Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2020

"Πικρά σταφύλια" της Όλγας Πατσούρα-Λένη

Συμβαίνει σπανίως, αλλά όποτε συμβαίνει συνεπάγεται για μένα ανανέωση της πίστης στη δύναμη της λογοτεχνίας: από τα δεκάδες βιβλία που λαβαίνω ή αγοράζω, περίπου τα μισά ή και λιγότερα είναι καλά. Όσο για τα πολύ καλά είναι πραγματικά μετρημένα στα δάχτυλα. Ένα τέτοιο πολύ καλό βιβλίο είναι τα Πικρά σταφύλια της Όλγας Πατσούρα-Λένη.

Το βιβλίο απαρτίζεται από 24 μικρά ή πολύ μικρά διηγήματα που διαδραματίζονται ανεξαιρέτως τα χρόνια γύρω από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η φτώχεια, η πείνα, τα δεινά ξεχειλίζουν ανάγλυφα από τις ιστορίες, την πρώτη ύλη για τις οποίες αποτελούν κατά κύριο λόγο διηγήσεις τρίτων. Άλλες φορές, οι ιστορίες είναι αποτέλεσμα συγγραφικής επινόησης, αποδοσμένης όμως με το ίδιο φυσικό, αν όχι προφορικό, ύφος που τις καθιστά δυσδιάκριτες από εκείνες που προέρχονται από διηγήσεις.

Η συγγραφέας εκθέτει τις ιστορίες της στη μικρή φόρμα που διάλεξε, άρτιες και πλήρεις, χωρίς να αναγκάζεται να παραλείψει τίποτα και χωρίς να γίνονται «κοιλιές». Το αποτέλεσμα είναι ακριβώς όπως οι χαρακτήρες που κατασκευάζει: ευθύ και ξεκάθαρο σε όλα όσα το αφορούν. Διαγράφεται με σαφήνεια και κερδίζει τον αναγνώστη από την πρώτη ιστορία.

Πολύ συχνά, αφηγητής στις ιστορίες είναι ένα παιδί. Το παιδί που βιώνει μια άδικη κατάσταση είναι ένας πολύ ισχυρός αφηγητής. Η ματιά του των πραγμάτων μπορεί να καθηλώσει. Και πραγματικά καθηλώνει, έτσι όπως αναμετράται με τον πραγματικό κόσμο και τις ελλείψεις του, τις οποίες αδυνατεί να καλύψει η φαντασία. Ωστόσο, και οι άλλοι αφηγητές που περνούν από τις ιστορίες, άντρες ή γυναίκες, είναι όλοι ισχυροί και περιγράφουν στιγμιότυπα που χαράσσονται στον νου του αναγνώστη με ακρίβεια, σαν με λεπίδι. Το ίδιο συμβαίνει και όταν η ίδια η συγγραφέας περιγράφει με τη φωνή αφηγητή που δεν κατονομάζεται ούτε προσδιορίζεται.

Ορισμένα από τα θέματα με τα οποία ασχολείται το βιβλίο είναι οι οικογενειακοί δεσμοί, η μητρότητα, η υποταγή της γυναίκας και η πίστη στον Θεό. Το θέμα των προσωπικών ορίων είναι και αυτό ένα από τα επανερχόμενα θέματα, είτε αφορά τα συναισθήματα όπως στο διήγημα «Η δουλειά» είτε το ίδιο το σώμα όπως στη «Φωτεινή» είτε το σπίτι όπως στον «Ερνέστο».

Η αφήγηση γίνεται συχνά στο πρώτο πρόσωπο και ο λόγος της Πατσούρα-Λένη είναι απέριττος και απλός, έτσι ακριβώς όπως θα μας μιλούσαν οι ήρωες, αν τους συναντούσαμε διά ζώσης. Το γεγονός αυτό προσδίδει στο βιβλίο τη διάσταση του πραγματικού και το καθιστά, αν όχι μαρτυρία, τότε σίγουρα κοινωνική ακτινογραφία της εποχής που περιγράφει.

Χριστίνα Λιναρδάκη 


Παραθέτω το, ομότιτλο με το βιβλίο, πρώτο διήγημα:

ΠΙΚΡΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ

Ήταν Σεπτέμβριος. Είχαν ακούσει πως οι Γερμανοί έκαιγαν διπλανά χωριά. Στερεωμένα στα βράχια τα σπίτια, δεν φαίνονταν από τον δρόμο. Έλπιζαν να τους ξεφύγουν.

Ο μικρός έπαιζε με μια γάτα στην αυλή. Τα μεγαλύτερα παιδιά ήταν στο σχολείο. Η μάνα έπλενε τα χόρτα για το φαΐ. Την είδε να σταυροκοπιέται. Τον τράβηξε μέσα. Στάθηκαν πίσω από την πόρτα και εκείνη κοιτούσε από μια χαραμάδα. Αυτοί μπήκαν στην αυλή με βηματισμό. Είδαν τα τσαμπιά. Που κρέμονταν στην κρεβατίνα. Κόκκινα κόκκινα. Άρχισαν να τα μαζεύουν. Η μάνα χλόμιασε. Ο μικρός δεν καταλάβαινε τι γινόταν. Κόλλησαν τα πρόσωπα στα παράθυρα οι γείτονες. Παγωμένοι, συλλογιόνταν τι τους περίμενε. Οι γυναίκες έτρεξαν να κρύψουν τα τρόφιμα στα κατώγια. Δεν μιλούσε κανείς.

Οι Γερμανοί γέμισαν τα σακιά κι έφυγαν. Όπως είχαν έρθει. Οι γείτονες περίμεναν δυο λεπτά και μετά όρμησαν στην αυλή. Η μάνα έφερε όσες καρέκλες υπήρχαν στο σπίτι. Ανέβηκαν κι έκοψαν τα τσαμπιά που ήταν ψηλά και δεν τα είχαν φτάσει. Τα μοιράστηκαν όλοι. Προτού τους τα πάρουν κι αυτά. Ο μικρός ήταν χαρούμενος. Τα σταφύλια ήταν γλυκά.-


Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2020

Ο κορονοϊός και το στίγμαΛόγου


Το ερώτημα είναι ερώτημα αρχής: Τι μπορεί να κάνει ένα blog σαν το στίγμαΛόγου σε μια συγκλονιστική συγκυρία σαν αυτή που βιώνουμε τώρα; Να προσπαθήσει να την καθρεφτίσει, να συνεχίσει κανονικά με το πρόγραμμα αναρτήσεών του σαν να μην συνέβαινε τίποτε συνταρακτικό ή να προχωρήσει σε lockdown? Ποιο μπορεί να είναι τελικά το στίγμα του στίγμαΛόγου;

Η απάντηση κρύβεται, πιστεύω, στην ιστορία του. Το στίγμαΛόγου ανέκαθεν δεν τα πήγαινε πολύ καλά με τις χρονικότητες. Δεν παρακολουθούσε φανατικά τις επετείους γέννησης και θανάτου ποιητών, συγγραφέων κ.λπ. ούτε τις παγκόσμιες ημέρες, όπως η πρόσφατη παγκόσμια ημέρα ποίησης. Ζούσε σε έναν δικό του, κάπως κλειστό ομολογουμένως, κόσμο, σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας της έλλειψης πόρων: δεν διαθέτει αρκετούς συντάκτες ώστε να μπορεί να εξυπηρετήσει τη σωρεία εορτών, επετείων κ.λπ. χρονικοτήτων που έχουν επινοηθεί.

Παράλληλα, το στίγμαΛόγου επέζησε της αποχώρησης βασικών συντακτών του, της προσθήκης νέων, της διαρκούς προσδοκίας για κάτι καλύτερο στο οποίο δεν μπορεί (όχι ακόμη, τουλάχιστον) να μεταμορφωθεί... Επιμένει λοιπόν να υπάρχει, σε πείσμα των όποιων δυσκολιών. Εκ του χαρακτήρα και της σύστασής του επομένως δεν μπορεί ούτε τη συγκυρία να καθρεφτίσει ούτε να κάνει lockdown.

Αυτό που του μένει λοιπόν να κάνει, είναι να παραμείνει ειλικρινές. Στις ώρες αγωνίας που ζούμε, είναι καλό να υπάρχουν εναλλακτικές ως προς το τι μπορεί κάποιος να διαβάσει ανά πάσα στιγμή. Είναι καλό επίσης να υπάρχουν κείμενα που δεν αντανακλούν τις τρέχουσες συνθήκες εκτάκτου ανάγκης, τα οποία να λειτουργούν και ως υπενθυμίσεις της ομαλότητας, στην οποία – δεν μπορεί – θα ξαναγυρίσουμε κάποια στιγμή. Επομένως, το στίγμαΛόγου θα συνεχίσει με το κανονικό πρόγραμμα των αναρτήσεών του, εντάσσοντας πού και πού αναρτήσεις που αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα του έξω κόσμου. Με ειλικρίνεια.

Σας ευχαριστούμε που μας διαβάζετε.

Χριστίνα Λιναρδάκη 
για το στίγμαΛόγου

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2020

Εικόνες επιδημίας από το παρελθόν

Οι επιδημίες στην ελληνική χερσόνησο δεν είναι κάτι καινούριο. Από τον καιρό του Ιπποκράτη κι ακόμα παλιότερα, οι κάτοικοι αυτού του τόπου είχαν να αντιμετωπίσουν ασθένειες μεταδοτικές. Ο γνωστός Ιστορικός Κώστας Κωστής στο βιβλίο του Τον καιρό της Πανώλης- Εικόνες από τις κοινωνίες της ελληνικής χερσονήσου 14ος- 19ος αιώνας (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) μελετά το φαινόμενο των επιδημιών της πανώλης, βασισμένος σε βιβλία, μαρτυρίες, χρονικά και παρατηρήσεις γιατρών που έζησαν σε μια εποχή εντελώς διαφορετική. Η προέλευση και η πρόβλεψη της ασθένειας αποτελούσαν μυστήριο για τους ανθρώπους που ζούσαν πριν από 500 χρόνια και μια μέθοδος πρόβλεψης ήταν η αστρολογία. Σύμφωνα μάλιστα με όσους παρατηρούσαν τα αστέρια,  αναμενόταν έξαρση της επιδημίας τότε, επειδή η σύνοδος του Δία με τον Άρη και τον Κρόνο στον αστερισμό του Υδροχόου θα συνέβαινε στις 20 Μαρτίου 1345. Αφού έκανε τον καταστροφικό της κύκλο επί αιώνες, τελικά γύρω στο 1830 η πανώλη  εξαφανίστηκε από τα Βαλκάνια και την Ελλάδα με τρόπο μυστήριο όπως εμφανίστηκε κατά τον 12ο αιώνα.

Οι αντιδράσεις όσων πλήττονταν ήταν ποικίλες, κατά τον ιστορικό του βυζαντίου Κριτόβουλο (1467): "τισίν μεν αναισθησίαν ενειργάζετο και ύπνον βαρύν και καταφοράν, τισί δε τουναντίον φρενίτιν και παραπληξίαν και αγρυπνίαν επεφερεν." Ο μεταγενέστερος γιατρός Πετράκης Ηπίτης στην Λοιμολογία του (1816) παραθέτει και κάποια άλλα συμπτώματα: "Οι πανωλισμένοι ομοιάζουν εις την αρχήν του κακού μάλλον με περιπατούντες μεθυσμένους· η αϋπνία, στεναχωρία και αδημονία των φθάνει εις τον έσχατον βαθμόν. Η απάθεια και αδιαφορία των δεν είναι τόσον μεγάλη, μ’ όλον ότι ποτέ δεν λείπει. Αι εσωτερικαί αισθήσεις των ακονίζονται περισσότερον, βλέπουν φαντάσματα φρικτότατα· φόβος και τρόμος έρχεται επ’ αυτοίς, όστις σύγκαιρα τους κρημνίζει εις τον τάφον."

Μια αιτία μετάδοσης της πανώλης κατά τους περιηγητές ήταν η αφαίρεση των ρούχων από τους νεκρούς και η χρήση τους εκ νέου, καθώς και η συνήθεια των νησιωτών του Αιγαίου να τους αποχαιρετούν φιλώντας τους στο στόμα. Άλλη αιτία ήταν οι ναυτικοί που ερχόταν από μακρινές χώρες, γι' αυτό και, όταν αποκτήθηκε κάποια εμπειρία διαχείρισης, τούς απέκλειαν σε καραντίνα στα λοιμοκαθαρτήρια που είχε κάθε μεγάλο λιμάνι. Αυτό συνέβαινε βέβαια εφόσον είχαν καταφέρει να φτάσουν στον προορισμό τους. Ο βυζαντινός λόγιος Δημήτριος Κυδώνης (1324-1397) περιγράφει εντυπωσιακά περιστατικά καραβιών που έπλεαν ακυβέρνητα,  καθώς είχε αποδεκατιστεί το πλήρωμά τους.

Μπροστά στον κίνδυνο, οι αρχές κάθε τόπου προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν το κακό όπως μπορούσαν. Στην Ρόδο. ο Μεγάλος Μάγιστρος των Ιπποτών του θα διατάξει το χτίσιμο των στενών που οδηγούν στη συνοικία απ' όπου ξεκίνησε η πανώλη (1498-1499). Σε άλλες περιπτώσεις, οι πανωλόβλητοι περιορίζονται έξω από τους οικισμούς σε κάποιο εγκαταλειμμένο μοναστήρι ή άλλο κτίσμα που διαμορφώνεται ειδικά για τον σκοπό αυτό. Το 1676 στη Νάξο,  οι ασθενείς θα περιοριστούν στο παλιό μοναστήρι των Καπουκίνων του νησιού,  ενώ οι κάτοικοι της Χώρας εγκαταλείπουν τα σπίτια τους για να εγκατασταθούν στη συνοικία του Αγίου Ηλία του Μπούργκου. 

Κατά τη μεγάλη επιδημία του Ηρακλείου, στα 1592-1594, οι βενετικές αρχές της πόλης περιορίζουν τους ασθενείς στο Ακρωτήριο και την ίδια στιγμή κλείνουν τις οδούς επικοινωνίας της πόλης με την ύπαιθρο, όπου το θανατικό δρούσε με ιδιαίτερη βιαιότητα. Αλλού πάλι,   οι άρρωστοι απλά εξορίζονταν στην ύπαιθρο κι αφήνονται στην τύχη τους. Σε μερικές περιοχές, τα μέτρα ήταν πολύ σκληρότερα. Στην Κέρκυρα του 1815-1816,  η επιδημία φαίνεται ότι έφτασε από κάποιο λαθρέμπορο σε μια εποχή που τέτοιες δραστηριότητες ανθούσαν και οι αγγλικές αρχές ανάγκασαν τους κατοίκους ενός χωριού, του Μαραθιά, απ’ όπου θεώρησαν ότι ξεκίνησε η επιδημία, να το εγκαταλείψουν για να βάλουν φωτιά στα σπίτια στη συνέχεια. Για την απολύμανση σπιτιών στην πόλη της Κέρκυρας έφεραν καταδίκους από τη Μάλτα, στους οποίους έδωσαν ελευθερία ως ανταμοιβή. Από τους 64 επέζησαν για να τη χαρούν μόνο οι 14. 

Το 1702 οι κάτοικοι της κεντρικής Ελλάδας, οι Αρτινοί το 1760 και οι Σιατιστινοί το 1814, κλείνονται στα χωριά και τις πόλεις τους, διώχνοντας τους δυστυχείς αρρώστους μέχρις ότου καταλαγιάσει το κακό, παραβιάζοντας κάθε έννοια χριστιανικής ηθικής. Στα 1820, η επιδημία στα Ιωάννινα θα οδηγήσει στο κλείσιμο όλων των χανιών,  οινοπωλείων και φούρνων,  προκαλώντας προβλήματα στον ανεφοδιασμό του πληθυσμού. Οι συντεχνίες θα ανοίξουν και πάλι τα μαγαζιά τους μόνο κατόπιν εντολής του Αλή Πασά. Στην Σύρο, οι αρχές τονίζουν την ανάγκη να σκαφθούν τάφοι βαθιοί γιατί καραδοκούν τα σκυλιά. Πανηγύρια περίφημα, όπως αυτό της Ελασσόνας και της Δόλιανης,  ματαιώνονται ύστερα από πληροφορίες για εξάπλωση της επιδημίας, που σκόπιμα διαδίδονται από ανταγωνιστικές συντεχνίες άλλων πόλεων. 

Στην Θεσσαλονίκη του 1801, οι πόρτες παραμένουν σφραγισμένες κατά την ακμή της επιδημίας και οι προμήθειες μπαίνουν πάνω από τα τείχη με τη βοήθεια περιστρεφόμενων μηχανών σαν αυτές που χρησιμοποιούν στα μοναστήρια. Το ίδιο συμβαίνει και με την πόλη του Χάνδακα ( Ηράκλειο), δύο και περισσότερους αιώνες νωρίτερα όπως αφηγείται ο χρονογράφος: "Τον φόρον είχασιν έξω στην πόρτα του Χριστού του Φωτοδότη κεκλεισμένον με τράβες, να παίρνουν οι άνθρωποι της χώρας τα φαγία, να μην εγγίζη τινάς των ανθρώπων όπου εστέκασιν έξω."  

Το επικίνδυνο έργο της ταφής το αναλαμβάνουν σε πολλές πόλεις οι λεγόμενοι "μόρτηδες"-άνθρωποι που πέρασαν την αρρώστια κι απόκτησαν ανοσία- αμειβόμενοι αδρά. Στη Λευκάδα του 1744, καθώς οι χωρικοί που εκτελούσαν αυτό το έργο μέχρι τότε αρνούνται "έστω και αν επληρώνοντο με τόσο χρυσάφι", προσλαμβάνονται ειδικοί από την Άρτα που βρίσκουν 40 άταφα πτώματα και μέχρι το τέλος της επιδημίας θα θάψουν άλλους 800. Αφού ξεκαθαρίσει η κατάσταση,  ο Γενικός Προβλέπτης της Θάλασσας θα τους υποβάλει σε ανακρίσεις και βασανισμούς, κατηγορώντας τους για κλοπές, γεγονός ύποπτο ασφαλώς. Η ταφή των νεκρών σε περιόδους επιδημίας είναι έργο θεάρεστο, όπως αναφέρει ο Παπασυναδινός, ένας οξυδερκής ιερέας που μας άφησε Το χρονικό των Σερρών (πρώτο ήμισυ του 17ου αι.): "διότι το να θάφτη κανείς τους νεκρούς πολύ συγχώριον κάμει και όποιος κάμει αυτό το καλόν, πολύ συγχώριον ακούει." Σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες που επικρατούσαν τότε, το σώμα κάποιου άταφου Χριστιανού που θα ταφεί σε τάφους ομαδικούς "άψαλτος ωσάν τους κύνας" διακινδύνευε την τύχη του στη μέλλουσα ζωή και μπορούσε να οδηγήσει στο βρικολάκιασμά του. Γι' αυτό και μια ταπεινή μοναχή από ένα μοναστήρι της Σκύρου, που πέθανε το 1706, είχε αφήσει εντολή στη διαθήκη της, το σπίτι της να παραχωρηθεί σ’ εκείνους που θα φροντίσουν τα έξοδα για την ταφή της.

Οι αριθμοί των θυμάτων που παρατίθενται από τους χρονογράφους έχουν μια χροιά μυστικισμού. Για παράδειγμα, στην επιδημία που χτύπησε τα Τρίκαλα το 1814 αναφέρονται 7.777 νεκροί. Στη σύγχυση που επικράτησε, κανείς δεν ήταν βέβαιος για το πού θα χτυπούσε το κακό. Σε μια περίπτωση του 1592-1594 στο Ηράκλειο αναφέρεται: "Η συμφορά αυτή έγινε εις το Κάστρον και εις καμπίσια χωριά. Τα Χανία και το Ρέθεμνος έμεινα άγευστα του κακού τούτου." Τις πιο πολλές φορές όμως η πανώλη δεν κάνει διακρίσεις. 

Στο Χρονικόν του Γαλαξειδίου (1054), ο ιερομόναχος Ευθύμιος σημειώνει: "ύστερα από κάμποσα χρόνια, μια λοιμική ασθένεια, πανούκλα διαβολική, ερημάζοντας πολλές πολιτείες, έποικε εξολόθρεμα και κατά μέρη Σαλόνου, Λιδορίκι, και Έπαχτου και Γαλαξείδι. και με πολλές μετάνοιες, παρακλήσεις και ταξίματα έδιωξε ο θεός αυτήν την πανούκλα, που πολύν κόσμο εξολόθρεψε." Ο Παπασυναδινός, σημειώνει μ’ ένα τρόπο στερεότυπο για τις αφηγήσεις αυτού του είδους: "Τω αυτώ χρόνω από τον Σεπτέμβριον μήναν και όλον τον χειμώνα και όλον το καλοκαίρι τόσον μεγάλον θανατικόν εγίνη εις τους ανθρώπους εις όλον τον κόσμον… και δεν αφήκε ούτε κάστρη, ούτε χώρες αβλάβους ούτε σπίτι και δεν το εθυμήθην κανείς από τους γέροντες εις τον καιρόν τους να διεδράμη τόσον τόπον… και τόσον κακή ήταν η πανούκλα ότι όποιος την έβγαζε πλέον γλυτωμόν δεν είχεν…"

Η καλύτερη λύση είναι πάντα η φυγή και ο Παπασυναδινός συμβουλεύει σχετικά: "να πάρης την γυναίκα σου και τα παιδιά σου, να φύγης εις άλλον μακρινόν τόπον και πλέον να μην ανεκατώνεσαι και φυλάγου από εκείνο το σπίτι το μολεμένον, να μην πάρης τίποτες, ούτε κρυφά ούτε φανερά, διότι εκείνο το παραμικρόν είναι ωσάν μία σκαντζηλήτρια στία και ανάφτει και καίει ένα ορμάνι και ένα κάστρον." 

Στην Τριπολιτσά του 19ου αιώνα οι εύποροι φεύγουν για τα περίχωρα της Καρύταινας που θεωρούνταν εξαιρετικά υγιεινή τοποθεσία. Στα 1592- 1594 στο Ηράκλειο και τα περίχωρα του: "οι άρχοντες έμειναν αθώοι του κακού τούτου διότι έφυγαν από την Χώραν και εκρύπτοντο εις τα χωρία τους με καλαίς βιγίλαις να μη σιμόση τινάς εκεί όπου εβρίσκοντο." Η φυγή δεν είναι εύκολη για όλους, οι πλούσιοι έχουν πάντα το πλεονέκτημα να επιλέξουν, έχοντας αποθέματα τροφίμων μπορούν να ακολουθήσουν την αντίθετη τακτική, μένοντας στα σπίτι τους το κρίσιμο διάστημα. Ο Γάλλος πρόξενος στην Άρτα Julien, στη διάρκεια της επιδημίας του 1764-1765, μένει περιορισμένος στην οικία του για δέκα ολόκληρους μήνες, διάστημα κατά το οποίο πεθαίνει το ένα τρίτο των κατοίκων της πόλης και οι επτά συγκάτοικοι του προξενείου του. Άλλοι πάλι γλυτώνουν το κακό, λόγω των συνθηκών διαβίωσης, όπως σημειώνει ο γιατρός Πετράκης Ηπίτης το 1816: "Διά καθαριότητος και λούσεως του σώματος προφυλάττονται κάλλιστα από την πανώλην· διά τούτο κολλά πολύ σπανιότερα τους πλουσίους παρά τους πτωχούς." Το 1828, όταν η επιδημία πλήττει την Αίγινα, σε μια σημείωση σε κάποιο έγγραφο παρατηρείται: "Είναι όμως επιδημία φολοαρχοντική, διότι μέχρι τώρα κανένας δεν απέθανεν από τους όσοι έχουν τα μέσα να περιποιώνται , και μόνον οι δυστυχείς των καλυβών."

Οι άνθρωποι μπροστά στον κίνδυνο στρέφονται φυσικά προς τον Θεό, την Παναγία και τα μοναστήρια, ζητώντας διαμεσολάβηση για να σωθούν. Τούτο συμβαίνει στην Γορτυνία του 1688 : ‘’ Ιδών ο Κυρ Κανέλος Καράκαλλος τον φοβερόν θάνατον της πικροτάτηςη πανούκλας, επικαλέσθηκεν την υπέραγνον Θεοτόκο του μοναστηριού των Αιμυαλών, "ίνα βοηθήση αυτόν της πικροτάτης αυτής ασθενείας και αφιέρωσε εις το αυτό μοναστήριον τα χωράφια, όπου είχεν…" Στις Σέρρες πάλι, το 1641-1642 μας λέει ο Παπασυναδινός: "Και πολλοί τίνες από τους ιερείς και τους κοσμικούς ενήστευσαν και τριήμερα ευχέλαια έψαλλαν και ελεημοσύνη έδωσαν εις φυλακήν, εις χήρες, εις αστενείς εις αδυνάτους, εις στενοχωρημένους και εις επτωχούς, και εξομολογήθηκαν και σαρανταλείτουργα έκαμαν και άλλα πολλά έκαμαν κρυφά διά να γένη ίλεως ο πανάγαθος θεός εις το πλάσμα του."

Απόστολος Σπυράκης


Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2020

Το ποίημα της Δευτέρας - "Εκδοχές μιας λυπημένης άνοιξης"



Εκδοχές μιας λυπημένης άνοιξης

Εξέγερση της βιασμένης φύσης;
Προϊόν εργαστηρίου;
Εσκεμμένη διασπορά,
για να αφανιστούν οι ανεπιθύμητοι που περισσεύουν;
Οι ίδιοι πάντα αναλώσιμοι...
Χωρίς πολέμους.
Τι να σου κάνουν και οι πόλεμοι;
Χρήσιμοι. Και οι έμποροι όπλων τρίβουν τα χέρια τους.
Αλλά πόσους πια να αφανίσουν;
Παραγίναμε πολλοί.
Μια εκκαθάριση πού και πού είναι τελείως αναγκαία.
Λάθος σε πειράματα βιολογικού πολέμου;
Τι αγροίκος ο ιός... Αδιάκριτος.
Αδιακρίτως ξεκίνησε να ξεπαστρεύει.
Χοντρό το αστείο του.
Ξεγελά τους υπολογισμούς.
Παραβιάζει σύνορα διαμορφωμένα
από χιλιάδες παλιά αίματα,
σύνορα παγιωμένα από μυριάδες αρχαίες πληγές.
Περνά και θερίζει.
Αθώους.
Και πειραματόζωα.
Και τους πειραματιζόμενους πάνω στο θάνατο
των άλλων

Τούτη τη λυπημένη άνοιξη
φυλάξου...
Μην αγγίξεις.
Μη χαιρετήσεις.
Μη βήξεις.
Μη φταρνιστείς.
Μην πας στο θέατρο, στο σινεμά
στο γήπεδο, στη συναυλία, στη δουλειά
(για εκείνη την παρουσίαση βιβλίου βρήκες καλή δικαιολογία).
Μην αγκαλιάζεις.
Μη φιλάς.
Μην αγαπάς πολύ. Μη δένεσαι με κανέναν.
Φύλαξε. Προφύλαξε. Διαφύλαξε. Τον εαυτό σου.
Βάλε μάσκα.
Όλα τα χρόνια σου
αόρατες, αθόρυβες φορούσες
και τριγυρνούσες.
Ήσουν και τότε δημόσιος κίνδυνος.
Μα δεν το ήξερε κανείς.
Βάλε τώρα μια ορατή και κραυγαλέα μάσκα
αποδεκτή απ' όλους

Θέτουμε υποψηφιότητα για νεκροί.
Ο θάνατος ετοιμάζει αυτόγραφα και επισκεπτήρια.
Στο άνθος της ηλικίας μας.
Στο άνθος των εκκρεμοτήτων μας.
Στο άνθος της ευτυχίας.
Ίσως και της απελπισίας

Παραλύουν τα πάντα.
Η πραγματικότητα ξεπερνά και την πιο νοσηρή φαντασία.
Λιγοστές οι Εντατικές.
Εκτοξευόμαστε στα τρομακτικά.
Κάθε στιγμή αστάθμητη, ασύμμετρη,
εκτροχιάζει τις μελέτες του ολέθρου.
Επιβάλλονται αποκλεισμοί και προγραφές.
Αυξάνεται κατακόρυφα η καχυποψία.
Σημειώνονται κρούσματα εικονικών σχέσεων,
μέσω οθόνης.
Η αφή ανακηρύχθηκε έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.
Η βόλτα όμως ακόμα όχι...
Ούτε ο καφές στο χάρτινο ποτήρι...
Έλα. Μας περιμένει ένα παγκάκι.
Κανείς δεν θα μας καταδώσει.
Στη μια του άκρη εσύ, στην άλλη εγώ.
Μόνον δύο.
Τι όμορφα που απαγορεύτηκε ο συνωστισμός...
Μη φοβάσαι για μας.
Υπάρχουν και τα μάτια.
Υπάρχει και η εύγλωττη σιωπή.
Ας δούμε τώρα
πόσο περίεργα
και νικητήρια
θα ζήσουμε τον έρωτα
στα χρόνια τούτου του απρόβλεπτου λοιμού

Άννα Ε. Πετράκη
11/3/2020, αδημοσίευτο

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2020

Φωτογραφία και ποίηση: μια σύντομη ανθολογία

Φωτογραφία: Δημήτρης Ασιθιανάκης

Η ακόλουθη σύντομη ανθολογία ποιημάτων που αναφέρονται στην τέχνη της φωτογραφίας βασίστηκε κατά κύριο λόγο στην Ανθολογία: Ποιήματα και Τραγούδια για τη Φωτογραφία του Δημήτρη Ασιθιανάκη (με εξαίρεση δύο ποιήματα: ένα του Ρίτσου και ένα της Γώγου που προέρχονται από προσωπική έρευνα). Η προαναφερθείσα ανθολογία διανέμεται δωρεάν στους ενδιαφερόμενους από τον ίδιο τον ανθολόγο, τον οποίο μπορείτε να βρείτε στο facebook (www.facebook.com/dimitrios.asithianakis), να τον κάνετε φίλο και να του τη ζητήσετε...


"Λήψη από το ελικόπτερο ΙΙ" - Χρυσούλα Αγκυρανοπούλου

Φορά το ενδεχόμενο κατάσαρκα και τρέμει.
Μια κάμερα περνώντας τη δεντροστοιχία της φυγής
κινηματογραφεί ζωή και βλεφαρίζει
σκύλο που θάβει κόκαλα στο χώμα



"Φωτογραφίζω" - Δημήτρης Ασιθιανάκης

Κοιτάζω το κόσμο, τον φωτογραφίζω.
Ανάμεσα στις τέσσερις πλευρές
του κάδρου στριφογυρνάω το βλέμμα μου.
Ανατολή, δύση, φωτογραφίζω.
Βορράς, νότος, φωτογραφίζω.
Γυρνάω από δω κι από κει, φωτογραφίζω.
Κοιτάζω και σένα.
Σε κοιτάζω μέσα απ'τη φωτογραφική μου μηχανή,
μπορώ να σε φωτογραφίσω ή όχι,
μπορώ να σε θολώσω,
να σε κουνήσω,
να σε σκοτεινιάσω,
να σε κάψω,
να σε πλαγιάσω...
και γω σ'ερωτεύομαι!



"Το μπλε που σε τυλίγει" - Μιχάλης Γκανάς

Το μπλε που σε τυλίγει
είναι η στάχτη
του καμένου χρόνου.

Φυσάει ένας αέρας,
φέρνει φωτογραφίες και τετράδια.
Από τα κάτω χρόνια.
Εδώ γελάς, εδώ σωπαίνεις,
εδώ σας πήρανε με φλας
φοράς το μαύρο φωτοστέφανο.

Το μπλε που σε τυλίγει
είναι το φως
που εκτοπίζει ο θάνατος.
Κανένας δεν το βλέπει.
Κι όμως υπάρχει
και πληθαίνει.



"Η καταγωγή της οικογένειας" - Κατερίνα Γώγου

Σου την έφερα παλιομπάσταρδε.
Κάνω τράκα τσιγαράκι απ’ το πακέτο σου
και μου δίνεις φωτιά.
Φυσάω καρφί το καπνό
στα ξέθωρα απ’ τα γεράματα μάτια σου
και σε ρωτάω κοιτώντας τη φίλη μου
«σου γουστάρει η γκόμενα;»
Βγάζεις απ’ τ’ αρχαίο πορτοφόλι σου
μια φωτογραφία. Είμαι ‘γω 5 χρονών.
Μ’ έναν ηλίθιο φιόγκο στο κεφάλι
πάνω σε μια καρέκλα.
Μου λες με σπασμένη φωνή «Κοίτα πώς ήσουν μικρή…»
κι είσαι έτοιμος να τα μπήξεις
παλιομπάσταρδε δεν θα με ρίξεις.
Έρχεται η κόρη μου.
Της λες ευχαριστώ για το γλυκό
και μασάς αργά ένα βάτραχο.
Φοβάσαι.
Οι φλέβες σου φουσκώσανε
τα μενίγκια σου χτυπάνε
η σοκολάτα που ‘φερες για τη μικρή
έχει λιώσει στην τρύπια τσέπη σου
θα ‘χει κολλήσει στο σώβρακό σου.
Είμαστε ξανά οι δυο μας τώρα.
Εσύ συνταξιούχος μωρό μου.
Κι εγώ ανεβασμένη στην καρέκλα
με τον ίδιο ηλίθιο φιόγκο.
Με τον ίδιο ολόιδιο φόβο.
5 χρονών. 19 χρονών. 20. 30.
Όλη μου η ζωή πατέρα.


"Υποκατάστατο" - Κική Δημουλά

Σκορπίζουν τῶν δακρύων οἱ μεγάλες συγκεντρώσεις.
Μνήμη καὶ παρὸν ψάχνουν νὰ κρυφτοῦν
ἀπὸ τὴ διαύγειά τους.
Ἀραιὰ ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ τουφεκιὰ
πότε ἀπὸ κεῖνο τὸ εὐκρινὲς
χαράκωμα ἡ λύπη πότε ἀπὸ ἀμυδρότερο.
Στρατηγικὴ νὰ δείξει τάχαὅτι ἔρχονται ἐνισχύσεις.
Ἂς παραδοθεῖ.

Ἔχει σχεδὸν ἐπικρατήσει ἡ φωτογραφία σου.
Ἐξαπλώθηκε ὅπου βρῆκε ἄμαχη ἐπιφάνεια
ἀποδεκατισμένη αἴσθηση πρόθυμη γιὰ γαλήνη.
Ἀνεμίζει στῶν βλεμμάτων τὰ ὑψώματα
ὄχι σὰν ἔθιμο ἀδρανὲς μελαγχολικὸ
μὰ ὡς γενναῖος συκοφάντης τῆς ἀπώλειάς σου.

Μέρα τὴ μέρα πείθει πῶς τίποτα δὲν ἄλλαξε
ὅτι ἤσουν πάντα ἔτσι, ἀπὸ χαρτὶ
ἐκ γενετῆς φωτογραφία σὲ συνάντησα
ἀνέκαθεν πὼς ἔτσι σ᾿ ἀγαποῦσα γυρολόγα
ἀπὸ εἰκόνα σὲ ἀπεικόνιση
κι ἀπὸ ἀπεικόνιση σὲ εἰκόνα σου ἀρκέστηκα.

Μνήμη καὶ παρὸν πρέπει νὰ κρυφτοῦν
ἀπὸ τὴ διαύγειά τους.
Ἀραιὰ ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ τουφεκιὰ ἀμυδρὴ
Μαρτυρία ὑπέρ σου ἡ λύπηἂς παραδοθεῖ.
Ὁ μόνος ἀξιόπιστος μάρτυρας ὅτι ζήσαμε
εἶναι ἡ ἀπουσία μας.



"Λόγος περί κάλλους" - Οδυσσέας Ελύτης

Φοβηθείτε
αν θέλετε να σας ξυπνηθεί το ένστικτο του Ωραίου

ή αν όχι τότε μια που ζούμε στον αιώνα της φωτογραφίας
ακινητήσετέ το: αυτό που δίπλα μας
ολοένα μ' απίθανες χειρονομίες δρα:

το Ασύλληπτο!

α' δύο χέρια ωραία γυναίκας (ή και αντρός) που να 'χουν εξοικειωθεί
με τ' αγριοπερίστερα
β' ένα σύρμα που οι αναμνήσεις του όλες να 'ναι από ρεύμα ηλεκτρικό
και ανύποπτα πουλιά
γ' μία κραυγή που να μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει αιώνια επικαιρότητα
δ' το παράλογο φαινόμενο της ανοιχτής θαλάσσης.

Θα 'χετε καταλάβει βέβαια τι εννοώ.



"Ο Φωτοφράχτης" - Ανδρέας Εμπειρίκος

Οι ώρες μέσα απ’ τους ιριδισμούς και τα παιχνίδια ρέουν, όπως ανάμεσα στα πολυτρίχια τα διαυγή νερά. Και ο ρεμβασμός με τα κλειδιά του ανοίγει τους ορίζοντες, που απλώνουν και αδιακόπως μεγαλώνουν, σαν κύκλοι πέτρας που έπεσε σε επιφάνειαν αδιατάρακτη από πράξεις φθαρτές και νόθες.

Όρθρος η ώρα η πρώτη. Πίσω της, η λαγαρή πρωία, με δείκτες ρόδινους που γρήγορα (θα πω, ανέλπιστα σχεδόν) γυρίζουν και χρυσίζουν. Ένας φακός με απίστευτον φωτοφράκτη αρπάζει την πιο γοργή στιγμή και την απλώνει στην επιφάνεια μιας πλάκας λείας, ευαισθησίας εξαισίας.

Και τώρα που άνοιξε και έκλεισε ο φωτοφράκτης σαν μάτι αδέκαστο και συνελήφθη ο χρόνος, ο ρεμβασμός αυξάνει την ζωή και δίδει στην κάθε εικόνα την κίνησι και την ευελιξία που φέρνει από τα βάθη μιας πηγής (της ιδικής του) ζεστό το πιο κρυφό της νόημα. Και ιδού που μεταλλάσσει πλήρως την εικόνα· από μια στατική στιγμή (ας πούμε καρφωμένη) την μετατρέπει σε πολυκύμαντον χορόν ωρών και πλαστικών σωμάτων ευρυθμίας, σε οντοποίησιν απτήν και ασπαίρουσαν παντός οράματος, πάσης επιθυμίας.

Γλυφάδα, 10.7.1960



"Foto lux" - Γιώργος Θεοχάρης


Έμεινε το διάφραγμα ανοιχτό στις αναμνήσεις.
Υπέρ των ανωνύμων που έγιναν επώνυμοι
μέσα από τα χημικά υγρά στο εμφανιστήριο.
Εδώ με τον πατέρα. Μπροστά στην κομπανία με τα κλαρίνα
Στο κέντρο «Εξοχικόν». Με τα μάτια ορθάνοιχτα
αντίκρυ στη μαγεία του μεγάλου πιάτου με τη λάμπα
και τις αστραπές. Λίγο μετά τον πόλεμο, σ᾽ένα χωριό
πούμαθε τον ηλεκτρισμό μέσ᾽ απ᾽ τα flash του φωτογράφου.
Εκεί στη μονοήμερη εκδρομή. Με μπλε ποδιές. Με τις λευκές
κορδέλες στα μαλλιά. Μαθήτριες που
ανέβαζαν στα μάτια την ψυχή τους και γίνονταν ωραίες
κάθε φορά που αναμέτριοντουσαν στο κλικ της μηχανής.
Έμεινε το διάφραγμα ανοιχτό στη θύμηση.
Χαράσσοντας το negative της ύπαρξης,
το άσπρο και το μαύρο της ζωής μας.
Εκεί λοιπόν επιβιώνει η αλήθεια της ζωής.
Στου άσπρου και του μαύρου τις διαβαθμίσεις.
Σ᾽ εκείνες τις μικρές ασπρόμαυρες φωτογραφίες
θα υπάρξουμε.
Ίσως γιατί τα κατσαρά δοντάκια τους στο περιθώριο
έχουν τη δύναμη να ροκανίζουν τη φθορά.



"Έτσι" - Κωνσταντίνος Καβάφης

Στην άσεμνην αυτή φωτογραφία που κρυφά
στον δρόμο (ο αστυνόμος να μη δει) πουλήθηκε,
στην πορνικήν αυτή φωτογραφία,
πώς βρέθηκε τέτοιο ένα πρόσωπο
του ονείρου· εδώ πώς βρέθηκες εσύ.

Ποιος ξέρει τι ξευτελισμένη, πρόστυχη ζωή θα ζεις·
τι απαίσιο θα ’ταν το περιβάλλον
όταν θα στάθηκες να σε φωτογραφήσουν·
τι ποταπή ψυχή θα είν’ η δική σου.

Μα μ’ όλα αυτά, και πιότερα, για μένα μένεις
το πρόσωπο του ονείρου, η μορφή
για ελληνική ηδονή πλασμένη και δοσμένη —
έτσι για μένα μένεις και σε λέγ’ η ποίησίς μου.



"Φωτογραφία" - Χλόη Κουτσουμπέλη

Ενώ είμαστε μαζί αγκαλιασμένοι
(απόδειξη το χέρι σου στην πλάτη μου)
φυσάει αγέρας, φορώ ένα γκρι παλτό,
φύλλα στροβιλίζονται και πέφτουν
«Για πάντα δικός σου», ψιθυρίζεις
ενώ στο φόντο πίσω φαίνονται τα κάρβουνα
τα λευκά άλογα
ο λάκκος με τους νεκρούς
το δέντρο με τα κεφάλια στα κλαδιά
η σιωπηλή διαδήλωση στους τάφους
οι άνθρωποι με τα κεριά
που πενθούν βουβά
ενώ βρέχει σκοτάδι
κι ενώ όλα αυτά συμβαίνουν
από τη φωτογραφία
χάνεται το πρόσωπό σου
κι αυτή η απώλεια,
τόσο μικρή μέσα στο νεκρικό Σύμπαν
που μας τυλίγει,
αυτή ακριβώς η ασήμαντη απώλεια
είναι που δίνει στην φωτογραφία
την ανεκτίμητη αξία
του οριστικά χαμένου.



"Περί φωτογραφίας" - Αλεξάνδρα Μπακονίκα

Γνώρισα τον λογοτέχνη
που ήταν και ερασιτέχνης φωτογράφος
πρώτη φορά σε κάποιο σπίτι,
Ιδιόρρυθμος, και μου είπε κοφτά:
«Έλα στο στούντιο μου, θέλω να φωτογραφίσω
το στήθος σου γυμνό».

Σε αντίθεση, μετά από χρόνια,
ένας επαγγελματίας φωτογράφος γεμάτος λαγγεμένη
αβρότητα μου είπε: «Μέσα από το πρόσωπό σου
θέλω να φωτογραφίσω την ψυχή σου».



"Να το πληρώσει η KODAK" – Γιάννης Πατίλης

Αγαπώ τις φωτογραφίες
Είναι οι μόνες μου αποδείξεις
Πως υπάρχει το φως.



"Βίλα του Ανδριανού" - Τίτος Πατρίκιος

Στην αρχή θυμόμουν καλά το πρόσωπό σου.
Τα στάχυα των μαλλιών, τα φωτεινά σου μάτια...
Ήταν σαν μια φωτογραφία
πάνω από το κρεβάτι ενός φαντάρου.
Και με τις μέρες το χαρτί ξεθώριαζε
ξεφτάγανε οι γύψοι, απόμεινε στον τοίχο
ένα τετράγωνο άσπρο
έπειτα γκρεμίστηκε κι ο τοίχος
χάθηκαν τα σπίτια που δε θα ξαναζήσουμε ποτέ.
Μονάχα ο χώρος μας απόμεινε
όπως αυθαίρετα τον είχαμε ορίσει
ένα σημείο αναφοράς
ετεροειδών πραγμάτων. 



"Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού" - Γιάννης Ρίτσος
(απόσπασμα)

Φωνάξαμε τον πλανόδιο φωτογράφο που πέρναγε το πρωί στον κάμπο.
Κάτσαμε κάτου απ’ τις αμυγδαλιές, βάλαμε στη μέση τη γιαγιά και τον παππού και σφίγγαμε τα χείλια μη γελάσουμε καθώς κοιτούσαμε το στρογγυλό τζαμάκι που ‘μοιαζε με το μάτι της νυσταγμένης αγελάδας. Στην φωτογραφία δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά λουλούδια, πεταλούδες
και ήλιος.
Γέλασε κι η γιαγιά μαζί με τον παππού γιατί δεν είμαστε παρά λουλούδια, πεταλούδες και ήλιος…



"Το Άλμπουμ" - Γεράσιμος Ρομποτής


Κάποτε θα φύγεις
στάχτη θα γίνεις, που σκορπίζει στο φως

θα μείνει μόνο
το άλμπουμ με τις παλιές φωτογραφίες
αμέριμνα παιδικά μάτια, παγιδευμένα στην άγνοια
τρυφερό άγγιγμα, χέρι που αγκαλιάζει
έναν ώμο αγαπημένο.

θα μείνει μόνο
το ρίγος της αφής στο κίτρινο χαρτί, το δέρμα
που ανατριχιάζει στη μνήμη.


Φωτογραφία: Δημήτρης Ασιθιανάκης

Επιλογή και έρευνα:
Χριστίνα Λιναρδάκη