. «Τι περιμένεις;» του λέω. «Τον άλλον αιώνα», μου λέει.
Και χιόνιζε ήσυχα ήσυχα, όπως πάνω από έναν τάφο.

Χειμώνας - Μυρτιώτισσα
Νάτος και πάλι που έφτασεν ο θλιβερός χειμώνας,
μου ψαχουλεύει την ψυχή το παγερό του χέρι...
Χλώμιασ’ η μέρα κι η νυχτιά θα γίνει τώρα αιώνας.
Ώρες θα στέκω ν’ αγρικώ το μανιασμένο αγέρι.

Απόψε, όσοι μου πέθαναν, ξανά θε να πεθάνουν,
τη συνοδεία τη νεκρική θ’ ακολουθήσω πάλι
κι όταν ακόμη μια φορά κάτω απ’ τη γη τους βάνουν
θα κρύψω μες στα χέρια μου τ’ αλλόφρονο κεφάλι.

Ω! Πόσο μόνη θα αιστανθώ στην άδεια κάμαρά μου,
Όταν κι ο ίσκιος των νεκρών π’ αγάπησα, μ’αφήσει...
Με τι λαχτάρα θα το ιδώ το φως Σου ολόγυρά μου,
σα θα ‘ρτει, Θε μου, τη ζωή γλυκά να μου θυμίσει!

Ο Πορφύρας, πάλι, δεν συνέδεσε τον χειμώνα με τον θάνατο, αλλά με τη λύπη:
Χειμωνιάτικα δέντρα - Λάμπρος Πορφύρας
Tα σκοτεινά φυλλώματα στα πεύκα αργοσαλεύου
σα ρασοφόροι στο βουνό που μάχονται ν' ανέβουν
κι ο θλιβερός τους ο ψαλμός στ' άδεια βογγάει λαγκάδια
σα μουσικός αντίλαλος από βαθιά πηγάδια.

Mαζί τους κάτι ολόγυμνα κλαριά δεν αποσταίνουν
τρελλά μια χειμωνιάτικη καμπάνα να σημαίνουν,
όπου τα γέρνει ο άνεμος γέρνουν, σημαίνουν, δίχως
απ' το βουβό τους σήμαντρο ποτέ να βγαίνει ο ήχος.

Kαι στον καθρέφτη του νερού, που σαν την καταχνιά,
κάποτε -τ' ανοιξιάτικο το λέει το παραμύθι-
τον κήπο της Nεράιδας εστρώναν τα κλωνιά
τίποτε τώρα στα θολά δεν απομένει βύθη.

Σε ραγισμένους γύρω αυλούς οι καλαμιές φυσούνε
τα νυφικά μαλλάκια τους μαδούν μαδούν οι ιτιές
τον κήπο της Nεράιδας σβημένο νοσταλγούνε
και κλαιν τις ανοιξιάτικες εφήμερες σκιές,

Ω! κι όλο σκύβουν στα νεκρά νερά τα βουρκωμένα,
ω! κι όλο σειούνται κι έχουνε μες στον πικρό βοριά
τα ίδια τα κινήματα, τ' αργά κι απελπισμένα,
που 'χομε μες στη λύπη μας κι εμείς την πιο βαριά.

Σε εντελώς άλλο ύφος, ο Σαχτούρης φτιάχνει μια χειμωνιάτικη καρτ-ποστάλ:

Χειμώνας - Μίλτος Σαχτούρης
Τι ωραία που μαραθήκαν τα λουλούδια
τι τέλεια που μαραθήκαν
κι αυτός ο τρελός να τρέχει στους δρόμους
με μιά φοβισμένη καρδιά χελιδονιού
χειμώνιασε και φύγανε τα χελιδόνια
γέμισαν οι δρόμοι λάκκους με νερό
δυό μαύρα σύννεφα στον ουρανό
κοιτάζονται στα μάτια αγριεμένα
αύριο θα βγει στους δρόμους και η βροχή απελπισμένη
μοιράζοντας τις ομπρέλλες της
τα κάστανα θα τη ζηλεύουν
και θα γεμίσουν μικρές κίτρινες ζαρωματιές
θα βγουν κι οι άλλοι έμποροι
αυτός που πουλάει τ’ αρχαία κρεβάτια
αυτός που πουλάει τις ζεστές-ζεστές προβιές
αυτός που πουλάει το καφτό σαλέπι
κι αυτός που πουλάει θήκες από κρύο χιόνι
για τις φτωχές καρδιές

Ο Σεφέρης πάλι πιάνει μια χειμωνιάτικη αχτίνα και τη μετατρέπει σε ποίημα:

Πάνω σε μια χειμωνιάτικη ακτίνα - Γιώργος Σεφέρης
(απόσπασμα)

Α΄
Φύλλα από σκουριασμένο τενεκέ
για το φτωχό μυαλό που είδε το τέλος·
τα λιγοστά λαμπυρίσματα.
Φύλλα που στροβιλίζουνται με γλάρους
αγριεμένους με το χειμώνα.

Όπως ελευθερώνεται ένα στήθος
οι χορευτές έγιναν δέντρα
ένα μεγάλο δάσος γυμνωμένα δέντρα.

Β΄
Καίγουνται τ’ άσπρα φύκια
Γραίες αναδυόμενες χωρίς βλέφαρα
σχήματα που άλλοτε χορεύαν
μαρμαρωμένες φλόγες.
Το χιόνι σκέπασε τον κόσμο.

Και, για το τέλος, ένα ποίημα του Χιόνη, αρκετά πρωτότυπο:

Βροχή δωματίου - Αργύρης Χιόνης
Η βροχή κρύωνε έξω, στο δρόμο. Χτυπούσε το τζάμι και φώναζε,
κρυώνω.
Ήτανε, πράγματι, χειμώνας. Το τζάμι τη λυπήθηκε,
της άνοιξε, την έβαλε μες στο δωμάτιο.
Ο άνθρωπος έγινε έξω φρενών. Είσαι τρελό, του φώναξε, που ξανακούστηκε να μπαίνει η βροχή μες στο δωμάτιο; Είσαι τρελό.
Μα είναι βροχή δωματίου, είπε ήρεμα το τζάμι, δεν ακούς τί ωραία που ηχεί πάνω στο πάτωμα, πάνω στο τραπέζι, πάνω στο μέτωπό σου;
Είναι βροχή δωματίου...

Καλό χειμώνα!


Χριστίνα Λιναρδάκη




Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2018

Πλάι στον Δούναβη - Η παραδοσιακή ποίηση της Ουγγαρίας στο έργο του Μπέλα Μπάρτοκ

Στις αρχές το εικοστού αιώνα, ο μεγάλος Ούγγρος συνθέτης Μπέλα Μπάρτοκ αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην καταγραφή και μελέτη των παραδοσιακών τραγουδιών της πατρίδας του,  ανακαλύπτοντας έναν τρομερό πλούτο, μουσικό και στιχουργικό, που αγνοούνταν μέχρι τότε. Οι περιοχές άνω και κάτω του Δούναβη, με τα βουνά, τα δάση, τα χωράφια και τα παλάτια των πλουσίων πριγκίπων, ήταν χώροι εξαιρετικής φυσικής ομορφιάς που ήταν επόμενο να εμπνεύσουν τους κατοίκους όπως φαίνεται στα παρακάτω τραγούδια:

1.
Πλάι στον Δούναβη υπάρχει ένα μύλος, 
που αλέθει σε κομμάτια τις στεναχώριες, χέι χα!
Έχω πολλές στενοχώριες,
θα τις πάω εκεί πέρα λοιπόν ν’ αλεστούν, χέι χα!
Άρρωστη γυναίκα κουρασμένο παλικάρι ·
παίξε ένα τραγούδι για μένα γύφτο, χέι χα!
Περίμενε λίγο να γεμίσω την κοιλιά μου,
ύστερα θα σου παίξω έναν ζωηρό χορό, χέι χα!


2.
Η μέρα του Αγίου Δημητρίου πλησιάζει ,
Όταν φτιάχνουν τους λογαριασμούς των κοπαδιών,
Έχει δυο νεαρές γελάδες,
Φορούν από ένα κουδούνι,
Τις οδηγεί κάτω στην κοιλάδα.


3.
Το ανοιξιάτικο όργωμα ήταν πάντα η δουλειά μου,
Το θέρισμα του χόρτου στους κήπους και τα χωράφια,
Τώρα το βόδι μου στη θέση του, το άλογο μου σελωμένο,
Το μαστίγιο μου έτοιμο, το χαλινάρι στα χέρια μου.


Σε αντίθεση με όσα υποστήριζε ο συμπατριώτης του, Φραντς Λιστ, ο Μπέλα Μπάρτοκ πείστηκε από τις έρευνές του ότι η ουγγρική παραδοσιακή μουσική δεν προέρχονταν μόνο από τις μελωδίες των τσιγγάνων, αλλά είχε ενσωματώσει και πολλές άλλες επιρροές. Τα τραγούδια που συνέλεξε εκφράζουν όλες τις πλευρές της ζωής και φυσικά την αγάπη:

1.
Έι, γλυκιά μου μάνα, έναν ουσάρο αγαπώ, 
Έχει το μαντήλι μου στην τσέπη του,
Αν δεν ήταν τ’ όνομα μου γραμμένο πάνω του,
Έι! Δεν θα στενοχωριόταν η καρδιά μου.


2.
Τόση θλίψη έχει λυγίσει
την καρδιά μου στον ουρανό.
Μια φορά ακόμα αν λυγίσει,
θα σπάσει στα δυο.


3.
Μαύρη η γη, άσπρο το μαντήλι μου.
Ο αγαπημένος μου μ’ εγκατέλειψε.
Μ' άφησε δίχως να χύσει ένα δάκρυ.
Η καρδιά μου το ξέρει ότι θα πεθάνω γρήγορα.


Ο Μπέλα Μπάρτοκ ταξίδεψε κι έζησε πολύν καιρό τόσο στην Ουγγαρία όσο και στις γειτονικές χώρες προκειμένου να μελετήσει όλο το μουσικό και λογοτεχνικό πλαίσιο,  που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο πέρασε στις παραδοσιακές μελωδίες των Μαγυάρων. Τα ευρήματα που κατέγραψε προέρχονταν από την Τρανσυλβανία, την Σλοβακία, την Σερβία και την Κροατία, την Ρουμανία και την Τουρκία. Η φτώχεια των κατοίκων της προβιομηχανικής εποχής, αλλά και οι κίνδυνοι από τους ληστές που λυμαίνονταν την ύπαιθρο, είναι έκδηλες σε κάποια αποσπάσματα :

1.
Ήλιε, ώ ήλιε λάμψε μ’ όλη σου τη λαμπρότητα,
Δίχως την υγρασία που σε τυλίγει.
Aχ, εσείς τα τρία ορφανά,
που πάτε;
Ξεκινούμε μακρύ ταξίδι
να βρούμε δουλειά σαν υπηρέτες.


2.
Η μαύρη γη κουβαλά καλή σοδειά καλαμποκιού,
Το σκοτεινό δάσος τρέφει τον παράνομο,
Το σκοτεινό δάσος είναι το σπίτι του…

3.
Κουδουνίζουν τα μπρούτζινα σπιρούνια εκεί πέρα,
Καθώς μαρκάρουν οι μαυροκέφαλοι μπάσταρδοι,
Σφραγίζουν, σφραγίζουν όλη την ώρα,
Ακόμα κι έγκυες γυναίκες.


4.
Θεέ μου, Θεέ, μου άσε τα νερά να πλημμυρίσουν,
Για να με φέρουν στην πόρτα του πατέρα μου,
Στην πόρτα του πατέρα, στο τραπέζι της μάνας μου.
Άσε να μάθουν επιτέλους για τον άντρα που μου δώσανε.

Ένας επηρμένος στρατιώτης,
Ένας αρχιληστής των βουνών,
Που και τώρα ακόμα βρίσκεται μακριά κλέβοντας,
Φυλακίζοντας, σκοτώνοντας,
Για μια δεκάρα, θα χύσει αίμα χωρίς να το σκεφτεί.


Η Ουγγαρία εκείνης της εποχής ήταν μέρος μιας πανίσχυρης αυτοκρατορίας που είχε εμπλακεί σ’ έναν αιματηρό πόλεμο. Επόμενο ήταν λοιπόν τα παραδοσιακά τραγούδια να μιλούν γι' αυτόν:

1.
Γεμίζουν τον μεγάλο δρόμο του δάσους
Παίρνοντας μακριά τους στρατιώτες της Τρανσυλβανίας,
Παίρνοντας τους δύστυχους στρατιώτες,
Φτωχά παιδιά του Szekler.

Τους παίρνουν μακριά σ’ εκείνο το μέρος
Όπου ο δρόμος είναι κόκκινος με αίμα
Απ’ τους άντρες που έκοψε η σφαίρα, το δόρυ,
και το ακονισμένο σπαθί.


2.
Αλίμονο, η καρδιά μου είναι γεμάτη θλίψη όλη την ώρα,
τέλειωσε η λεύτερη ζωή μου.


3.
Αν βγεις έξω απ’ το μεγάλο δάσος,
Μην κοιτάξεις πίσω,
Μήπως σκληρύνει η καρδιά σου
Όταν πατήσει σε ξένο χώμα.


Πέρα όμως από τις πίκρες και τις στενοχώριες, τα πανηγύρια και το πιοτό ήταν πάντα τα καταφύγια των κατοίκων αυτής της υπέροχης περιοχής της Κεντρικής Ευρώπης:

1.
Το κρασί δεν είναι γλυκό:
Εφτά Κρόυτσερ η τιμή του,
Έλα, αγάπη μου, φέρε μια κούπα,
θα πω ένα μικρό τραγούδι,
κι έπειτα θα φύγω.


2.
Καλαμάτζκο είναι τ’ όνομα του,
Χοροπηδά σαν το διάβολο,
Ψηλά, και κουνά τα πόδια του,
Ούτε που λυπάται τους τένοντές του.


Απόστολος Σπυράκης




Πηγές:
1. https://dspace.lib.uom.gr/bitstream/2159/10908/1/KentempozidouPE2008.pdf
2. https://www.pianostreet.com/smf/index.php?topic=10820.0
3. https://repositories.lib.utexas.edu/bitstream/handle/2152/2807/leed79486.pdf?sequence=2&isAllowed=y
4. https://www.harvardsquarelibrary.org/
5. https://old.upm.ro/ldmd/LDMD-02/Hst/Hst%2002%2004.pdf